Supreme Court dismisses appeal against bank promotion decision, upholding lower court's substantive rejection.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding an internal bank promotion. The appellant argued that the promotion violated statutory requirements and failed to consider relevant reports, but the Court found the lower court's substantive review lawful. The Court ruled that the appeal was baseless because the lower court correctly applied the law and the appellant's new arguments were inadmissible or redundant.
Legislator headnote
AI generatedArticles 3(1), 6, 9, 10(1), 13, 15 of the Bank of Greece Personnel Organization; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal against a decision declaring a claim inadmissible is admissible only if the lower court failed to examine the merits substantively, not merely declared it inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1788 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1788/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Αλεξόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Σπυρίδωνα Κολυβά), Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Ρήγου.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Γεώργιος Σπηλιόπουλος με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 06.12.2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2348/2005 του ίδιου δικαστηρίου και 5936/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20.09.2007 αίτησή του καθώς και τους από 28.08.2008 με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής-Προεδρεύων Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος ανέγνωσε την από 03.10.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και του προσθέτου αναιρετηρίου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 3 αριθμ. 1, 10 παρ. 1, 6, 9, 13 και 15 της από 11-11-1977 Σ.Σ.Ε. "περί Οργανισμού Προσωπικού Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος", η οποία εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3239/1955, δημοσιεύτηκε στην Ε.τ.Κ. με την 46806/10314 της 21/26-111977 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' 1255) και κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 15869/10-27 Ιουλίου 1981 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β' 446), γι' αυτό δε έχει ισχύ νόμου, ως περιέχουσα κανονιστικές διατάξεις, προκύπτει ότι οι προαγωγές από το βαθμό του Τμηματάρχη Α' στο βαθμό του Υποδιευθυντή Β' και από εκείνον στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α' γίνονται κατ' εκλογή και εφόσον έχει συμπληρωθεί τριετής ευδόκιμη υπηρεσία στον προηγούμενο βαθμό.
Ενεργούνται δε από το διοικητικό συμβούλιο της αναιρεσίβλητης, ύστερα από εισήγηση της γενικής διεύθυνσής της. Στις ανωτέρω περιπτώσεις, το προαναφερόμενο όργανο αποφαίνεται κατά την ενέργεια των προαγωγών με ελεύθερη κρίση, εκτιμώντας τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα κάθε υποψηφίου για προαγωγή υπαλλήλου και ειδικότερα τα στοιχεία που υπάρχουν στον ατομικό του φάκελο, στα οποία περιλαμβάνονται η ειδικότητα, οι εκθέσεις ποιότητας, η επιμέλεια, η ικανότητα, η ευσυνειδησία, η επάρκεια στην εκτέλεση της εργασίας, οι τίτλοι σπουδών, το ήθος και η συμπεριφορά έναντι των συναδέλφων του και του κοινού.
Η κρίση αυτή του άνω οργάνου υπόκειται μόνο στον εκ του άρθρου 281 Α.Κ. τιθέμενο περιορισμό και συνεπώς ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια αν αποτελεί ενάσκηση δικαιώματος που υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του, γεγονός που συμβαίνει όταν στερείται της προαγωγής του υπάλληλος που έχει αποκτήσει τα απαιτούμενα για τον ανώτερο βαθμό τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, καίτοι υπερτερεί καταδήλως συναδέλφου του προαχθέντος εκ του αυτού βαθμού.
Εξάλλου, με το άρθρο 2 παρ. 1 του ίδιου ως άνω Οργανισμού, ορίζεται ότι "προσλήψεις εκ των υπηρεσιών της Τράπεζας γίνονται κατ' αρχήν κατόπιν διαγωνισμού, μετ' απόφασιν της Γενικής Διευθύνσεως, εις τον εισαγωγικόν βαθμόν εκάστου κλάδου, νοουμένου ως εισαγωγικού βαθμού του πρώτου βαθμού εκάστου κλάδου ή κατηγορίας κλάδου", με την δε παρ. 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "Το Διοικητικόν Συμβούλιον δικαιούται να προσλαμβάνει, πέραν του μονίμου (εντεταγμένου) προσωπικού, προς συμπλήρωσιν υπηρεσιακών αναγκών μη δικαιολογούσουν κατά την κρίση του την πρόσληψιν μονίμου προσωπικού, προσωρινού επί συμβάσει εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή έργου προσωπικόν με αποδοχές ελευθέρως καθοριζόμενες και άνευ περιορισμού ορίου ηλικίας.
