Supreme Court dismisses appeal on appealable error grounds regarding evidence assessment and expert opinion requests.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal against the Athens Court of Appeal's judgment awarding damages to an insurance fund. The appellants argued for a retrial based on alleged legal errors in evidence evaluation and the refusal to appoint expert witnesses. The court held that the lower court correctly interpreted documents and that the refusal to appoint experts did not constitute an appealable error absent a finding of specialized knowledge requirements.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566 §1, 577 §1, 577 §3, 368, 559 no. 9 of the Code of Civil Procedure; The refusal to appoint expert witnesses or the rejection of their request does not constitute an appealable error unless the court explicitly finds that the case requires specialized knowledge of science or art.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1787 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1787/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Δημήτριο-Στέφανο Βόσκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: 1.Ν. Μ. του Σ., κατοίκου ..., και 2. Ομόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία "Γ. Δ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευτύχιο -Δημήτριο Καλαμίδα
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ (ΟΑΕΕ)" καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΜΠΟΡΩΝ ΤΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τα Ιωάννα Ζωγράφου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-3-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2839/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 797/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-9-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος-Στέφανος Βόσκας, ανέγνωσε την από 14-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 797/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ και εξαφάνισε την 2839/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει ως αόριστη κατά την κύρια βάση της και ως μη νόμιμη κατά την επικουρική την αγωγή του ΤΑΜΕΙΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΜΠΟΡΩΝ, [καθολικός διάδοχος του οποίου είναι το αναιρεσίβλητο], δέχθηκε ακολούθως (η εφετειακή απόφαση) την αγωγή αυτή κατά την κύρια βάση της και υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες να καταβάλουν νομιμοτόκως και εις ολόκληρον στο αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 8.763, 82 ευρώ, ως αποζημίωση για τις υλικές ζημίες και ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προκάλεσαν με την αδικοπρακτική συμπεριφορά τους σε βάρος του αρχικού ενάγοντος ΤΑΜΕΙΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΜΠΟΡΩΝ.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 §1 ΚΠολΔικ) και συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 §1 ΚΠολΔικ) πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔικ).
2. H νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για την θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στον νόμο την αγωγή.
Αντίθετα η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται σ`αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμον για την στήριξη του αιτήματος, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 ΚΠολ Δικ.
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σ'αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για την θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν.
Ο δε από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Τέλος κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονας πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα κα να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 30/1997, ΟλΑΠ 28/1997). 3.
Από την διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι:1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης 3)υπαιτιότητα 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 386 του ΠΚ, προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απάτη σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον την σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενόμενη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων αναγομένων στο παρόν, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 1516/1999), χωρίς να είναι αναγκαίο η προκληθείσα από την απατηλή συμπεριφορά ζημία να συνδέεται αποκλειστικά με ωφέλεια αντίστοιχη, που επήλθε στο πρόσωπο του εξαπατήσαντος, αφού αυτή μπορεί να αφορά και τρίτον.
Εξάλλου, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ερμηνευομένης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση συγκεκριμένης ζημίας, αλλά και όταν αποδέχεται την πιθανότητα προκλήσεως της ίδιας ζημίας είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.
Στην περίπτωση δε της από κοινού τελούμενης απάτης, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 45 Π. Κ., αντικειμενικά μεν απαιτείται σύμπραξη στην εκτέλεση της πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει την δική του δράση με εκείνη του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ειρημένου εγκλήματος.
Η σύμπραξη στην εκτέλεση της πράξεως της απάτης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 298 εδ.
β` ΑΚ προκύπτει, ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔικ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης(άρθρο 298 ΑΚ)ήταν επαρκής, ήτοι ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό όντως στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 468/2003).
Εφόσον οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, η κρίση από το δικαστήριο της ουσίας περί της συνδρομής ή μη αυτών, με την έννοια που προ αναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας κρίνει εάν τα, κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 889/2000).
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 926 ΑΚ καθορίζονται, στα πλαίσια της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων στις οποίες αναγνωρίζεται από το νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων. Η πρώτη κατηγορία αφορά την περίπτωση της επέλευσης της ζημίας από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Ως κοινή πράξη, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, νοείται κάθε μορφή συμμετοχής στην τέλεση της πράξης ή την επαγωγή της ζημίας, αδιάφορα από το αν οι ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) των περισσότερων προσώπων έγιναν ταυτόχρονα, παράλληλα ή διαδοχικά.
Αρκεί κάθε ενέργεια να συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα, δηλαδή την επαγωγή της ζημίας. Ο βαθμός δε της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από τους περισσότερους δράστες, δεν ενδιαφέρει για την θεμελίωση της εις ολόκληρον ευθύνης, αλλά μόνο για την αναγωγή μεταξύ των συνοφειλετών κατ`άρθρο 927 ΑΚ (ΑΠ 1765/2011).
Τέλος κατά το άρθρο 937 εδ. α ΑΚ η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε την ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, ενώ σε κάθε περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Από τις διατάξεις αυτές του νόμου σαφώς προκύπτει ότι προϋπόθεση για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής της αξιώσεως που προήλθε από αδικοπραξία είναι η γνώση από τον παθόντα τόσο της ζημίας όσο και του υπαιτίου προς αποζημίωση δηλαδή όλων εκείνων των πραγματικών περιστατικών που παρέχουν σε αυτόν την δυνατότητα να ασκήσει ορισμένη αγωγή εναντίον συγκεκριμένου προσώπου.
Εάν ένα από τα στοιχεία αυτά δεν είναι γνωστό, η αξίωση παραγράφεται μετά είκοσι έτη από τη τέλεση της αδικοπραξίας. Ως γνώση της ζημίας, για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής, νοείται η γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών της πράξεως, όχι δε η γνώση της ακριβούς εκτάσεως της ζημίας ή του ποσού της αποζημιώσεως (Ολ ΑΠ 24/2003). 4.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: ". . . . . . . . . . Ο πρώτος εναγόμενος που είναι άμεσα ασφαλισμένος στο ενάγον από το έτος 1994, με την υπ'αριθ. 91403 από 18121996 αίτηση του ζήτησε και έλαβε, σε συνδυασμό με την υπ'αριθ. 12130/1997 απόφαση έκτακτης περίθαλψης νοσοκομειακής του Διευθυντή του ενάγοντος (Τ.
