Legislator Case Law & Legislation
1787/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding unpaid overtime wages not challenged on appeal.

Case Number 1787/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's judgment awarding the employee 18,445 euros in unpaid overtime wages. The employer argued the appeal should have been allowed because the lower court failed to consider specific arguments regarding the calculation of these wages. The court rejected this claim, ruling that the overtime wage claim constituted a distinct subject matter that was never challenged via the appeal, thereby preventing its review at the appellate level.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648 and 669 of the Civil Code; Article 559, paragraph 8 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the specific claim for overtime wages was not raised as a separate subject matter in the appeal, precluding its examination by the Supreme Court.

Keywords

AI generated
overtime wages appeal admissibility distinct subject matter procedural dismissal labor dispute Supreme Court separate claim

Cited Legislation

AI generated
Articles 648 and 669 of the Civil Code
Article 1 and 3 of Law 2112/1920
Article 5 of Law 3198/1955
Article 652 of the Civil Code
Article 559, paragraph 8 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1787 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1787/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1'Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα - Ξένου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Σ.Σ. Ε.Π.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Γεωργίας Παπαγεωργίου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Χ. Π. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Κωνσταντίνας Καλουπάκη - Σταυρίδη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1447/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5135/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 4-6-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δουρουκλάκης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 648 και 669 ΑΚ, 1 και 3 ν. 2112/1920 και 5 ν. 3198/1955, η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία. Η καταγγελία μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, συναγόμενη από ορισμένη συμπεριφορά αυτού που καταγγέλλει τη σύμβαση. Σιωπηρή καταγγελία, από την πλευρά του εργοδότη, συνιστά και η άρνησή του να δεχθεί την εργασία, την οποία προσηκόντως του προσφέρει ο εργαζόμενος, όταν η άρνηση συνοδεύεται από περιστάσεις, από τις οποίες αναμφίβολα προκύπτει η δήλωσή του για λύση της σύμβασης.

Στην περίπτωση της άμεσης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει ολόκληρη την αποζημίωση που οφείλεται στον μισθωτό όπως αυτή καθορίζεται από τον ν. 2112/1920. Στην περίπτωση, που δεν καταβληθεί η δεν καταβληθεί προσηκόντως η από το νόμο προβλεπόμενη αποζημίωση, ο μισθωτός δικαιούται, α) να επικαλεσθεί την ακυρότητα της καταγγελίας και, ως εκ τούτου, την υποχρέωση του εργοδότη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, καταβάλλοντας σ` αυτόν το νόμιμο ή συμβατικό μισθό, β) να ζητήσει την καταβολή της αποζημιώσεως.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 652 Α.Κ., ο μισθωτός έχει υποχρέωση να παρέχει τις υπηρεσίες του με επιμέλεια και προσοχή, καθώς και να προσέρχεται τακτικά και ανελλιπώς στην εργασία του. Έτσι, κατ` αρχήν, αδικαιολόγητα δεν μπορεί να απουσιάσει ούτε για ελάχιστο χρόνο, καθόσον η αδικαιολόγητη απουσία από την εργασία, μπορεί να αποτελέσει λόγο, για καταγγελία της σύμβασης, χωρίς αποζημίωση, παράλληλα δε παρέχει το δικαίωμα στον εργοδότη, να μην καταβάλει στον μισθωτό τις αποδοχές του, για το χρονικό διάστημα της αδικαιολόγητης απουσίας του.

Η ασθένεια, όμως, του μισθωτού, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 660, 661 ΑΚ άρθρ.5 περ. 3 Ν. 2112/1920, 8 Β.Δ|τος 16|18-7-1920 και 3 Ν. 4558|1930, αποτελεί κώλυμα, που δικαιολογεί κατ` αρχήν, την απουσία από την εργασία, χωρίς δυσμενείς γι` αυτόν συνέπειες. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 5 παρ. 3 Ν. 2112|1920, "αποχή υπαλλήλου από της εργασίας, οφειλομένη εις βραχείας, σχετικώς, διάρκειας ασθένειαν, προσηκόντως αποδεδειγμένην ή προκειμένου περί γυναικός εις λοχείαν, δεν θεωρείται ως λύσις της συμβάσεως εκ μέρους αυτού".

