1788/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6512/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 3047/2005 μη οριστική, 5563/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 25-1-2008 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 2148/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση η καλούσα με την από 28-1-2011 κλήση της.
Legislator headnote
AI generated1788/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης είναι η σύνταξη έκθεσης για την κατάσχεση και τελευταία η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης. Οι από τη διάταξη του άρθρου 934 παρ. 1 ΚΠολΔ, οριζόμενες προθεσμίες είναι δικονομικές, διεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 144 επ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1788 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1788/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Νικόλαο Μπιχάκη, Κωνσταντίνο Τσόλα και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας-καλούσας: Δ. χας Ν. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Λάλα.
Του αναιρεσίβλητου-καθού η κλήση: Δ. Ν. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Σαπουντζάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6512/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 3047/2005 μη οριστική, 5563/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 25-1-2008 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 2148/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση η καλούσα με την από 28-1-2011 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 14-9-2009 έκθεση του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Μιχαήλ Θεοχαρίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 933 παρ. 1 και 934 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ, η ανακοπή εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και κάθε δανειστή που έχει έννομο συμφέρον είναι παραδεκτή: α) αν αφορά την εγκυρότητα του τίτλου ή την προδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, μέσα σε δέκα πέντε ημέρες αφότου γίνει η πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης, β) αν αφορά την εγκυρότητα των πράξεων εκτέλεσης που έγιναν από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης και πέρα ή την απαίτηση ,έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, γ) αν αφορά την εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτέλεσης μέσα σε έξι μήνες αφότου η πράξη αυτή ενεργηθεί, και αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, μέσα σε τριάντα ήμερες από την ημέρα του πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού, αν πρόκειται για κινητά και ενενήντα ημέρες αφού μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, αν πρόκειται για ακίνητα.
Αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης είναι η σύνταξη έκθεσης για την κατάσχεση και τελευταία η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης. Οι από τη διάταξη του άρθρου 934 παρ. 1 ΚΠολΔ, οριζόμενες προθεσμίες είναι δικονομικές, διεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 144 επ.
του ίδιου κώδικα, εξετάζονται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και η παρέλευση τους συνεπάγεται έκπτωση από το δικαίωμα προσβολής της σχετικής πράξης της εκτέλεσης (άρθρο 151 ΚΠολΔ), τυχόν ακυρότητα της οποίας έτσι καλύπτεται. Η καθιερούμενη, δηλαδή, αρχή της σταδιακής προσβολής των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας έχει ως επακόλουθο να ισχυροποιούνται οι τελευταίες κατά στάδια, με την πάροδο δε της προθεσμίας να καθίστανται απρόσβλητες οι πράξεις του προηγούμενου σταδίου, το δε ελάττωμα τους να μην επιδρά στο κύρος των μεταγενέστερων πράξεων.
Με τα δεδομένα αυτά επί πλειστηριασμού ακινήτου προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, η ακυρότητα της αναγκαστικής κατάσχεσης ή της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης, λόγω ατελούς περιγραφής των κατασχεμένων, μπορεί να προβληθεί με ανακοπή μόνο μέσα στην προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 934 παρ. 1β ΚΠολΔ, δηλαδή, μέχρι την έναρξη της τελευταίας πράξης της εκτέλεσης, που είναι η σύνταξης της έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης.
Έτσι, αν δεν ασκήθηκε ανακοπή με τέτοιο περιεχόμενο, η πιο πάνω ακυρότητα δεν μπορεί να προβληθεί με ανακοπή ως λόγος ακυρότητας-ελαττωματικότητας-του πλειστηριασμού. Αλλά και ο δικονομικά άκυρος πλειστηριασμός παράγει έννομες συνέπειες μέχρις ότου ακυρωθεί με την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, η οποία, επίσης, πρέπει να ασκηθεί μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1γ' του ίδιου κώδικα.