Το προσωπικόν της κατηγορίας ταύτης δύναται δι' αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου να εντάσσεται εις το μόνιμον προσωπικόν της Τραπέζης υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι θα υφίσταται υπηρεσιακή ανάγκη και ότι θα τηρηθούν τα περί προσλήψεως υπαλλήλων καθοριζόμενα. Ο αριθμός του εκάστοτε ως άνω, επί συμβάσει εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή έργου απασχολουμένου προσωπικού (εξαιρέσει του εξ αυτού κεκτημένου την ιδιότητα του ανειδίκευτου εργοδότου) κατά την ισχύουσαν νομοθεσίαν εις εργασίας Τραπεζικού υπαλλήλου, ήτοι Τραπεζικής Εργασίας εκτελουμένης υπό του μονίμου προσωπικού, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται να είναι μείζων του 2% του, κατά τον αυτόν χρόνον υπηρετούντος, μονίμου προσωπικού.
Εις όλως εξαιρετικές περιπτώσεις μέρος του προσωπικού της κατηγορίας ταύτης, κατόπιν αποφάσεως του Δ.Σ δύναται να ενταχθεί εις ανωτέρους του πρώτου (εισαγωγικού) βαθμούς του οικείου κλάδου λόγω εξαιρετικών προσόντων και πείρας, δι' ανάγκας της Τραπέζης μη δυναμένας να καλυφθώσι υπό του ήδη υπηρετούντος προσωπικού, ο καθορισμός δε των ούτω πως εντασσομένων εν ουδεμία περιπτώσει θα υπερβαίνει τους 15 ετησίως.
Εάν υπό των ούτω εντασσομένων καλύπτονται είτε κατά τον χρόνο εντάξεως είτε μετέπειτα οργανικαί θέσεις του μονίμου προσωπικού της Τραπέζης, αι θέσεις αύται θα διευρύνονται κατ' ίσον αριθμόν εις όλους τους βαθμούς, τους οποίους θα καταλαμβάνουν καθ' όλην την διάρκειαν της εξελίξεώς των εις την ιεραρχίαν".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, κατ' εξαίρεση της διαδικασίας πρόσληψης του μονίμου προσωπικού της αναιρεσίβλητης Τράπεζας με διαγωνισμό και ένταξη στον εισαγωγικό βαθμό κάθε κλάδου ή κατηγορίας κλάδου, από το προσωπικό που έχει προσληφθεί προσωρινά με σύμβαση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή έργου, σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις μέρος του προσωπικού αυτού μπορεί με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου να ενταχθεί σε ανώτερους του πρώτου (εισαγωγικού) βαθμούς του οικείου κλάδου λόγω εξαιρετικών προσόντων και πείρας και ότι τόσο κατά την ένταξή τους στο μόνιμο προσωπικό, όσο και κατά την ιεραρχική εξέλιξη τους, καταλαμβάνουν οργανικές θέσεις οι οποίες διευρύνονται κατ' ίσον αριθμό.
Τέλος, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδ. α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.
Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων προσελήφθη από την αναιρεσίβλητη Εμπορική Τράπεζα την 1.10.1975 ως Δόκιμος Λογιστής και διαδοχικά προήχθη μέχρι το βαθμό του Υποδιευθυντή Β από 1.1.1993 δυνάμει της υπ' αριθ. 8003/2002 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου (Εφετείο Αθηνών).
Είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Θεσσαλονίκης, γνωρίζει αγγλικά χωρίς πτυχίο, έχει παρακολουθήσει 25 επιμορφωτικά σεμινάρια μέχρι το 2000 και 28 μέχρι το 2003. Απέκτησε δικαίωμα υπογραφής Β θέσης από 9.1.1984 και Α θέσης από 20.4.1992 και η βαθμολογία του κατά τα έτη 1989-2001 είναι αντίστοιχα 8, 4-8, 6-8, 6-9, 1-9, 1-9, 1-9, 0-8, 7-8, 7-8, 5.
