Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for one party and rejects appeal on appealable grounds for others.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal regarding the twelfth appellant, E. Ch., due to a lack of proper power of attorney for the hearing. For the remaining eleven appellants, the court rejected their request to overturn the First Instance Court's decision, finding their arguments regarding the interpretation of municipal council minutes and the causation of landslides to be inadmissible. The court held that the lower court correctly evaluated all evidence and that the appellants' claims regarding factual assessment and argumentation were not appealable.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94, 96, 97, 104 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the appellant lacks proper power of attorney for the hearing; The appeal is rejected if the lower court's evaluation of evidence and factual assessment is not subject to appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1788 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1788/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Δημήτριο-Στέφανο Βόσκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ε. Κ. του Ι., 2. Α. Ν. Γ., 3. Γ. Κ. του Ε., 4. Κ. Π. του Ζ., 5. Α. Α. του Α., 6. Κ. Ν. του Ν., 7. Ε. συζ. Α. Π., 8. Κ. Μ. του Κ., 9. Ε. Γ.-Κ. του Δ., 10. Κ. Τ. του Δ., 11. Γ. Π. του Ζ., 12. Ε. Χ. του Χ., κατοίκων ... και 13. Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", που εδρεύει στο Λιγόρτυνο Δήμου Αστερουσίων και εκπροσωπείται νόμιμα. Ο μεν πρώτος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέργιο Σπυρόπουλο, οι δε λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο, πλην του 12ου που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΟΜΕΣ ΑΤΕ" που εδρεύει στα Χανιά και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "ΔΟΜΙΚΗ ΚΡΗΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ-ΕΜΠΟΡΙΚΗ-ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ-ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΕ", που εδρεύει στο Ηράκλειο και εκπροσωπείται νόμιμα. Η μεν πρώτη δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, η δε δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαδημητρίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ. Πολ. Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 297/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 141/2013 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-9-2013 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Στέφανος-Βόσκας, ανέγνωσε την από 20-5-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 2 και 3, 97 παρ. 1 και 104 ΚΠολΔικ προκύπτει, ότι ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, υπογράφοντας την απαιτουμένη κλήση και την παραγγελία προς το δικαστικό επιμελητή για την επίδοση, καθώς και εκείνος που εκπροσωπεί τοn διάδικο κατά τη συζήτησή της στον Άρειο Πάγο, πρέπει να είναι εφοδιασμένος με σχετική πληρεξουσιότητα, η οποία παρέχεται από τον εκπροσωπούμενο διάδικο είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Η έλλειψη της πληρεξουσιότητος, εξεταζομένη και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας και την μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση. Εξάλλου από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔικ προκύπτει, ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως. [ΑΠ 47/2013].
Σε περίπτωση δε απλής ομοδικίας, η απουσία κάποιου από τους επισπεύδοντες αναιρεσείοντες κατά την ορισθείσα δικάσιμο για τον οποίο δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη πληρεξουσιότητας, δεν οδηγεί στη κήρυξη απαραδέκτου της συζήτησης για όλους παρά μόνον γι' αυτόν και διατάσσεται ο χωρισμός της υπόθεσης ως προς τους λοιπούς που εκπροσωπούνται και παρίστανται νομότυπα, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔικ, που προστέθηκε με το άρθρο 62 το ν. 4139/2013 και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις όπως είναι η παρούσα.
Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από 27-9-2013 αίτηση για αναίρεση της 141/2013 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Από τα έγγραφα του φακέλου της υποθέσεως και ειδικότερα από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τους αναιρεσείοντες με αριθμούς 8379/14-1-2014 και 624/8-1-2014 εκθέσεις των δικαστικών επιμελητών Ηρακλείου και Χανίων, αντίστοιχα, Δ.
Β. και Ε. Δ., προκύπτει ότι την συ ζήτηση αυτής επέσπευσαν οι αναιρεσείοντες. Προκύπτει επίσης η ύπαρξη πληρεξουσιότητας για όλους, πλην του δωδέκατου από αυτούς Ε. Χ., προς τον δικηγόρο Ηρακλείου Απόστολο Σφακιανάκη που έδωσε την σχετική παραγγελία επιδόσεως καθώς και προς τον δικηγόρο Αθηνών Στέργιο Σπυρόπουλο που εκπροσώπησε όλους, πλην του προαναφερθέντος, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση του Δικαστηρίου.