Εάν παρέλθει άπρακτη η εν λόγω προθεσμία, ο πλειστηριασμός ο οποίος αποτελεί τον ουσιώδη σκοπό και την τελευταία πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας άρα δε και κρίσιμο στοιχείο, αφού δημιουργείται εφεξής και με την επακολουθούσα κατακύρωση νέα έννομη κατάσταση από την οποία απορρέουν νέα δικαιώματα και δημιουργούνται νέες υποχρεώσεις, θεραπεύεται από τις τυχόν ακυρότητες από τις οποίες πάσχει είτε αυτές ανάγονται σε πλημμέλεια της διεξαγωγής του είτε αναφέρονται σε επί μέρους πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας προγενέστερες αυτού.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1005 παρ. 1 ΚΠολΔ "από τη στιγμή που ο υπερθεματιστής καταβάλει το πλειστηριασμό, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού του δίνει περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης. Με την κατακύρωση και αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα που είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση".
Με τη διάταξη δηλαδή αυτή καθιερώνεται ρητά η αρχή ότι ο πλειστηριασμός αποτελεί αιτία παραγώγου τρόπου κτήσης της κυριότητας και συνακόλουθα ο υπερθεματιστής θεωρείται ειδικός διάδοχος του καθ' ου η εκτέλεση τον οποίο και διαδέχεται στο δικαίωμα. Ειδικότερα ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα αυτό "δυνάμει συμβάσεως" όπως είναι η εκποίηση από αναγκαστικό πλειστηριασμό που αποτελεί, όπως από την αμέσως πιο πάνω διάταξη του άρθρου 1005 παρ.1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1017 παρ. 2 του ίδιου κώδικα και 199, 513, 1192 και 1198 ΑΚ σαφώς προκύπτει, ιδιόρρυθμη σύμβαση πώλησης η οποία ενεργείται υπό το κύρος της αρχής και τελειώνεται με την κατακύρωση που αποδέχεται την τελευταία προσφορά του υπερθεματιστή (Ολομ.ΑΠ 1/1998 Ελλ.Δ/νη 39.64φ, Ολομ.ΑΠ. 2/1993 Δ. 25.991, Ολομ.ΑΠ 1688/1983 ΝοΒ 32.1535).
Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1020 ΚΠολΔ, αγωγή διεκδίκησης του πράγματος που πλειστηριάστηκε πρέπει να ασκηθεί μέσα σε αποκλειστική προθεσμία, για τα κινητά ενός έτους από τότε που παραδόθηκαν στον υπερθεματιστή και για τα ακίνητα πέντε ετών από τότε που μεταγράφηκε η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης.
Με τη διάταξη αυτή ορίζεται ειδική βραχυπρόθεσμη αποκλειστική προθεσμία άσκησης της διεκδικητικής αγωγής του πράγματος που πλειστηριάστηκε από τρίτους, ενώ τέτοια αγωγή δεν παρέχεται στον καθού η εκτέλεση οφειλέτη, ο οποίος προστατεύεται μόνο με τις παραπάνω ανακοπές (Ολ.ΑΠ. 25/1993).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της υπ' αριθμ. .../10-3-1995 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... κατασχέθηκε αναγκαστικά, κατόπιν σχετικής εντολής της Π.
Μ., που επέσπευσε αρχικώς σε βάρος της ενάγουσας αναγκαστική εκτέλεση, προς ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης της, ένα ακίνητο της ενάγουσας, το οποίο στην κατασχετήρια αυτή έκθεση περιγράφεται ως εξής: ένα οικόπεδο, μετά της επ' αυτού οικίας, μιας αποθήκης και ενός βοηθητικού χώρου, που βρίσκεται στη θέση "Γεροσακούλι" της Κοινότητας και ήδη Δήμου Νέας Μάκρης, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου και εντός του υπ' αριθμ. 110 Οικοδ.
Τετραγώνου, επί της Λεωφόρου ... αρ. 23, εκτάσεως 1.344 τ.μ., το οποίο εμφαίνεται στο από Δεκεμβρίου 1973 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Κ. Σ., που είναι προσαρτημένο στο υπ' αριθμ. .../1973 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Ήμελου, με αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ και συνορεύει δυτικά σε πρόσοψη Γ-Δ, 16 μέτρων, με εγκεκριμένη οδό πλάτους οκτώ μέτρων, ανατολικά σε πρόσοψη Α-Β, 16 μέτρων, με Λεωφ.