Αναλόγου περιεχομένου είναι και η αναφερομένη στους εργάτες η υπηρέτες διάταξη του άρθρου 8 Β.Δ. 16|18-7-1920. Ως "βραχείας διάρκειας" ασθένεια, η οποία δεν συνεπάγεται τη λύση της σύμβασης εργασίας, θεωρείται αυτή που διαρκεί: α) ένα μήνα, για υπαλλήλους που υπηρετούν μέχρι τέσσερα έτη, β) τρεις μήνες για υπαλλήλους, που υπηρετούν περισσότερο από τέσσερα και μέχρι δέκα (10) έτη, γ) τέσσερις μήνες, για όσους υπηρετούν περισσότερο από δέκα έτη και δ) έξι μήνες, για υπαλλήλους, που υπηρετούν περισσότερο από δέκα πέντε έτη (άρθρο 3 Ν. 4558|1930).

Οι ως άνω διατάξεις έχουν εφαρμογή σε κάθε ασθένεια, εξαιτίας της οποίας ο μισθωτός απουσίασε από την εργασία του και ανεξάρτητα από την αιτία, που την προκάλεσε. Η απόδειξη, εξάλλου, της ασθένειας γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών δικαιολογητικών, όπως πιστοποιητικό ιατρού, βεβαίωση του ΙΚΑ ή άλλου Ασφαλιστικού Ταμείου ή Νοσοκομείου-Θεραπευτηρίου, έγγραφα κ.λπ. (ΑΠ 542/2020, 823/2020).

Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α` KΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, 130/2016).

Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 KΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά, που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Ακόμη, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 822/2019, 1340/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα εξής: "Ο ενάγων προσελήφθη από την εναγομένη εταιρεία, της οποίας το αντικείμενο εργασίας αφορά την κατασκευή και εμπορία ψυκτικών μηχανημάτων, την 12-4-2005, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να εργασθεί ως εργάτης και από την 1-2-2008 ως οδηγός- χειριστής περονοφόρου, έχοντας την σχετική άδεια προς τούτο και συμφωνήθηκε να λαμβάνει τον προβλεπόμενο μισθό από τις ισχύουσες ΣΣΕ και ΔΑ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών των εμπορικών επιχειρήσεων. ...

Την 6-2-2014, ο ενάγων απουσίασε από την εργασία του μία ημέρα, λόγω ασθένειας εξαιτίας τροφικής δηλητηριάσεως και για την εν λόγω απουσία του ενημέρωσε τηλεφωνικά την εναγομένη. Η τελευταία ισχυρίζεται ότι επειδή ο ενάγων δεν ήταν συνεπής στην εργασία του, για προγενέστερο διάστημα της ανωτέρω ημερομηνίας, εκτίμησε ότι τούτος αποχώρησε οικειοθελώς και προέβη σε αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης.

Την επομένη ημέρα, όταν ο ενάγων προσήλθε στην εργασία του, πληροφορήθηκε ότι η εναγομένη ήδη στις 6-2-2014 και ώρα 11:35 είχε προβεί σε αναγγελία οικειοθελούς αποχωρήσεώς του προς τον ΟΑΕΔ και στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης που συμμετέχει. Κατόπιν τούτων ο ενάγων, την 7-2-2014 προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας, διαμαρτυρόμενος και θεωρώντας ότι εφόσον η ανωτέρω δήλωση της εναγόμενης δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα, η τελευταία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του και η καταγγελία αυτή είναι άκυρη.

Ο ισχυρισμός της εναγομένης, τον οποίο επαναφέρει και με τον τρίτο λόγο έφεσής της, ότι ο ενάγων, δεν είχε προσέλθει πολλές φορές στην εργασία του και γι' αυτό το λόγο θεώρησε ότι αποχώρησε οικειοθελώς, δεν ευσταθεί και τούτο διότι δεν επικαλείται ένα συνεχές διάστημα απουσίας με εκπεφρασμένη βούληση εκ μέρους του να αποχωρήσει, επιπλέον δε δεν προέκυψε ότι ο τελευταίος είχε υπερβεί το επιτρεπόμενο όριο αδείας ασθένειας πλέον του γεγονότος ότι ο ενάγων ενημέρωσε τηλεφωνικά την εναγόμενη για το πρόβλημα υγείας που είχε.

Επίσης, η εναγομένη κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας, ζήτησε από το ΠΕΔΥ-ΜΟΝΑΔΑ ΥΓΕΙΑΣ ….., να επιβεβαιώσει την ώρα προσέλευσης του ενάγοντος σε αυτό για να εξετασθεί και το πρόβλημα υγείας που παρουσίασε. Μετά από συνεχή ηλεκτρονική αλληλογραφία, το ΠΕΔΥ-ΜΟΝΑΔΑ ΥΓΕΙΑΣ ……, με το υπ' αριθ. πρωτ. …./25-6-2014 έγγραφό του, απάντησε στην εναγομένη ότι κατά την 6-2-2014, οι γιατροί του ΕΟΠΥΎ, ευρίσκοντο σε απεργιακή κινητοποίηση και η ιατρός Ε.