Τέλος, από τα πρακτικά της συζήτησης της υποθέσεως προκύπτει ότι ο αναιρεσείων Ε. Χ.ς και η πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρία με την επωνυμία "ΤΟΜΕΣ ΑΕ", δεν παρέστησαν κατά την παραπάνω συνεδρίαση όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση με την σειρά εγγραφής της στο πινάκιο. Ενόψει αυτών και σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην νομική σκέψη που προηγήθηκε, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως ως προς τον απολειπόμενο πιο πάνω αναιρεσείοντα και να διαταχθεί ο χωρισμός της υπόθεσης ως προς τους λοιπούς καθόσον πρόκειται περί απλής ομοδικίας.
Όσον αφορά την πρώτη αναιρεσίβλητη που αν και κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση, πρέπει να δικασθεί ερήμην, θα ερευνηθεί όμως η υπόθεση σαν να ήταν και αυτή παρούσα [άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔικ]. 2. Με τη κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 141/2013 απόφαση του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, η οποία δέχθηκε τις εφέσεις των αναιρεσίβλητων εταιριών κατά της 297/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου.
Με αυτή είχε γίνει μερικώς δεκτή η του πρώτου, δεύτερου, τέταρτου, έκτου δωδέκατου και δέκατης τρίτης των αναιρεσειόντων, με την οποία αυτοί ζητούσαν την αναγνώριση της υποχρέωσης των αναιρεσίβλητων να τους καταβάλουν αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας και είχε απορριφθεί για τους λοιπούς. Ακολούθως, αφού απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως προς όλους τους αναιρεσείοντες.
Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και συνεπώς είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔικ], πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔικ ]. 3. Από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔικ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που (ανελέγκτως) δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας, και της υπαγωγής αυτών στον νόμο. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Με το άρθρο δε 559 αριθ. 19 ΚΠολΔικ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια τη διάταξης αυτής υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με τον νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου [ΟλΑΠ 25/2008] και όχι όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση εκτίθεται σαφώς [ΟλΑΠ 15/2006].
Εξ άλλου οι έννοιες της αμέλειας [ΟλΑΠ 15/2006] και της ανωτέρας βίας [ΑΠ 1046/1981], είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το αν συντρέχουν ή όχι, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν ή όχι την έννοια της κάθε μίας από αυτές.
Τέλος, αμέλεια υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο την συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της ζημίας, ενώ αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του ζημιώσαντος, ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση. 4.
Στην υπόθεση που κρίνεται, το Εφετείο, με τη προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: ". . Με την από 3-3-2003 εγκεκριμένη με το . . . . . . . Πρακτικό ελέγχου της από . . . . . . συνεδρίασης του Ε' Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου σύμβαση ανάθεσης έργου, που συνήφθη μεταξύ της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ηρακλείου, ως κυρίας του έργου και της αναδειχθείσας, κατόπιν προκηρυχθέντος διαγωνισμού, μειοδότριας ως αναδόχου αυτού, πρώτης εναγομένης εργοληπτικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΟΜΕΣ Α.Τ.Ε.".
ανετέθη στην τελευταία η κατασκευή του έργου . . . . . . . Κατασκευή αντιολισθητικού τάπητα από κόμβο Χουδετσίου μέχρι Προτόρια"...Ακολούθως δυνάμει των από . . . . . . . . . . εγγράφων συμβάσεων υπεργολαβίας, που εγκρίθηκαν με την . . . . . . . απόφαση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ηρακλείου ως εργοδότριας, ανετέθη από την πρώτη εναγομένη εργοληπτική εταιρία ανάδοχο του έργου στην κοινοπραξία, με την επωνυμία "Κ/Ξ ΔΟΜΙΚΗ ΚΡΗΤΗΣ Α.