Μ., βόρεια σε πλευρά Β-Γ, 84 μέτρων, με ιδιοκτησία Γ. Δ. και νότια σε πλευρά Α-Δ, 84 μέτρων, με ιδιοκτησία Κ.. Με νεότερη καταμέτρηση, που έγινε κατόπιν εντολής της οφειλέτιδας (ενάγουσας), για να πετύχει την έκδοση άδειας ανέγερσης οικοδομής, το εν λόγω οικόπεδο είναι εκτάσεως 1.438 τ.μ., βρίσκεται μέσα στο εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο του Δήμου Ν.
Μάκρης, στη θέση "Γεροσακούλι", επί της Λεωφόρου Μ. αρ.23, στην 6η πολεοδομική ενότητα και στο Γ800 Οικοδ. Τετράγωνο, εμφαίνεται στο από Ιουλίου 1992 τοπογραφικό διάγραμμα της μηχανικού Α. Φ. με αλφαβητικά στοιχεία ΑΒΓΔΑ και συνορεύει βόρεια σε πλευρά Α-Δ, 90 μέτρων, συν Α-Α 2 μέτρων, με ιδιοκτησία αγνώστων, νότια σε πλευρό Β-Γ, 90,65 μέτρων, συν Β-Β 2 μέτρων, με ιδιοκτησία αγνώστων, ανατολικά επί προσώπου Α-Β, 16,03 μέτρων, με τη Λεωφ.
Μ. και δυτικά επί προσώπου Γ-Δ, 15,95 μέτρων, με δρόμο πλάτους 11 μέτρων. Τμήμα αυτού, από την ανατολική του πλευρά-πρόσοψη, 33,08 τ.μ., το οποίο εμφαίνεται στο πιο πάνω τοπογραφικό διάγραμμα με στοιχεία Β-Β-Α-ΑΒ, ρυμοτομείται. Στη συνέχεια περιγράφονται στην κατασχετήρια έκθεση οι υπάρχουσες στο οικόπεδο οικοδομές και αναφέρεται σ' αυτήν ότι το οικόπεδο είναι περιφραγμένο με συρματόπλεγμα, έχει μία κεντρική είσοδο και ότι περιήλθε στην οφειλέτιδα (ενάγουσα) με το υπ' αριθμ. .../1977 συμβόλαιο αγοράς του συμβολαιογράφου Σωτηρίου Οικονόμου.
Στις 8-5-1996 η ενάγουσα εξόφλησε το χρέος της προς την αρχικώς επισπεύδουσα και συντάχθηκε γι' αυτό η .../1996 πράξη της συμβολαιογράφου Μαραθώνος και υπαλλήλου του πλειστηριασμού Κωνσταντίνος Παπαζαφειροπούλου. Μετά την εξόφληση από την οφειλέτιδα του χρέους της, εμφανίσθηκε στην ίδια συμβολαιογράφο ο δανειστής της ενάγουσας Σ.
Χ., ο οποίος προέβη σε δήλωση συνέχισης από αυτόν του πλειστηριασμού, για την οποία και συντάχθηκε η υπ' αριθμ. .../8-5-1996 πράξη της εν λόγω συμβολαιογράφου. Στον πλειστηριασμό του ακινήτου, που τελικώς διενεργήθηκε στις 18-3-1998, δυνάμει της υπ' αριθμ. .../2-2-1998 Δ' επαναληπτικής περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας, αναδείχθηκε υπερθεματιστής ο εναγόμενος, ο οποίος πρόσφερε ποσό 50.001.000 δραχμών και το πλειστηριαζόμενο ακίνητο κατακυρώθηκε σ' αυτόν, με την υπ' αριθμ. .../18-3-1998 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού της ανωτέρω υπαλλήλου του πλειστηριασμού.
Μετά την κατακύρωση στον εναγόμενο του πλειστηριασθέντος ακινήτου και την καταβολή απ' αυτόν του πλειστηριάσματος, η υπάλληλος του πλειστηριασμού εξέδωσε και χορήγησε σ' αυτόν την υπ' αριθμ. .../4-5-1998 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα. Στην περίληψη αυτή κατακυρωτικής έκθεσης το ακίνητο που πλειστηριάστηκε περιγράφεται όπως ακριβώς περιγράφεται στην προδιαληφθείσα κατασχετήρια έκθεση και στην έκθεση πλειστηριασμού και κατακυρώσεως.
