Legislator Case Law & Legislation
1788/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on contract dispute where appellant's calculation error renders appeal futile.

Case Number 1788/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's final judgment regarding a construction contract dispute. The appellant argued the lower court miscalculated the owed remuneration by failing to apply a 60% reduction for unperformed work before deducting partial payments. The court ruled that despite the mathematical error, the appellant's claim was ultimately without merit because the corrected calculation still resulted in a lower total than the disputed amount. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the alleged error in the lower court's calculation renders the appellant's claim without legal interest or merit.

Keywords

AI generated
contract dispute remuneration calculation unperformed work partial payment deduction inadmissible appeal legal costs futile claim

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 of the Code of Civil Procedure
Article 577§1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 12§2 of Law 4055/2012
Articles 176, 183, 189§1, 191§2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1788 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1788/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Μ. του Γ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστείδη Καζάκο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΧΥΤΗΡΙΟ ΑΕ", που εδρεύει στη …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Μπιτσάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23 Οκτωβρίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος ως και την από 19 Ιανουαρίου 2006 ομοία της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29817/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1663/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30 Μαρτίου 2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 7 Μαΐου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 1663/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την από 22.4.2008 έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης, ενώ δέχθηκε την από 29.4.2008 αντίθετη έφεση του ήδη αναιρεσείοντος και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 29817/2007 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 23.10.2002 αγωγή του, χωρίς κατά τα λοιπά να θιγεί η απόφαση αυτή κατά το μέρος που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αντίθετη από 19.1.2006 αγωγή της αναιρεσίβλητης με αίτημα την επιδίκαση υπέρ αυτής και σε βάρος του αντιδίκου της του ποσού των 2.089.907,45 ευρώ, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για τις υλικές ζημίες και την ηθική βλάβη που της προκάλεσε με την αντισυμβατική και αδικοπρακτική συμπεριφορά του, δέχθηκε ακολούθως η εφετειακή απόφαση εν μέρει στην ουσία της την αγωγή του αναιρεσείοντος και αναγνώρισε ότι η αναιρεσίβλητη υποχρεούται να του καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 76.832 ευρώ, ως οφειλόμενη σ' αυτόν αμοιβή για το έργο που εκτέλεσε κατά τη μεταξύ τους σύμβαση.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ). 2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 681 και 694 ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο αντισυμβαλλόμενος, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου, δηλαδή ο εργολάβος, κατ' εξαίρεση όσων με τις γενικές διατάξεις ορίζονται για τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, υποχρεούται σε προεκπλήρωση της κύριας παροχής του, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, όπως συμβαίνει όταν ορίσθηκε τμηματική παράδοση του έργου με αντίστοιχη τμηματική καταβολή της οφειλόμενης αμοιβής, αφού η υποχρέωση της προεκπλήρωσης αποτελεί ρύθμιση ενδοτικού δικαίου.

Ως έργο νοείται κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της σύμβασης, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσίασης του εργοδότη, με την προϋπόθεση ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε και όχι εντελώς διαφορετικό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατά το άρθρ. 694 ΑΚ της συμφωνημένης αμοιβής του (ΑΠ 346/2010), η οποία μπορεί κατά την κατάρτιση της σύμβασης να ορισθεί κατ' αποκοπή, κατά μονάδα, επί τη βάσει προϋπολογισμού, απολογιστικώς, χρονικώς, σε ποσοστά ή και να καταλειφθεί ακαθόριστη ως προς το ποσό και τον τρόπο υπολογισμού της, οπότε θα προσδιορισθεί κατά τα άρθρ. 371-373 ΑΚ (ΑΠ 682/2010? 883/2011).

Αντίθετα η παράδοση έργου με ελλείψεις, είτε πρόκειται για έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων είτε για ουσιώδη ή επουσιώδη ελαττώματα του έργου, δεν απαλλάσσει τον εργοδότη από την υποχρέωση καταβολής της εργολαβικής αμοιβής, ακόμη και αν πρόκειται για έργο άχρηστο, ούτε μπορεί ο εργοδότης να αποποιηθεί το προσφερόμενο σ' αυτόν ελαττωματικό έργο, ώστε να αποφύγει έτσι την καταβολή αμοιβής, αλλά έχει μόνον τα προβλεπόμενα στα άρθρ. 688-690 ΑΚ δικαιώματα, εκτός βέβαια διαφορετικής και πάλι συμφωνίας τους (ΑΠ 183/2011).

Συνεπώς και η προσφορά μέρους μόνον του συμφωνημένου έργου, εφόσον κριθεί ως απλή έλλειψη και όχι ως διαφορετικό έργο σε σύγκριση με το όλο, υποχρεώνει τον εργοδότη σε αποδοχή του προσφερόμενου μέρους και σε καταβολή της αμοιβής (πρβλ. ΑΠ 1336/2008? 1480/2010). Κατά κανόνα όμως η εκτέλεση και η προσφορά μέρους μόνον του συμφωνημένου έργου δεν συνιστά απλή έλλειψη του όλου έργου, αλλά μη προσήκουσα προσφορά της οφειλόμενης παροχής του εργολάβου, την οποία ο εργοδότης μπορεί να αρνηθεί χωρίς να γίνει υπερήμερος δανειστής (άρθρ. 349 ΑΚ) και να ασκήσει στη συνέχεια τα δικαιώματά του από τις γενικές διατάξεις για τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, μεταξύ των οποίων και αυτό της υπαναχώρησης από την όλη σύμβαση ή από το ανεκτέλεστο μέρος της κατά τις διατάξεις των άρθρ. 383-385 ΑΚ, αν συντρέχει υπερημερία του εργολάβου, οπότε αναλόγως μπορεί να αξιώσει κατ' αυτού και εύλογη αποζημίωση κατά το άρθρ. 387 ΑΚ, οφείλει, όμως, σε περίπτωση μερικής υπαναχώρησης από τη σύμβαση, να καταβάλει στον εργολάβο αμοιβή αντίστοιχη με το μέρος του έργου που αυτός εκτέλεσε και παρέδωσε.