Α., ως προσωπικό ασφαλείας, εξέτασε τον ενάγοντα στα πλαίσια του επείγοντος και αυτός ευρέθη πάσχων από οξεία γαστρεντερίτιδα και του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια μίας ημέρας, επισημαίνεται δε στο εν λόγω έγγραφο, ότι η ιατρός εξέτασε όλα τα επείγοντα περιστατικά χωρίς προκαθορισμένο ραντεβού μεταξύ των ωρών από 8:00 έως 13:00.

Επομένως, η εναγομένη, προκειμένου να απαλλαγεί αζημίως από τον ενάγοντα και ενεργώντας αντίθετα στα χρηστά ήθη και την καλή πίστη, δήλωσε την οικειοθελή του αποχώρηση, ενώ στην πραγματικότητα κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, δεδομένου μάλιστα ότι, ακόμη και αν ο εργαζόμενος έχει διαπράξει σοβαρές συμβατικές παραβάσεις ο εργοδότης οφείλει να τηρήσει τον έγγραφο τύπο και να καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση ...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι η εναγομένη-εργοδότρια, με τη γνωστοποίηση της αποχώρησης του ενάγοντος από την εργασία του στην επιχείρησή της, προέβη σε καταγγελία της σύμβασής του, ακύρως, όμως, λόγω μη τηρήσεως των νομίμων διατυπώσεων. Στη συνέχεια, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κάνοντας δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δικάζοντας επί της αγωγής, δέχτηκε αυτήν ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσία, αναγνώρισε ως άκυρη την ως άνω καταγγελία, λόγω μη τηρήσεως των νομίμων διατυπώσεων και υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο αποδοχές υπερημερίας μαζί με τα ανάλογα επιδόματα εορτών και αδείας, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα σ` αυτή. 'Ετσι όπως έκρινε το Εφετείο και με βάση τις ως άνω παραδοχές του, δεν παρεβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 669, 167 Α.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και επί πλέον διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων, διότι τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, α) της βραχείας διάρκειας ασθένειας του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου, η οποία αποδεικνυόταν από το σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό, β) της ειδοποίησης απ' αυτόν της εναγομένης για την απουσία του από την εργασία, γ) της παρόλα αυτά υποβολής από την εναγομένη - αναιρεσείουσα στον ΟΑΕΔ της αναγγελίας οικειοθελούς αποχώρησης του ενάγοντος, δ) της μη αποδοχής από την εναγομένη της προσφερόμενης από τον ενάγοντα εργασίας του, και ε) ενόψει των παραδοχών αυτών, ακολούθως, ότι η εναγομένη προέβη ακύρως σε καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, στηρίζουν την παραδοχή αυτής περί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος από την εναγομένη, ακύρως, χωρίς δηλαδή να τηρηθεί ο έγγραφος τύπος και να καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση, όπως και την παραδοχή της αγωγής του.

Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σε αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της εκ μέρους της εναγομένης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος ακύρως.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ , δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κυρίως μεν η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 5 πρ. 3 του ν. 21121920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 173, 200 και 288 ΑΚ, άλλως, ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως καθώς περιέχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της βουλήσεως του ενάγοντος περί καταγγελίας εκ μέρους του της συμβάσεως εργασίας, λόγω των επικαλουμένων συχνών απουσιών του από την εργασία του κατά τα έτη 2012, 2013 και 2014, είναι απαράδεκτος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν ασχολήθηκε με την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων αυτών, οι οποίες στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ήταν εφαρμοστέες, ενόψει ότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, η δικαιολογημένη απουσία του ενάγοντος από την εργασία του οφειλόταν σε βραχυχρόνια ασθένεια και όχι σε αδικαιολόγητη μακροχρόνια απουσία αυτού, από την οποία προέκυπτε βούληση του ιδίου να καταγγείλει την σύμβαση εργασίας του.

Με τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του KΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ 1 του ιδίου Κώδικα του αναιρετικού ελέγχου. Παραμόρφωση εγγράφου κατά την έννοια του παραπάνω αναιρετικού λόγου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας ν` αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 922/2018, 1195/2018, 1276/2017).

Για να θεμελιωθεί όμως ο λόγος αυτός δεν αρκεί μόνο η εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου, αλλά απαιτείται επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα επί του ουσιώδους ισχυρισμού, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά έγγραφα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ ΑΠ 2/2008).