Υπηρέτησε σε θέσεις ευθύνης την 1.11.1986 Υποδ/ντής Τομέα Επιχειρήσεων στο κατάστημα ....., 8.6.88 Υποδ/ντής Τομέα Επιχειρήσεων στο κατάστημα ....., 1.2.1989 Τμηματάρχης Τμήματος Πιστοδοτήσεων του Τομέα Επιχειρήσεων στη Δ/νση Εργασιών και Καταστημάτων, 20.4.92 Υποδ/ντής Τομέα Επιχειρήσεων στην περιφερειακή Δ/νση ....., 20.9, 94 Διευθυντής Καταστήματος ....., 27.2.97 Διευθυντής Επιχειρήσεων Περιφέρειας στην Περιφέρεια ....., 2.5.97 Αναπλήρωση του Γενικού Διευθυντή Περιφέρειας .....
και στη συνέχεια μέχρι 26.7.2003 αναπληρώνει κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα τον ίδιο Διευθυντή. Κατά τις προαγωγικές κρίσεις για το βαθμό του Υποδιευθυντή Α στις ΥΜΛ 17.12.1998, 5.10.1999 και 26.6.2001 η αναιρεσίβλητη παρέλειψε τον αναιρεσείοντα και προήγαγε μεταξύ άλλων τους ομοιοβάθμους συναδέλφους του: 1) Α, ο οποίος προσελήφθη στις 11.6.1968, προήχθη στο βαθμό του Υποδιευθυντή Β στις 1.7.1994, είναι απόφοιτος Λυκείου, έχει παρακολουθήσει επτά επιμορφωτικά σεμινάρια, γνωρίζει Αγγλικά χωρίς πτυχίο, απέκτησε δικαίωμα υπογραφής Β θέσης την 29.2.1984 και Α θέσης την 16.5.1986, και η βαθμολογία του κατά τα έτη 1985-1999 ήταν αντίστοιχα 8, 9-8, 2-8, 2-8, 3-8, 5-8, 4-8, 5-8, 9-8, 3.
Υπηρέτησε σε θέση ευθύνης στις 16.5.1986 Διευθυντής καταστήματος ....., 1.9.1993 Δ/ντής καταστήματος ....., 6.7.1995 Δ/ντής καταστήματος ομάδας ....., 1.12.1995 Δ/ντής Υπηρεσίας Δημοσίων Σχέσεων, 15.10.1996 Γενικός Διευθυντής Περιφέρειας ....., 13.12.1998 Δ/ντής Πιστωτικής Πολιτικής στη Διεύθυνση εμπλοκών. Έναντι αυτού ο αναιρεσείων υπερέχει στην ειδική αρχαιότητα κατά 6 μήνες, ελαφρά στη βαθμολογία, στους τίτλους σπουδών και στα σεμινάρια, ενώ υστερεί στη γενική αρχαιότητα και το σπουδαιότερο στην άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, αφού ο συγκρινόμενος άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Διευθυντή Καταστήματος πολύ ενωρίτερα (10.5.86 έναντι 20.9.94) και από 18.10.1996 καθήκοντα Γενικού Διευθυντή Περιφέρειας .....
και μάλιστα υφιστάμενό του είχε τον αναιρεσείοντα. Από τη συνολική λοιπόν εκτίμηση των τυπικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων αυτών ο αναιρεσείων δεν υπερέχει ολοφάνερα αυτού. 2) Β, ο οποίος προσελήφθη στις 23.7.1973, προήχθη στο βαθμό του Υποδιευθυντή Β από 1.7.1994, είναι πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ, έχει παρακολουθήσει πέντε (5) επιμορφωτικά σεμινάρια, γνωρίζει αγγλικά χωρίς πτυχίο, απέκτησε δικαίωμα υπογραφής Β θέσης στις 21.2.1984 και Α θέσης στις 19.9.1990 και η βαθμολογία του κατά τα έτη 1986-1994 ήτοι αντίστοιχα 9, 2-9, 0-9, 2-9, 2-8, 9-8, 9-8, 7-8, 7-9, 1-9, 2.
