Supreme Court allows appeal against final judgment for failure to include co-owner in property transfer contract.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court accepted the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's final decision regarding a property dispute. The appellant argued that the lower court erred by interpreting Article 793 of the Civil Code, which requires the co-owner's consent for transferring specific property shares. The court found this interpretation flawed because the transfer did not include the co-owner, violating the statutory requirement for joint ownership distribution.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576, 568, 498, 226 of the Code of Civil Procedure; Article 793 of the Civil Code: The Supreme Court must examine appeals against final judgments and may accept them if the lower court misinterpreted mandatory provisions requiring the participation of all co-owners in property transfers.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1787 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1787/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία Γκούμα, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις, 2) Π. Μ. του Χ. και της Α., συζ. Δ. Μ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-2009 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 2-1-2010 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32489/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1708/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-10-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον και ο α' αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Μπιτσακάκη ανέγνωσε την από 23-8-2024 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αθανασίου Θεοφάνη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 29-10-2015 αίτηση αναίρεσης με την οποία προσβάλλεται η με αριθμό 1708/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης (Τμήμα Δ) , που εκδόθηκε κατά την εκουσία δικαιοδοσία, αντιμωλία των διαδίκων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495, 552, 553, 556, 558, 560, 564 παρ.1, 566παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1, 2 και 3, 568 παρ. 1 και 498 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει εάν ο απών διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση ή, όταν την επισπεύδει άλλος, εάν αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εξάλλου κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ` και δ` Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 575 παρ. 1 εδ. β` Κ.Πολ.Δ.), αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων υπό την προϋπόθεση ότι ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο ή είχε νόμιμα παραστεί κατά την ίδια δικάσιμο, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του, καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο (Κ.Πολ.Δ. 573, Α.Π. 1522/2021, ΑΠ 61/2020, ΑΠ 110/2020, ΑΠ 251/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την με αριθμό ...-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Η. Κ. Τ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης κατά της με αριθμό 1708/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 17-5-2023, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος που επισπεύδει την συζήτηση, προς την δευτέρα των αναιρεσιβλήτων. Η τελευταία, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το πινάκιο, στο οποίο η εγγραφή ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, ούτε κατέθεσε κατ' άρθρο 242 Κ.Πολ.Δ. δήλωση μη παράστασης της κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία της, σαν να ήταν αυτή παρούσα (Κ.Πολ.Δ. 568 παρ. 4 , 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Η προσβαλλόμενη απόφαση κατ' επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής: Με την από 10-4-2009 αίτησή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, οι αιτούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, επικαλούμενοι ότι δυνάμει των αναφερομένων τίτλων κτήσης (συμβολαίου πώλησης και γονικής παροχής αντίστοιχα) έχουν καταστεί συγκύριοι, κατά ποσοστό 280/640.450 ή 0,043719259% εξ αδιαιρέτου του περιγραφομένου ακινήτου (βοσκότοπου) εκτάσεως 640.450 τ.μ.
που βρίσκεται στη θέση "Τσεπίτς Κισλά" Πυλαίας Θεσσαλονίκης, το οποίο καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά φύλλα του Εθνικού Κτηματολογίου, που έχει υπαχθεί η ανωτέρα περιοχή ως έξι γεωτεμάχια με τα αναφερόμενα ΚΑΕΚ (6) και ότι επειδή παρέλειψαν να δηλώσουν εμπροθέσμως στο πλαίσιο των δηλώσεων των κτηματολογικών εγγραφών το ως άνω δικαίωμά της κυριότητάς τους στο μείζον γεωτεμάχιο, καταχωρήθηκε εσφαλμένα στα οικεία κτηματολογικά βιβλία ως "αγνώστου ιδιοκτήτη" σε καθένα από τα προαναφερόμενα ΚΑΕΚ, ζήτησαν να αναγνωριστεί η κυριότητά τους στο ανωτέρω εξ αδιαιρέτου ποσοστό, να διορθωθούν οι ως άνω ανακριβείς πρώτες εγγραφές και να εγγραφεί το δικαίωμά της κυριότητάς τους επί των ως άνω γεωτεμαχίων εκ του ενιαίου ακινήτου, έκτασης 640.450 τ.μ.
Επίσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου την από 2-1-2010 κύρια παρέμβασή του, στρεφόμενο κατά των άνω αιτούντων- αναιρεσιβλήτων με την οποία ισχυριζόμενο ότι το ίδιο είναι κύριο του όλου επιδίκου (και με την αίτηση) ακινήτου των 640.450 τ.μ., καθόσον αυτό αποτελούσε, ήδη επί Τουρκοκρατίας και αποτελεί και σήμερα χορτολιβαδική έκταση σύμφωνα με το σχετικό από το έτος 2009 έγγραφο της Δ/νσης Δασών Θεσσαλονίκης και ως τέτοιο έχει περιέλθει στο ίδιο δικαιώματι πολέμου, άλλως κύριο αυτού (επιδίκου) κατά ποσοστό 1/8 ή 12,50% εξ αδιαιρέτου, καθότι τούτο εμπίπτει σε τμήμα ανταλλάξιμου κτήματος Α.Κ. 12820, με έκταση 5.213.543 στρέμματα το οποίο καταλήφθηκε ως ανταλλάξιμο με το 3388/27.3.1030 πρωτόκολλο κατάληψης κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου ως ανήκον στους ανταλλαγέντες αναφερόμενους μουσουλμάνους, που εξουσίαζαν την ευρύτερη έκταση του βοσκότοπου κατά το ως άνω ποσοστό δυνάμει των 362 Οκτωβρίου 1322(1906) και 465 Ιουνίου 1315 (1899) τίτλων του τουρκικού κτηματολογίου Θεσσαλονίκης, ζήτησε να απορριφθεί η κύρια αίτηση, να αναγνωριστεί η κυριότητά του επί των επιδίκων ακινήτων, να διορθωθούν σχετικά οι ανακριβείς πρώτες εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία των αναφερομένων έξι ΚΑΕΚ και να καταχωρηθεί αντί του εσφαλμένου "άγνωστος" αυτό ως κύριος κατά ποσοστό 100%, άλλως κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 32489/2010 οριστική του απόφαση, αφού συνεκδίκασε τα εν λόγω δικόγραφα, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε ως μη νόμιμο το αναγνωριστικό της κυριότητας αίτημα της αίτησης, έκρινε κατά τα λοιπά νόμιμη την αίτηση και την κύρια παρέμβαση, με τη διαφοροποίηση ότι η επικουρική βάση της τελευταίας (ως προς το ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου) έχει το χαρακτήρα αυτοτελούς αίτησης για το λόγο ότι το δικαίωμα κυριότητας που επικαλείται το Ελληνικό Δημόσιο, δεν συμπίπτει με το δικαίωμα που επικαλούνται οι αιτούντες και ακολούθως απέρριψε την κύρια παρέμβαση και τη σωρευόμενη αυτοτελή αίτηση και δέχθηκε την αίτηση ως κατ' ουσίαν βάσιμη.
Μετά την άσκηση εκ μέρους του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου της από 28-12-2010 έφεσης και των από 8-3-2013 πρόσθετων λόγων αυτής, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμ. 1708/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης (Τμήμα Δ) με την οποία αφού συνεκδικάστηκαν τα ως άνω δικόγραφα αντιμωλία των διαδίκων και κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
Κατά τα άρθρα 1-3 του οθωμανικού "Νόμου περί των γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (έτους εγίρας)/1856 οι γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες: α) Τις γαίες καθαρής ιδιοκτησία ("mulk", "arazi-i memluke") (οικόπεδα, οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κτλ), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβιβάσεως, β) τις δημόσιες γαίες ("arazi-i empiriye") (τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο οθωμανικό δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσιάσεως ("tassaruf"), γ) τις αφιερωμένες γαίες ("arazi-i mevkufe"), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες ("arazi-i metruke") (δημόσιοι δρόμοι, πλατείες κτλ), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο οθωμανικό δημόσιο, και ε) τις νεκρές γαίες ("arazi-i mevat") (βουνά, ορεινά και πετρώδη μέρη, αδέσποτα), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε, δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο οθωμανικό δημόσιο.
Με τα πρωτόκολλα του Λονδίνου της 22-2/3-2-1830 "Περί Ανεξαρτησίας της Ελλάδος", 4/16-6-1830 και 19-6/1-7-1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίστηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των οθωμανών στην Ελλάδα, ορίζεται, σε συνδυασμό με την από 27-6/9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα στα κτήματα των οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 3-2-1830) και είχε δημεύσει κατά τη διάρκεια αυτού, καθώς και σε εκείνα, τα οποία, κατά τον χρόνο της υπογραφής των άνω τριών πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα οθωμανούς, πρώην κυρίους τους, οι οποίοι αποχώρησαν, και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του νόμου της 21-6/3-7-1837 "Περί διακρίσεως κτημάτων", περιερχόμενα, κατά το άρθρο 16 αυτού, στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου.
Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση "δικαιώματι πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατέχονταν μόνο από τους οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και τα κατέλαβε είτε διαρκούντος του πολέμου, είτε ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.4 του ν. 147/1914 "Περί της εν ταις προσαρτωμέναις χώραις εφαρμοστέας νομοθεσίας και της δικαστικής αυτών οργανώσεως", στις περιοχές οι οποίες βρίσκονταν προηγουμένως κάτω από την άμεση επικυριαρχία του οθωμανικού κράτους εισάγεται εν γένει η Ελληνική αστική νομοθεσία πλην όμως διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις περί γαιών, οι οποίες ρύθμιζαν τα σχετικά με την κτήση δικαιωμάτων ιδιωτικής φύσεως επ' αυτών, ενώ οι δικαιοπραξίες γι' αυτά συντελούνται εφεξής κατά τους Ελληνικούς νόμους. Στην κατηγορία των προσαρτώμενων χωρών ανήκει και η Μακεδονία, στην οποία, από την 1-2-1914, άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 36 πρ.3 του ίδιου ως άνω νόμου (147/1914- Φ.Ε.Κ. Α` 25 της 1-2-1914), η Ελληνική νομοθεσία.
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του Εισ.Ν.Α.Κ., η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, που έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του Α.Κ., κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο κατά τον οποίο έγιναν τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την κτήση αυτών, ενώ η προστασία τους διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του Α.Κ.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 του οθωμανικού "Νόμου περί των γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (έτους εγίρας)/1856 , του οποίου οι διατάξεις, που ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως σ' αυτές, διατηρήθηκαν σε ισχύ στις προσαρτώμενες χώρες, με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του ν 147/1914, "Άρθρο 3. Δημόσιαι γαίαι εισί τα χωράφια, λειμώνες, χειμάδια, θέρετρα (θεριναί βοσκαί), δάση και παραπλήσια, των οποίων η ιδιοκτησία ανήκει εις το δημόσιον. ... ." (βλ.
και άρθρα 4, 9, 12, 34 και 49 του ίδιου νόμου). Η παραχώρηση στους ιδιώτες των παραπάνω ακινήτων, τα οποία αποτελούν την κατηγορία των δημόσιων γαιών ("arazi-i empiriye"), γίνεται με τη χορήγηση από το δημόσιο εγγράφου τίτλου, ονομαζόμενου ταπίο ("tapu"), το οποίο φέρει το μονόγραμμα ("τουρά", "τουγράς", "tugra) του σουλτάνου, με το οποίο παρέχεται σ' αυτούς δικαίωμα, όχι κυριότητας, αλλά διηνεκούς εξουσιάσεως ("tassaruf"), αντικείμενο της οποίας είναι η αναφερόμενη στον τίτλο χρήση του εδάφους.
Εξαίρεση του κανόνα ότι μόνο με τίτλο (ταπίο) αποκτάται το δικαίωμα εξουσιάσεως για ορισμένη χρήση των δημόσιων γαιών καθιερώνει το άρθρο 78 του ίδιου παραπάνω "Νόμου περί των γαιών", σύμφωνα με το οποίο, εάν κάποιος καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσιες και αφιερωμένες γαίες για δέκα (10) έτη, χωρίς αμφισβήτηση, αποκτά δικαίωμα εγκαταστάσεως και είτε έχει έγκυρο τίτλο, είτε δεν έχει, οι γαίες δεν θεωρούνται σχολάζουσες, αλλά δίδεται σ' αυτόν δωρεάν νέος τίτλος.
Από το σαφές περιεχόμενο της παραπάνω διατάξεως, του άρθρου μόνου της ερμηνευτικής εγκυκλίου του Υπουργείου Δικαιοσύνης της 28ης Σεφέρ 1304 "Περί του δικαιώματος εγκαταστάσεως επί των δασών", του άρθρου 13 του νόμου "Περί ταπίων" της 8ης Δζεμάζηλ - αχίρ 1275, του άρθρου 2 των διασαφητικών διατάξεων (περί ταπίων) της 15ης Σαμπάν 1276, αλλά και του συνόλου των διατάξεων του "Νόμου περί των γαιών" (ειδικότερα των άρθρων 9, 30, 71), συνάγεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση του δικαιώματος αυτού της μόνιμης εγκαταστάσεως είναι όχι μόνο η συνεχής επί δέκα (10) έτη κατοχή, αλλά και η ταυτόχρονη καλλιέργεια της γης.
Επομένως, η διάταξη του άρθρου 78 έχει εφαρμογή μόνο επί καλλιεργήσιμων γαιών και όχι επί οικοπέδων και κήπων, έστω και αν καλλιεργούνται με κηπευτικά και με οπωροφόρα δένδρα, ούτε επί των λοιπών δημόσιων γαιών (λειμώνων, δασών, χειμερινών και θερινών (δηλαδή βοσκοτόπων) και παρόμοιων τόπων), οι οποίες εξουσιάζονταν μόνο με έκδοση έγγραφου τίτλου (ταπίου) κατ' εφαρμογήν και των άρθρων 2 και 3 των οδηγιών της 23 Μουχαρέμ 1923 "Περί εξελέγξεως τίτλων δασών" (Α.Π. 426/2023, Α.Π. 24/2020, Α.Π. 1204/2014, Α.Π. 1122/2008).
Περαιτέρω, με το διάταγμα υπ` αριθμ. 2468/1... "Περί ρυθμίσεως των εννόμων σχέσεων επί των κατά τους οθωμανικούς Νόμους δημοσίων γαιών" της Προσωρινής Κυβερνήσεως της Θεσσαλονίκης (άρθρα 1 και 2 αυτού), το οποίο κυρώθηκε με τον ν. 1072/1... "Περί επεκτάσεως καθ' άπαν το Κράτος των υπ' αριθμ. 2466, 2467, 2468, 2469 και 2470 διαταγμάτων της Προσωρινής Κυβερνήσεως περί του αγροτικού ζητήματος", καταργήθηκε, κατά βάση, ο θεσμός των δημόσιων γαιών του οθωμανικού δικαίου.
Από της ισχύος του ως άνω διατάγματος, δηλαδή, από τις 20-5-1..., ως προς τους καλλιεργούμενους και μόνο αγρούς, το δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως ("τεσσαρούφ", "tassaruf") μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους και οριστικής κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου, του υπολοίπου 1/5 εξ αδιαιρέτου παραμείναντος στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ ο ν. 2052/1920 ("Αγροτικός Νόμος") επανέλαβε στα άρθρα 49 επόμ.
τις διατάξεις του διατάγματος υπ' αριθμ. 2468/1.... Στη συνέχεια, με τα άρθρα 101 - 104 του διατάγματος της 11/12-11-1929 ("Περί διοικήσεως Δημοσίων Κτημάτων"), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4226/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του ν. 1540/1938 ("Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί διοικήσεως των Δημοσίων Κτημάτων νομοθεσίας"), παραχωρήθηκε στους ιδιοκτήτες των 4/5 και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου και έτσι αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως έγιναν καθ` ολοκληρίαν κύριοι του ακινήτου, χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών.
Η κυριότητα δε όλων των λοιπών κατηγοριών δημόσιων γαιών, με την απελευθέρωση των προσαρτώμενων χωρών, κατά το έτος 1912, περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο δικαιώματι πολέμου βάσει διεθνών συνθηκών (άρθρο 60 παρ.1 της Συνθήκης της Λωζάνης της 24-7-1923 που κυρώθηκε με το από 25-8-1923 διάταγμα - Φ.Ε.Κ. Α`238/25-8-1923), σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 7 και 27 της από 10-6-1930 Συμφωνίας μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, που υπεγράφη στην Άγκυρα και κυρώθηκε με τον ν. 4793/1930 "Περί κυρώσεως της μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας Συμφωνίας περί τρόπου εφαρμογής της εν Λωζάννη υπογραφείσης Συμβάσεως περί ανταλλαγής Ελληνοτουρκικών πληθυσμών και της υπ αριθ. 9 Δηλώσεως" και της από 21-6-1924, συμπληρωματικής της VIII/7-12-1923, αποφάσεως της μικτής επιτροπής ανταλλαγής πληθυσμών και με τις διατάξεις του οθωμανικού νόμου περί γαιών που διατηρήθηκε σε ισχύ, όπως παραπάνω αναφέρεται.
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 1000, 1113, 1033, 369, 785, 787, 793, 798 και 799 Α.Κ. συνάγεται ότι δεν είναι δυνατή η υπό του συγκυρίου διάθεση της ιδανικής του μερίδας σε συγκεκριμένο μέρος του κοινού πράγματος προς άλλον, αφού έτσι δημιουργείται χωριστή κυριότητα επί μέρους αυτού, χωρίς προηγούμενη συμφωνία μεταξύ όλων των συγκυρίων, η οποία επί ακινήτων για να είναι έγκυρη απαιτείται να υποβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και να υποβληθεί σε μεταγραφή.