Μάλιστα ο εργοδότης μπορεί να υπαναχωρήσει από την όλη σύμβαση ακόμη και αν παρέλαβε το μέρος του έργου που εκτελέσθηκε, εφόσον η παραλαβή έγινε με τη ρητή ή τη σιωπηρή επιφύλαξη ότι θα εκτελεσθεί και θα του παραδοθεί εμπρόθεσμα και το υπόλοιπο μέρος του συμφωνημένου έργου. Δεν αποκλείεται βέβαια η επιφύλαξη αυτή και γενικότερα το δικαίωμα υπαναχώρησης να ανατραπεί με αντίθετη μεταγενέστερη συμφωνία των συμβαλλομένων κατά το άρθρ. 361 ΑΚ, την ύπαρξη της οποίας οφείλει ο εργολάβος, που ενάγει για την καταβολή της αμοιβής του, να επικαλεσθεί και να αποδείξει κατ' αντένσταση στην ένσταση υπαναχώρησης του εργοδότη από την όλη σύμβαση.

Εξ άλλου ο εργοδότης έχει κατά το άρθρ. 700 ΑΚ το δικαίωμα να καταγγείλει οποτεδήποτε έως την αποπεράτωση του έργου τη σύμβαση και μάλιστα χωρίς ανάγκη να επικαλεσθεί και να αποδείξει την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, οπότε αυτή λύνεται για το μέλλον και υποχρεούται πλέον ο ίδιος να παραλάβει το έργο στην κατάσταση που βρίσκεται κατά την καταγγελία, καταβάλλοντας ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή, από την οποία πάντως, ύστερα από ένστασή του, αφαιρείται η δαπάνη που εξοικονομήθηκε από τη ματαίωση της σύμβασης, καθώς και ο,τιδήποτε άλλο ωφελήθηκε ο εργολάβος από άλλη εργασία του ή παρέλειψε με δόλο να ωφεληθεί.

Όμως εφόσον η σύμβαση λύνεται με την παραπάνω καταγγελία μόνον για το μέλλον, ενώ διατηρείται ισχυρή για τον προηγούμενο χρόνο, συνάγεται ότι διατηρούνται τα τυχόν δικαιώματα του εργοδότη από τα άρθρ. 688-690 ΑΚ αναφορικά με το μέρος του έργου που εκτελέσθηκε μέχρι την καταγγελία της σύμβασης (ΑΠ 762/2006). Διαφορετική από την εν λόγω καταγγελία είναι ως προς τις προϋποθέσεις, αλλά και ως προς τις συνέπειες, η υπαναχώρηση από τη σύμβαση έργου, που προβλέπεται από το άρθρ. 686 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο αν ο εργολάβος δεν αρχίσει έγκαιρα την εκτέλεση του έργου ή αν επιβραδύνει, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη, την εκτέλεση του έργου, στο σύνολό της ή εν μέρει, κατά τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωσή του, μπορεί ο εργοδότης, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πταίσματος του εργολάβου, να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, χωρίς να περιμένει το χρόνο της παράδοσης του έργου, σε περίπτωση δε υπερημερίας του εργολάβου, διατηρούνται ακέραια τα σχετικά δικαιώματα του εργοδότη.

Με την υπαναχώρηση η σύμβαση έργου καταργείται αναδρομικά και επέρχονται οι συνέπειες που ορίζονται στο άρθρ. 389§2 ΑΚ, δηλαδή αποσβήνονται οι συμβατικές υποχρεώσεις προς παροχή και οι συμβαλλόμενοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να αποδώσουν κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό τις παροχές που έλαβαν.

Ο εργοδότης που ενάγεται από τον εργολάβο για καταβολή της αμοιβής του λόγω καταγγελίας της σύμβασης έργου κατά το άρθρ. 700 ΑΚ, μπορεί, αρνούμενος αιτιολογημένα την αγωγή, να ισχυρισθεί ότι δεν κατήγγειλε τη σύμβαση, αλλά ότι υπαναχώρησε απ' αυτή κατά το άρθρ. 686 ΑΚ και συνεπώς δεν υποχρεούται σε καταβολή αμοιβής στον εργολάβο, εναπόκειται δε στο δικαστήριο της ουσίας να κρίνει αν η σχετική δήλωση του εργοδότη, που μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, αποτελεί υπαναχώρηση ή καταγγελία, η κρίση του όμως ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 233/2006).

Ειδικότερα κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005? 7/2006).

Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).

Αντίθετα η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.

O λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.

Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ.

Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 311/1993).

Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 832/2009? 715/2010), πρέπει δε για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, η οποία εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ' αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 5/2010? 574/2010).

Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας και ιδίως ο τρόπος διατύπωσης της κρίσιμης δήλωσης βουλήσεως ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται και ούτε προκύπτει αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και επομένως ανάγκη ή όχι συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει, οπότε η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 683/2010? 1093/ 2011).

Κατά την έννοια του λόγου αυτού η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ.

ΑΠ 20/2005). Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "Ο ενάγων (αναιρεσείων) έχει την ιδιότητα του διπλωματούχου μεταλλουργού μηχανικού με ειδικότητα στον τομέα των χυτηρίων και επί δύο και πλέον δεκαετίες παρέχει ως ελεύθερος επαγγελματίας τις υπηρεσίες του σε χυτήρια και βιομηχανίες...