Υπηρέτησε σε θέση ευθύνης την 30.11.1986 Προϊστάμενος Γραφείου Πιστοδοτήσεων Δικτύου - Τομέα Πιστωτικών Κανόνων της Μονάδας Εποπτείας Πίστεως, 20.6.1988 Υποδ/ντής Τομέα Επιχειρήσεων στο κατάστημα ....., 19.9.1990 Υποδ/ντής Τομέα Επιχειρήσεων στην περιφέρεια Διεύθυνσης ....., 1.9.1994 Δ/ντής Τομέα Διαχείρισης Πελατείας της Διεύθυνσης Πελατείας στην Τράπεζα Επιχειρήσεων, από 28.6.1996 μέχρι 24.2.1998 αναπληρώνει τον Διευθυντή της Διεύθυνσης Πελατείας στην Τράπεζα Επιχειρήσεων- Ιδιωτών και το Δ/ντή Τομέα Εμπορίου και Υπηρεσιών της Διεύθυνσης Ανάπτυξης Προϊόντων στην Τράπεζα Επιχειρήσεων, το 1998 ορίστηκε τακτικός Αναπληρωτής του Δ/ντή Τομέα Εξειδικευμένων κλάδων της Δ/νσης Πελατείας-Επιχειρήσεων στην Τράπεζα Επιχειρήσεων-Ιδιωτών και από-17.3.1998 μέχρι την προαγωγή του (1.1.2001) αναπληρωτή του Διευθυντή της Διεύθυνσης Πελατείας - Επιχειρήσεων στην Τράπεζα Επιχειρήσεων -Ιδιωτών, το Δ/ντή Πιστωτικής Πολιτικής της ιδίας Τράπεζας, το Δ/ντή της Δ/νσης Μεγ.
Επιχειρήσεων στην Τράπεζα Επιχειρήσεων και Οργανισμών, το Δ/ντή της Δ/νσης Ναυτιλίας της ιδίας Τράπεζας, το Δ/ντή της Δ/νσης Έργων και Κατασκευαστικών Εταιρειών στην ίδια Τράπεζα, ενώ 13.11.1999 τοποθετήθηκε Δ/ντής πιστωτικής πολιτικής στην ίδια Τράπεζα και 9.10.2000 Δ/ντής Δ/νσης Δημοσίου στην ίδια Τράπεζα. Έναντι αυτού ο αναιρεσείων υπερέχει στην ειδική αρχαιότητα κατά 6 μήνες, στα σεμινάρια, είναι ισοδύναμοι στους τίτλους σπουδών, υστερεί στη γενική αρχαιότητα, ελαφρά στη βαθμολογία και στο δικαίωμα υπογραφής Α και Β θέσης.
Ως προς τις θέσεις ευθύνης ο συγκρινόμενος μέχρι το 1997 υπερείχε του αναιρεσείοντος, αφού στις 14.9.1990 τοποθετήθηκε Υποδ/ντής Τομέα Επιχειρήσεων στην Περιφέρεια Δ/νσης ....., 1.2.94 Δ/ντής Διαχείρισης Πελατείας στην Τράπεζα Επιχειρήσεων, ενώ ο αναιρεσείων το 1992 τοποθετήθηκε Υποδιευθυντής Τομέα Επιχειρήσεων στην Περιφερειακή Δ/νση .....
και Δ/ντής Επιχειρήσεων το 1997, μεταγενέστερα όμως υπερέχει ο αναιρεσείων ως Αναπληρωτής του Γενικού Διευθυντή Περιφερείας ....., ενώ ο συγκρινόμενος Αναπληρωτής Διευθυντών Διευθύνσεως της Τράπεζας Επιχειρήσεων Ιδιωτών και Μεγάλων Επιχειρήσεων και Οργανισμών. Από τη συνολική εκτίμηση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων αυτών, ο αναιρεσείων υπερέχει απλώς έναντι του ανωτέρω συγκρινόμενου, όχι όμως ολοφάνερα. 3) Γ, ο οποίος προσελήφθη στις 2.4.1970, προήχθη στο βαθμό του Υποδιευθυντή Β την 1.1.1998, είναι απόφοιτος Λυκείου και του Ινστιτούτου της Τράπεζας (3ετής φοίτηση), γνωρίζει Αγγλικά χωρίς πτυχίο, έχει παρακολουθήσει (15) δέκα πέντε σεμινάρια, απέκτησε δικαίωμα υπογραφής Β θέσης την 1.9.1989 και Α θέσης την 1.12.1994 και η βαθμολογία του κατά τη τα έτη 1985-1997 ήταν αντίστοιχα 8, 4-7, 9-8, 2-8, 2-8, 1-8, 8-8, 5-8, 1-8, 0-9, 0-8, 5-8, 5-8, 8.
Υπηρέτησε σε θέσεις ευθύνη από 16.9.1985-31.12.1994 Υποδ/ντής Τομέα Επιχειρήσεων, Εργασιών και Ιδιωτών στα καταστήματα ....., Κοραή, ....., ..... και ....., 15.4.1997 Διευθυντής καταστήματος ....., 17.2.2000 Δ/ντής Τομέα Επιχειρήσεων στο κεντρικό κατάστημα και από 1.1.2000 μέχρι 31.12.2001 τακτικός αναπληρωτής του Δ/ντή Ιδιωτών στο Κεντρικό Κατάστημα.