Σαφώς τυγχάνει ότι η τέτοια διάθεση ιδανικής μερίδας είναι άκυρη (Α.Π. 507/2013).
Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 798 του Αστικού Κώδικα, η λύση της κοινωνίας επέρχεται με διανομή, για την οποία σύμφωνα με το επόμενο άρθρο (799 Α.Κ) απαιτείται συμφωνία όλων των κοινωνών. Η εξώδικη (εκούσια) διανομή του κοινού πράγματος, είναι σύμβαση μεταξύ όλων των κοινωνών, η οποία έχει ως αντικείμενο της την αμοιβαία μεταβίβαση των μερίδων τους, έτσι ώστε καθένας από αυτούς να αποκτήσει πλήρες δικαίωμα σε συγκεκριμένο τμήμα του κοινού πράγματος.
Για την κατάρτιση της σύμβασης αυτής, απαιτείται υποχρεωτικά η σύμφωνη γνώμη όλων των κοινωνών, επειδή η διανομή δεν αφορά τον τρόπο διοίκησης του επικοίνου, ώστε να μπορεί να ρυθμιστεί με απόφαση της πλειοψηφίας, αλλά άπτεται της ίδιας της ύπαρξης της έννομης σχέσης της κοινωνίας, καθόσον με αυτή ανατρέπεται η κατ' ιδανικά μερίδια ένταξη του δικαιώματος με την αμοιβαία μεταβίβαση των μερίδων των κοινωνών, έτσι ώστε καθένας από αυτούς να αποκτήσει πλήρες δικαίωμα σε συγκεκριμένο τμήμα του όλου κοινού πράγματος Γι' αυτό αν η σύμβαση δεν καταρτισθεί μεταξύ όλων των κοινωνών, είναι άκυρη (Α.Π 551/1975).
Οι ανωτέρω διαπιστώσεις δεν ανατρέπονται από το ότι με την διάταξη του άρθρου 793 εδάφιο α του Α.Κ, επιτρέπεται η διάθεση ιδανικού μεριδίου από κάθε κοινωνό. Διότι διαφορετικό είναι το ζήτημα της αμοιβαίας διάθεσης ιδανικών μεριδίων μεταξύ κοινωνών, χωρίς πάντως, στην περίπτωση αυτή να περιλαμβάνεται και η δυνατότητα μεταβίβασης συγκεκριμένου μέρους του κοινού πράγματος , ώστε να συνιστάται αυτοτελής και ανεξάρτητη ιδιοκτησία στο συγκεκριμένο μέρος του κοινού (Α.Π 1265/1976) και διαφορετικό η λύση της κοινωνίας για την οποία απαιτείται η σύμπραξη όλων των κοινωνών.
Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1εδάφ. α` Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, δηλαδή αν προσδόθηκε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006 Α.Π. 422/2021)
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση ( Α.Π. 953/2023, ΑΠ 203/2023, ΑΠ 2109/2022, ΑΠ 559/2020).
Οι παραδοχές, στις οποίες το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στήριξε την εκφερθείσα κρίση του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι, οι ακόλουθες: "Σε εκτέλεση της από 10-1-1923 Συμβάσεως περί Ανταλλαγής Ελληνοτουρκικών πληθυσμών και της από 21-6-1924 αποφάσεως της δια της Συμβάσεως εκείνης Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής, τέθηκαν στη διάθεση της Ελληνικής Κυβέρνησης οι υπό των ανταλλαξίμων μουσουλμάνων εγκαταλειφθείσες περιουσίες, δια δε των από 10-6-1930 Ελληνοτουρκικών Συμφωνιών, που κυρώθηκαν με το Ν. 4793/1930, οι περιουσίες αυτές περιήλθαν στην πλήρη κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου.
Το Ελληνικό Δημόσιο, στην προσπάθεια δημιουργίας ενιαίου οργανισμού διαχείρισης των περιουσιών αυτών, συνήψε ειδικές συμφωνίες με την Εθνική Τράπεζα, με τις οποίες ορίστηκε ότι εκχωρούντο στην τράπεζα αυτή όλα εν γένει τα δικαιώματα τα οποία είχε αποκτήσει το Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει των ως άνω συμφωνιών.
Προς διασφάλιση της όλης προσπάθειας ορίστηκε ότι η Εθνική Τράπεζα από της σ' αυτήν παράδοσης ακινήτων ως ανταλλαξίμων, καθίστατο νομέας αυτών. Η υπό της Εθνικής Τράπεζας διαχείριση της ανταλλάξιμης περιουσίας έληξε από της ισχύος του Α.Ν. 1909/1939 "Περί αναλήψεως υπό του Κράτους της διαχειρίσεως των εν Ελλάδι κτημάτων των ανταλλαξίμων Μουσουλμάνων", και το έργο αυτό ανατέθηκε πλέον στην Υπηρεσία Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων (Υ.Δ.Α.Μ.Κ).
Στις 27-3-1930, οι Θ. Δημήτογλου και Γ. Μεταξάς, υπάλληλοι του Κεντρικού Γραφείου Ανταλλαγής, με το με αριθμό 3388/27-3-1930 Πρωτόκολλο Κατάληψης (βλέπε και Πίνακα Περιγραφής Κτήματος Α.Κ. 12820) κατέλαβαν ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου βοσκότοπου κείμενου στην τοποθεσία "Τσεπίτς - Κισλά", ως περιουσία των ανταλλάξιμων Οθωμανών Χασάν Φεβζή Βέη, Μεχμέτ Τζεμίλ Βέη και Ιχσάν Βέη, γιών του Ιμπραχίμ Ναμίκ Βέη.
Οι τελευταίοι "εξούσιαζαν" τον βοσκότοπο σε ποσοστό 1/3 του 1/8 έκαστος δηλ. συνολικά το 1/8 και οι τρεις μαζί, δυνάμει των 465 μηνός Ιουνίου 1315(1899) και 362 μηνός Οκτωβρίου 1322 (1906) οθωμανικών τίτλων (ταπίων). Ο βοσκότοπος, πάντα κατά το Πρωτόκολλο Κατάληψης, φέρεται ως έχων έκταση 3.000 οθωμανικών στρεμμάτων, ορίζεται δε, Ανατολικά με Λάκκο Μονής Παντελεήμονος και εκείθεν με την κατεύθυνση του λάκκου, Βόρεια με οδό Χορτιάτη, Δυτικά με λάκκο Ιρέκ Δερέ και Νότια με Ασπρόπετρα (Ακτάς) και οδός Αρσακλή, η οποία καταλήγει στη Μονή Παντελεήμονος.
Σύμφωνα με το Πρωτόκολλο Κατάληψης, το υπόλοιπο της έκτασης των 3.000 στρεμμάτων ανήκει σε διαφόρους συνιδιοκτήτες Καπουτζηδιανούς (κατοίκους Πυλαίας) και από την έκταση αυτή τα 2.500 στρέμματα είναι καλλιεργήσιμα, μέρος δε αυτής χρησιμοποιείται ως Λατομεία και το υπόλοιπο είναι χερσότοπος. Το υπόλοιπο ποσοστό της εν λόγω έκτασης των 3.000 παλαιών στρεμμάτων ανήκει - βάσει των 29, 30, 31 μηνός Νοεμβρίου έτους 1299 (1883) και 83 μηνός Ιανουάριου έτους 1289 (1874) τίτλων [ταπίων] - στους Θ.
γιό Μ., Ν. γιο Κ. και Γ. γιό Μ. το 1/8 και τα υπόλοιπα 6/8 στους Χ. - Α. Α., Θ. Μ., Ν. Κ., Χ. - Σ. Τ., Π. Χ. - Μ. και Κ. Θ. Με το υπ' αριθμ. ...-1930 Πρωτόκολλο Παράδοσης - Παραλαβής, που υπογράφουν οι Μ. Κ., Διευθυντής του Κεντρικού Γραφείου Ανταλλαγής, και Π. Ι., Διευθυντής του Υποκαταστήματος Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Ε.Τ.Ε.), έγινε, στις 17-5-1930, η παράδοση του Ανταλλάξιμου Κτήματος από το Κεντρικό Γραφείο Ανταλλαγής στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Ε.Τ.Ε).
Στο Πρωτόκολλο καταγράφεται το ακίνητο με την ονομασία "Τσεπίτς -Κισλά", βοσκότοπος έκτασης 3.000 στρεμμάτων και ποσοστό κυριότητας το 1/8. Στις 10-5-1935 ο βοσκότοπος "Τσεπίς - Κισλά" χαρτογραφείται υπό κλίμακα 1:5000 από την Τεχνική Υπηρεσία της Ε.Τ.Ε., οποία υπήρξε διαχειρίστρια της Ανταλλάξιμης Περιουσίας. Το ως άνω ακίνητο, στις 11-7-1948 κτηματολογείται και λαμβάνει τον αριθμό Α.Κ. 12820 ως Ανταλλάξιμο Κτήμα ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου (Υπουργείο Οικονομικών) σε ποσοστό 1/8.