Κατά μήνα Ιούλιο 1998 καταρτίσθηκε προφορικώς μεταξύ του Α. Π., ως εκπροσώπου της εναγομένης (αναιρεσίβλητης), και του ενάγοντος σύμβαση μισθώσεως έργου. Εις εκτέλεση της προδιαληφθείσης συμβάσεως ο ενάγων ανέλαβε από 1.7.1998 ως τεχνικός επιστημονικός σύμβουλος τον τομέα τήξης, χύτευσης μετάλλων και τύπωσης θερμικών κατεργασιών του χυτηρίου της εναγομένης αντί συμφωνηθείσης αμοιβής 400.000 δραχμών μηνιαίως...

Απεδείχθη επίσης ότι εν όψει και των δια του ν. 2601/1998 ευεργετικών για τις εταιρείες επιχορηγήσεων απεφασίσθη η δημιουργία ενός νέου και εξελιγμένου χυτηρίου και η μεταστέγαση της επιχειρήσεως της εναγομένης στο Δημοτικό ... του Δήμου …του Νομού .., η εφαρμογή καινοτόμων μεθόδων και η παραγωγή υψηλής ποιότητας χυτών.

Προς υλοποίηση του άνω σχεδίου εκρίθη απαραίτητη από το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης η επιστημονική υποστήριξη της εταιρείας από τον ενάγοντα, ο οποίος από την αρχή της συνεργασίας τους είχε προτείνει την προώθηση στο χυτήριο καινοτόμου μεθόδου χυτεύσεως, ισχυρίζετο δε ότι κατείχε τη σχετική τεχνογνωσία.

Έτσι η πρόεδρος του Δ.Σ. της εναγομένης Π. Μ. σύζυγος Γ. Π... έδωσε στον τεχνικό διευθυντή της εταιρείας Α. Π. την εξουσία εκπροσωπήσεως της εταιρείας συννόμως... για την κατάρτιση με τον ενάγοντα συμβάσεως, δια της οποίας ο τελευταίος θα αναλάμβανε την υποχρέωση οργανώσεως του νέου χυτηρίου με εξελιγμένες και καινοτόμους μεθόδους παραγωγής, στις οποίες κυρίως απέβλεπε η εναγομένη.

Εν συνεχεία καταρτίσθηκε την 29.8.1999 εγγράφως μεταξύ της εναγομένης, εκπροσωπούμενης κατά τα προδιαληφθέντα από τον Α. Π., και του ενάγοντος, η ταυτόχρονη σύμβαση έργου, δυνάμει της οποίας ο ενάγων ανέλαβε την εκτέλεση έργου, το οποίο ορίσθηκε ως παροχή τεχνικών συμβουλών και γνώσεων, ιδιαιτέρως για την εισαγωγή νέων τεχνολογιών για προϊόντα της παραγωγικότητας και γενικά της αποδοτικότητας της επιχειρήσεως της εναγομένης.

Συμφωνήθηκε επίσης ότι το αναληφθέν έργο θα εκτελείται κατά τρόπον ανεξάρτητο, καθόσον οι συμβληθέντες απέβλεπαν στο αποτέλεσμα του έργου..., το οποίο έπρεπε να περατωθεί σε χρονικό διάστημα δύο ετών από της καταρτίσεως της συμβάσεως. Ουσιώδες στοιχείο της συμβάσεως ήταν η συμφωνία για την εργολαβική αμοιβή του ενάγοντος, για την οποία ορίσθηκε να καταβάλλεται μηνιαίως και επί επτά έτη από την 29.8.1999 το ποσό του 1.200.000 δραχμών, αναπροσαρμοζόμενο κατά το ποσοστό αναπροσαρμογής των μισθών του υπαλληλικού προσωπικού της εταιρείας, επιπλέον δε (συμφωνήθηκε) ότι θα του χορηγείται αμοιβή ενός μηνός τα Χριστούγεννα κάθε έτους και ποσό ίσο με το 1/2 της μηνιαίας αμοιβής για κάθε Πάσχα και για κάθε μήνα Ιούλιο (παρ. 4 της συμβάσεως), ενώ συμφωνήθηκε ακόμη ότι θα του καταβάλλεται "ως δώρο ποσοστό επί των κερδών προ αποσβέσεων, το οποίο δεν μπορεί να είναι μικρότερο του 1% του τζίρου".

Η προεκτεθείσα σύμβαση μισθώσεως έργου... δεσμεύει την εναγομένη, απεδείχθη δε ειδικότερα ότι ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση του σχεδιασμού και της επιβλέψεως της εγκαταστάσεως των μηχανημάτων, τα οποία περί τις αρχές του μηνός Σεπτεμβρίου 1999 παρέδιδαν οι προμηθευτές στην εναγομένη, η δε εγκατάστασή των ολοκληρώθηκε τον Απρίλιο του 2000 και άρχισε η δοκιμαστική λειτουργία των υπό την επίβλεψη του ενάγοντος, στις συμβατικές υποχρεώσεις του οποίου περιελήφθησαν επίσης η παροχή τεχνικών συμβουλών για την επίλυση τεχνικών προβλημάτων των εργασιών του εργοστασίου, η μελέτη τεχνικών στοιχείων για την ανάληψη παραγγελίας παραγωγής, καθώς και η εκπαίδευση του προσωπικού στα στάδια της παραγωγικής διαδικασίας των μεθόδων χύτευσης, ήτοι της συμβατικής με ρητίνες και της πρωτοποριακής με εξαερούμενα μοντέλα (LOST FOAM), την οποία από το έτος 1997 είχε προγραμματίσει η εναγομένη να εφαρμόσει, ώστε να καταστεί ιδιαιτέρως ανταγωνιστική στην ανάπτυξη νέων τεχνολογιών στις μεθόδους χυτηρίων, καθόσον τα προϊόντα είναι υψηλής ποιότητας και χαμηλού κόστους.