Α. Ε. )από το τελευταίο, στις 621997, μέσω της Εθνικής Τράπεζας, μία δαπάνη ύψους 1. 289. 340 δραχμών ή 3. 783, 82 ευρώ. Το ποσό αυτό δαπάνης έλαβε για την προμήθεια του φαρμάκου που εισάγεται από το εξωτερικό με την ονομασία O. για χρήση από τη σύζυγο του Σ. Μ., που είναι προστατευόμενο μέλος για τον κλάδο υγείας (έμμεσα ασφαλισμένη στο ίδιο ταμείο), ως αναγκαία θεραπευτική αγωγή για αυτήν, η οποία δαπάνη αποδίδεται σύμφωνα με τις καταστατικές του διατάξεις, στους ασφαλισμένους του, εάν το φάρμακο αυτό είναι απαραίτητο για την αντιμετώπιση της συγκεκριμένης πάθησης του ασθενή, δεν υπάρχει φάρμακο δυνάμενο να αντικαταστήσει στη θεραπεία το ελλείπον και δεν υπάγεται στις διατάξεις του νόμου 1929/ 1987 περί ναρκωτικών.
Προκειμένου δε να εισπράξει την άνω δαπάνη ταυτόχρονα προσκόμισε ο πρώτος εναγόμενος, μεταξύ των άλλων απαιτουμένων εγγράφων και προς απόδειξη των ανωτέρω και τα εξής: α)την από 5121996 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού Θ. Δ. του Γενικού Νοσοκομείου Θείας Πρόνοιας "Η ΠΑΜΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ", σύμφωνα με την οποία έπασχε η σύζυγος του από "βαριάς μορφής αλλεργική ασθματική βρογχίτιδα" και συνιστάτο να υποβληθεί σε θεραπεία για χρονικό διάστημα δύο μηνών με το ως άνω φάρμακο, το οποίο δεν κυκλοφορούσε στην Ελλάδα και κρινόταν από τον προαναφερθέντα ιατρό, αναγκαία η εισαγωγή του από τη Γερμανία, γιατί όπως επίσης σ' αυτή αναφερόταν, δεν υπήρχε φάρμακο δυνάμενο να αντικαταστήσει στη θεραπεία το ελλείπον, β)την υπ'αρ 5305/1012 1996 βεβαίωση του ΕΟΦ, από την οποία προέκυπτε ότι το ως άνω φάρμακο δεν κυκλοφορεί στην Ελλάδα και εγκρίνεται η κατ' εξαίρεση εισαγωγή του και γ) το υπ'αριθ. 4828 από 121296 δελτίο αποστολής τιμολόγιο πώλησης συνολικού ποσού 1. 740. 000 δραχμών της δεύτερης εναγομένης εταιρίας με βεβαίωση της τελευταίας επί του σώματος του, ότι εξοφλήθηκε το ποσό αυτό από τον πρώτο εναγόμενο και παραδόθηκαν τα φάρμακα.
Μετά πάροδο έτους περίπου, μετά από εντολή της διεύθυνσης επιθεώρησης του εποπτεύοντος Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με αφορμή έρευνα σε χορηγηθέντα φαρμακευτικά προϊόντα του εξωτερικού σε ασφαλισμένους Ταμείων, με βάση τα υπ' αριθ. πρωτ. 918/21-12-1998 και Δ/20/21-1-1999 έγγραφα της Γενικής Διεύθυνσης Επιθεώρησης του ενάγοντος διενεργήθηκε από την Προϊσταμένη του τμήματος Επιθεώρησης και ελέγχου του ενάγοντος Π.
Π. λεπτομερής έρευνα στα παραστατικά στοιχεία των χορηγηθέν των σχετικών δαπανών στους ασφαλισμένους του ανά την επικράτεια. Συγκεκριμένα η έρευνα αυτή έγινε στα στοιχεία, για τα οποία είχαν εκδοθεί σχετικές αποφάσεις του διευθυντή του κλάδου ασθένειας της κεντρικής υπηρεσίας, των περιφερειακών διευθυντών στους ατομικούς φακέλους των ασφαλισμένων, που τηρούνται στο ενάγον, καθώς και στις εντολές πληρωμής των αρμοδίων προϊσταμένων της διεύθυνσης οικονομικού ή επιταγών για την περιφέρεια αντίστοιχα, που αφορούσαν μεταξύ άλλων και το φαρμακευτικό σκεύασμα το οποίο χορηγήθηκε στους ασφαλισμένους του κατά τα έτη 1995 έως 19 98.
Μετά δε την ολοκλήρωση της έρευνας, συντάχθηκε το υπ'αριθ. πρωτ. 336/5-4-2000/ πόρισμα της προϊσταμένης του ενάγοντος Π. Π. εν συνεχεία δε, κατόπιν της υπ' αριθ. 572/ 2/68/14-11-2000 απόφασης του Δ. Σ. του ενάγοντος συνεστήθη επιτροπή, προκειμένου να προβεί σε συμπληρωματική έρευνα, μετά την ολοκλήρωση της οποίας συντάχθηκε το υπ' αριθ.
πρωτ. 156/2342002 συμπληρωματικό πόρισμα της επιτροπής αυτής του ενάγοντος. Το πρώτο ως άνω πόρισμα, κατέληξε στο συμπέρασμα μεταξύ άλλων, ότι από το συνολικό ποσό των 234. 498. 076 δραχμών που δαπάνησε το ενάγον για παροχές φαρμάκων εξωτερικού σε 53 ασφαλισμένους δικαιούχους, κατά την χρονική περίοδο από 1-1-1995 μέχρι 31-12-1998, ποσό 147.202. 151 δραχμών αντιστοιχεί σε 26 ασφαλισμένους του, μεταξύ των οποίων και ο πρώτος εναγόμενος, για τους οποίους κρίθηκε ότι απαιτείται πλήρης διαλεύκανση της υπόθεσής τους, για την ύπαρξη τυχόν παραλείψεων ή παρανόμων πράξεων εκ μέρους τους, αλλά και εκ μέρους των γιατρών του ΕΣΥ, που χορήγησαν τις σχετικές γνωματεύσεις, των φαρμακευτικών εταιριών ή των φαρμακείων, που φαίνονται να διέθεσαν τα εν λόγω φάρμακα.