Ε. - ΚΤΙΣΤΩΡ ΑΤΕ", που προς τούτο συστήθηκε με το από 04. 06. 2003 ιδιωτικό συμφωνητικό, η εκτέλεση μέρους του έργου και συγκεκριμένα με την πρώτη (σύμβαση) τούτων τις εργασίες "Ασφαλτικά - Σήμανση κα Ασφάλιση" και με τη δεύτερη την εκτέλεση του υπολοίπου έργου, δηλαδή την εκτέλεση των επιγραφομένων ως "χωματουργικά-τεχνικά έργα - οδοστρωσία - αποκατάσταση και μετατοπίσεις δικτύων Ο.
Κ. Ω" εργασιών.... . Οι εργασίες του αναληφθέντος από τη δεύτερη εναγομένη τμήματος του έργου άρχισαν το έτος 2004. Κατά τη διάρκεια των χωματουργικών εργασιών στο από Χ. Ο. Α10+300 μέχρι 11+500 τμήμα (περιοχή Δημοτικού Διαμερίσματος Λιγόρτυνου Δήμου Αστερουσίων Ηρακλείου), παρουσιάστηκαν γεωλογικά προβλήματα και ειδικότερα αστάθεια των τεχνικών πρανών και εμφάνιση υπογείων υδάτων.
Κατόπιν εντολής τη αρμόδιας διεύθυνσης της εργοδότριας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ηρακλείου, η πρώτη εναγομένη - ανάδοχος εργοληπτική εταιρία, αφού διενήργησε τις απαιτούμενες γεωτρήσεις, υπέβαλε ολοκληρωμένη μελέτη έργων αποστράγγισης και αντιστήριξης του συγκεκριμένου τμήματος στο μελετητή του έργου και συγκεκριμένα στην ανώνυμη εταιρία . . . . . . . .
Στη μελέτη, η οποία εγκρίθηκε με τη με αριθμό . . . . . . . . . . . απόφαση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ηρακλείου αναφερόταν λεπτομερώς τα μέτρα εκείνα, που ήταν αναγκαία για τη βελτίωση των συνθηκών ευστάθειας των πρανών της περιοχής. Την 16. 08. 2006 και ενώ η δεύτερη εναγομένη είχε αρχίσει την εκτέλεση των παραπάνω εργασιών, εφαρμόζοντας αυστηρά και χωρίς καμία παρέκκλιση τη συγκεκριμένη μελέτη, εκδηλώθηκε εκτεταμένη κατολίσθηση στη παραπάνω περιοχή του δημοτικού διαμερίσματος Λιγόρτυνου του Δήμου Αστερουσίων στη θέση "Λίμνες" και ειδικότερα στο τμήμα της υπό κατασκευή οδού από. . . . . .
η οποία ξεκίνησε από ανάντη του λόφου, τον οποίο διασχίζει με μεγάλο όρυγμα η υπό κατασκευή οδός με αποτέλεσμα μεγάλοι όγκοι χώματος να μετακινηθούν από δυτικά της οδού και να μπαζώσουν το όρυγμα που κατασκευαζόταν, καταστρέφοντας και όλες τις κατασκευές που, έως τότε, είχαν ολοκληρωθεί εντός του έργου.
Η κατολίσθηση και η μετακίνηση των εδαφών συνεχίστηκε και ανατολικά της νέας οδού και έπληξε τον οικισμό του δ. δ. Λιγόρτυνου, όπου προκλήθηκαν ζημίες σε αρκετές οικίες και εγκαταστάσεις, μεταξύ των οποίων και εκείνες των εναγόντων, ενώ επιπλέον καταστράφηκε εντελώς και η παλιά επαρχιακή οδός στο εντός του δ.
δ. Λιγόρτυνου διερχόμενο τμήμα της. Με τη με αριθμό 9585/29. 08. 2006 απόφαση της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ηρακλείου συστήθηκε επιτροπή, προκειμένου να διαπιστώσει και να εκτιμήσει τις ζημίες που προκλήθηκαν από την κατολίσθηση. Η επιτροπή αυτή, μετέβη στην πληγείσα περιοχή και διαπίστωσε ότι οι εργασίες στο συγκεκριμένο τμήμα της οδού διενεργούνταν, σύμφωνα με την προαναφερόμενη εγκεκριμένη από τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ηρακλείου πρόσθετη γεωτεχνική μελέτη, η οποία εφαρμοζόταν χωρίς καμία παρέκκλιση, δεδομένου ότι, κατά το χρόνο πρόκλησης της κατολίσθησης είχαν κατασκευαστεί όλα τα προβλεπόμενα πρόσθετα έργα αντιστήριξης και αποστράγγισης για τη βελτίωση των συνθηκών ευστάθειας των πρανών έως τη στάθμη που είχαν φτάσει οι χωματουργικές εργασίες.