Πρέπει να λεχθεί ότι ο ενάγων, ο οποίος από το έτος 1996 είχε ασχοληθεί με την ως άνω καινοτόμο μέθοδο, γνώρισε στην εναγομένη, μετά την εγκατάσταση των μηχανημάτων αυτής της γραμμής παραγωγής, τον Απρίλιο του 2000, ότι την τεχνογνωσία για την υλοποίηση αυτής της μεθόδου πρέπει να την προμηθεύσει ο πωλητής των μηχανημάτων...

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στην εναγομένη χορηγήθηκε τον Νοέμβριο του 2000, με απόφαση του Νομάρχη Κιλκίς, η άδεια λειτουργίας χυτηρίου για την κατασκευή χυτών αντικειμένων και τήξη και χύτευση μετάλλων, ενώ από τον Απρίλιο του ίδιου έτους είχε αρχίσει η δοκιμαστική λειτουργία των μηχανημάτων και η εναγομένη είχε εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των άλλων και με τις εταιρείες ΜΕΤΚΑ, ΕΛΒΟ και ΔΕΗ, ώστε στον ισολογισμό της εταιρικής χρήσης του έτους 2000 ενεγράφη αποτέλεσμα κύκλου εργασιών 194.626.235 δραχμών.

Καθόσον όμως αφορά στην εφαρμογή της μεθόδου χυτεύσεως με εξαερούμενα μοντέλα δεν απέδωσε. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι η εταιρεία ΠΥΡΚΑΛ κατόπιν της από 12.10.1999 προσφοράς της εναγομένης... ανέθεσε στην τελευταία την κατασκευή από χυτοσίδηρο 2000 τεμαχίων χυτευμάτων βόμβας, συνολικού τιμήματος 5.640.000 δραχμών, παραδοτέων μέχρι την 5.4.2000...

Η ως άνω εταιρεία την 1.12.2000 ακύρωσε την προδιαληφθείσα παραγγελία με την αιτιολογία ότι τα δείγματα, αλλά και τα παραδοθέντα 20 τεμάχια κρίθηκαν ακατάλληλα και η εναγομένη... ζήτησε χρόνο για την επίλυση ποιοτικών προβλημάτων (το αληθές είναι ότι ζήτησε να εκτελέσει την παραγγελία η προμηθεύτρια των μηχανημάτων αγγλική εταιρεία), με αποτέλεσμα η σημαντική για την εταιρεία παραγγελία να ανατεθεί από την ΠΥΡΚΑΛ στην ανταγωνίστρια αυτής εταιρεία με την επωνυμία "ΧΥΤΗΡΙΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Α.Ε.", στην οποία επίσης είχε ο ενάγων θέση τεχνικού επιστημονικού συμβούλου...

Περαιτέρω... αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εγκατέστησε τα μηχανήματα σε παραγωγική διαδικασία και έθεσε σε λειτουργία παραγωγής με τη μέθοδο των ρητινών και παρέδωσε την 30.3.2001 στην εναγομένη το χυτήριο, ενώ μέχρι και το Νοέμβριο του ίδιου έτους, ήτοι μετά την παρέλευση του συμφωνηθέντος χρόνου για την παράδοση του όλου έργου, δεν λειτούργησε σε παραγωγική διαδικασία η μέθοδος των εξαερούμενων μοντέλων, δεν παρήχθη ούτε ένα χυτό και ο ενάγων, ο οποίος δεν είχε εξ αρχής την τεχνογνωσία της καινοτόμου μεθόδου, η οποία κατά τα προδιαληφθέντα κυρίως ενδιέφερε την εναγομένη, παρέδωσε μόνον τη μια εκ των δύο γραμμών παραγωγής, το ένα τμήμα του αναληφθέντος έργου, η παράδοση δε του τμήματος αυτού συνιστούσε σιωπηρή δήλωση εγκαταλείψεως του ανεκτέλεστου έργου της δεύτερης γραμμής παραγωγής με τη μέθοδο των εξαερούμενων μοντέλων.

Χαρακτηριστικό είναι ότι ο ενάγων εργολάβος στην πολυσέλιδη αγωγή του αναφέρει ότι "ολοκληρώθηκε και τέθηκε στη διάθεση της εναγομένης το αναληφθέν έργο", ενώ η μνεία για την "παράδοση" του έργου περιέχεται στο αιτητικό του δικογράφου. Τη δήλωση του ενάγοντος αποδέχθηκε η εναγομένη, η οποία παρέλαβε το ένα τμήμα του όλου έργου, αυτό της παραγωγικής διαδικασίας με την (πεπαλαιωμένη) μέθοδο των ρητινών, προς άρση δε πάσης μελλοντικής αμφισβητήσεως προέβη στη σχετική από 10.12.2001 εξώδικη δήλωση, επιδοθείσα την 13.12.2001 στον ενάγοντα.

Η δήλωση αυτή της εναγομένης εργοδότου και κυρίας του έργου δεν αποτελεί καταγγελία της συμβάσεως, αλλά αποδοχή της δηλώσεως του εργολάβου εναγομένου.

Συνεπώς μετά τη μερική εκπλήρωση της συμβατικής υποχρεώσεως του ενάγοντος, την οποία ανέλαβε δια της από 29.8.1999 συμβάσεως, λύθηκε η σύμβαση με κοινή βούληση-συναίνεση αμφοτέρων των συμβαλλομένων, η οποία δηλώθηκε με διαφορετικούς τρόπους. Εξ ετέρου πρέπει να λεχθεί ότι η εναγομένη στην από 10.12.2001 δήλωσή της ανέφερε ότι ο ενάγων προ εικοσαημέρου είχε δηλώσει στον πρόεδρο του Δ.Σ.