Η ανωτέρω συνολική έκταση των 640.450 τ.μ., στη θέση "Τσεπίς - Κισλά", που στην τουρκική γλώσσα σημαίνει χειμερινή βοσκή, χρησιμοποιείτο από την εποχή της τουρκοκρατίας, αλλά και κατά το χρόνο εισαγωγής της ελληνικής νομοθεσίας στις Νέες Χώρες (1914), ως χειμερινή βοσκή, την οποία εξουσίαζαν συνεχώς, με βάση τουρκικούς τίτλους ιδιοκτησίας (ταπιά), που ήταν καταχωρημένοι στο τουρκικό κτηματολόγιο, οι παρακάτω: 1) Ι.
Μ. Β., μουσουλμάνος υπήκοος, κατά το 1/8 ή 3/24 εξ αδιαιρέτου, βάσει του με αριθμό 79 Ελληνικού έτους 1874 ταπίου και, στη συνέχεια, οι 3 γιοι του Χ. Φ. Β., Μ. Τ. Β. και Ι. Β. Οι 3 τελευταίοι "εξουσίαζαν" τον άνω βοσκότοπο σε ποσοστό 1/3 του 1/8 έκαστος δηλ. συνολικά το 1/8 και οι τρεις μαζί, δυνάμει των 465 μηνός Ιουνίου 1315(1899) και 362 μηνός Οκτωβρίου 1322 (1906) οθωμανικών τίτλων (ταπίων).
Το δικαίωμα αυτό εξουσιάσεως περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο και καταχωρήθηκε στο κτηματολόγιο της Δ.Α.Π. Θεσσαλονίκης, στις 11-7-1948, ως ανταλλάξιμη περιουσία και έλαβε, όπως προαναφέρθηκε, Αριθμό Κτήματος (Α.Κ.) 12820, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 του από 3-2-1830, άρθρου μόνου του από 4/16-6-1830 και άρθρου 1 του από 19-6/1-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, με τα οποία αναγνωρίστηκε η ύπαρξη της Ελλάδος ως ανεξαρτήτου κράτους και κανονίστηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου στο μέλλον με τις προηγούμενες ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, και του άρθρου 60 της από 24-7-1923 Συνθήκης της Λωζάνης, που υπογράφηκε μεταξύ των Συμμάχων Δυνάμεων και της Τουρκίας και κυρώθηκε με το Ν.Δ. 25/25-8-1925, 2) α) Α.
Χ. ή Χ., β) Θ. Μ. Α., γ) Ν. Κ. ή Κ., δ) Τ. Χ. ή Χ., ε) Π. Χ. ή Κ. ή Ρ. και στ) Κ. Θ. ή Π. κατά ποσοστό 3/24 εξ αδιαιρέτου καθένας απ' αυτούς, δυνάμει του με αριθμό 83 τουρκικού έτους 1289 (καθ' ημάς 1873) ταπίου. 3) Ο δεύτερος των ανωτέρω Θ. Μ. Α. επιπλέον και κατά ποσοστό 1/24 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του από 29 μηνός Νοεμβρίου τουρκικού έτους 1299 (καθ' ημάς 1883) ταπίου. 4) Ο τρίτος των ανωτέρω Ν.
Κ. ή Κ. επιπλέον και κατά ποσοστό 1/24 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του από 30 μηνός Νοεμβρίου 1299 τουρκικού έτους (καθ' ημάς 1883) ταπίου και, τέλος, 5) ο Γ. Μ. ή Μ. κατά ποσοστό 1/24 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του από 31 μηνός Νοεμβρίου 1299 (καθ' ημάς 1883) τουρκικού έτους ταπίου. Οι ως άνω υπό στοιχεία 2 έως και 5 αναφερόμενοι Έλληνες εξουσίαζαν, συνεπώς, κατά συνολικό ποσοστό 21/24 εξ αδιαιρέτου την εν λόγω έκταση των 640.450 τ.μ., στη θέση "Τσεπίς - Κισλά".
Το δικαίωμα εξουσιάσεως των προαναφερομένων μετατράπηκε σε δικαίωμα πλήρους και αμετάκλητης κυριότητας ποσοστού 4/5 εξ αδιαιρέτου επί του ποσοστού των 21/24 εξ αδιαιρέτου του κτήματος, στη συνέχεια δε περιήλθε αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου των 21/24 εξ αδιαιρέτου του κτήματος στους παραπάνω συνιδιοκτήτες, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο ΙΙβ νομική σκέψη.
Ποσοστό 81,01% εξ αδιαιρέτου της προαναφερθείσας εκτάσεως, συνολικού εμβαδού 640.450 τ.μ., που αντιστοιχεί σε 518.866 τ.μ., αγόρασε ο Ν. Π. κατά έτη 1964 - 1966, από τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους των παραπάνω συγκυριών αυτής, και ειδικότερα: α) με το υπ'αριθμ. ...-1965 συμβόλαιο του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δ.
Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο 387 με αριθμό 373, του μεταβιβάστηκε σε εκτέλεση του με αριθμό .../1964 προσυμφώνου αυτού, ποσοστό 55,90% εξ αδιαιρέτου των 500.000 τ.μ., εκ του μείζονος ακινήτου, που αντιστοιχεί σε 279.500 τ.μ., β) με το υπ' αριθμ. .../1965 συμβόλαιο του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γ.
Λ., που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 416 και με αριθμό 129 των ίδιων βιβλίων μεταγραφών, του μεταβιβάστηκε ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου από έκταση 615.130 τ.μ., του μείζονος ακινήτου, που αντιστοιχεί σε 153.782,5 τ.μ., γ) με το υπ' αριθμ. .../1965 συμβόλαιο του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 445 και με αριθμό 180 των ίδιων βιβλίων, του μεταβιβάστηκε ποσοστό 55,79% εξ αδιαιρέτου από έκταση 115.130 τ.μ.
εκ του μείζονος ακινήτου, που αντιστοιχεί σε 64.231 τ.μ., δ) με το υπ' αριθμ. .../1966 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 469 και με αριθμό 71 των ανωτέρω βιβλίων μεταγραφών, του μεταβιβάστηκε ποσοστό 0,00140 της κοινής έκτασης εμβαδού 615.130 τ.μ., που αντιστοιχεί σε 861,8 τ.μ., ε) με το υπ' αριθμ. .../1965 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 445 και με αριθμό 181 των ίδιων βιβλίων, του μεταβιβάστηκε ποσοστό 55,93% εκ της έκτασης 25.320 τ.μ.
του μείζονος ακινήτου, που αντιστοιχεί σε 14.161,4 τ.μ. και στ) με το υπ' αριθμ. ....1966 προσύμφωνο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γ. Λ., τα τέκνα των Β. και Ε. Κ. υποσχέθηκαν να του μεταβιβάσουν ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου εκ της έκτασης των 25.320 τ.μ., του μείζονος ακινήτου, που αντιστοιχεί σε 6.330 τ.μ., που είχαν αγοράσει οι γονείς τους με τα με αριθμούς .../1928 και .../1930 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι.
Π., που μεταγράφηκαν νόμιμα. Αμέσως, με την υπογραφή του προσυμφώνου αυτού οι ως άνω πωλητές παρέδωσαν λόγω πωλήσεως στο Ν. Π. τη συννομή κατά το ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό του ακινήτου, του οποίου την κυριότητα υποσχέθηκαν να μεταβιβάσουν. Από της μεταβιβάσεως των ακινήτων αυτών κατά κυριότητα, νομή και κατοχή ο Ν.
Π. τα κατείχε και τα νεμόταν, συνεχώς και αδιαλείπτως, με διάνοια κυρίου κατά συνολικό ποσοστό 81,01% εξ αδιαιρέτου. Σκοπός του Ν. Π., που ήταν πρόεδρος του Οργανισμού Πολεμιστών Ν. 751, το οποίο αριθμούσε 1.561 μέλη, περίπου, ήταν να δημιουργήσει στην αγορασθείσα έκταση οικισμό (ιδιωτική ρυμοτόμηση), να κατατμήσει το ακίνητο αυτό σε μικρότερα τμήματα και στη συνέχεια να τα πωλήσει κυρίως στα μέλη του.
Έτσι, ο Ν. Π., εν συνεχεία, πώλησε και μεταβίβασε σε τρίτους, μέλη το παραπάνω οργανισμού, με συμβολαιογραφικά έγγραφα, νομίμως μεταγραφέντα, την κυριότητα ποσοστών εξ αδιαιρέτου του μείζονος ακινήτου και μάλιστα κατά το πλείστον ποσοστό 280/640.450 εξ αδιαιρέτου ή πολλαπλάσιο ή υποπολλαπλάσιο τούτου, αφού προηγουμένως είχε εκδοθεί η υπ' αριθμ. .../1966 άδεια της Διεύθυνσης Γεωργίας της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, ενώ, ακολούθως, αυτός προχώρησε και σε διανομή της εκτάσεως αυτής και, αφού αφαίρεσε διαιρετό τμήμα 80 στρεμμάτων, που αντιστοιχεί στο ποσοστό συγκυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου το οποίο απέδωσε στη Δ.Α.Π., χωρίς, όμως, τη συναίνεση και τη συμμετοχή της τελευταίας, περιέφραξε την υπόλοιπη έκταση και παρέδωσε σε καθένα από τους αγοραστές τη χρήση διαιρετού τμήματος, χωρίς όμως οι τελευταίοι καθώς και οι ειδικοί και καθολικοί διάδοχοί τους, να απωλέσουν, έως και σήμερα, τη συννομή τους επί του μείζονος ακινήτου που τους παρέδωσε ο Ν.
