Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding evidence and res judicata violations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's decision, rejecting all additional grounds for review. The appellants argued that the lower court erred by omitting crucial document excerpts and failed to consider nine specific pieces of evidence submitted during the appeal, while also claiming a violation of res judicata. The court ruled these arguments inadmissible because the omitted evidence was never formally requested in the lower instance and the res judicata claim lacked the necessary factual basis for the lower court to have examined it.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 11, 16 C.P.D.; An appeal ground is inadmissible if the contested evidence was not formally requested in the lower instance or if the res judicata claim lacks the prerequisite that the lower court examined the existence of the res judicata.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1788 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1788/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1) Χ2 Δικηγόρου, κατοίκου Αθηνών, 2) Χ3, οι οποίοι συνεχίζουν την παρούσα δίκη ως νόμιμοι κληρονόμοι της ήδη αποβιώσασας την 5-3-2004 ...., η οποία είχε υπεισέλθει στην παρούσα δίκη ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αρχικού αναιρεσείοντος Χ1, 3) .... και 4) ...., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικού αναιρεσείοντος Χ1. Η 1η παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα της ως δικηγόρου και εκπροσώπησε τους 3ο και 4ο αναιρεσείοντες και ο 2ος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων-καλούντων: 1)..... και 2) ....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Βλαχογιάννη.
Κοινοποιούμενη η κλήση και στις, κατά δήλωσή τους συγκληρονόμους από την πατρική γραμμή του αρχικού αναιρεσείοντος Χ1, ..... και ....., οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-10-1990 αγωγή της Χ2, τότε προσωρινής ειδικής επιτρόπου του Χ1, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν: η 20/1991 πράξη και οι αποφάσεις 28/1997 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 692/1999 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της παραπάνω αποφάσεως ζήτησαν ο αρχικώς αναιρεσείων Χ1 με την από 5-3-2000 αίτησή του και στην συνέχεια οι αναιρεσείοντες, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ανωτέρω, με τους από 15-10-2001 προσθέτους λόγους αναιρέσεως και εκδόθηκε η 1540/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη.
Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με τις από 15-12-2002 και 1-6-2004 κλήσεις τους και εκδόθηκαν οι αποφάσεις 495/2004 και 790/2005 αντίστοιχα του Αρείου Πάγου, οι οποίες κήρυξαν τη συζήτηση απαράδεκτη. Ήδη επανέρχεται η συζήτηση της πιο πάνω αιτήσεως αναιρέσεως με την από 23 Μαίου 2006 κλήση των αναιρεσειόντων-καλούντων και την από 6 Ιανουαρίου 2007 κλήση των αναιρεσιβλήτων-καλούντων.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω, πλην του 2ου αναιρεσείοντος, ο οποίος δεν παραστάθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 5-11-2001 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη Νικολάου Γεωργίλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως καθώς και των πρόσθετων λόγων αυτής.
Η πρώτη αναιρεσείουσα για τον εαυτόν της ατομικά και ως πληρεξούσια των λοιπών παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, από την έκθεση επιδόσεως ..... του δικαστικού επιμελητού στο Πρωτοδικείο Βόλου ....., την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσίβλητοι, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 6.1.2007 κλήσεως προς συζήτηση, κατά την προαναφερομένη δικάσιμο, της από 5.3.2000 αιτήσεως αναιρέσεως της 692/1999 αποφάσεως του Εφετείου Λαρίσης, επιδόθηκε με την επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων προς τον δεύτερο εκ των αναιρεσειόντων Χ3 ως καθολικό διάδοχο του αρχικώς αναιρεσείοντος ενάγοντος Χ1. Ο ανωτέρω διάδικος καθού η κλήση Χ3 δεν εμφανίσθηκε κατά την συζήτηση, η οποία, επομένως, πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία του, κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ..
ΙΙ. Επειδή, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε λάθος ως προς την ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά έχει με αποτέλεσμα να καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, στηρίζοντας το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή, κατά κύριο λόγο, στο κατ' αυτόν τον τρόπο, παραμορφωθέν περιεχόμενο του εγγράφου.
Αντίθετα, ο ανωτέρω λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα από την συνεκτίμηση περισσοτέρων αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και το επίμαχο έγγραφο, χωρίς τούτο να εξαίρεται ιδιαιτέρως. (ΑΠ 22/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο μόρφωσε το αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο αρχικώς ενάγων αναιρεσείων Χ1 κατά τον χρόνο των επίμαχων πωλήσεων δεν έπασχε από διαρκή ή παροδική πνευματική ασθένεια που να του στερεί την χρήση του λογικού, στα αναφερόμενα σ' αυτή αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων και έγγραφα) και δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του νευρολόγου - ψυχιάτρου ......, που διορίσθηκε πραγματογνώμονας σε άλλη δίκη για τη θέση του ενάγοντος υπό δικαστική αντίληψη, την οποία έκθεση συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και την ανέφερε ως μη αντιστρατευομένη προς τις παραδοχές του.
Με τον μοναδικό λόγο που περιέχεται στο κύριο δικόγραφο της ενδίκου αναιρέσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του προαναφερομένου εγγράφου δια της παραλείψεως κρισίμου περικοπής της. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙΙ. Επειδή, κατά το άρθρο 11 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ πρόσθετο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στην αίτηση αναιρέσεως εννιά αποδεικτικά μέσα (από .... βεβαίωση - πιστοποιητικό του ψυχιάτρου Βόλου ...., την από .... βεβαίωση του Αιγινητείου Νοσοκομείου κ.λ.π.), με το αναφερόμενο λεπτομερώς περιεχόμενο, τα οποία ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε. Όπως, όμως, προκύπτει από τις προτάσεις του αναιρεσείοντος στο Εφετείο Λαρίσης, ο τελευταίος δεν επικαλέσθηκε τα ως άνω αποδεικτικά μέσα και επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάισμος.
IV. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.16 ΚΠολΔ που ορίζει ότι ο λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει ότι το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση διαδίκου, ερεύνησε περί της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και για το λόγο αυτό δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξή του. Εξάλλου, το δεδικασμένο λαμβάνεται μεν υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 332 ΚΠολΔ, πλην όμως δεν αφορά τη δημόσια τάξη και ως εκ τούτου δεν μπορεί να προταθεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου (ΟλΑΠ 1339/1985). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε το δεδικασμένο που απορρέει από την απόφαση 571/1991 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, που εκδόθηκε κατά την εκουσία δικαιοδοσία και με την οποία ο αρχικά αναιρεσείων ενάγων τέθηκε υπό δικαστική αντίληψη (δικαστική επικουρικκή συμπαράσταση). Όπως, όμως, προκύπτει από την αναιρεσιβαλόμενη απόφαση το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την έρευνα της υπάρξεως ή μη δεδικασμένου, παραχθέντος από την εν λόγω απόφαση. Επομένως, ο πρόσθετος αυτός λόγος αναιρέσεως, ερειδόμενος επί εσφαλμένης ουσιαστικής προϋποθέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5.3.2000 αίτηση για αναίρεση της απόφασης 692/1999 του Εφετείου Λάρισας καθώς και τον από 15.10.2001 πρόσθετο αυτής λόγο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό εβδομήντα (1.170) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4.7.2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιουλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