Με βάση το πόρισμα αυτό διενεργήθηκε συμπληρωματική έρευνα από την διορισθείσα για το λόγο αυτό άνω επιτροπή, στις 26 άνω υποθέσεις ασφαλισμένων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η υπόθεση των εναγομένων και η οποία (επιτροπή) με το δεύτερο πόρισμά της απεφάνθη, όσον αφορά τον πρώτο εναγόμενο, ότι "προκύπτουν ενδείξεις ότι η σύζυγος του δεν έπασχε από την συγκεκριμένη ασθένεια που αναφέρεται στην ιατρική γνωμάτευση και δεν έλαβε το φάρμακο που πληρώθηκε από το Ταμείο".
Μετά δε το συμπληρωματικό αυτό πόρισμα της επιτροπής, που ολοκληρώθηκε κατά τα ανωτέρω στις 2342002 και εφόσον το ενάγον μετά από αυτό διαλεύκανε την υπόθεση ως προς την παράνομη πράξη του πρώτου εναγομένου, έμαθε δηλαδή ότι πράγματι υπέστη ζημία απ'αυτόν, το ύψος αυτής και τους υπόχρεους σε αποζημίωσή του, ήτοι τους εναγόμενους (από κοινού), άσκησε την κρινόμενη αγωγή του, η οποία κοινοποιήθηκε σ'αυτόν όπως ο ίδιος συνομολογεί με τις προτάσεις του στις 19-3-2004, στη δε β' εναγομένη τις 30-9-2003, όπως επίσης η ίδια συνομολογεί με τις προτάσεις της στο Δικαστήριο τούτο.
Επίσης υποβλήθηκε και μηνυτήρια αναφορά ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, συνεπεία της οποίας ασκήθηκε κατά της συζύγου του πρώτου εναγομένου και κατά του Γ. Δ. ως εταίρου και διαχειριστή τη δεύτερης εναγομένης εταιρίας ποινική δίωξη και διενεργήθηκε κύρια ανάκριση από τον πέμπτο ειδικό ανακριτή.
Μετά δε την ολοκλήρωση της ανάκρισης με το . . . . . . . . . κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ο Γ. Δ. ως εταίρος και διαχειριστής της δεύτερης εναγομένης εταιρείας (φαρμακείου), παραπέμφθηκε ενώπιον του Γ' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για να δικαστεί ως υπαίτιος του αδικήματος της απάτης (σε βαθμό κακουργήματος), που διέπραξε στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 6-2-1997 έως και 11-11-2007, σε βάρος της περιουσίας του, ενάγοντος, κατ' ε ξακολούθηση και μάλιστα κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με τον τρόπο και τα μέσα, που ειδικότερα αναφέρονται σ αυτό.
Από το άνω δε κλητήριο θέσπισμα προκύπτει ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος, διαχειριστής της δεύτερης εναγομένης φέρεται ότι διέπραξε το άνω αδίκημα κατ' εξακολούθηση ήτοι στις περιπτώσεις έξι συνολικά ασφαλισμένων του ταμείου (μεταξύ των οποίων και ο πρώτος εναγόμενος εφεσίβλητος] ως προς τον οποίο αναφέρεται ότι με το βιβλιάριο ασθενείας της εμμέσως ασφαλισμένης στο Τ.
Α. Ε. συζύγου του πρώτου εναγομένου Ν. Μ., Σ. Μ. ως προστατευόμενο μέλος, φερομένης ως δήθεν ασθενούς βάσει της από 5-12-1996 ψευδούς ιατρικής γνωμάτευσης του ιατρού Θ. Δ., παθολόγου επιμελητή Β' Ε. Σ. Υ. στο Γενικό Νοσοκομείο "Η ΠΑΜΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ" πέτυχε την έγκριση από τον ελεγκτή ιατρό του Υ Τ. Α. Ε. της χορήγησης του δήθεν αναγκαίου για τη θεραπεία της πωληθέντος φαρμακευτικού σκευάσματος και έτσι εισέπραξε στις 621997 από το ταμείο μέσω της Εθνικής Τράπεζας για την αξία του εκδοθέντος από 12121996 αντίστοιχου προς το φάρμακο αυτό τιμολογίου πώλησης της άνω φαρμακευτικής εταιρείας του το ποσό των 1. 289. 340 δραχμών. . . . . . . . . .
Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η από 5-12-1996 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού Θ. Δ., . . . . . . . . και επίσης παραπέμπεται ως κατηγορούμενος με το ίδιο ως άνω κλητήριο θέσπισμα για ψευδή βεβαίωση σε βαθμό κακουργήματος, στην οποία (ιατρική γνωμάτευση) αναφέρεται ότι η σύζυγος του πρώτου εναγομένου Σ.
Μ. εξετασθείσα από αυτόν βρέθηκε να πάσχει από "βαριάς μορφής αλλεργική ασθματική βρογχίτιδα με πολλαπλές λοιμώξεις" και βάσει της οποίας συνιστάται η χορήγηση του φαρμάκου του εξωτερικού O., το οποίο δεν κυκλοφορεί στην Ελλάδα, για την αντιμετώπιση της ασθενούς, διότι όπως σ'αυτήν βεβαιώνεται δεν υπάρχει φάρμακο δυνάμενο να αντικαταστήσει στη θεραπεία το ελλείπον, είναι πλαστή κατά περιεχόμενο.
Τούτο καθώς η Σ. Μ. ουδέποτε νοσηλεύθηκε στο νοσοκομείο "Η ΠΑΜΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ" ούτε εξετάσθηκε ως εξωτερικής ασθενής στα εξωτερικά ιατρεία του τελευταίου ούτε υποβλήθηκε σε εργαστηριακές εξετάσεις στο εν λόγω νοσοκομείο ή σε άλλο διαγνωστικό κέντρο σχετικές με την άνω ασθένεια πριν την χορήγηση της παραπάνω ιατρικής γνωμάτευσης.