της εταιρείας και στον διευθυντή παραγωγής ότι λύεται η επίδικη σύμβαση, την οποία δήλωση αποδέχθηκε η εταιρεία. Επομένως ο ενάγων έχει αξίωση καταβολής της εργολαβικής αμοιβής για το εκτελεσθέν μέρος του αναληφθέντος έργου. Η αμοιβή του ενάγοντος για την εκτέλεση του έργου της εγκαταστάσεως και λειτουργίας των δύο γραμμών παραγωγής του χυτηρίου είχε συμφωνηθεί καταβλητέα σε μηνιαίες δόσεις ποσού 1.200.000 δραχμών, πλέον αμοιβής ενός μηνός για τα Χριστούγεννα και του 1/2 αυτής για το Πάσχα και για το μήνα Ιούλιο κάθε έτους, για χρονικό διάστημα επτά ετών, ήτοι από την 29.8.1999 έως το Σεπτέμβριο του 2006 και συνολικώς στο ποσό των 94.200.000 δραχμών, ήδη δε 276.449 ευρώ, ενώ μέχρι τη λύση της συμβάσεως καταβλήθηκε στον ενάγοντα ποσό 36.164.000 δραχμών, ήδη δε 106.130 ευρώ, κατά παραδοχή της νομίμου ενστάσεως της εναγομένης (άρθρ. 416 ΑΚ).

Λαμβανομένου δε υπόψη ότι η εναγομένη δια της από 29.8.1999 συμβάσεως ανέθεσε στον ενάγοντα ως κύρια υποχρέωση να σχεδιάσει και να θέσει σε λειτουργία ένα χυτήριο με καινοτόμους μεθόδους παραγωγής, η καταβλητέα σ' αυτόν αμοιβή ανέρχεται σε ποσοστό 40% επί της συνολικής των 170.319 ευρώ (276.449 - 106.130 €), ήτοι 68.127 ευρώ (ή 23.214.400 δραχμές), στην οποία πρέπει να υπολογισθεί και η συμφωνηθείσα παρεπόμενη αμοιβή, υπολογιζόμενη σε ποσοστό 1% επί του ετήσιου κύκλου εργασιών της εναγομένης των ετών 2000 και 2001, ήτοι κατά τους αντίστοιχους των εταιρικών χρήσεων ισολογισμούς από δραχμές 194.626.235 (571.170 €) και 546.865.482 (1.604.887 €) σε 8.705 ευρώ (5.712+16.050 Χ 40% €)".

Σύμφωνα με όσα παραπάνω η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, αποτελούν κύριες παραδοχές της: α) το έργο που ανέθεσε η αναιρεσίβλητη στον αναιρεσείοντα με την από 29.8.1999 έγγραφη μεταξύ τους σύμβαση, το οποίο, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της απόφασης, συνίστατο στην παροχή από μέρους του τεχνικών συμβουλών και γνώσεων σε σχέση ιδιαίτερα με την εισαγωγή νέων τεχνολογιών για προϊόντα της παραγωγικότητας και γενικά της αποδοτικότητας της επιχείρησης της αναιρεσίβλητης, με ειδικότερες για τον αναιρεσείοντα υποχρεώσεις το σχεδιασμό και την επίβλεψη της εγκατάστασης στο νέο χυτήριο της αναιρεσείουσας, στο Δημοτικό ...