Έναντι αυτού ο αναιρεσείων υπερέχει στην ειδική αρχαιότητα, στο πτυχίο, στον αριθμό των σεμιναρίων, στο χρόνο απόκτησης δικαιώματος Α και Β υπογραφής και ελαφρά στη βαθμολογία, ενώ υστερεί στη γενική αρχαιότητα. Ως προς την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, μέχρι το 2000 υπερτερεί ο αναιρεσείων γιατί άσκησε καθήκοντα Υποδ/ντή Τομέα Επιχειρήσεων στην Περιφερειακή Διεύθυνση ....., Διευθυντή Καταστήματος ομάδας και Διευθυντής Επιχειρήσεων Περιφέρειας ....., ενώ ο συγκρινόμενος Υποδιευθυντής Τομέων Επιχειρήσεων Καταστημάτων και Διευθυντής απλού Καταστήματος, από 17.2.2000 όμως ο συγκρινόμενος άσκησε υπέρτερα υπεύθυνα καθήκοντα αφού διετέλεσε Διευθυντής Τομέα Επιχειρήσεων του Κεντρικού Καταστήματος και τακτικός αναπληρωτής του Γενικού Διευθυντή Ιδιωτών του ίδιου καταστήματος, ενώ αντίστοιχα ο αναιρεσείων ήταν Διευθυντής Επιχειρήσεως Περιφερείας .....
ως Αναπληρωτής του Γενικού Διευθυντή Περιφέρειας ..... .Συνεπώς, από τη συνολική εκτίμηση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων, προκύπτει απλή υπεροχή του αναιρεσείοντος και όχι ολοφάνερη. 4) Δ, ο οποίος προσελήφθη στο βαθμό την 1.12.1973, προήχθη στο βαθμό του Υποδιευθυντή Β από 1.7.1998, είναι απόφοιτος Λυκείου, γνωρίζει πολύ καλά τη Γερμανική Γλώσσα (βαθμολογία 9), έχει παρακολουθήσει τέσσερα σεμινάρια, απέκτησε δικαίωμα υπογραφής Α θέσης την 1.8.1985 και η βαθμολογία του κατά τα έτη 1981, 1982, 1984, 1985, 1991, 1992, 1993, 1994 ήταν αντίστοιχα 8, 5-7, 9-9, 0-8, 1-8, 2-8, 5-8, 5-8, 8.
Υπηρέτησε σε θέσεις ευθύνης την 1.8.1985 μέχρι 31.12.1988 Διευθυντής στο κατάστημα ....., 31.8.1990 Διευθυντής καταστήματος ..... . Από 28.3.1994 αποσπασμένος με σύμβαση δανεισμού στη COMMERCIAL BANK OF GREECE στη ..... . 'Εναντι αυτού ο αναιρεσείων υπερέχει στην ειδική αρχαιότητα, στους τίτλους σπουδών, στα σεμινάρια και στη βαθμολογία, ενώ υστερεί στη γενική αρχαιότητα, στη γνώση της ξένης γλώσσας (βαθμολογία 7 έναντι 9) και στο χρόνο απόκτησης δικαιώματος υπογραφής Α και Β θέσης (1992 έναντι 1985).
Ως προς την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων υστερεί μέχρι το 1997 αφού ο συγκρινόμενος άσκησε καθήκοντα Διευθυντή Καταστήματος και το 1985 ενώ ο αναιρεσείων από το 1997, μεταγενέστερα όμως υπερτερεί ο αναιρεσείων ως Διευθυντής επιχειρήσεων Περιφέρειας ..... και αναπληρωτής του Γενικού Διευθυντή Περιφερειακής Διεύθυνσης ..... .
Από τη συνολική εκτίμηση των εκατέρωθεν τυπικών και ουσιαστικών προσόντων αυτών προκύπτει απλή υπεροχή του αναιρεσείοντος και όχι ολοφάνερη. Πρέπει να σημειωθεί ότι από το φύλλο του μητρώου του συγκρινόμενου δεν προκύπτει ότι αυτός έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά όπως διατείνεται ο αναιρεσείων, ενώ ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι η αναιρεσίβλητη έχει παρανομήσει κατά την προαγωγή του συγκρινόμενου από το βαθμό του Τμηματάρχη Β στο βαθμό του Τμηματάρχη Α λόγω μη παρόδου 3ετούς ευδόκιμης παραμονής στον προηγούμενο βαθμό, αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού η επίδικη προαγωγή αφορά άλλο βαθμό.