Προς τούτο συνέταξε το από 04. 09. 2006 πρωτόκολλο διαπίστωσης βλαβών από ανωτέρα βία (θεομηνία), το οποίο εγκρίθηκε από τη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ηρακλείου με τη με αριθμό . . . . . . . . . . απόφασή της. Σύμφωνα με το ως άνω πρωτόκολλο η συγκεκριμένη κατολίσθηση χαρακτηρίζεται ως φυσική καταστροφή προ- κληθείσα από ανωτέρα βία, η οποία πιθανόν να οφείλεται σε αθροιστική συγκυρία πολλών παραγόντων μη δυνάμενων να προβλεφθούν και να αποφευχθούν, δεδομένου του έντονα βεβαρημένου ιστορικού της συμπεριφοράς του εδάφους της περιοχής, που χαρακτηρίζεται από έντονα γεωλογικά και γεωτεχνικά προβλήματα, με αποτέλεσμα τη συχνή κατά το παρελθόν εκδήλωση ανάλογων φαινομένων κατολίσθησης.
Ως εκ τούτου, αναγνωρίστηκε η μη ύπαρξη ευθύνης της αναδόχου κατασκευάστριας εταιρίας, η οποία μάλιστα αποζημιώθηκε για τη δαπάνη των κατασκευών που επλήγησαν με το ποσό των 57. 064, 01 ευρώ πλέον Φ. Π. Α. σε ποσοστό 19%. . . . . . . . Οι διαπιστώσεις όμως αυτές αμφισβητήθηκαν από τους ενάγοντες οι οποίοι, φερόμενοι ως πληγέντες από την κατολίσθηση και επιδιώκοντας την αποζημίωσή τους για τις ζημίες που εξ αυτής υπέστησαν, προκάλεσαν, τη διενέργεια σχετικής με τη διαπίστωση των αιτίων, που προκάλεσαν την κατολίσθηση, πραγματογνωμοσύνης.
Προς τούτο, με δική τους πρωτοβουλία και κατόπιν υποβληθείσης από τους ίδιους αιτήσεως στο TEE, διενεργήθηκαν πρώτον η από Οκτώβριο 2006, ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη που συνέταξε ο Κ. Β., γεωλόγος - γεωφυσικός, και η από Δεκέμβριο 2006 πραγματογνωμοσύνη που συνέταξε ο Καθηγητής και Διευθυντής του Εργαστηρίου Πετρολογίας και Οικονομικής Γεωλογίας του Τμήματος Μηχανικών Ορυκτών Πόρων του Πολυτεχνείου Κρήτης Θ.
Μ.. Σύμφωνα με τις ταυτόσημες κατά περιεχόμενο πραγματογνωμοσύνες των παραπάνω ειδικών επιστημόνων, η κατολίσθηση οφείλεται κυρίως στην εναπόθεση από τα συνεργεία της δεύτερης εναγομένης μεγάλων ποσοτήτων προϊόντων εκσκαφής ανάντη της διάνοιξης της επαρχιακής οδού, δηλαδή πάνω στο πρανές, το οποίο αποδεδειγμένα παρουσιάζει προβλήματα κινητικότητας, επιφορτίζοντας με τον τρόπο αυτό με μεγάλα φορτία τον ολισθαίνοντα σχηματισμό, επιφέροντας, εκτός της επιφόρτισης, τη θραύση του αγωγού ύδρευσης του δ.
δ. Λιγορτύνου. Λόγω της θραύσης αυτού του αγωγού αυξήθηκε επιπλέον η ποσότητα του νερού του συγκεκριμένου αργιλικού σχηματισμού. Έτσι δημιουργήθηκε υπερπίεση του ύδατος των πόρων, με αποτέλεσμα τη μεταβολή της συνεκτικότητάς του, λόγω απώλειας της συνοχής των δεσμών των μορίων των αργιλικών ορυκτών, το οποίο και οδήγησε στη ρευστοποίηση των εδαφικών μαζών, δηλαδή στην κατολίσθηση της 16/08/2006.