του Δήμου ... των μηχανημάτων που αυτή είχε παραγγείλει, τη δοκιμαστική και ακολούθως παραγωγική λειτουργία των μηχανημάτων αυτών, την παροχή τεχνικών συμβουλών για την επίλυση προβλημάτων κατά τις διεξαγόμενες στο χυτήριο εργασίες, τη μελέτη τεχνικών στοιχείων για την ανάληψη παραγγελιών και τέλος την εκπαίδευση του προσωπικού στα στάδια της παραγωγικής διαδικασίας και με τις δύο μεθόδους χύτευσης, δηλαδή τόσο της κλασικής με ρητίνες όσο και της πρωτοποριακής LOST FOAM, για την εφαρμογή προπάντων της οποίας κρίθηκε αναγκαία από την αναιρεσίβλητη η συνεργασία της με τον αναιρεσείοντα, ο οποίος, κατά τις παραδοχές πάντοτε της προσβαλλόμενης απόφασης, ρητά ισχυρίστηκε κατά τη σύναψη της σύμβασής του με την αναιρεσίβλητη ότι κατείχε την αναγκαία τεχνογνωσία και ως προς την πρωτοποριακή αυτή μέθοδο και μόνον αργότερα, δηλαδή μετά την εγκατάσταση των σχετικών με τη μέθοδο αυτή μηχανημάτων στο νέο χυτήριο της αναιρεσίβλητης, γνώρισε σ' αυτή ότι την αναγκαία τεχνογνωσία θα έπρεπε να τη χορηγήσει η πωλήτρια των μηχανημάτων αυτών αγγλική εταιρεία, β) ο χρόνος περάτωσης και παράδοσης του έργου, που ορίσθηκε σε δύο χρόνια από τις 29.8.1999, με την ιδιαιτερότητα όμως ότι η καταβολή της συμφωνημένης εργολαβικής αμοιβής κλιμακώθηκε σε δόσεις για διάστημα μιας επταετίας με αφετηρία και πάλι την κατάρτιση της από 29.8.1999 σύμβασης των διαδίκων, γ) το μέρος του έργου που εκτέλεσε μέχρι τις 30.3.2001 ο αναιρεσείων και έθεσε σε παραγωγική διαδικασία, δηλαδή αυτό της κλασικής γραμμής παραγωγής με τη μέθοδο των ρητινών, δ) η αποτίμηση της αξίας του μέρους αυτού του έργου και κατ' επέκταση της οφειλόμενης για το μέρος αυτό αμοιβής σε ποσοστό 40% συγκριτικά με την αξία του όλου έργου και αντίστοιχα της συνολικής αμοιβής, κατέληξε δε το Εφετείο στο ποσοστό αυτό λαμβάνοντας υπόψη, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι το ανεκτέλεστο μέρος του έργου, δηλαδή αυτό της γραμμής παραγωγής με τη μέθοδο LOST FOAM, αποτελούσε την κύρια υποχρέωση του αναιρεσείοντος και συνεπώς ήταν υπέρτερης αξίας σε σχέση με το μέρος του έργου που εκτελέσθηκε, ενώ αδιάφορη είναι η ποσοτική σχέση του μέρους αυτού με το ανεκτέλεστο μέρος του όλου έργου, αφού κρίσιμη για τον υπολογισμό της οφειλόμενης στον αναιρεσείοντα αμοιβής είναι η σχέση αξίας και όχι η σχέση ποσότητας των δύο μερών ως προς το όλο έργο και ε) ο τρόπος περάτωσης της σύμβασης των διαδίκων, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία το Εφετείο συνήγαγε ότι η παράδοση από τον αναιρεσείοντα μέρους μόνον από το συμφωνημένο έργο συνιστά σιωπηρή απ' αυτόν δήλωση εγκατάλειψης του έργου κατά το ανεκτέλεστο μέρος του, η οποία έγινε αποδεκτή από την αναιρεσίβλητη τόσο εμμέσως με την παραλαβή απ' αυτή του έργου κατά το εκτελεσμένο μέρος του όσο και με την από 10.12.2001 δήλωσή της, που επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 13.12.2001 και εκτιμήθηκε από το Εφετείο ως αποδοχή απ' αυτή της δήλωσης εγκατάλειψης του έργου από τον αναιρεσείοντα και όχι ως καταγγελία της σύμβασης από μέρους της.

Ειδικότερα το Εφετείο έκρινε ότι συνάγεται εγκατάλειψη του έργου από τον αναιρεσείοντα κατά το ανεκτέλεστο μέρος του από το γεγονός ότι αυτός θεωρώντας ολοκληρωμένο το έργο ήδη από τις 30.3.2001, δηλαδή πριν από τη λήξη του συμβατικού χρόνου, το προσέφερε στην αναιρεσίβλητη και σταμάτησε έκτοτε να ασχολείται με τη γραμμή παραγωγής με τη μέθοδο LOST FOAM, μολονότι αυτή δεν ήταν δυνατόν να λειτουργήσει, εξ αιτίας κυρίως της έλλειψης από μέρους του της αναγκαίας τεχνογνωσίας για την εφαρμογή της μεθόδου αυτής και για την εκπαίδευση στην εν λόγω μέθοδο του προσωπικού της αναιρεσίβλητης.

Αντίστοιχα εκτίμησε το Εφετείο ότι η σιωπηρή δήλωση εγκατάλειψης του έργου από τον αναιρεσείοντα κατά το ανεκτέλεστο μέρος του, δηλαδή στην ουσία η αυθαίρετη υπαναχώρησή του από το μέρος αυτό, έγινε τελικά δεκτή από την αναιρεσίβλητη και έτσι με συμφωνία τους, για το κύρος της οποίας δεν ήταν αναγκαίο να ρυθμισθεί και το ζήτημα της οφειλόμενης αμοιβής, λύθηκε η σύμβασή τους μόνον όμως κατά το ανεκτέλεστο μέρος της, ενώ αντίθετα δεν υπήρξε υπαναχώρηση της αναιρεσίβλητης από την όλη σύμβαση.

Στην κρίση αυτή, που αποτελεί σαφώς ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως των διαδίκων κατά τα άρθρ. 173 και 200 ΑΚ, έστω και αν τα άρθρα αυτά δεν μνημονεύονται ρητώς στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατέληξε το Εφετείο βασιζόμενο κυρίως στο γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη παρέλαβε αδιαμαρτύρητα, στις 30.3.2001, μέρος μόνον του συμφωνημένου έργου, οπότε η μεταγενέστερη καταγγελία της σύμβασης από την ίδια και κατ' ακριβολογία η υπαναχώρησή της κατά τα λοιπά από τη σύμβαση με την από 10.12.2001 εξώδικη δήλωσή της αποτελεί στην ουσία απλή αποδοχή της παραπάνω δήλωσης του αναιρεσείοντος προς άρση κάθε μελλοντικής αμφισβήτησης.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο με συνέπεια, δεχόμενο την έφεση του αναιρεσείοντος, να εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή του και ακολούθως να δεχθεί εν μέρει την αγωγή αυτή κατά την κύρια βάση της και να αναγνωρίσει ότι η αναιρεσίβλητη οφείλει σ' αυτόν αμοιβή αντίστοιχη με το μέρος του έργου που εκτέλεσε και παρέδωσε σ' αυτή κατά τη μεταξύ τους σύμβαση, δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 361, 681, 686, 688-690, 694 και 700 ΑΚ, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, και με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ερμήνευσε και τη δήλωση βουλήσεως των διαδίκων και υπήγαγε στις ως άνω διατάξεις τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης για να καταλήξει τελικά στο συμπέρασμα ότι οφείλεται αμοιβή στον αναιρεσείοντα μόνο για το μέρος του έργου που εκτέλεσε και παρέδωσε στην αναιρεσίβλητη.