Ο σύζυγος της πρώτος εναγόμενος κληθείς στις 29-1-2001 από την παραπάνω επιτροπή του ενάγοντος ταμείου, σε σχετική ερώτηση, κατέθεσε μόνον ότι η σύζυγος του έχει ζάχαρο, άσθμα, αρτηριακή πίεση χρόνια από διετίας και ότι στα τέλη του 1996 πήρε [η σύζυγός του] το φάρμακο O. σε έξη έως οκτώ ενέσεις, χωρίς να θυμάται ακριβώς και το προμηθεύτηκε από το φαρμακείο της δεύτερης εναγομένης εταιρείας μετά από υπόδειξη του ιατρού Δ....".
Αν η σύζυγος του όμως είχε το σοβαρό πρόβλημα υγείας που αναφέρεται στην ως άνω ιατρική γνωμάτευση θα το ανέφερε οπωσδήποτε ως κύρια ασθένεια αυτής, ενώ αυτός ανέφερε πρωτίστως ως ασθένεια της συζύγου του το ζάχαρο, δεν θυμόταν δε ακριβώς πόσες ενέσεις έκανε η σύζυγος του, γεγονός που οπωσδήποτε θα θυμόταν αν είχε συμβεί καθώς η λήψη της ανοσοσφαιρίνης γίνεται ενδοφλεβίως πάντοτε υπό ιατρική παρακολούθηση και παρουσία νοσηλευτικού προσωπικού, δηλαδή υπό περιστάσεις που σαφώς δεν ξεχνιούνται.
Όλες δε οι προσκομιζόμενες από τον εναγόμενο εργαστηριακές εξετάσεις της συζύγου του στο τμήμα πυρηνικής φυσικής του παραπάνω νοσοκομείου (Η ΠΑΜΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ) έγιναν σε μεταγενέστερο χρόνο και συγκεκριμένα κατά το διάστημα από 4-4-1997 έως 3-11-1998. Επίσης το προσκομιζόμενο από αυτόν από 21-11-2006 έγγραφο του παραπάνω νοσοκομείου, στο οποίο βεβαιώνεται ότι η Σ.
Μ. εξετάστηκε στις 24-7-1997 στο τμήμα επειγόντων αυτού και παρουσίαζε οξεία ασθματική βρογχίτιδα αλλεργικής αιτιολογίας υπέρταση και απορρύθμιση σακχαρώδους διαβήτη και ότι από τον 7° μήνα του 1997 επιδεινώθηκαν οι κρίσεις της αλλεργικής βρογχίτιδας και λόγω του σακχαρώδους διαβήτη (αντένδειξη η χορήγηση κορτιζόνης)συνεστήθη ανοσοσφαιρίνη, αναφέρεται ομοίως στην κατάσταση της υγείας της συζύγου του στις 24-7-1997, δηλαδή σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο από τις 5-12-1996 που συντάχθηκε και υπογράφηκε από τον ως άνω ιατρό και δόθηκε στον εναγόμενο η επίδικη ιατρική γνωμάτευση.
Ακόμη και το προσκομιζόμενο από τον ίδιο εναγόμενο από 4-3-2002 πιστοποιητικό του νοσοκομείου Ευαγγελισμός, αφορά επίσης εξέταση της ασθενούς σε πολύ μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, ήτοι από 23-2-2002 έως 4-3-2002, επιπλέον δε αναφέρεται, κυρίως, σε άλλη πάθηση και συγκεκριμένα σε υπερθυρεοειδισμό συνεπεία του οποίου νοσηλεύθηκε κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα στην ενδοκρινολογική κλινική του εν λόγω νοσοκομείου και απλώς αναφέρεται σε βρογχικό άσθμα που παρουσίαζε η ασθενής κατά το άνω, πολύ μεταγενέστερο, του επιδίκου, χρονικό διάστημα.
Επιπρόσθετα και η προσκομιζόμενη από αυτόν από 25-2-2011 βεβαίωση του Ι. Κ. Α. αναφέρεται σε κλινική εξέτασή της στις 25-2-2011, κατά την οποία βρέθηκε πάσχουσα από χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια χρόνια αναπνευστική ανεπάρκεια τύπου I με οξυγονοθεραπεία κατ'οίκον και εισπνοή βρογχοδιασταλτικών και αντιφλεγμονωδών φαρμάκων.
Από όλα τα παραπάνω καθώς και τα λοιπά προσκομιζόμενα από τον πρώτο εναγόμενο, στα πλαίσια ανταπόδειξης, έγγραφα δεν προκύπτει ότι η σύζυγος του έπασχε πράγματι από την πάθηση που αναφέρεται στην άνω πλαστή ιατρική γνωμάτευση, συνεπεία της οποίας έχρηζε την εποχή εκείνη, θεραπείας με το συγκεκριμένο φάρμακο του εξωτερικού O., ούτε περαιτέρω ότι έλαβε ποτέ για θεραπεία κάποιας ασθένειας το φάρμακο αυτό.
Ούτε επίσης από τον ατομικό της φάκελο και μάλιστα από την καρτέλα του κλάδου ασθένειας, που τηρείται γι'αυτήν στο ενάγον, προκύπτει ότι αυτή έπασχε από την άνω πάθηση ή ότι νοσηλεύθηκε στο νοσοκομείο "Η ΠΑΜΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ", από όπου δηλαδή δόθηκε η άνω γνωμάτευση ή ότι σε κάθε περίπτωση είχε υποβληθεί σε εργαστηριακές ή παρακλινικές εξετάσεις για την πάθηση αυτή, μολονότι στην επίδικη ιατρική γνωμάτευση η πάθηση αυτή φέρεται χρόνια.
Η δεύτερη εναγομένη εταιρεία προς επίρρωση του ισχυρισμού της ότι όσα αναφέρει το εκδοθέν από την ίδια ανωτέρω παραστατικό ανταποκρίνονται στην αλήθεια, επικαλείται τις προσκομιζόμενες υπ αριθ. 95410/2000 πορισματική αναφορά του ΣΔΟΕ και την υπ αριθ . 95410/2000 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία ο ανωτέρω εκπρόσωπος της αθωώθηκε για τις πράξεις της παράνομης διάθεσης φαρμάκων, οι οποίες όμως δεν συνδέονται με την κρινόμενη διαφορά αφού αμφότερες αναφέρονται σε άλλο ζήτημα, και συγκεκριμένα αφορούν παράνομη διάθεση στην αγορά φαρμάκων, και όχι στο διερευνώμενο στην παρούσα δίκη ως άνω ζήτημα.