Επισημαίνεται ότι στην εγκεκριμένη μελέτη του έργου, προβλεπόταν η εναπόθεση των προϊόντων εκσκαφής από τα συνεργεία της υπεργολάβου εταιρίας σε δύο συγκεκριμένους χώρους (χωματερές), οι οποίοι βρίσκονταν σε ικανή απόσταση από τον χώρο όπου εκτελούνταν οι χωματουργικές εργασίες πλην όμως, κατόπιν παρακλήσεως του δωδέκατου ενάγοντος, ποσότητες αυτών εναποτέθησαν, σε ακίνητο της ιδιοκτησίας του, που βρισκόταν σε απόσταση διακοσίων πενήντα (250) μέτρων περίπου πάνω από το εργοτάξιο και στο ύψος της δεξαμενής ύδρευσης του δ.
δ. Λιγόρτυνου, γεγονός, που, κατά τους ενάγοντες, επιτείνει την υπαιτιότητα της δεύτερης εναγομένης. Τα συμπεράσματα που εξήχθησαν από τους παραπάνω πραγματογνώμονες, συμπίπτουν εν μέρει και με τις επιστημονικές απόψεις, που διατυπώθηκαν για τα αίτια της κατολίσθηση στην από Νοέμβριος 2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που συντάχθηκε για λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης από τους πραγματογνώμονες στον τομέα της Γεωτεχνικής του ΕΜΠ καθηγητές Β.
Π., πολιτικό μηχανικό και Γ. Τσιαμπάο, Τεχνικό Γεωλόγο. Κατ' αυτήν η επιφόρτιση του πρανούς με προϊόντα εκσκαφής, προδιοριορίζεται ως επιβαρυντικός παράγοντας για την ευστάθεια του εδάφους, ο οποίος σε συνδυασμό με άλλους, μη προβλέψιμους, παράγοντες οδήγησε στην πρόκληση της κατολίσθησης. Επίσης, η παρουσία και κυκλοφορία υπογείων υδάτων στην περιοχή, όπου εκδηλώθηκε η κατολίσθηση, αποτέλεσε μία επιπλέον αιτία αστάθειας του εδάφους, πλην όμως η εξωγενής παρουσία μεγάλων ποσοτήτων ύδατος, κατά την πραγματογνωμοσύνη αυτή και σύμφωνα με όσα κατέθεσε εξεταζόμενος ως μάρτυρας στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, . . . . .
οφείλεται στην ανεξέλεγκτη διαρροή του νερού της υδατοδεξαμενής του δ. δ. Λιγόρτυνου, λόγω βλάβης που είχε υποστεί ο πλωτήρας της (φλοτερ) δύο με τρείς μήνες πριν την κατολίσθηση, πιθανώς δε και στη θραύση του αγωγού ύδρευσης του δ. δ Λιγόρτυνου, που συνέβη λίγες ημέρες πριν την κατολίσθηση. Οι πραγματογνωμοσύνες όμως αυτές και κυρίως εκείνη των Κ.
Β. και Γ. Τ., βασίζονται σε ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες, ότι λίγες ημέρες πριν από την εκδήλωση της κατολίσθησης είχε παρατηρηθεί θραύση του υπόγειου αγωγού ύδρευσης του δ. δ. Λιγορτύνου, που διερχόταν από το χώρο της κατολίσθησης, λόγω της εκεί εναπόθεσης μεγάλης ποσότητας των προϊόντων εκσκαφής, θεωρώντας δεδομένη την εξωγενή παρουσία και κυκλοφορία μεγάλων ποσοτήτων ύδατος, η οποία προκάλεσε υπερπίεση του ύδατος των πόρων και μεταβολή της συνεκτικότητας του συγκεκριμένου αργιλικού σχηματισμού, με αποτέλεσμα αυτός να είναι ο σημαντικότερος παράγων αστάθειας και ρευστοποίησης των εδαφικών μαζών στην περιοχή, που εκδηλώθηκε η κατολίσθηση.