Συνεπώς είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το τέταρτο και πέμπτο μέρος του από τους αριθμούς αντίστοιχα 1 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, καθώς και με το δεύτερο λόγο της ίδιας αίτησης από τον αυτό αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, και πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι αυτοί.

Βέβαια κατά τις περαιτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σε σχέση ειδικότερα με την από 19.1.2006 αντίθετη αγωγή της αναιρεσίβλητης, τα μηχανήματα, που ήταν απαραίτητα για τη λειτουργία της μεθόδου χύτευσης LOST FOAM και είχε αυτή χωρίς ανάμειξη του αναιρεσείοντος αγοράσει από την αγγλική εταιρεία AUTO ALLOYS, αποξηλώθηκαν τον Ιανουάριο του 2002 από το χώρο του χυτηρίου της, δηλαδή μετά την εγκατάστασή τους εκεί από τον αναιρεσείοντα, αφού με την από 23.1.2002 ομόφωνη απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της κρίθηκαν ακατάλληλα.

Ωστόσο η ακαταλληλότητα των μηχανημάτων αυτών, που δεν εξειδικεύεται κατά τα λοιπά στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το είδος και το μέγεθός της και ούτε η σχετική μ' αυτή εκτίμηση του διοικητικού συμβουλίου της αναιρεσίβλητης αποτελεί και εκτίμηση του ίδιου του Εφετείου, δεν συνδέεται αιτιωδώς, κατά τις παραδοχές πάντοτε της προσβαλλόμενης απόφασής του, με τη μερική εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων του αναιρεσείοντος σε σχέση με τη μέθοδο χύτευσης LOST FOAM, ενώ και ο ίδιος ο αναιρεσείων δεν προσάπτει με λόγο αναίρεσης την οποιαδήποτε σχετική πλημμέλεια στην εφετειακή απόφαση, επιχειρώντας ανεπίτρεπτα τη σχετική διασύνδεση για πρώτη φορά με τις από 15.5.2013 προτάσεις του μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο.

Αβάσιμος επίσης και απορριπτέος είναι και ο τρίτος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αφού το Εφετείο, αντίθετα με όσα ο αναιρεσείων υποστηρίζει, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του, λαμβάνοντας υπόψη του και τα διαλαμβανόμενα στο λόγο αυτό έγγραφα, όπως ρητά αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και προκύπτει από το όλο περιεχόμενό της, δηλαδή α) την υπ' αριθ. 10746/ΕΡΕ (Γ)/1144 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Έρευνας και Τεχνολογίας του Υπουργείου Ανάπτυξης, με την οποία έγινε δεκτή η πρόταση της αναιρεσίβλητης για την εκτέλεση του ερευνητικού έργου με τίτλο "Χύτευση χαλύβων με τη χρήση της τεχνικής χύτευσης LOST FOAM", β) την από 20.12.2001 εξώδικη απάντηση του αναιρεσείοντος στην καταγγελία από την αναιρεσίβλητη της μεταξύ τους σύμβασης, που επιδόθηκε σ' αυτή στις 27.12.2001 και περιέχει τις διαμαρτυρίες του για το θεωρούμενο από αυτόν ως συκοφαντικό για τον ίδιο περιεχόμενο της καταγγελίας και γ) έντυπο της αναιρεσίβλητης, με το οποίο αυτή διαφημίζει και τη μέθοδο χύτευσης LOST FOAM, χωρίς όμως από τη διαφημιστική αυτή προβολή και γενικώς από τα ως άνω έγγραφα να προκύπτει οπωσδήποτε η εκτέλεση από τον αναιρεσείοντα του σχετικού με τη μέθοδο αυτή έργου.

Εξ άλλου ως αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και κατά τα υπόλοιπα μέρη του, δηλαδή το πρώτο, το δεύτερο, το τρίτο και το έκτο, με τα οποία προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς αντίστοιχα 8β, 11γ, 9α και 8α του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι α) δεν έλαβε υπόψη τους κρίσιμους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, ότι το Μάρτιο του 2001 περατώθηκε απ' αυτόν και παραδόθηκε στην αντίδικό του ολόκληρο το συμφωνημένο μεταξύ τους έργο, το οποίο αυτή παρέλαβε και ενέκρινε, αφού η απόφαση έλαβε υπόψη και απέρριψε με τις αντίθετες παραδοχές της τους ισχυρισμούς αυτούς, β) αγνόησε (η απόφαση) την περιεχόμενη στα δικόγραφα της αναιρεσίβλητης σχετική ομολογία της, αφού η αναιρεσίβλητη δεν ομολόγησε με τα δικόγραφά της την παράδοση ολοκληρωμένου του έργου από τον αναιρεσείοντα και αντίθετα ρητά την αρνήθηκε ήδη με τις προτάσεις της επί της αγωγής του αντιδίκου της (σελ. 9), υποστηρίζοντας ότι ο αναιρεσείων "δεν ολοκλήρωσε με επιτυχία την εκτέλεση, ούτε και παρέδωσε άρτιο και κατά τον προσήκοντα τρόπο το έργο που ανέλαβε..., ούτε αποδεικνύεται ότι το Μάρτιο του 2001 το έργο παραλήφθηκε ανεπιφύλακτα...", γ) επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, με το να εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση σε σχέση και με κεφάλαιο για το οποίο δεν προσβλήθηκε, δηλαδή αυτό της απόρριψης της προταθείσας επικουρικά από την αναιρεσίβλητη ένστασης μείωσης της οφειλόμενης στον αναιρεσείοντα αμοιβής λόγω ελαττωμάτων του έργου που αυτός εκτέλεσε, αφού με την ένσταση αυτή, η οποία με την πρωτόδικη απόφαση απορρίφθηκε εν μέρει ως αλυσιτελής και κατά τα λοιπά ως αόριστη και η οποία δεν συνιστά πάντως ιδιαίτερο κεφάλαιο της απόφασης αυτής, δεν ασχολήθηκε η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, έχοντας δεχθεί ότι η σύμβαση των διαδίκων λύθηκε με αντισυμφωνία τους ως προς το ανεκτέλεστο μέρος της, για το οποίο υπήρξε και η από 10.12.2001 δήλωση υπαναχώρησης της αναιρεσίβλητης, οπότε ως προς το μέρος αυτό δεν τίθεται πλέον ζήτημα μείωσης της όποιας αμοιβής του αναιρεσείοντος, ενώ ως προς το μέρος που η σύμβαση εκτελέστηκε η εφετειακή απόφαση δεν διέγνωσε την ύπαρξη ελαττωμάτων και δ) έλαβε υπόψη ισχυρισμό που δεν προτάθηκε από την αναιρεσίβλητη, με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσείων ισχυριζόταν εξ αρχής ότι κατείχε ο ίδιος την τεχνογνωσία για τη μέθοδο LOST FOAM, αφού αντίθετα και πάλι με όσα ο αναιρεσείων υποστηρίζει, ρητά η αναιρεσίβλητη αναφέρει στις προτάσεις της επί της αγωγής του αντιδίκου της (σελ. 4) ότι αυτός "ισχυριζόταν ότι γνώριζε τη σχετική τεχνολογία", σε κάθε δε περίπτωση ο σχετικός ισχυρισμός δεν συνιστά πράγμα κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, οπότε πρωταρχικά ως απαράδεκτος είναι απορριπτέος κατά το έκτο μέρος του ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης.