Κατ'ακολουθία των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος, σύζυγος της Σ. Μ., από κοινού σε συνεργασία με τη δεύτερη εναγομένη εταιρία, που διατηρεί φαρμακείο στην Αθήνα και χρησιμοποιώντας την ιδιότητά του ως άμεσα ασφαλισμένου στο ενάγον και της συζύγου του ως έμμεσα ασφαλισμένης στο ίδιο ταμείο ως προστατευόμενο μέλος του ιδίου και κατεχούσης σχετικό βιβλιάριο ασθενείας, παρέστησαν ψευδώς στον ελεγκτή ιατρό του ενάγοντος, ότι η εν λόγω σύζυγος του πάσχει από την παραπάνω ασθένεια, χρησιμοποιώντας αφενός την άνω πλαστή ιατρική γνωμάτευση, αφετέρου το πλαστό υπ'αριθ. 4828 από 12-12-1996 τιμολόγιο πώλησης εκδοθέντος από την δεύτερη εναγομένη για το εν λόγω φάρμακο του εξωτερικού συνολικής αξίας 1.740. 000 δραχμών και με το τρόπο αυτό παραπλάνησαν το ενάγον, να εγκρίνει τη χορήγηση του άνω φαρμάκου, το οποίο ψευδώς παρουσίασε η δεύτερη εναγομένη ότι πώλησε και παρέλαβε τούτο ο πρώτος εναγόμενος και στη συνέχεια να εισπράξουν στις 6-2-1997 μέρος της άνω δαπάνης, ήτοι ποσό 1.289. 340 δραχμών ή 3.783, 82 ευρώ...
κατά το οποίο κάλυπτε τη δαπάνη αυτή το ταμείο, και να καρπωθούν παρανόμως το ποσό αυτής, επί ζημία του ενάγοντος, μολονότι γνώριζαν και οι δύο ότι όλα τα άνω ήσαν ψευδή και ότι στην πραγματικότητα δεν πωλήθηκε το άνω φάρμακο ποτέ στον πρώτο εναγόμενο, καθώς και ότι δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ από τη σύζυγο του τελευταίου.
Από τις άνω παράνομες και υπαίτιες ενέργειες των εναγομένων το ενάγον, όπως προαναφέρθηκε, υπέστη την άνω περιουσιακή ζημία των 1.289.340 δραχμών ή 3.783, 82 ευρώ, που δαπάνησε για την προμήθεια του άνω φαρμάκου, την οποία υποχρεούνται οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον καθένας, να αποκαταστήσουν. Επίσης, το ενάγον εξ αιτίας της ανωτέρω αδικοπραξίας των εναγομένων σε βάρος του, υπέστη και ηθική βλάβη, διότι μειώθηκε η φήμη του ως ασφαλιστικού οργανισμού, εκτέθηκε ανεπανόρθωτα η αξιοπιστία του και η κατά τους κατά τους κανόνες της χρηστής διοίκησης λειτουργία του έναντι των ασφαλισμένων του, των οργάνων της δημόσιας διοίκησης και ειδικότερα του εποπτεύοντος αυτό Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ως σύγχρονου ασφαλιστικού οργανισμού ικανού να διοικήσει την περιουσία του με κανόνες και διαδικασίες που εξασφαλίζουν τα συμφέροντα των ασφαλισμένων του αλλά και του κοινωνικού συνόλου γενικότερα.
Για το λόγο αυτό δικαιούται χρηματική ικανοποίηση, το ύψος της οποίας, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβαν χώρα οι άνω παράνομες πράξεις των εναγομένων, του βαθμού της υπαιτιότητάς τους, του ύψους της ζημίας, και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να ορισθεί στο ποσό των 5.000 ευρώ, το οποίο είναι εύλογο και δίκαιο για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη, από το οποίο όμως πρέπει να επιδικασθεί στο ενάγον, μετά τον νόμιμο περιορισμό του αιτήματος του, προκειμένου να δυνηθεί να παρασταθεί ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου το ποσό των 4. 980 ευρώ.
Επομένως το ενάγον, εξαιτίας της παραπάνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων ποσό των 8. 763, 82 ευρώ, το οποίο οφείλουν να του καταβάλουν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον καθένας. Ο ισχυρισμός των εναγομένων περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος (ένσταση εκ του άρθρου 937 Α. Κ. ), διότι παρήλθε πενταετία από της καταβολής του ποσού στις 6-2-1997 μέχρι την επίδοση της αγωγής σ'αυτούς, την οποία ο πρώτος εναγόμενος προέβαλε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναφέρει με τις προτάσεις του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η δε δεύτερη εναγομένη παραδεκτά προβάλει το πρώτον με τις προτάσεις της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου καθώς προτείνεται προς απόκρουση της έφεσης και υποστήριξη του διατακτικού της εκκαλουμένης απόφασης. . . . .
είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Και τούτο καθόσον από την, κατά τα άνω αναφερθέντα, γνώση της ζημίας του από το ενάγον και των υποχρέων (εναγομένων) προς αποζημίωσή του, που έλαβε χώρα με το συμπληρωματικό αναφερθέν παραπάνω υπ αριθ. 156/234 2002 πόρισμα της επιτροπής του, το οποίο κατατέθηκε σ'αυτό (στο ενάγον) στις 23-4-2002 και επέκεινα μέχρι την άσκηση και κοινοποίηση της κρινόμενης Αγωγής του προς τους εναγόμενους, που έγινε κατά τα ανωτέρω στις 19 32004 προς τον πρώτο εναγόμενο και στις 30903 προς τη δεύτερη εναγομένη, δεν παρήλθε πενταετία, όπως βάσιμα ισχυρίζεται το ενάγον αρνούμενο αιτιολογημένα τον παραπάνω ισχυρισμό των αντιδίκων του. . . . .