Π., καθόσον ίδρυσαν το σύλλογο Κηπούπολη, με σκοπό τη δημιουργία οικισμού στην περιοχή και εκμισθώνουν σε τρίτους τμήματα της συνιδιοκτησίας τους κοντά στην περιφερειακή οδό για διαφημιστικούς σκοπούς, δεντροφυτεύουν την περιοχή, έχουν δημιουργήσει ιδιωτικούς ασφαλτοστρωμένους δρόμους, εποπτεύουν την περιοχή, την φροντίζουν, την καθαρίζουν κλπ.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με το με αριθμό ....1967 συμβόλαιο πώλησης του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γ. Λ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στον τόμο 511 και με αύξοντα αριθμό 470, ο Ν. Π. μεταβίβασε στον Χ. Κ. του Π. ποσοστό 280/640.450 εξ αδιαιρέτου εκ του ως άνω μείζονος ακινήτου.
Στη συνέχεια αυτός με το με αριθμό ...-1978 συμβόλαιο πώλησης του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στον τόμο 1045 και με αύξοντα αριθμό 29, μεταβίβασε το ως άνω ποσοστό κυριότητας εξ αδιαιρέτου επί του μείζονος επιδίκου ακινήτου στον πρώτο εφεσίβλητο - αιτούντα, Α.
Κ. Επίσης, ο ίδιος παραπάνω πωλητής Ν. Π. με το με αριθμό ....1967 συμβόλαιο πώλησης του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γ. Λ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στον τόμο 509 και με αύξοντα αριθμό 457, μεταβίβασε στον Χ. Μ. του Ζ., πατέρα της δεύτερης εφεσίβλητης - αιτούσας, ποσοστό 280/640.450 εξ αδιαιρέτου εκ του ως άνω μείζονος ακινήτου.
Στο συμβόλαιο αυτό (3ο φύλλο 2η σελίδα στην αρχή) αναφέρεται ότι η όλη έκταση προορίζεται για τους πολεμιστές, στους οποίους κατά προτίμηση θέλει μεταβιβασθεί και αξιοποιηθεί βάσει σχεδίων της Γενικής Συνομοσπονδίας Πολεμιστών Ελλάδος Ν. 751/1836 και ότι ο αγοραστής, αποδεχόμενος αυτό, δέχεται όπως, ευθύς ως καταστεί εφικτό, αιρουμένων των κωλυμάτων, προσέλθει στην κατάρτιση διανεμητηρίου συμβολαίου δια την περιέλευση σ' αυτόν ενός διηρημένου αγροτεμαχίου (οικοπέδου) κατ' αναλογία της από αυτόν αγοραζόμενης έκτασης των 280 τ.μ.
εξ αδιαιρέτου, από την οποία θα αφαιρεθεί κατ' αναλογία έκταση 25% έως 30% για τη δημιουργία οδών, πλατειών και λοιπών κοινόχρηστων χώρων, ήτοι καθαρού εμβαδού 360 έως 380 τετραγωνικών τεκτονικών πήχεων περίπου, προσδιορισθησομένου με κλήρωση που θα διενεργηθεί από Επιτροπή, οριζόμενη από τη Διοίκηση του Εθνικού Οργανισμού Πολεμιστών Ν. 751/1836 Βορείου Ελλάδος (τα προναφερθέντα περιλαμβάνονται σε όλα τα συμβόλαια πώλησης και τα με βάση αυτά μεταγενέστερα).
Το δικαίωμα αυτό κυριότητας κατά ποσοστό 280/640.450 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου μείζονος ακινήτου ο παραπάνω αγοραστής Χ. Μ. μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στην δεύτερη εφεσίβλητη - αιτούσα θυγατέρα του, δυνάμει του με αριθμό ....1990 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Λαγκαδά Π. Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο 1613 και με αύξοντα αριθμό 465.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι οι αιτούντες κατέστησαν με παράγωγο τρόπο συγκύριοι κατά ποσοστό 280/640.450 εξ αδιαιρέτου ή 0,043719259% ο καθένας από αυτούς του μείζονος ακινήτου των 640.450 τ.μ. Ο προβαλλόμενος με τον πρώτο πρόσθετο λόγο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι είναι άκυρες οι μεταβιβάσεις προς τον Ν. Π. και συνεπώς και οι προς τους δικαιοπαρόχους των αιτούντων γιατί αφορούν ιδανικά μερίδια επί διαιρετού τμήματος εμβαδού 640.450 τ.μ.
της μεγαλύτερης έκτασης του βοσκοτόπου και ήταν αναγκαία η σύμπραξη όλως των συγκυριών είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον είναι επιτρεπτή η μεταβίβαση ιδανικού μεριδίου επί τμήματος του ακινήτου, όταν τούτο αποχωρισθεί εκ του κοινού, το οποίο (κοινό) είναι δεκτικό μερισμού σε τεμάχια, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση και όπως έχει κριθεί με την υπ' αριθμ. 224/1979 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου επί ερωτήματος σχετικά με την προαναφερθείσα έκταση του άλλοτε βοσκότοπου "Τσεπίτς - Κισλά", που επικαλούνται και προσκομίζουν οι εφεσίβλητοι.
Εξάλλου, στα πλαίσια της δημιουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου ο Δήμος Πυλαίας του Νομού Θεσσαλονίκης, όπου βρίσκεται το επίδικο, υπήχθη στις διαδικασίες κτηματογράφησης, οι οποίες ήδη ολοκληρώθηκαν, ως ημερομηνία δε έναρξης ισχύος του θεσμού του Κτηματολογίου στην εν λόγω περιοχή ορίσθηκε, η 17-12-2007.
Το ανωτέρω ευρύτερο ακίνητο των 640.450 τ.μ. κατά τις αρχικές εγγραφές στο Κτηματολόγιο και στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Θεσσαλονίκης, έλαβε αρχικά Κ.Α.Ε.Κ. 191042810025/0/0, ενώ μετά την περαίωση της διαδικασίας της κτηματογράφησης και την επεξεργασία των στοιχείων της Β' ανάρτησης, το ως άνω αρχικό Κ.Α.Ε.Κ.
διασπάσθηκε σε δεκαπέντε (15) Κ.Α.Ε.Κ., έξι (6) εκ των οποίων είναι εν προκειμένω τα επίδικα, με συνολικό εμβαδόν τ.μ. 623.322 τ.μ , ήτοι 1) 191040803001/0/0 που αφορά έκταση 16.861 τ.μ., 2) 191042810025/0/0 που αφορά έκταση 423.222 τ.μ., 3) 191042818002/0/0 που αφορά έκταση 30.484 τ.μ., 4) 191042819001/0/0 που αφορά έκταση 12.223 τ.μ., 5) 191042820001/0/0 που αφορά έκταση 75.687 τ.μ.
και 6) 191042821001/0/0 που αφορά έκταση 64.845 τ.μ. (βλ. τα προσκομιζόμενα με αριθμό πρωτ. 954/2010 αντίγραφα αποσπασμάτων κτηματολογικών διαγραμμάτων των ως άνω γεωτεμαχίων). Κατά τις πρώτες εγγραφές το Ελληνικό Δημόσιο καταχωρήθηκε ως δικαιούχος κυριότητας των ως άνω γεωτεμαχίων κατά ποσοστό 12,50% εξ αδιαιρέτου, δηλαδή του ποσοστού που ανήκε στον ανταλλαγέντα μουσουλμάνο και περιήλθε στο ίδιο ως ανταλλάξιμη περιουσία (βλ.
τα προσκομιζόμενα με αριθμό πρωτ. 952/15.03.2010 πιστοποιητικά κτηματολογικών εγγραφών του Κτηματολογικού Γραφείου Θεσσαλονίκης) καθώς και διάφοροι άλλοι, στο δε υπόλοιπο ποσοστό 21,99278% συγκυριότητας καταχωρήθηκε ως δικαιούχος "άγνωστος". Αποδείχθηκε όμως, ότι οι αιτούντες, εκ παραδρομής, δεν δήλωσαν το ως άνω εμπράγματο δικαίωμά τους επί της παραπάνω ιδιοκτησίας τους στα αρμόδια γραφεία του Εθνικού Κτηματολογίου κατά το χρόνο των πρώτων εγγραφών, με αποτέλεσμα το ακίνητό τους, κατά το ως άνω ιδανικό μερίδιο για τον καθένα, να καταχωρηθεί στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Θεσσαλονίκης με τα παραπάνω έξι Κ.Α.Ε.Κ.