Για να είναι δε ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να αναγράφονται στο αναιρετήριο α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου (κατά λέξη παρατιθέμενο), γ) το διαφορετικό περιεχόμενο που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι έχει το έγγραφο αυτό, ούτως ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται να δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση να υπάρχει η δυνατότητα κρίσης από τον Άρειο Πάγο περί της ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος κατά την ανάγνωση του εγγράφου, δ) ο ουσιώδης ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) η επιρροή που είχε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου και στ) να εκτίθεται (ή να προκύπτει) ότι πρόκειται για έγγραφο από εκείνα που προβλέπονται στα άρθρα 339 ή 432 του KΠολΔ (ΑΠ 1573/2006) και, επί πλέον, ότι του εγγράφου αυτού έγινε νόμιμη επίκληση στο δικαστήριο της ουσίας, όπου αυτό προσκομίσθηκε (ΑΠ 816/2022, 194/2020, 1311/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του KΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι με την υποβολή στον ΟΑΕΔ της από 6-2-2014 αναγγελίας οικειοθελούς αποχώρησης του ενάγοντος στην πραγματικότητα κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας αυτού, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του πιο πάνω εγγράφου, το οποίο κατά λέξη παραθέτει, καθότι στο έγγραφο αυτό διαλαμβάνονταν κατά τρόπο συγκεκριμένο μόνο το γεγονός της οικειοθελούς αποχώρησης του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου από την εργασία του και δεν υποδηλώνει εκ μέρους της άρνηση για αποδοχή των υπηρεσιών του ή βούλησή της για καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του.

Με το περιεχόμενο αυτό ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθότι όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το έγγραφο αυτό ορθώς ανέγνωσε το Εφετείο, ως αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης του ενάγοντος και στη συνέχεια το συνεκτίμησε σε συνδυασμό με όλα τα λοιπά μνημονευόμενα στην απόφαση και προσκομιζόμενα, μετ` επικλήσεως, σε αυτό αποδεικτικά μέσα των διαδίκων μερών, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, όπως ήδη προαναφέρθηκε και δεν στηρίχτηκε αποκλειστικά ή προεχόντως στο συγκεκριμένο έγγραφο.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.

ΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Ολ. ΑΠ 9/1997, ΑΠ 34/2016, 76/2016). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση.

Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 69/2016, 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.

ΑΠ 25/2003, 11/1996, ΑΠ 153/2019, 79/2018). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 727/2017, 781/2017).

Εξ άλλου κατά το άρθρο 520 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, οι λόγοι έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι και να αναφέρονται σε συγκεκριμένες νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες που αποδίδονται από τον εκκαλούντα στην προσβαλλομένη με την έφεση οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται κατά τα ανωτέρω από τους λόγους έφεσης και το αίτημα που στηρίζεται σε αυτούς (ΑΠ 261/2012).

Η παράβαση δε του εφετείου, σχετικά με την έκταση του μεταβιβαστικού, κατ` άρθρο 522 ΚΠολΔ, αποτελέσματος της ασκηθείσας έφεσης με την παραδοχή ανύπαρκτου λόγου, η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης έξω από τα όρια αυτής ή η μη λήψη υπ` όψη λόγου έφεσης, συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης της λήψης ή μη υπόψη πράγματος που (αναλόγως) δεν προτάθηκε ή προτάθηκε (ΑΠ 231/2021, 782/2019, 207/2017).

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προβάλλονται πλημμέλειες της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου σχετικές με κεφάλαια τα οποία δεν έχουν προσβληθεί με την έφεση και είναι άσχετα με το αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης, είναι απαράδεκτοι (ΑΠ 579/2018,302/2010). Με την 1447/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η από 25-4-2014 αγωγή κρίθηκε νόμιμη, ως προς την κυρία βάση της, και μη νόμιμη ως προς την επικουρική της βάση εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ακολούθως δε, έγινε δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσία κατά την κυρία βάση της, αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει το ποσό των 20.242,97 ευρώ, (αναλυόμενο σε 18.445 ευρώ, για μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 6-2-2014 μέχρι τον Ιανουάριο του έτους 2015 και σε 1.797,27 ευρώ, για διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-7-2013 μέχρι και 6-2-2014, που καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του), με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση η εναγομένη, με την οποία, όπως από την επισκόπηση του δικογράφου της προκύπτει, ισχυρίζεται ότι η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου έσφαλε καθόσον: 1) ο ενάγων δεν δικαιούται τις διαφορές αποδοχών με βάση τη συλλογική σύμβαση εργασίας, καθόσον ουδέποτε τροποποιήθηκε η αρχική ατομική του, 2) η μείωση των αποδοχών του ενάγοντος ήταν νόμιμη και εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχτηκε ότι μονομερώς η εταιρεία προέβη σε ανεπίτρεπτη μείωση των αποδοχών του ενάγοντος, εκτιμώντας εσφαλμένα τα αποδεικτικά μέσα που ίδια προσκόμισε και επικαλέστηκε, 3) το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δέχτηκε ότι ο εφεσίβλητος απουσίασε δικαιολογημένα από την εργασία του, λόγω ασθενείας, μη αξιολογώντας επαρκώς την προηγούμενη συμπεριφορά του, καθόσον απουσίασε αδικαιολόγητα κατά τις αναφερόμενες ημέρες των ετών 2012, 2013, 2014 και, τέλος, 4) ακόμη και αν θεωρηθεί ότι η οικειοθελής αποχώρηση-καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος είναι άκυρη, το αιτούμενο ποσό είναι καταχρηστικό και υπερβαίνει τα όρια της καλής πίστης και πρέπει να του καταβληθεί ανάλογο ποσό για δύο ή τρεις μήνες και όχι για δώδεκα.