Ο εναγόμενος, με βάση τον τίτλο αυτό, εγκαταστάθηκε από το Μάιο του ίδιου έτους στο προπεριγραφόμενο ακίνητο και έκτοτε το κατέχει, εκτός από μία εδαφική λωρίδα αυτού, πλάτους 1,17 μ. και συνολικού εμβαδού 18 τ.μ., που βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του, η οποία είχε ήδη διατεθεί για τη διάνοιξη της Λεωφόρου Μ., και εικονίζεται στο υπ' αριθμ. 2 τοπογραφικό διάγραμμα της πραγματογνώμονος Ε.
Κ. με τα στοιχεία Α1-Β1-Β-Α-Α1. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το οικόπεδο που πλειστηριάστηκε αρχικά αποτελούσε τμήμα μιας ενιαίας έκτασης, εμβαδού 3.000 τ.μ., την οποία ο αρχικός ιδιοκτήτης της Κ. Δ. μεταβίβασε κατά κυριότητα στον Ι. Ε., με το υπ' αριθμ. .../1949 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ανδρέα Παπαδάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Κατά το έτος 1972 η περιοχή του ακινήτου αυτού εντάχθηκε αρχικά στο ρυμοτομικό σχέδιο πόλης της Νέας Μάκρης Αττικής, σύμφωνα με το οποίο η εν λόγω ιδιοκτησία προβλεπόταν ότι θα διαιρεθεί από δύο δρόμους. Το πιο πάνω ενιαίο ακίνητο αποτυπώθηκε στο προαναφερόμενο από μηνός Δεκεμβρίου 1973 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Κ.
Σ., που προσαρτήθηκε στο .../1973 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Ήμελου, με περιμετρικά στοιχεία Μ-Ι-Θ-Ε-Δ-Α-Α'-Β'-Β-Γ-Ζ-Η-Κ-Λ-Μ. Στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα η ανωτέρω ενιαία έκταση διαιρείται σε πέντε αυτοτελή τμήματα και συγκεκριμένα : α) το τμήμα με στοιχεία ΙΚΛΜΙ, εμβαδού 520 τ.μ., για το οποίο αναφέρεται και το μήκος των πλευρών του, ήτοι ανατολική (Ι-Κ) 16 μ, δυτική (Μ-Λ) επίσης 16 μ, βόρεια (Λ-Κ) 32 μ.
και νότια (Μ-Ι) 33 μ., β) το τμήμα με στοιχεία Ι-Θ-Η-Κ-Ι, που αναφέρεται ως τμήμα της εγκεκριμένης οδού και για το οποίο δεν αναφέρεται εμβαδόν, αλλά μόνο το μήκος των πλευρών του, ήτοι ανατολική (Θ-Η) 16 μ, δυτική (Ι-Κ) επίσης 16 μ, βόρεια (Κ-Η) 8 μ. και νότια (Ι-Θ) επίσης 8 μ., γ) το τμήμα με στοιχεία Ε-Ζ-Η-Θ, εμβαδού 1.104 τ.μ., για το οποίο αναφέρεται και το μήκος των πλευρών του, ήτοι ανατολική (Ε-Ζ) 16 μ, δυτική (Η-Θ) επίσης 16 μ, βόρεια (Η-Ζ) 69 μ.
και νότια (Θ-Ε) επίσης 69 μ., δ) το τμήμα με στοιχεία Ε-Δ-Γ-Ζ-Ε, που αναφέρεται ως τμήμα της εγκεκριμένης οδού και για το οποίο δεν αναφέρεται εμβαδόν, αλλά μόνο το μήκος των πλευρών του, ήτοι ανατολική (Δ-Γ) 16 μ, δυτική (Ε-Ζ) επίσης 16 μ, βόρεια (Ζ-Γ) 8 μ. και νότια (Ε-Δ) επίσης 8 μ. και ε) το τμήμα με στοιχεία Δ-Α-Α'-Β'-Β-Γ-Δ, για το οποίο δεν αναφέρεται εμβαδόν, ούτε το μήκος της βόρειας και νότιας πλευράς του (Γ-Β' και Δ-Α, αντίστοιχα), αλλά μόνο της ανατολικής και δυτικής πλευράς του, ήτοι της Α'-Β' και της Δ-Γ, αντίστοιχα, για καθεμιά από τις οποίες αναφέρεται μήκος 16 μ.