Αντίθετα βάσιμος είναι κατ' αρχήν ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αφού η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, αν και δέχθηκε ότι η εργολαβική αμοιβή του αναιρεσείοντος συμφωνήθηκε στο ποσό των 1.200.000 δραχμών μηνιαίως για επτά έτη, με αναπροσαρμογή κατά το ποσοστό αναπροσαρμογής των μισθών του υπαλληλικού προσωπικού της αναιρεσίβλητης, πλέον αμοιβής ενός μηνός για τα Χριστούγεννα και μισού μήνα για το Πάσχα και τον Ιούλιο κάθε έτους, ενώ ως δώρο συμφωνήθηκε ότι θα του καταβάλλεται ποσοστό επί των κερδών της αναιρεσίβλητης προ αποσβέσεων και πάντως όχι μικρότερο του 1% επί του τζίρου της, εντούτοις αντιφατικά η απόφαση υπολόγισε σε 94.200.000 δραχμές την οφειλόμενη σ' αυτόν αμοιβή για όλο το έργο κατά τη διάρκεια της συμφωνημένης επταετίας, δηλαδή από 29.8.1999 έως το Σεπτέμβριο του 2006, πλέον ποσοστού 1% επί του κύκλου εργασιών της αναιρεσίβλητης κατά τα έτη 2000 και 2001, δηλαδή 1.946.263,35 (194.626.335 δρχ.

Χ 1%) και 5.468.654,82 (546.865.482 δρχ. Χ 1%) δραχμές, ενώ με ορθό υπολογισμό έπρεπε να υπολογίσει την ως άνω αμοιβή στο ποσό των 117.600.000 δραχμών (1.200.000 Χ 14 μήνες Χ 7 έτη) και το ποσό αυτό να θέσει η απόφαση ως βάση των περαιτέρω υπολογισμών της, σύμφωνα με το οποίους πρέπει να μειωθεί κατά 60% η οφειλόμενη σ' αυτόν αμοιβή, δηλαδή κατά την αξία του ανεκτέλεστου μέρους του όλου έργου, οπότε προκύπτει αμοιβή 50.005.967,27 [(117.600.000 + 1.946.263,35 + 5.468.654,82) Χ 40%], από την οποία πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 36.164.000 δραχμών, που δέχθηκε η απόφαση ότι έχει ήδη καταβληθεί από την αναιρεσίβλητη στον αναιρεσείοντα, οπότε όμως προκύπτει υπόλοιπο 13.841.967,27 δραχμών και ήδη 40.622,06 ευρώ, δηλαδή μικρότερο από το ποσό των 76.832 ευρώ, που αναγνώρισε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι οφείλεται στον αναιρεσείοντα, καθόσον η απόφαση αυτή εσφαλμένα αφαίρεσε την καταβολή των 36.164.000 δραχμών από το ποσό των 94.200.000 δραχμών και κατ' ορθό υπολογισμό 117.600.000 δραχμών, χωρίς προηγουμένως να έχει μειώσει το ποσό αυτό και τα λοιπά οφειλόμενα ποσά κατά 60%.

Έτσι όμως η επίκληση του ως άνω σφάλματος της προσβαλλόμενης απόφασης, που γίνεται με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, είναι τελικά χωρίς συμφέρον για τον αναιρεσείοντα και πρέπει επομένως να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο λόγος αυτός. Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 12§2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα με τα υπ' αριθ. 1227108/2012, 1227109/2012 και 1227110/2012 διπλότυπα είσπραξης, όπως αυτά αναφέρονται στην από 5.4.2012 βεβαίωση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Εξ άλλου ο αναιρεσείων, που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30.3.2012 αίτηση του Α. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1663/2.9.2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα με τα υπ' αριθ. 1227108/2012, 1227109/2012 και 1227110/2012 διπλότυπα είσπραξης, όπως αυτά αναφέρονται στην από 5.4.2012 βεβαίωση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουλίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 11 Σεπτεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