Ωστόσο, σύμφωνα με το . . . . . . έγγραφο του Δήμου Αστερουσίων του Νομού Ηρακλείου, με θέμα τις κατολισθήσεις δ. δ. Λιγορτύνου, η διακοπή υδροδότησης του δ. δ. Λιγορτύνου μαζί με του οικισμούς . . . . . . . . . προκλήθηκε εξαιτίας της κατολίσθησης της 16. 08. 2006, ενώ, για μεγάλο χρονικό διά- στημα πριν και κατά τη στιγμή που έγινε η κατολίσθηση στο δ.
δ. Λιγορτύνου, δεν υπήρχε βλάβη του πλ τήρα της εκεί υφιστάμενης δεξαμενής, . . . . . . και κατά συνέπεια δεν υπήρξε διαρροή ύδατος.... Επομένως, είναι προφανές, ότι η παρουσία υπόγειων υδάτων εξωγενούς προέλευσης δεν θα έπρεπε να θεωρηθεί από τους παραπάνω πραγματογνώμονες βέβαιη και μάλιστα αποφασιστικής σημασίας για την εκδήλωση της κατολίσθησης.
Αντιθέτως, σύμφωνα με την από Οκτώβριος 2007 έκθεση υδρογεωλογικής μελέτης της περιοχής κατολίσθησης Λιγόρτυνου, την οποία έχει συντάξει ο Κ. Μ., υδρογεωλόγος, για λογαριασμό της Διεύθυνσης Τεχνικών Έργων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ηρακλείου, η περιοχή, στην οποία τοποθετήθηκαν τα προϊόντα εκσκαφής συμπίπτει με το ανώτερο τμήμα της κατολίσθησης, που βρίσκεται 200 μέτρα δυτικά του άξονα του νέου δρόμου και περίπου 40 μέτρα υψηλότερα από αυτόν.
Στο σημείο αυτό το πέτρωμα είναι μαργαϊκοί ασβεστόλιθοι, οι οποίοι είναι πολύ πιο συνεκτικοί από τους μαργαϊκούς σχηματισμούς των χαμηλότερων περιοχών και δεν είναι επιδεκτικοί σε φαινόμενα κατολισθήσεων. Παρ' όλα αυτά, κατά τη στιγμή της κατολίσθησης το έδαφος υποχώρησε κα το στρώμα των ασβεστόλιθων, πάχους περίπου 15 μέτρων, με όλα τα προϊόντα της εκσκαφής που είχαν αποτεθεί επάνω τους (περίπου 10.000 κ.μ.) μετακινήθηκε προς τη χαμηλότερη περιοχή.
Η μετακίνηση ήταν περίπου 4 μέτρα κατά την κατακόρυφη έννοια και 10 μέτρα κατά την οριζόντια έννοια. Συνακόλουθα, η κατολίσθηση δεν προκλήθηκε από τη συσσώρευση των προϊόντων της εκσκαφής, δεδομένου ότι το υπόβαθρο επάνω στο οποίο αποτέθηκαν αυτά ήταν αρκετά συμπαγές, αλλά από την ανύψωση της στάθμης των υπόγειων νερών, τα οποία προέρχονται από το φυσικό περιβάλλον και συγκεκριμένα από τον υδροφόρο ορίζοντα, που τροφοδοτεί το πηγάδι που βρίσκεται εντός του χώρου της κατολίσθησης........
Η επικαλούμενη, συνεπώς, στην ένδικη αγωγή επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος στην περιουσία των εναγόντων, δεν οφείλεται σε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων, αλλά σε ανωτέρα βία, δηλαδή σε φυσική καταστροφή, η εκδήλωση της οποίας οφείλεται σε γεγονότα μη δυνάμενα να προβλεφθούν και να αποφευχθούν.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται εκτός των άλλων και από α).... . β]..... Άλλωστε θα πρέπει να επισημανθεί ότι στην εκδήλωση της ένδικης κατολίσθησης συνέβαλαν μεταξύ άλλων(εκτός από το ήδη προβληματικό υπέδαφος) και οι αρκετά ισχυρές για μια ασταθή περιοχή σεισμικές δονήσεις που είχαν λάβει χώρα εντός του κρίσιμου, προ της κατολίσθησης χρονικού διαστήματος.