και να φέρεται ότι ανήκει κατά συγκυριότητα σε άγνωστο ιδιοκτήτη, ότι δηλαδή περιλαμβάνεται στο προαναφερθέν ποσοστό των ποσοστού 21,99278% εξ αδιαιρέτου, και όχι σ' αυτούς κατά ποσοστό 280/640.450 ή 0,043719259% εξ αδιαιρέτου για τον καθένα, με αποτέλεσμα να προσβάλλεται το δικαίωμα της συγκυριότητάς τους και συνεπώς υφίσταται έννομο συμφέρον τους για την άσκηση της υπό κρίση αίτησης...
Η αναφερόμενη στα άνω 6 Κ.Α.Ε.Κ. συνολική έκταση, είχε επί Τουρκοκρατίας το χαρακτήρα χειμερινής βοσκής, όπως προεκτέθηκε. Επ' αυτής είχαν αποκτήσει δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ) οι ως άνω απώτατοι δικαιοπάροχοι των αιτούντων και ήδη εφεσίβλητων, με βάση τους προαναφερθέντες τούρκικους τίτλους (ταπιά) και το δικαίωμα αυτό στη συνέχεια μετατράπηκε σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας, σύμφωνα με το διάταγμα 2468/1...
της προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης και τα άρθρα 101-104 του διατάγματος της 11/12.11.1929, όπως αυτά στη συνέχεια τροποποιήθηκαν. Ο προαναφερθείς Ν. Π. (απώτερος δικαιοπάροχος των αιτούντων και ήδη εφεσίβλητων), μεταβίβασε στους ως άνω Χ. Κ. και Χ. Μ. (δικαιοπαρόχους των εφεσίβλητων - αιτούντων), λόγω πώλησης, με τα προαναφερθέντα ....1967 και ....1967 οριστικά συμβόλαιο, ποσοστό 280/640.450 εξ αδιαιρέτου κτήματος - βοσκοτόπου στη θέση "Τσεπίς - Κισλά" στον κάθε αγοραστή και όχι δάσους ή δασικής έκτασης.
Ο ως άνω χειμερινός βοσκότοπος "Τσεπίς - Κισλά" δεν ήταν ποτέ δάσος ή δασική έκταση και αυτό προκύπτει: α) από τους προαναφερθέντες τούρκικους τίτλους (ταπιά) των απώτερων δικαιοπαρόχων των αιτούντων και ήδη εφεσίβλητων, στους οποίους αναγράφεται ο χαρακτήρας της εν λόγω έκτασης ως βοσκή ή βοσκότοπος, β) από το προαναφερόμενο 3.388/27.03.1930 Πρωτόκολλο Καταλήψεως, σύμφωνα με το οποίο κατελήφθη το 1/8 βοσκοτόπου έκτασης 3.000 στρεμμάτων, στην τοποθεσία "Τσεπίτς - Κισλά" και καταχωρήθηκε ως ανταλλάξιμη περιουσία με Αριθμό Κτήματος (Α.Κ.) 12820, με την επισήμανση σ' αυτό (Πρωτόκολλο) ότι το υπόλοιπο της έκτασης ανήκει σε διάφορους συνιδιοκτήτες Καπουτζηδιανούς και ότι από την έκταση αυτή τα 2.500 περίπου στρέμματα είναι καλλιεργήσιμα, μέρος αυτής χρησιμοποιείται ως λατομεία και το υπόλοιπο μέρος είναι χερσότοπος, γ) από το με αριθμό πρωτ. ...-1966 έγγραφο του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, απευθυνόμενο σε 37 κατοίκους Πυλαίας, ως συνιδιοκτήτες εξ αδιαιρέτου του βοσκότοπου "Τσεπίς - Κισλά", με το οποίο απευθύνει πρόσκληση σ' αυτούς να μεταβούν στο Γραφείο Δ.Α.Π.
Θεσσαλονίκης για να προβούν σε εξώδικο διανομή του βοσκότοπου αυτού, σε έκταση 615.130 τ.μ., ανήκοντος κατά ποσοστό 1/8 ή 12,5% εξ αδιαιρέτου στη Δ.Α.Π. (ακίνητο 12820), κατά ποσοστό 80,90% εξ αδιαιρέτου στο Ν. Π., εξ αγοράς από τους τέως συνιδιοκτήτες του ποσοστού αυτού και κατά ποσοστό 6,60% εξ αδιαιρέτου στους αναφερόμενους στο έγγραφο αυτό 37 κατοίκους Πυλαίας, δ) από την με αριθμό πρωτ. ...-1966 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, κοινοποιηθείσα και στο Υπουργείο Γεωργίας, εκδοθείσας κατόπιν της από 28-6-1966 σχετικής αίτησης του Ν.
Π., με την οποία επιτρέπει στον τελευταίο, αίροντας τις σχετικές απαγορεύσεις του Ν. 3250/1924, να πωλήσει ελευθέρως το σ' αυτόν ανήκον 81% ποσοστό εξ αδιαιρέτου μερίδιο εκτάσεως 615 περίπου στρεμμάτων, αποτελούσης μέρος βοσκότοπου αποκαλούμενου "Τσεπίτς -Κισλά" του χωρίου Πυλαίας, ε) την κατάθεση του από την πλευρά του παρεμβαίνοντος εξετασθέντος δεύτερου μάρτυρος Κ.
Κ. στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ο οποίος ρητά αναφέρει ότι το Δημόσιο θεωρεί ότι είναι κύριο στην ενιαία έκταση κατά ποσοστό 1/8 και στ) από την από 24-5-2011 Έκθεση πραγματογνωμοσύνης των Ρ. Π., Αγρονόμου - Τοπογράφου Μηχανικού και Τ. Σ., Δασολόγου - Περιβαλλοντολόγου, που διενεργήθηκε σε εκτέλεση της με αριθμό 23.526/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και αφορά τα αυτά ως άνω έξι Κ.Α.Ε.Κ., και περί του δασικού ή όχι χαρακτήρα των γεωτεμαχίων των εν λόγω Κ.Α.Ε .
Η δίκη αυτή διανοίχθηκε μετά από αίτηση 140 φυσικών προσώπων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ζήτησαν να διορθωθούν οι σχετικές αρχικές εγγραφές στα έξι Κ.Α.Ε.Κ. που αφορούν και την προκειμένη διαφορά, στα οποία είχαν δικαίωμα συγκυριότητας και είχαν καταχωρηθεί σ' αυτά "άγνωστος ιδιοκτήτης" και στην οποία δίκη παρενέβη κυρίως, όπως και εν προκειμένω, το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο επικαλούμενο δική του κυριότητα επί των γεωτεμαχίων των εν λόγω Κ.Α.Ε.Κ., ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση των ανωτέρω και να διαταχθεί η διόρθωση της εσφαλμένης εγγραφής "άγνωστος ιδιοκτήτης" και να καταχωρηθεί αυτό ως κύριο επί των γεωτεμαχίων των εν λόγω έξι Κ.Α.Ε.Κ.
καθ' όλο το ποσοστό (αθροιστικώς) συγκυριότητας των αιτούντων. Η ως άνω από 24-5- 2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η οποία είναι πλήρως αναλυτική και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, γι' αυτό και αποδεκτή από το παρόν Δικαστήριο, καταλήγει στο συμπέρασμα, ως προς το χαρακτήρα του κτήματος "Τσεπίτς - Κισλά" και ειδικότερα της έκτασης των έξι ως άνω Κ.Α.Ε.Κ., με εφαρμογή των αρχικών τούρκικων τίτλων, φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών των ετών 1945, 1969, 1980, 1998 και του Ορθοφωτοχάρτη 2008 καθώς και των Ορθοφωτοχαρτών 2008 της "ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ Α.Ε", ότι 1) οι εγγραφές του Τουρκικού Κτηματολογίου υπ' αρ. 79,80,81,82,83 και 84 μηνός Ιανουάριου 1289 (1874) είναι έγκυροι τίτλοι (ταπιά) και αφορούν μεταβίβαση ακινήτων αιτία πωλήσεως, δεν είναι φορολογικές εγγραφές, ούτε και αφορούν απλή παραχώρηση δικαιώματος βοσκής, αλλά αποτελούν έγκυρο τίτλο ιδιοκτησίας, και ότι καμία αναφορά δεν γίνεται - στα έγγραφα που ελήφθησαν υπόψη από τους πραγματογνώμονες - για ύπαρξη "δάσους" ή ακόμη και ύστερη μεταβολή βοσκοτόπου σε δάσος, ή αγρού σε δάσος και το αντίστροφο, 2) ότι η συγκεκριμένη περιοχή δεν υπήρξε ποτέ δασική, ούτε προστατευτική, ούτε κηρύχθηκε αναδασωτέα ή απαλλοτριωτέα, ενώ εξαιρέθηκε της Αναδασωτέας έκτασης του Ν.