Στη συνέχεια ο Ι. Ε. μεταβίβασε κατά κυριότητα στην ενάγουσα τα παραπάνω υπό στοιχ. α, γ και ε αναφερόμενα τμήματα του διαιρεθέντος ακινήτου του και ειδικότερα μεταβίβασε σ' αυτή, με το υπ'αριθμ. .../1973 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Ήμελλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, το υπό στοιχ. α τμήμα, εμβαδού 520 τ.μ., με το υπ' αριθμ. .../1974 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γρηγορίου Καβαλέκα, που μεταγράφηκε νόμιμα, το υπό στοιχ.
γ τμήμα, εμβαδού 1.404 τ.μ. και με το υπ' αριθμ. .../1977 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Σωτηρίου Οικονόμου, που μεταγράφηκε νόμιμα, το υπό στοιχ. ε τμήμα. Σύμφωνα με το τελευταίο συμβόλαιο (.../ 1977) το μεταβιβαζόμενο στην ενάγουσα υπό στοιχ. ε τμήμα έχει εμβαδόν 1.344 τ.μ. και συνορεύει ανατολικά επί προσώπου 16 μ.
με τη Λεωφόρο Μ., δυτικά επί προσώπου 16 μ. με προβλεπόμενη να διανοιχθεί οδό πλάτους 8 μ., βόρεια σε πλευρά 84 μ. με ιδιοκτησία Γ. Δ. και νότια σε πλευρά επίσης 84 μ. με ιδιοκτησία Κ.. Ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας Ι. Ε.ς, εκτός από τα εδαφικά τμήματα του ακινήτου του που με τα πιο πάνω συμβόλαια πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα στην ενάγουσα, μεταβίβασε σ' αυτήν ατύπως κατά το έτος 1977 και τη νομή των προαναφερομένων υπό στοιχ.
β και δ τμημάτων, εμβαδού 128 τ.μ. του καθενός, τα οποία, σύμφωνα με το τότε ισχύον ρυμοτομικό σχέδιο, θα αποτελούσαν τμήματα αντιστοίχων οδών, που προβλέπονταν σ' αυτό. Τα εδαφικά αυτά τμήματα τα νεμόταν ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας Ι. Ε.ς με διάνοια κυρίου, ως τμήματα του ως άνω μείζονος ενιαίου ακινήτου του, συνεχώς από το έτος 1949 μέχρι το έτος 1977, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση του ακινήτου αυτού πράξεις νομής, στη συνέχεια δε, μετά τη μεταβίβαση της νομής τους στην ενάγουσα, επειδή δεν διανοίχθηκαν δρόμοι, λόγω αλλαγής του ρυμοτομικού σχεδίου, νεμόταν αυτά με διάνοια κυρίου και ιδίως το με στοιχ.
δ τμήμα η ενάγουσα συνεχώς μέχρι το έτος 1995, που έλαβε χώρα η κατάσχεση, ασκώντας τις ίδιες πράξεις νομής, και έτσι, με την προσμέτρηση στο δικό της χρόνο νομής και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου της, κατέστη κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Όμως το προαναφερόμενο υπό στοιχ. ε τμήμα, του οποίου η ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα με το υπ' αριθμ. .../1977 συμβόλαιο, τελικώς δεν είχε έκταση 1.344 τ.μ., όπως αναγραφόταν στο συμβόλαιο αυτό, ούτε και 1438,60 τ.μ., όπως αναγραφόταν στο από μηνός Ιουλίου 1992 τοπογραφικό διάγραμμα της μηχανικού Α.
Φ., που συντάχθηκε κατά τη νεότερη καταμέτρηση του, αλλά είχε έκταση 1.060,50 τ.μ. Το τμήμα αυτό (υπό στοιχ. ε) αποτυπώνεται στο με αριθμό 1 τοπογραφικό διάγραμμα της πραγματογνώμονος αγρονόμου-τοπογράφου-μηχανικού Ε. Κ., που συνοδεύει την έκθεση της πραγματογνωμοσύνης, με περιμετρικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α και συνορεύει ανατολικά, επί προσώπου 15,78 μ., με τη Λεωφόρο Μ., δυτικά, επί προσώπου 16,03 μ.