Εξάλλου πενταετία δεν παρήλθε μέχρι τη άσκηση της κρινόμενης αγωγής ούτε από το πρώτο πόρισμα που διενεργήθηκε κατά τα ανωτέρω από το ενάγον ήτοι το υπ'αριθ. 336/542000, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι σύμφωνα με αυτό, μέχρι τότε, προέκυπταν αμφίβολα μόνο στοιχεία για τους εναγομένους, τα οποία έχρηζαν διαλεύκανσης, πράγμα από το οποίο συνάγεται ότι μέχρι την έκδοση του δεν είχαν προσδιοριστεί οι ζημιές του ενάγοντος, πολώ δε μάλλον οι υπόχρεοι προς αποζημίωσή του και συνεπώς δεν θα μπορούσε αυτό (το πρώτο πόρισμα) να αποτελέσει αφετηρία της πενταετούς παραγραφής που θέτει ο νόμος.
Επίσης ο ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος τον οποίο προέβαλε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναφέρει με τις προτάσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, επικαλούμενος ότι το ενάγον ταμείο δεν του ζήτησε να προσκομίζει και άλλα στοιχεία ώστε να αποδείξει την ασθένεια της συζύγου του, ο ίδιος δεν μπορούσε να ελέγξει ούτε να γνωρίζει τον τρόπο γραφής ιατρικών γνωματεύσεων και από την παροχή των χρημάτων εκ μέρους του ενάγοντος για την αγορά του φαρμάκου μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής μεσολάβησε μεγάλο χρονικό διάστημα είναι μη νόμιμος και απορριπτέος.
Και τούτο καθόσον τα ως άνω επικαλούμενα περιστατικά δεν καθιστούν την άσκηση της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 Α. Κ. δηλαδή κατά τρόπο που να υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Περαιτέρω, η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει τη μεταγενέστερη άσκηση τούτου καταχρηστική, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις άνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται προφανώς των ορίων πού επιβάλλει η προαναφερθείσα διάταξη. . . . .
Επίσης, το αίτημα του πρώτου εναγομένου που υποβλήθηκε με τις προτάσεις του για διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης (άρθρο 368 Κ.Πολ.Δ.) για να διαπιστωθεί με εξέταση της συζύγου του αν η τελευταία πάσχει από την αναφερόμενη στην αναφερόμενη παραπάνω από 5-12-1996 ιατρική γνωμάτευση ασθένεια πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελές, διότι κρίσιμο ζήτημα δεν είναι η παρούσα κατάσταση της υγείας της συζύγου του αλλά η κατάστασή της κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης για την προαναφερόμενη ασφαλιστική παροχή.
Τέλος, το αίτημα της δεύτερης εναγόμενης εταιρείας για αναβολή της δίκης μέχρι να περατωθεί η ποινική δίκη κατά του νομίμου εκπροσώπου της (άρθρα 524 παρ. 1 και 250 Κ. Πολ. Δ.) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, διότι τα ανωτέρω προσκομισθέντα στοιχεία είναι επαρκή για το σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, με συνέπεια να μην κρίνεται αναγκαία η αναβολή της συζήτησης.
Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή ως και κατ'ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθούν οι εναγόμενο εις ολόκληρον καθένας, να καταβάλουν στο ενάγον το συνολικό ποσό των 8. 763, 82 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. . . . ". Ενόψει των παραδοχών του αυτών, το Εφετείο διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της παράνομης και υπαίτιας [απατηλής] συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και της επελθούσας στο αναιρεσίβλητο ζημίας, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και θεμελιώνουν αφενός μεν την αδικοπρακτική ευθύνη των αναιρεσειόντων στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914, 926 και 386 ΠΚ, αφετέρου δε την κρίση του ότι η αξίωση του αναιρεσίβλητου δεν έχει υποκύψει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 εδ.
α'ΑΚ, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Τα πραγματικά δε περιστατικά που έγιναν (ανελέγκτως) δεκτά, αρκούσαν για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων και κατέστησαν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
Συνεπώς είναι αβάσιμοι: α] ο πρώτος λόγος της αίτησης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες επικαλούμενοι την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔικ, ισχυρίζονται ότι η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως αόριστη [όπως είχε κριθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο], καθόσον τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά ως αποδεδειγμένα από το Εφετείο, αναφέρονταν με σαφήνεια και πληρότητα στο δικόγραφο αυτής και την καθιστούσαν έτσι ορισμένη κατ'άρθρο 216 ΚΠολΔικ, β] ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔικ, ισχυρίζονται αντίστοιχα έλλειψη αιτιολογίας και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, ειδικότερα δε ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ των περιστατικών που δέχθηκε το Εφετείο στην πρώτη του αιτιολογία ότι δηλαδή την παραπλάνηση του αναιρεσίβλητου πέτυχαν αμφότεροι και εκείνων που δέχθηκε στη συνέχεια ότι την πέτυχε μόνον ο πρώτος από αυτούς.
Τούτο δε καθόσον στηρίζεται επι εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού είναι σαφής η (ανέλεγκτη αναιρετικά) παραδοχή του Εφετείου ότι, χωρίς την συμμετοχή της δεύτερης αναιρεσείουσας, που εκδηλώθηκε με την έκδοση και παράδοση εκ μέρους της στον πρώτο αναιρεσείοντα, αναληθούς κατά περιεχόμενο τιμολογίου πώλησης [ανεξαρτήτως της φρασεολογίας που χρησιμοποιήθηκε και κατ'εκτίμηση του νοηματικού περιεχόμενου της λέξεως "πλαστού" που αναφέρεται], δεν θα μπορούσε να υπάρχει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών εκ μέρους του πρώτου αναιρεσείοντα προς το αρμόδιο ελεγκτικό όργανο του αναιρεσίβλητου και να επέλθει έτσι η ζημία σε βάρος του, γ] ο έβδομος λόγος αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ 1 ΚΠολΔικ, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο, αναφορικά με την ένσταση παραγραφής της αξιώσεως του αναιρεσίβλητου την οποία αυτοί νομότυπα είχαν προβάλει, παραβίασε ευθέως την διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ.
Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του Εφετείου σχετικά με τα περιστατικά που έγιναν δεκτά και στήριξαν το αποδεικτικό [απορριπτικό] του πόρισμα ως προς την ένσταση παραγραφής, είναι απαράδεκτος. 5. Κατά το άρθρο 460 ΚΠολΔικ, κάθε έγγραφο μπορεί να προσβληθεί ως πλαστό, τα ιδιωτικά και όταν με παραβολή προς άλλα αποδείχθηκαν γνήσια.