Οι δονήσεις αυτές. . . . . . . . . επέτειναν την αστάθεια της διαταραγμένης ήδη (κατάντη της οδού) περιοχής. Επιπλέον πρέπει ν'αναφερθεί ότι οι διατυπωθείσες στο παραπάνω αναφερόμενο . . . . . . πρωτόκολλο, διαπιστώσεις, περί του ότι η συγκεκριμένη κατολίσθηση προκλήθηκε από αίτια που δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθούν και ως εκ τούτου χαρακτηρίζεται φυσική καταστροφή, που προκλήθηκε από ανωτέρα βία (θεομηνία) έγιναν δεκτές από την Πολιτεία . . . . . . .
από τη με αριθμό 13645/Β 2407/21.03.2008 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, με την οποία καθορίστηκε αποζημίωση των πληγέντων από την εν λόγω κατολίσθηση, σε συνδυασμό με το . . . . . . του Τμήματος Χρηματοπιστωτικών Έργων της Διεύθυνσης Ανταγωνιστικότητας της ΕΟΜΜΕΧ ΑΕ, σύμφωνα με το οποίο η δέκατη τρίτη (13η) ενάγουσα επιχείρηση με την επωνυμία "Κ.
Ε. ΚΑΙ ΣΙΑ O. E.", που επλήγη από την κατολίσθηση, έλαβε αποζημίωση ύψους 80. 669, 30 ευρώ δυνάμει του. . . . συνημμένου εντάλματος πληρωμής. Μετά απ' αυτά και ενόψει των όσων αποδείχθηκαν και εκτέθηκαν, η εναπόθεση των προϊόντων εκσκαφής από την δεύτερη εναγομένη δεν αποτέλεσε από μόνη της επαρκή αιτία πρόκλησης της κατολίσθησης, που συνέβη στις 16. 08. 2006 στην περιοχή του δ.
δ Λιγόρτυνου και ως εκ τούτου, οι εναγόμενες εργοληπτικές εταιρίες δεν βαρύνονται με την ευθύνη αποκατάστασης των ζημιών που εξ αυτής υπέστησαν οι ενάγοντες στην περιουσία τους. Συνακόλουθα η ένδικη αγωγή είναι ουσιαστικά αβάσιμη στο σύνολο της και πρέπει ν' απορριφθεί. . . . . . . . . ".
Με βάση τις παραδοχές του αυτές και σύμφωνα με όσα έχουν αναπτυχθεί στη νομική σκέψη που προηγήθηκε το Εφετείο, με το να δεχθεί ειδικότερα ότι η εναπόθεση από την δεύτερη αναιρεσίβλητη προϊόντων εκσκαφής στο ακίνητο του δωδέκατου αναιρεσείοντα και όχι στον καθορισμένο από την σχετική μελέτη κατασκευής ειδικό χώρο, δεν αποτέλεσε πρόσφορη αιτία της προκληθείσας από την κατολίσθηση του εδάφους ζημίας αλλά ότι αυτή οφείλεται σε γεγονότα ανώτερης βίας, ήτοι ότι η ενέργεια αυτή δεν ήταν αντικειμενικά ικανή, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να προκαλέσει την ζημία που οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι υπέστησαν αλλά στην συνδρομή εξωγενών παραγόντων, δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου - ενόψει του ότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες - τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 και 330 ΑΚ, προέβη δε σε ορθή υπαγωγή των περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ως αποδεδειγμένα και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης στις ανωτέρω έννοιες της αμέλειας, της προσφόρου αιτίας και της ανώτερης βίας, κατά τρόπο που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
Επομένως είναι αβάσιμοι: α] ο πρώτος λόγος της αίτησης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔικ, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 914 και 330 ΑΚ ερμηνεύοντας εσφαλμένα τις αόριστες νομικές έννοιες της αμέλειας και της ανώτερης βίας, β] ο δεύτερος λόγος της αίτησης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔικ, ισχυρίζονται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και ειδικότερα αα] ότι με αυτήν έγινε δεκτό ότι παρά το γεγονός ότι από την εγκεκριμένη μελέτη του έργου προβλεπόταν η εναπόθεση των προϊόντων εκσκαφής σε δύο συγκεκριμένους χώρους, εν τούτοις αντιφατικά δέχθηκε στη συνέχεια ότι η εναπόθεση αυτών σε άλλο χώρο, δεν αποτελεί παράνομη και υπαίτια αδικοπρακτική συμπεριφορά.