με την προβλεπόμενη από το παλαιό ρυμοτομικό σχέδιο οδό πλάτους 8 μ. και μετέπειτα ιδιοκτησία της ενάγουσας, βόρεια, σε πλευρά 67,17 μ., με ιδιοκτησία Δαμιανού και νότια, σε πλευρά 66,92 μ., με ιδιοκτησία Α.. Η εν λόγω διαφορά στο εμβαδόν του τμήματος τούτου οφείλεται στην εσφαλμένη αναγραφή στο υπ' αριθμ. .../1977 συμβόλαιο, που αποτελεί τον τίτλο κτήσεως της ενάγουσας, του μήκους των βόρειας και νότιας πλευρικών διαστάσεων αυτού, για τις οποίες αναγράφηκε ότι έχουν μήκος 84 μέτρα η καθεμιά.
Συγκεκριμένα, λόγω του ότι στο από Δεκεμβρίου 1973 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Κ. Σ. δεν αναφερόταν το μήκος των πλευρών αυτών, αλλ' ούτε και το εμβαδόν του πιο πάνω τμήματος ε, αυτές υπολογίσθηκαν κατά τη σύνταξη του συμβολαίου τούτου, αφού αφαιρέθηκε μόνο το μήκος των ίδιων πλευρών των τμημάτων α και γ, που, κατά τα προεκτεθέντα, είχαν μεταβιβασθεί στην ενάγουσα κατά τα έτη 1973 και 1974, όχι όμως και το μήκος, 8 μέτρων, των ίδιων πλευρών καθενός από τα τμήματα β και δ που προορίζονταν για τη διάνοιξη δρόμων, και έτσι αναγράφηκε στο εν λόγω συμβόλαιο εσφαλμένα μεγαλύτερη επιφάνεια του ακινήτου αυτού.
Όπως εκτέθηκε παραπάνω, με την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. .../1995 έκθεση κατασχέσεως κατασχέθηκε ακίνητο έκτασης 1438,60 τ.μ., αναφέρεται δε σ' αυτήν ότι το ακίνητο που κατάσχεται αγοράσθηκε από την ενάγουσα με το .../1977 συμβόλαιο και σύμφωνα με τον τίτλο του έχει έκταση 1344 τ.μ., ενώ σύμφωνα με νεότερη καταμέτρηση της μηχανικού Α.
Φ. έχει έκταση 1438,60 τ.μ., η οποία, όμως, ήταν επίσης εσφαλμένη. Έτσι κατασχέθηκαν, πέραν της έκτασης των 1060,50 τ.μ. που πράγματι είχε το υπό στοιχ. ε ακίνητο της ενάγουσας και οι συνεχόμενες προς αυτό επίδικες εδαφικές εκτάσεις της ενάγουσας , ήτοι, αφενός η συνεχόμενη επίδικη εδαφική έκταση των 128 τ.μ., που αποτελούσε το παραπάνω αναφερόμενο υπό στοιχ.
δ ακίνητο, του οποίου είχε αποκτήσει αυτή την κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, και αφετέρου η συνεχόμενη προς την αμέσως ανωτέρω επίδικη εδαφική έκταση των 96 τ.μ., που αποτελούσε μέρος του παραπάνω αναφερομένου υπό στοιχ. γ ακινήτου της, του οποίου είχε αποκτήσει αυτή την κυριότητα με αγορά, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1974 συμβολαίου.
Σύμφωνα δε με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η επιπλέον κατασχεθείσα συνολική έκταση από τα συνεχόμενα ακίνητα της ενάγουσας είναι 360 τ.μ., ήτοι η έκταση 128 τ.μ. του υπό στοιχ. δ ακινήτου και η έκταση 232 τ.μ. που κατασχέθηκε από το υπό στοιχ. γ ακίνητο, και όχι μόνο 224 τ.μ. που είναι τα επίδικα ακίνητα (128 τ.μ.+96 τ.μ.).
Η ενάγουσα μέχρι τη διενέργεια του πλειστηριασμού δεν άσκησε ανακοπή, με την οποία να προσβάλλει την υπ' αριθμ. .../1995 έκθεση κατασχέσεως, στην οποία, ενώ αναφέρεται ότι το ακίνητο που κατασχέθηκε περιήλθε στην ενάγουσα με το .../1977 συμβόλαιο, η κατάσχεση επεκτάθηκε και στις προαναφερόμενες επίδικες εκτάσεις, που επίσης είχαν περιέλθει κατά κυριότητα στην ενάγουσα, όχι όμως με το συμβόλαιο αυτό, αλλά η πρώτη με έκτακτη χρησικτησία και η δεύτερη με το .../1974 συμβόλαιο, εμβαδού 128 τ.μ και 96 τ.μ., αντίστοιχα.