Τέλος ως προς τη Ε, η οποία προσελήφθη από την αναιρεσίβλητη κατά το άρθρο 2 παρ. 4 του Οργανισμού του Προσωπικού της στις 3.12.1981 με σύμβαση ορισμένου χρόνου ως υπάλληλος της Γραμματείας της Γενικής Διεύθυνσης και λόγω εξαιρετικών προσόντων και πείρας, προϋπηρεσίας 20 ετών στον ιδιωτικό τομέα και της γνώσης δύο ξένων γλωσσών (Αγγλικά-Γαλλικά), με την 2225/25.6.1982 απόφαση του Δ.Σ.
της αναιρεσίβλητης εντάχθηκε στο μόνιμο προσωπικό του λογιστικού κλάδου με τον ανώτερο του εισαγωγικού βαθμό του Υποδιευθυντή Β, στον οποίο προήχθη εκτός Οργανικών θέσεων και το ίδιο συνέβη με την προαγωγή της στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α. Επομένως, ο αναιρεσείων στερείται εννόμου συμφέροντος να συγκριθεί με την ανωτέρω, αφού η τελευταία προήχθη εκτός οργανικών θέσεων και απορριπτέα και απαράδεκτη είναι η αγωγή ως προς αυτήν.
Κατόπιν όλων αυτών, η βάση της αγωγής περί προαγωγής του αναιρεσείοντος στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη και παρέλκει η έρευνα της βάσης της αγωγής περί προαγωγής του στον επόμενο βαθμό του Διευθυντή. Ακολούθως, το Εφετείο, δεχθέν την έφεση του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή ως ασκουμένη κατά προφανή υπέρβαση του άρθρου 281 ΑΚ, και στη συνέχεια απέρριψε αυτή (αγωγή) ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ και του Οργανισμού της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, διέλαβε δε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ απορρέων πρώτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Ως προς την αιτίαση από τον αριθμό 11 του ίδιου άρθρου, ο λόγος αυτός είναι παντελώς αόριστος, διότι γίνεται μόνο ενάριθμη επίκληση της αιτιάσεως αυτής, χωρίς καμία μνεία των θεμελιωτικών της στοιχείων.
Ως προς την αιτίαση περί παραβιάσεως του άρθρου 580 παρ. 4 ΚΠολΔ (από παραδρομή στο αναιρετήριο αναφέρεται η παράγραφος 5), δηλαδή ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν πειθάρχησε στις αναφερόμενες στο αναιρετήριο αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου, ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος, αφενός μεν διότι τέτοιος λόγος δεν περιλαμβάνεται στην περιοριστική απαρίθμηση του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφετέρου δε διότι οι ως άνω αποφάσεις αφορούν σε υποθέσεις άσχετες προς την παρούσα.
Ως προς την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 9 ΚΠολΔ, δηλαδή ότι το Εφετείο παρέλειψε να αποφανθεί επί του επαναφερθέντος με τον τέταρτο λόγο εφέσεως αιτήματος περί επιδείξεως των εισηγήσεων της Γενικής Διευθύνσεως προς το Διοικητικό Συμβούλιο της αναιρεσίβλητης για τις προαγωγές των αναφερομένων στο αναιρετήριο συναδέλφων του στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α', ο ερευνώμενος λόγος είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, διότι δεν προσδιορίζονται το περιεχόμενο των εν λόγω εισηγήσεων, προκειμένου να ερευνηθεί η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος στην υποβολή του σχετικού αιτήματός του, οι συγκεκριμένες προαγωγικές κρίσεις στις οποίες αυτές αναφέρονται και αν η αναιρεσίβλητη ήταν κάτοχος αυτών των εισηγήσεων.
Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση των αριθμών 1, 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο τις αιτιάσεις: α) ότι παρεβίασε τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 1, 8, 9, 13 και 15 του Οργανισμού Προσωπικού της αναιρεσίβλητης, β) ότι παρέλειψε να αποφανθεί επί του τετάρτου λόγου της εφέσεως του αναιρεσείοντος και γ) ότι άφησε αδίκαστο το περιλαμβανόμενο στον λόγο αυτόν αίτημα περί επιδείξεως εγγράφων. Ο λόγος αυτός ταυτίζεται με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου και συνεπώς παρέλκει η εκ νέου εξέτασή του.