Για τους διαλαμβανόμενους ως άνω λόγους ζήτησε, να γίνει δεκτή η έφεσή της και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή του αντιδίκου της (αναιρεσιβλήτου). Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού έκρινε παραδεκτή την έφεση της αναιρεσείουσας-εναγομένης, ερευνώντας το νόμω βάσιμο της αγωγής, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, έκρινε, ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη κατά το αίτημα αυτής καταβολής στον ενάγοντα διαφοράς δεδουλευμένων αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-7-2013 μέχρι και 6-2-2014, ακολούθως δε, δεχόμενο ότι το αίτημα της αγωγής, ως προς το αίτημα αυτής περί καταβολής στον ενάγοντα μισθών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 6-2-2014 μέχρι και τον Ιανουάριο του έτους 2015 και η προαναφερόμενη σχετική διάταξη της εκκαλουμένης δεν ήχθη ενώπιόν του με λόγο εφέσεως, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, για το ενιαίο της εκτελέσεως και δικάζοντας επί της αγωγής απέρριψε αυτήν, ως μη νόμιμη κατά το προαναφερόμενο αίτημα και έκανε δεκτή αυτήν ως βάσιμη κατ' ουσία, αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα, για μισθούς υπερημερίας, το ποσό των 18.445 ευρώ, με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις.

Με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση, ότι εσφαλμένα το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη τους δεύτερο και τρίτο λόγους της εφέσεως της αναιρεσείουσας, με αποτέλεσμα να επιδικάσει στον ενάγοντα μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 6-2-2014 μέχρι και τον Ιανουάριο έτους 2015 το ποσό των 18.445 ευρώ, θέτοντας βάση υπολογισμού αυτών, ως οφειλόμενο μισθό το ποσό των 1.190 ευρώ αν και οι νόμιμες μικτές μηνιαίες αποδοχές του, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως του ανερχόταν στο ποσό των 782,90 ευρώ, όπως είχαν διαμορφωθεί μετά τις νόμιμες περικοπές των αποδοχών του ενάγοντος συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, με αποτέλεσμα να επιδικάσει επί πλέον το ποσό των 407,10 ευρώ, για κάθε μηνιαίο μισθό και επίδομα δώρου Χριστουγέννων, και το ποσό των 203,55 ευρώ για το επίδομα εορτών Πάσχα.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Τούτο διότι από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση και εκτίμηση του από 2-10-2017 δικογράφου της εφέσεως, προκύπτει ότι η πρωτόδικη 1447/2017 απόφαση, ουδόλως πλήττεται κατά το κεφάλαιο επιδίκασης μισθών υπερημερίας. Με τους λόγους της έφεσης δεν διατυπώνεται παράπονο για τον λανθασμένο υπολογισμό και επιδίκαση του ποσού των 18.455 ευρώ, ως μισθών υπερημερίας, το οποίο ως αυτοτελής εργατική αγωγική αξίωση, συνιστά ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης.

Έτσι, η υπόθεση, παρά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, μεταβιβάστηκε στο Εφετείο κατά τα λοιπά κεφάλαια, εκτός αυτού των μισθών υπερημερίας, το οποίο, ως ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης, δεν προσβλήθηκε με λόγο εφέσεως ούτε με πρόσθετο λόγο, και δεν ήχθη προς κρίση και έρευνα ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.

Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Η αναιρεσείουσα, που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-6-2021 και με αριθμό κατάθεσης …./…./2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 5135/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