Συνεπώς, αφού οι εν λόγω εκτάσεις ανήκαν επίσης στην ενάγουσα, κατά της οποίας επισπευδόταν ο πλειστηριασμός, κατασχέθηκαν με την υπ' αριθμ. .../1995 έκθεση κατασχέσεως της δικαστικής επιμελήτριας ... και στη συνέχεια πλειστηριάστηκαν με την υπ' αριθμ. .../1998 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Μ.
Κωνσταντίνας Παπαζαφειροπούλου, κατακυρώθηκαν στον εναγόμενο και χορηγήθηκε στον τελευταίο η υπ' αριθμ. .../1998 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης της ίδιας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, η ενάγουσα, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, απώλεσε την κυριότητα της επί των επιδίκων εδαφικών εκτάσεων και αυτές περιήλθαν, με την κατακύρωση και τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης, στον εναγόμενο υπερθεματιστή, ο οποίος, ως εκ τούτου δεν τις κατέλαβε παράνομα.
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου περί διεκδικήσεως των επιδίκων εδαφικών τμημάτων, εμβαδού 128 τ.μ και 96 τ.μ., αντίστοιχα, ήταν ουσιαστικά αβάσιμη, ακολούθως δε απέρριψε, ως αβάσιμη, την έφεση αυτής κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο, με διαφορετική αιτιολογία, είχε απορρίψει, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την αγωγή.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 933 παρ.1, 934 παρ.1 και 2, 1005 παρ.1, 1017 παρ.2 και 1020 του ΚΠολΔ, και 199, 513, 1192, 1198 και 1094 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 999, 1001 του ΑΚ, που καθορίζουν γενικώς το αντικείμενο και περιεχόμενο της κυριότητας, 1033 του ΑΚ, που ρυθμίζει τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση, και 992 παρ.1 και 2, 954 παρ.2, 993 παρ.2, 999 παρ.3 και 1001 παρ.2 του ΚΠολΔ, που ρυθμίζουν η πρώτη τη δυνατότητα κατάσχεσης ακινήτου που ανήκει κατά κυριότητα στον οφειλέτη, η δεύτερη και τρίτη την ακριβή περιγραφή του κατασχεμένου ακινήτου που πρέπει να περιέχει η κατασχετήρια έκθεση, η τέταρτη τις επιδόσεις της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης στα αναφερόμενα σ' αυτήν πρόσωπα και η πέμπτη τον τρόπο πλειστηριασμού περισσοτέρων ακινήτων του οφειλέτη που κατασχέθηκαν με την ίδια έκθεση κατασχέσεως, οι οποίες δεν είχαν στην προκειμένη περίπτωση έδαφος εφαρμογής.
Ειδικότερα, από τις παραδοχές του Εφετείου, α) ότι το ακίνητο της καθ' ης η εκτέλεση ενάγουσας, που πλειστηριάστηκε και κατακυρώθηκε στον εναγόμενο, είναι ένα αυτοτελές οικόπεδο, μετά των κτισμάτων του, εμβαδού 1344 τ.μ., και κατά νεότερη καταμέτρηση 1438,60 τ.μ., το οποίο τόσο στην υπ' αριθμ. .../1995 κατασχετήρια έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας ..., με την οποία αυτό κατασχέθηκε, όσο και στην υπ' αριθμ. .../1998 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού της υπαλλήλου του πλειστηριασμού συμβολαιογράφου Μ.