Θεσσαλονίκης από την Δ/νση Δασών (2.328/12-11-1973 απόφαση Νομάρχη) και 3) ότι δεν εμφανίζει στοιχεία δασικού χαρακτήρα ούτε στις Α/Φ του 1945, αλλά και στις μεταγενέστερες, ενώ, αντιθέτως, παρουσιάζει μέχρι σήμερα διαχρονικά στοιχεία συνεχόμενης ανθρωπογενούς δραστηριότητας, άλλοτε μικρότερων επεμβάσεων και άλλοτε εντονότερων δράσεων, έχει σαφή χαρακτηριστικά όρια, χωρίς βλάστηση ικανή από το είδος και το ποσοστό της για τον χαρακτηρισμό της και ότι δεν υπάγεται στις προστατευτικές διατάξεις της δασικής νομοθεσίας του Ν.998/79 (όπως ισχύει με το Ν. 3208/2003).
Δηλαδή, πλήρως αποδείχθηκε ότι τα επίμαχα έξι Κ.Α.Ε.Κ., με αριθμούς 191042810025, 191042821001, 191042820001, 191042818002, 191042819001, 191040803001, έκτασης 423.222, 64.845, 75.687, 30.484, 12.223, 16.861 τ.μ., αντιστοίχως, που αποτελούν μέρος του άλλοτε βοσκότοπου "Τσεπίτς - Κισλά", ουδέποτε υπήρξαν δάση ή δασικές εκτάσεις. Τα ανωτέρω στοιχεία δεν αναιρούνται και συνεπώς δεν μπορεί να στηριχθεί αντίθετη κρίση α) από την με πλημμελή αιτιολογία από 26-4-2010 Έκθεση Αυτοψίας και Φωτοερμηνείας της δασολόγου του Δασαρχείου Θεσσαλονίκης Ε.
Α. και του δασοπόνου Σ. Κ., β) από την από 7-10-2011 έκθεση σχολιασμού του τοπογράφου μηχανικού Δ. Κ. επί της προαναφερόμενης πραγματογνωμοσύνης, γ) τα με αριθμούς πρωτ. 4.163/12-1-2009 και 7.801/7-5-2009 έγγραφα της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης, που περιλαμβάνουν αόριστα την άποψη της εν λόγω υπηρεσίας για το ιδιοκτησιακό καθεστώς και δ) τις από 4-11-2009 (αναφέρεται στις προτάσεις ως 2-9-2009) και 6-5-2009 εκθέσεις έρευνας των υπαλλήλων της εν λόγω υπηρεσίας για τα επίδικα ακίνητα, ενόψει της υπό κρίση αίτησης, στις οποίες ενώ γίνεται αναφορά στο ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου που ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο και αποτελεί το ανταλλάξιμο κτήμα Α.Κ. 12820, καθώς και στο αγορασθέν ποσοστό της όλης έκτασης από τον Ν.
Π., καταλήγουν στο αυθαίρετο συμπέρασμα "Το ποσοστό ιδιοκτησίας των αιτούντων 280,00 τ.μ. επί των 640450 τ.μ. δεν ισχύει διότι δεν λήφθηκαν υπόψη: 1. το ποσοστό ιδιοκτησίας της Ανταλλάξιμης περιουσίας 12,5%, 2.το ποσοστό συνιδιοκτησίας 6.71% που δεν γνωρίζουμε σε ποιους ανήκει και 3. οι εκτάσεις των ρεμάτων και των αντιδιαβρωτικών ζωνών", καθόσον όπως προεκτέθηκε το Ελληνικό Δημόσιο καταχωρήθηκε ως δικαιούχος κυριότητας των ως άνω γεωτεμαχίων κατά ποσοστό 12,50% εξ αδιαιρέτου και οι αιτούντες ζητούν την διόρθωση προκειμένου το δικαίωμα κυριότητας τους να συμπεριληφθούν στο εξ αδιαιρέτου ποσοστό 21,99278/1000, που καταχωρήθηκε ως άγνωστου ιδιοκτήτη και είναι διαφορετικό από το προαναφερθέν δικαίωμα του Δημοσίου, αφού οι διάδικοι είναι συγκύριοι εξ αδιαιρέτου του αυτού ακινήτου με διάφορα ποσοστά ο καθένας.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι με σωρεία δικαστικών τελεσίδικων αποφάσεων του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκαν επί αγωγών άλλων ιδιωτών συγκυριών του επίδικου ακινήτου, οι οποίοι επίσης είχαν αγοράσει ποσοστό 280/640.450 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου ακινήτου από το Ν. Π., έχει κριθεί ότι μόνο το 1/8 του επιδίκου ακινήτου περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο ως ανταλλάξιμη περιουσία ....
Χαρακτηριστικά στην προαναφερθείσα με αριθμό 397/1996 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους αναφέρονται τα παρακάτω: "Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό του Δημοσίου περί του ότι τα επίδικα εμπίπτουν σε ευρύτερη έκταση που έχει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα δασικής έκτασης, κατά την έννοια του νόμου 998/1979, δεν αποδείχθηκε βάσιμος.
Όπως αναφέρεται και στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για πρώτη φορά το Δασαρχείο Θεσσαλονίκης το έτος 1983 ισχυρίστηκε ότι η έκταση αυτή είναι δασική, ενώ το Γραφείο Δ.Α.Π. Θεσσαλονίκης με τα υπ' αριθμ. πρωτ. Δ.Α. 2467/76, Δ.Α. 3317/79, Π. 4673/83 έγγραφά του προς τον Πρόεδρο της Συνομοσπονδίας Πολεμιστών Ελλάδος Ν. 751, συναινούσε για την εξώδικη διανομή της κοινής έκτασης, προκειμένου να λάβει το αναλογούν στο Δημόσιο 1/8 εξ αδιαιρέτου ποσοστό του ανταλλάξιμου κτήματος κλπ." ... .
Επίσης, σε δύο αναδασώσεις, που έλαβαν χώρα αντίστοιχα τα έτη 1935 και 1973, η μείζονα έκταση εμβαδού 640.450 τ.μ. εξαιρέθηκε.
Εξάλλου, ο αγρονόμος τοπογράφος μηχανικός Α. Ζ., ο οποίος ορίσθηκε πραγματογνώμονας με την υπ' αριθμ. 27.144/1995 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στην από 28-2-1996 πραγματογνωμοσύνη του γνωμοδότησε ότι η όλη έκταση "Τσεπίτς - Κισλά" κατά το έτος 1914 και πριν ήταν καλλιεργήσιμη και δεν καλύπτονταν με δάσος ή με δασική κάλυψη, ενώ ο τεχνολόγος τοπογράφος μηχανικός Ν.
Π., ο οποίος ορίσθηκε πραγματογνώμονας με την υπ' αριθμ. 11.248/1994 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στην από 18-12-1994 πραγματογνωμοσύνη του γνωμοδότησε ότι όλη η έκταση "Τσεπίτς - Κισλά" είναι τέως βοσκή και πουθενά δεν αναφέρει ότι καλυπτόταν από δασική βλάστηση. Οι προβαλλόμενοι με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο έφεσης ισχυρισμοί του εκκαλούντος ότι α) οι προαναφερθέντες τούρκικοι τίτλοι των απώτατων δικαιοπαρόχων των εφεσίβλητων - αιτούντων με αριθμούς 79, 81 και 83 μηνός Ιανουάριου 1289 (1873), 29-31 μηνός Νοεμβρίου 1299 (1883) δεν αποτελούν έγκυρους τίτλους - ταπιά αλλά οι εν λόγω αριθμοί αποτελούν αύξοντες αριθμούς των Κτηματολογικών Βιβλίων Πρακτικών (στοιχ. 2α), β) ότι επί δεκαετίες μετά τις προαναφερθείσες εγγραφές δεν διαπιστώνεται η κατάρτιση δικαιοπραξίας για τη μεταβίβαση του δικαιώματος εξουσιάσεως, ότι και αν υπήρξε εξουσίαση αυτή εγκαταλείπεται σταδιακά από τα μέσα της δεκαετίας του 1880, είτε από τους ίδιους, είτε από τους κληρονόμους τους [στοιχ. 2β] και γ) ότι από την εγγραφή 794 στο βιβλίο Μουσφετέ 1907 προκύπτει η ανυπαρξία κατόχου - εξουσιαστή της επίδικης έκτασης "Τσεπίτς - Κισλά" (η αναφορά του γειτονικού αυτής βοσκότοπος "Ακτσέ", εγγραφή 795, δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω και αλυσιτελώς αναφέρεται), υποδηλώνει ότι οι φερόμενοι απώτατοι δικαιοπάροχοι του Ν.