Κατά το επόμενο δε άρθρο 461 ΚΠολΔικ, αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, μπορεί να προταθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης με κύρια ή παρεμπίπτουσα αγωγή ή με τις προτάσεις ή και προφορικά, όταν η υποβολή προτάσεων δεν είναι υποχρεωτική, όπως και με τους τρόπους που προ βλέπει ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας.
Τέλος, κατά το άρθρο 463 ΚΠολΔικ, όποιος προβάλλει ισχυρισμούς για πλαστότητα εγγράφου είναι ταυτόχρονα υποχρεωμένος να προσκομίσει τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πλαστότητα και να αναφέρει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλιώς οι ισχυρισμοί του είναι απαράδεκτοι . Το άρθρο αυτό είναι ενταγμένο στο κεφάλαιο της απόδειξης και συνιστά, ενόψει και της θέσης του στον ΚΠολΔικ, παρά την γενική του διατύπωση, κανόνα της αποδεικτικής μόνον διαδικασίας.
Επομένως ο περιορισμός που τάσσει, δεν ανάγεται στο ουσιαστικό δικαίωμα της κήρυξης εγγράφου ως πλαστού και για τον λόγο αυτό η προβλεπόμενη από το άρθρο αυτό υποχρέωση έχει εφαρμογή μόνον όταν ο ισχυρισμός της πλαστότητας προβάλλεται κατ`ένσταση ή με παρεμπίπτουσα αγωγή, με στόχο έτσι να αποτραπεί η στρεψοδικία και η παρέλκυση της εκκρεμούς δίκης.
Όταν όμως πρόκειται για αναγνωριστική αγωγή της πλαστότητας εγγράφου, που εισάγεται με αυτοτελές δικόγραφο και δεν φέρει χαρακτήρα παρεμπίπτουσας αγωγής, δεν δικαιολογείται η εξαιρετική και περιοριστική ρύθμιση του άρθρου 463 ΚΠολΔικ, αλλά στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι γενικοί κανόνες των άρθρων 216 και 270 ΚΠολΔικ (ΟλΑΠ 23/1999, ΑΠ 37/2010).
Ωστόσο και σ`αυτήν την περίπτωση το άρθρο 98 (β) ΚΠολΔικ απαιτεί για την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού να είναι εφοδιασμένος με αντίστοιχη ειδική πληρεξουσιότητα ο δικηγόρος του διαδίκου που προσβάλλει το έγγραφο ως πλαστό, διαφορετικά, αν το δικαστήριο λάβει υπόψη του τον σχετικό ισχυρισμό και παραλείψει να τον απορρίψει ως απαράδεκτο, υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔικ, σε συνδυασμό με το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔικ.
Όπως όμως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 96 § 1, 97 § 1, 98, 104, 105, 159, 160 §§ 1 & 2, 544 αριθ. 4 ΚΠολΔικ, 211, 229 και 238 ΑΚ, η έλλειψη της αναγκαίας πληρεξουσιότητας και κατ`επέκταση το απαράδεκτο ή η ακυρότητα που προκαλεί, καλύπτονται αναδρομικά, ακόμη και αν πρόκειται για ειδική πληρεξουσιότητα (ΟλΑΠ 1408/1984), αν ο διάδικος, που εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο χωρίς πληρεξουσιότητα, εγκρίνει στη συνέχεια τις μέχρι τότε πράξεις του δικηγόρου, η έγκριση δε αυτή, όταν δεν πρόκειται για ειδική πληρεξουσιότητα, μπορεί να είναι και σιωπηρή, συναγόμενη ιδίως από τη νόμιμη παράσταση του διαδίκου σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, χωρίς επιφύλαξη ως προς το κύρος των προηγούμενων πράξεων, και μάλιστα είναι αδιάφορο αν παρίσταται με τον ίδιο ή με άλλο δικηγόρο, αφού η έγκριση αφορά τις πράξεις και όχι το πρόσωπο [ΑΠ 36/2006, 2018/2009].
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 438 και 440 ΚΠολΔικ, οι ιατρικές βεβαιώσεις ή γνωματεύσεις είναι δημόσια έγγραφα, εφόσον εκδίδονται από ιατρό που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία και συνεπώς για όσα βεβαιώνονται σ`αυτές ότι έγιναν από τον ιατρό που τις συνέταξε ή ενώπιον αυτού μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του, έχουν δεσμευτική αποδεικτική δύναμη, δηλαδή αποτελούν πλήρη απόδειξη, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη, παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών, ενώ για όσα βεβαιώνονται σ`αυτές, την αλήθεια των οποίων όφειλε να δια πιστώσει ο συντάκτης τους, αποτελούν επίσης πλήρη απόδειξη, κατά της οποίας όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη και χωρίς την προσβολή τους ως πλαστών.
Ως προς τις περιεχόμενες όμως σε αυτές επιστημονικές εκτιμήσεις και γνώμες του συντάκτη τους, ακόμη και σχετικά με τις επιπτώσεις που τα αναφερόμενα σε αυτές ευρήματα έχουν στην πνευματική και σωματική κατάσταση εκείνου στον οποίο αναφέρονται, οι εν λόγω ιατρικές βεβαιώσεις και γνωμοδοτήσεις εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔικ, όπως άλλωστε ισχύει, σύμφωνα με τα άρθρα 387 και 390 ΚΠολΔικ και για τις γνωμοδοτήσεις των ιατρών πραγματογνωμόνων που διόρισε το δικαστήριο ή με τις γνωμοδοτήσεις, που συντάχθηκαν με αίτηση κάποιου διαδίκου από ιατρούς ως πρόσωπα με ειδικές γνώσεις επιστήμης και προσκομίζονται από αυτόν [AΠ 683/2013].
Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΑΚ συνάγεται ότι, το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς την βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔικ. υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 42/2002). Τέλος ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔικ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά για το δικαστήριο καθορίζει ο νόμος.
Αντίθετα δεν συντρέχει ο λόγος αυτός στη περίπτωση που το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔικ, ίδιας αποδεικτικής δύναμης μέσα, αποδίδει μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο ή κάποια από αυτά, αφού τότε η εκτίμηση αφορά την ουσία των πραγμάτων και είναι συνεπώς κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔικ αναιρετικά ανέλεγκτη.