Κωνσταντίνας Παπαζαφειροπούλου και την υπ' αριθμ. .../4-5-1998 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, που χορηγήθηκε στον εναγόμενο υπερθεματιστή και εν συνεχεία μεταγράφηκε νόμιμα, περιγράφεται κατά θέση, όρια, πλευρικές διαστάσεις και έκταση, όπως ακριβώς περιγράφεται στο υπ' αριθμ. .../1977 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σωτηρίου Οικονόμου, βάσει του οποίου απέκτησε την κυριότητα αυτού η ενάγουσα, β) ότι μέσα στα όρια και στην έκταση του αυτοτελούς τούτου ακινήτου, όπως αυτά καθορίζονται στον πιο πάνω τίτλο της ενάγουσας, περιλαμβάνονται και τα επίδικα τμήματα, εμβαδού 128 τ.μ και 96 τ.μ., αντίστοιχα, τα οποία, όμως, στην πραγματικότητα είχαν περιέλθει κατά κυριότητα στην ενάγουσα με διαφορετικούς τίτλους και δη το πρώτο με έκτακτη χρησικτησία και το δεύτερο δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1974 συμβολαίου, που μεταγράφηκε νόμιμα και γ) ότι μέχρι τη διενέργεια του πλειστηριασμού η ενάγουσα δεν άσκησε ανακοπή, με την οποία να προσβάλλει, την κατασχετήρια έκθεση, ως ελαττωματική, λόγω ατελούς περιγραφής του προδιαληφθέντος ακινήτου της, που κατασχέθηκε, προκύπτει ότι συνέτρεχαν όλες οι απαιτούμενες από τη διάταξη του άρθρου 1005 παρ.1 ΚΠολΔ προϋποθέσεις για την απόκτηση της κυριότητας των επιδίκων τμημάτων από τον αναιρεσίβλητο εναγόμενο με τον παράγωγο τρόπο του αναγκαστικού πλειστηριασμού και συγκεκριμένα με την κατακύρωση σ' αυτόν του αυτοτελούς ακινήτου της αναιρεσείουσας που πλειστηριάστηκε και τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης.
Περαιτέρω το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, αφού, όπως ν προκύπτει από το παραπάνω περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της περιέλευσης της κυριότητας των επιδίκων τμημάτων στον εναγόμενο υπερθεματιστή, με την κατακύρωση και τη μεταγραφή της οικείας περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης, δια της σαφούς παραδοχής ότι η ενάγουσα ήταν κυρία του κατασχεθέντος και εκπλειστηριασθέντος ακινήτου και ότι ο αναιρεσίβλητος κατέστη κύριος αυτού δια του γενομένου πλειστηριασμού, ως ειδικός αυτής διάδοχος.
Επομένως οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε, με ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή, τις διατάξεις του ΑΚ και του ΚΠολΔ που αναφέρθηκαν και ότι σε σχέση με την εφαρμογή των διατάξεων αυτών στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, περιλαμβάνοντας σ' αυτήν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ.8 εδ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην περίπτωση παραλείψεως του δικαστηρίου να λάβει υπόψη κάποιο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, για την ίδρυση αναιρετικού λόγου, πρέπει ο αγνοηθείς ισχυρισμός να είναι ουσιώδης, δηλαδή πρόσφορος να επιδράσει στην έκβαση της δίκης.
Συνεπώς, εάν ο προβληθείς ισχυρισμός είναι νόμω αβάσιμος ή αόριστος, ήτοι επουσιώδης, δεν ιδρύεται ο από την ανωτέρω διάταξη προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.8 εδ.β' ΚΠολΔ, προβάλλει ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που παραδεκτώς προτάθηκαν από αυτήν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα διατείνεται ότι, με την έφεση της, πρόβαλε παραδεκτώς στο Εφετείο τον ισχυρισμό, τον οποίο είχε προβάλλει και με την αγωγή της, "ότι η εσφαλμένη αναγραφή στην κατασχετήρια έκθεση, καθώς και στην περίληψη αυτής, της έκτασης του ακινήτου της που πλειστηριάστηκε δεν μπορούσε να την οδηγήσει στην άσκηση κατ' αυτών ανακοπής, διότι η ταυτότητα του ακινήτου της ήταν δεδομένη, η δε βλάβη της, που θα δικαιολογούσε την άσκηση από μέρους της ανακοπής εμφανίσθηκε μετά τη μεταγραφή της κατακυρωτικής έκθεσης και την παράδοση του ακινήτου της στον εναγόμενο". Ο ισχυρισμός αυτός, όπως διατυπώνεται, είναι εντελώς αόριστος, ενόψει δε της αοριστίας του δεν αποτελεί ουσιώδες για την έκβαση της δίκης πράγμα και γι' αυτό ο υπό εξέταση λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-1-2008 αίτηση της Δ. χήρας Ν. Κ. για αναίρεση της 5563/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουλίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