Τούτο δε καθόσον στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως αφού το Εφετείο δέχθηκε ότι υπήρξε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της δεύτερης αναιρεσίβλητης με την μορφή της παράβασης των όσων επέβαλε η μελέτη για τον χώρο εναπόθεσης των προϊόντων εκσκαφής, πλην όμως ότι αυτή δεν τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα ββ] ότι παρά το γεγονός ότι δέχθηκε το έντονο βεβαρημένο ιστορικό της συμπεριφοράς του εδάφους της περιοχής, εν τούτοις αντιφατικά δέχεται στη συνέχεια ότι το υπόβαθρο πάνω στο οποίο εναποτέθηκαν τα προϊόντα εκσκαφής ήταν αρκετά συμπαγές και οδηγήθηκε στη κρίση περί συνδρομής περιστατικών ανωτέρας βίας.
Τούτο δε καθόσον η παραδοχή του αυτή, παρεκτός το ότι δεν είναι αντιφατική, δεν αφορά ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού κρίσιμο στη παρούσα περίπτωση είναι το γεγονός της ύπαρξης ή όχι προσφόρου αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παραπάνω ενέργειας της δεύτερης αναιρεσίβλητης και του επελθόντος αποτελέσματος, ενόψει και του ότι οι αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν στην αγωγή τους αποκλειστική υπαιτιότητα της δεύτερης αναιρεσίβλητης στην επέλευση της ζημίας. 5.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στη τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει ειδικώς το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος [ΟλΑΠ 2/2008].
Εξ άλλου ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔικ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη. Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέν των με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ. [ΟλΑΠ 2/2008].
Στην προκειμένη υπόθεση οι αναιρεσείοντες με το πρώτο μέρος του τρίτου λόγου της αίτησης, επικαλούμενοι την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔικ, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των από 17-8-2006 πρακτικών συνεδριάσεως του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Αστερουσίων και κατέληξε σε επιζήμιο για αυτούς δικανικό συμπέρασμα με το να θεωρήσει ότι δεν υπήρξε θραύση του αγωγού από την εναπόθεση των υπέρβαρων προϊόντων εκσκαφής και εντεύθεν διαρροή νερού που προκάλεσε την κατολίσθηση.
Με το δεύτερο δε μέρος του ίδιου τρίτου λόγου, επικαλούμενοι την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ'ΚΠολΔικ, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα από 17-8-2006 πρακτικά συνεδριάσεως του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Αστερουσίων καθώς και το υπό στοιχ. ΠΑ1 σχετικό έγγραφο των αναιρεσειόντων από το οποίο αποδεικνύεται ότι οι σεισμοί που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν πολύ νότια της Κρήτης, στο Λιβυκό πέλαγος και ότι της κατολίσθησης είχε προηγηθεί μόνον ο αναφερόμενος στο έγγραφο αυτό πρώτος σεισμός.
Ο λόγος αυτός και ως προς τα δύο μέρη του, είναι αβάσιμος. Τούτο δε καθόσον: α] το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του πιο πάνω εγγράφου ούτε στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, αλλά, αφού το ανέγνωσε σωστά, το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό β] από την βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα.
Τέλος όλοι οι πιο πάνω λόγοι κατά το μέρος που με αυτούς οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων στο Εφετείο καθώς και για την σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, είναι απαράδεκτοι, αφού αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, πλημμέλειες μη ελεγχόμενες αναιρετικά.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο [άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔκ] και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στην δικαστική δαπάνη της δεύτερης αναιρεσίβλητης [άρθρο 176 ΚΠολΔικ], όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη την συζήτηση ως προς τον δωδέκατο αναιρεσείοντα Ε. Χ..
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τον χωρισμό της υπόθεσης για τους λοιπούς αναιρεσείοντες.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση αυτών για αναίρεση της 141/2013 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2. 700] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Ιουλίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Σεπτεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