Όπως αναφέρεται κατά τη διερεύνηση του πρώτου λόγου, το Εφετείο, με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες. Επομένως, ο περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 απορρέων τρίτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Επίσης, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται ρητώς οι βαθμολογίες του αναιρεσείοντος και των συγκρινομένων συναδέλφων του, γεγονός που δεν αφήνει καμία αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη οι βαθμολογίες αυτές. Επομένως, ως προς την αντίθετη, εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, αιτίαση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Ως προς τις εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 και 9 ΚΠολΔ αιτιάσεις ο λόγος είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, διότι στο αναιρετήριο γίνεται απλώς ενάριθμη επίκληση αυτών των αιτιάσεων, χωρίς να προσδιορίζονται τα θεμελιωτικά τους στοιχεία.
Με τον τέταρτο λόγο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο ότι, κατά παραβίαση του άρθρου 10 παρ. 1 του Οργανισμού Προσωπικού της αναιρεσίβλητης, έκρινε ως μη υπερέχοντα καταδήλως τον αναιρεσείοντα έναντι των συναδέλφων του Α και Γ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, σύμφωνα με όσα αναφέρονται πιο πάνω κατά τη διερεύνηση του πρώτου λόγου.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε ότι έναντι του Δ ο αναιρεσείων δεν υπερείχε καταφανώς, σύμφωνα με τα αναλυτικώς εκτιθέμενα σ' αυτή. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 1, 3, 9 και 13 καθώς και το άρθρο 6 παρ. 6 του Οργανισμού της αναιρεσίβλητης και άρα ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ απορρέων πέμπτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.
Ως προς την εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αιτίαση περί μη λήψεως υπόψη των εισηγήσεων της Γενικής Διευθύνσεως της αναιρεσίβλητης αναφορικώς με την προαγωγή του Δ, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται (δηλαδή η μη λήψη υπόψη των ως άνω εισηγήσεων) δεν περιέχεται στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής, απαραδέκτως δε προτείνεται για πρώτη φορά με την έφεση του αναιρεσείοντος (άρθρα 527 και 562 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Ως προς τις αιτιάσεις περί ευθείας, άλλως εκ πλαγίου παραβιάσεως του άρθρου 10 παρ. 1, 6, 9 και 13 του Οργανισμού Προσωπικού της αναιρεσίβλητης, εξαιτίας της μη συμπληρώσεως 3ετίας κατά την προαγωγή του του Δ σε προηγούμενο βαθμό και συγκεκριμένα από το βαθμό του Τμηματάρχη Β στο βαθμό του Τμηματάρχη Α', ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές του Εφετείου, στις οποίες περιλαμβάνονται και τα στοιχεία των ανωτέρω αιτιάσεων, δεν παρεβιάσθηκαν, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, οι ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου.
Ως προς την εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ αιτίαση, ο λόγος αυτός είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρονται τα μη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά στοιχεία. Ως προς τις εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 και 9 απορρέουσες αιτιάσεις, ο ίδιος λόγος ταυτίζεται με τις αντίστοιχες αιτιάσεις του πρώτου λόγου και συνεπώς παρέλκει η εκ νέου εξέτασή του.
Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο ναι μεν αναφέρει ότι, σε σχέση με την προαχθείσα Ε, η αγωγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, πλην όμως στην κρίση του αυτή κατέληξε κατόπιν ουσιαστικής διερευνήσεως της διαφοράς, γεγονός που σημαίνει ότι η απόρριψη αυτή έγινε κατ' ουσίαν. Επομένως, ο έκτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο ότι παρά το νόμο απέρριψε την αγωγή σε σχέση με την ως άνω προαχθείσα, είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται επί ανακριβούς προϋποθέσεως.
Οι αποδιδόμενες με το πρόσθετο αναιρετήριο αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθ. 1, 8 και 9 ΚΠολΔ ταυτίζονται με τις διαλαμβανόμενες στο κύριο αναιρετήριο αιτιάσεις και ως εκ τούτου παρέλκει η εκ νέου εξέτασή τους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-9-2007 αίτηση και το από 28-8-2008 πρόσθετο αναιρετήριο του Χ περί αναιρέσεως της 5936/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