Π., ακόμη και αν εξούσιαζαν δυνάμει ταπίων κατ' ιδανικά μερίδια τη βοσκή του "Τσεπίτς - Κισλά", είχαν σε κάθε περίπτωση απολέσει οριστικά το δικαίωμα εξουσιάσεως, είτε λόγω μη καταβολής του οφειλόμενου δασμού για τρία χρόνια, είτε λόγω μη χρήσης της βοσκής για το ίδιο διάστημα, με τους οποίους αμφισβητείται το πρώτον η εγκυρότητα των τούρκικων τίτλων (στην πρωτόδικη δίκη και δη στη κύρια παρέμβασή του το εκκαλούν προέβαλλε ότι η επίδικη έκταση είναι δασική, άλλως ανταλλάξιμη κατά το 1/8), παραδεκτά όμως προβάλλονται στην παρούσα δίκη, εφόσον ενώπιον του εφετείου μπορούν να υποβληθούν και νέοι ισχυρισμοί, κατά το άρθρο 765 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Τούτο δε διότι ί) όπως παραπάνω αποδείχθηκε οι εν λόγω τίτλοι (ταπιά) αποτελούν έγκυρους τούρκικους τίτλους εξουσιάσεως της χειμερινής βοσκής "Τσεπίτς - Κισλά", γεγονός που και στην από 10.10.2011 γνωμοδότηση της Ευγενίας Κερμελή, αναπληρώτριας καθηγήτριας του τμήματος Ιστορίας του Πανεπιστημίου Bilkent ΆγκυραςΤουρκίας, που επικαλείται και προσκομίζει στη παρούσα δίκη το εκκαλούν, γίνεται δεκτό, παρότι αμφισβητούνται αρχικά ως tapu senedi (πράξεις γης), αφού στη συνέχεια ρητά αναφέρεται ότι ".. .ισοδυναμούν με νόμιμα ταπιά παραχώρησης δικαιώματος εξουσιάσεως και είναι παράλληλα αποδεικτικά φορολογικών υποχρεώσεων..." (βλ.
σελ 15 συμπέρασμα της γνωμοδότησης), ίί) από κανένα αποδεικτικό στοιχείο προέκυψε η επικαλούμενη εγκατάλειψη της έκτασης από τα μέσα της δεκαετίας του 1880, είτε από τους ίδιους τους εξουσιαστές, είτε από τους κληρονόμους τους, καθόσον τα ως άνω προβαλλόμενα (υπό στοιχ. β') στηρίζονται μόνο στην ανυπαρξία μεταβιβάσεων μετά την έκδοση των ταπίων και στο συμπέρασμα της προαναφερθείσας γνωμοδότησης στην οποία αναφέρεται επί λέξει: "... .
Είναι δύσκολο να αποφανθεί κανείς, με βάση τα στοιχεία που μου προσκομίστηκαν, εάν μετά το 1883 το δικαίωμα του τασσαρούφ των 7/8 του Τσεπίς χειμαδιού εξακολουθούσε να βρίσκεται στα χέρια των χριστιανών κατόχων. Για τους κληρονόμους του Ι. Ν. Μ. υπάρχει η αναφορά... . Για τους υπόλοιπους συγκατόχους δεν φαίνεται καμιά περαιτέρω εκχώρηση, ούτε καν σε περίπτωση θανάτου... .", χωρίς όμως το εν λόγω συμπέρασμα να θεμελιώνεται σε πραγματικά γεγονότα, παρά μόνο στην ανυπαρξία μεταβιβάσεων, περιστατικό όμως που δεν αναιρεί την εγκυρότητα των εν λόγω τούρκικων τίτλων και iii) το γεγονός ότι μετά την έκδοση των ως άνω τούρκικων τίτλων, που ήταν αποδεικτικοί της εξουσίασης του βοσκότοπου, κατά τα προεκτεθέντα και αποδέχεται και η προαναφερθείσα στη παραπάνω γνωμοδότησή της, δεν υφίστανται εγγραφές κατόχων ή εξουσιαστών κατά την καταγραφή του βοσκοτόπου κατά την σύνταξη του Μουσφετέ 1907 [εγγραφή 794] για τη περιοχή της Θεσσαλονίκης, δεν μπορεί να στηρίξει την άποψη ότι οι εν λόγω τίτλοι έπαυσαν να ισχύουν, καθόσον τα αναφερόμενα στο συμπέρασμα της ίδιας ως άνω γνωμοδότησης ότι από την ισχύ του νόμου Σεπτεμβρίου 1902, ότι οι δικαιούχοι τεσσαρούφ θα έπρεπε εντός πέντε (5) ετών να καταγράψουν επισήμως το δικαίωμά τους (τεσσαρούφ) και να αποκτήσουν τίτλο (tapu senedi), είναι αβάσιμα, αφού δεν προκύπτει ότι η εν λόγω διάταξη αφορούσε και τους έχοντες προηγουμένως ταπί, αλλά από το ως άνω περιεχόμενό της (που περιλαμβάνεται στην γνωμοδότηση), σαφώς προκύπτει ότι αναφέρεται σε όσους δεν διέθεταν σχετικό τίτλο (ταπί), αλλά απλώς δικαίωμα εξουσιάσεως.
Ενόψει των προεκτεθέντων, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος - κυρίως παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου ότι τα επίδικα γεωτεμάχια αποτελούσαν δάσος ή δασική έκταση και ως τέτοιο περιήλθε στην κυριότητά του, κατά ποσοστό 100%, δικαιώματι πολέμου, που επαναφέρεται με τον μοναδικό λόγο της έφεσης και τον τρίτο πρόσθετο λόγο, δεν αποδείχθηκε βάσιμος, ενώ ο έτερος ισχυρισμός του ότι περιήλθε στην κυριότητά του με έκτακτη χρησικτησία από το 1912, άλλως από το 1945 (ισχυρισμό που το πρώτον προβάλλει με τους πρόσθετους λόγους έφεσης) κατά τα υπ' αυτού υποστηριζόμενα στηρίζεται στην προϋπόθεση ότι τα επίδικα αποτελούν δασική έκταση, γεγονός όμως που δεν αποδείχθηκε, ενώ αντίθετα αποδείχθηκε ότι στα επίδικα, που αποτελούσαν βοσκότοπο, έχουν δικαίωμα συγκυριότητας οι αιτούντες κατά ποσοστό 280/640.450 ή 0,043719259% ο καθένας, το οποίο απέκτησαν κατά τον προαναφερόμενο παραγωγό τρόπο. ..." Κατ' ακολουθία των ανωτέρω απέρριψε την έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ότι δηλαδή ήταν δυνατή και έγκυρη η, υπό των αναφερομένων καθολικών και ειδικών διαδόχων των αρχικών συγκυρίων κατά ποσοστό λιγότερο των 21/24 εξ αδιαιρέτου, του μείζονος ακινήτου (βοσκότοπου) των 3.000 οθωμανικών στρεμμάτων (5.213.543 σημερινών στρεμμάτων), διάθεση δια μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας ποσοστού εξ αδιαιρέτου της ιδανικής τους μερίδας σε συγκεκριμένο (διαιρετό αυτοτελές και ανεξάρτητο) τμήμα αυτού εκτάσεως 640.450 τ.μ., στον απώτερο δικαιοπάροχο των αιτούντων- αναιρεσίβλητων Ν.
Π., χωρίς την προηγούμενη έγγραφη δια συμβολαιογραφικού εγγράφου νομίμως μεταγραφέντος συμφωνία και του, κατά ποσοστό 3/24 εξ αδιαιρέτου, συγκυρίου του όλου αυτού ακινήτου, αναιρεσείοντος και έγκυρη ακολούθως και η μεταβίβαση ποσοστού 280/640.450 του τμήματος αυτού των 640.450 τ.μ. στους δικαιοπαρόχους των αιτούντων- αναιρεσίβλητων και εν συνεχεία στους ίδιους με τα αναφερόμενα συμβόλαια, χωρίς να έχει συμβληθεί σε αυτά το Ελληνικό Δημόσιο, συγκύριο του όλου ακινήτου και χωρίς να έχει προηγηθεί της συντάξεως των άνω συμβολαίων νόμιμη εξώδικη διανομή μεταξύ όλων των συγκυρίων του επίδικου ακινήτου, παραβίασε ευθέως την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 793 Α.Κ., όπως η έννοιά της αναλύθηκε στην οικεία νομική σκέψη που προαναφέρθηκε, δια της εσφαλμένης ερμηνείας αυτής.
Επομένως είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την ως άνω πλημμέλεια ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 793 Α.Κ. επικαλούμενο ότι οι μεταβιβαστικές δικαιοπραξίες προς τους αιτούντες δεν επέφεραν το σκοπούμενο αποτέλεσμα δηλαδή τη μεταβίβαση της (συγ)κυριότητας συγκεκριμένου επιμέρους τμήματος του όλου ακινήτου, εφόσον στις συμβάσεις αυτές, όπως και στις προηγηθείσες μεταβιβαστικές προς τον απώτερο δικαιοπάροχό τους Ν.
Π. συμβάσεις, δεν συμβλήθηκε και το Ελληνικό Δημόσιο, συγκύριο του όλου ακινήτου. Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου της, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αυτής, καθόσον η αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός στο σύνολο τη προσβαλλομένης με την αναίρεση αποφάσεως, καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή τους (Α.Π. 1509/2022, 1682/2022, 309/2019).
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του αναιρεσείοντος, οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα αυτού, τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191παρ.2 Κ.Πολ.Δ. 22 παρ.1, 3 του ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./8-12-1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ.
Β` 11/20-1-1993) που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 5παρ.12 του ν. 1738/1987). κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 1708/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