Επομένως ο λόγος αυτός δημιουργείται μόνον αν πρόκειται για αποδεικτικά μέσα, στα οποία, σύμφωνα με τον νόμο, το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να προσδώσει δύναμη πλήρους απόδειξης, δηλαδή ο λόγος αυτός προϋποθέτει αποδεικτικά μέσα αυξημένης αποδεικτικής δύναμης και γενικότερα είναι ανεφάρμοστος στις υποθέσεις που λαμβάνονται υπόψη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα [ΑΠ 683/2013].
Στην προκειμένη υπόθεση, οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο και τρίτο λόγο της αίτησης, αποδίδουν αντίστοιχα στο δικαστήριο της ουσίας τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 11γ και 12 ΚΠολΔικ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την από 5121996 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού Θ. Δ., παθολόγου επιμελητή Β'ΕΣΥ που υπηρετεί στο Γενικό Νοσοκομείο Θείας Πρόνοιας "Η ΠΑΜΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ" στην οποία αναφέρεται ότι η σύζυγος του πρώτου αναιρεσείοντα [Σ.
Μ.] πάσχει από βαρειάς μορφής αλλεργική ασθματική βρογχίτιδα και συνιστάται η χορήγηση του φαρμάκου O. για χρονικό διάστημα 2 μηνών, το οποίο δεν κυκλοφορεί στην Ελλάδα και του οποίου κρίνεται αναγκαία η εισαγωγή του από τη Γερμανία για την αντιμετώπιση της εν λόγω ασθένειας, διότι δεν υπάρχει φάρμακο δυνάμενο να το αντικαταστήσει στην θεραπεία, επειδή την έκρινε ως πλαστή κατά περιεχόμενο, ούτε προσέδωσε στην εν λόγω βεβαίωση που αυτοί επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, την αποδεικτική δύναμη που προβλέπει το άρθρο 440 ΚΠολΔικ.
Στη συνέχεια δε ισχυρίζονται ότι στην περί πλαστότητας της άνω γνωματεύσεως κρίση του, ήχθη το Εφετείο χωρίς ωστόσο να έχει προβληθεί παραδεκτά ο σχετικός ισχυρισμός περί πλαστότητας του δημοσίου αυτού εγγράφου, δηλαδή χωρίς το αναιρεσίβλητο που πρόβαλε τον σχετικό ισχυρισμό, να προσκομίσει τα αποδεικνύοντα την πλαστότητα έγγραφα και να αναφέρει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα και χωρίς η υπογράφουσα την αγωγή και την έφεση δικηγόρος του αναιρεσίβλητου, να έχει ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα.
Ενόψει αυτών και σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην νομική σκέψη που προηγήθηκε: α] Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος καθόσον στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, δεδομένου ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του την πιο πάνω ιατρική βεβαίωση και απλώς την έκρινε [ανέλεγκτα], ύστερα από συνεκτίμηση με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, "πλαστή κατά περιεχόμενο", ήτοι αναληθή κατά το μέρος αυτής με το οποίο βεβαιώνεται από τον ιατρό η ύπαρξη της συγκεκριμένης πάθησης στην ασθενή, [την ύπαρξη της οποίας όφειλε να διαπιστώσει ο εν λόγω ιατρός που συνέταξε την παραπάνω βεβαίωση], καθώς και η επιστημονική του εκτίμηση και γνώμη ως προς την θεραπεία της ασθενούς με τη λήψη του συγκεκριμένου φάρμακου.
Γι'αυτά όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη από το αντίδικο των αναιρεσειόντων που την επικαλέσθηκαν και την προσκόμισαν, χωρίς την ανάγκη προσβολής της ως πλαστής, β] Ο τρίτος λόγος είναι προεχόντως απαράδεκτος, κατά το άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔικ, καθόσον οι αναιρεσείοντες δεν ισχυρίσθηκαν, ούτε και προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων ότι πρότειναν στο Εφετείο την απαράδεκτη προβολή του σχετικού περί πλαστότητας ισχυρισμού του αναιρεσίβλητου.
Άλλωστε η ένδικη αγωγή, δεν είχε ως κύριο αντικείμενο την αναγνώριση ως πλαστής της πιο πάνω ιατρικής βεβαίωσης, αλλά παρεμπιπτόντως αναφέρεται, καθ' υποφοράν στο δικόγραφο της αγωγής, ό τι πρόκειται "για ψευδές κατά περιεχόμενο έγγραφο", με σκοπό έτσι να εξειδικευθεί αυτή ως μέσο εξαπάτησης του αναιρεσίβλητου από τους αναιρεσείοντες, αλλά και να αποδυναμωθεί εξ αρχής η αποδεικτική σημασία της, προς αντίκρουση της θέσης των αναιρεσειόντων ότι ενήργησαν σύννομα με βάση την ως άνω βεβαίωση.
Σε κάθε δε περίπτωση η σχετική πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης είναι τελικά χωρίς έννομη επιρροή και αλυσιτελής, αφού το Εφετείο έκρινε ως "πλαστό", ήτοι αναληθούς περιεχομένου κατά τα προδιαληφθέντα, και το σχετικό τιμολόγιο πώλησης της δεύτερης αναιρεσείουσας, το οποίο, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στηρίζει από μόνο του την αδικοπρακτική ευθύνη των αναιρεσειόντων, με την έννοια ότι ακόμη και αν θεωρηθεί έγκυρη ως αληθής κατά περιεχόμενο η παραπάνω ιατρική βεβαίωση, παραμένει αδικαιολόγητη η ύπαρξη και η χρήση από το πρώτο των αναιρεσειόντων του "πλαστού" τιμολογίου της δεύτερης αυτών, με βάση το οποίο εγκρίθηκε τελικά από το αναιρεσίβλητο η απόδοση σ'αυτόν του αντίστοιχου ποσού, που όμως στην πραγματικότητα δεν αποτέλεσε δαπάνη του για την αγορά του φαρμάκου O..
Έτσι, το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς στην "πλαστότητα" του ως άνω τιμολογίου σε σχέση με το οποίο δεν αποδίδεται στην απόφαση αυτή αντίστοιχη πλημμέλεια με λόγο της αίτησης αναίρεσης.
Συνεπώς και για την αιτία αυτή ο τρίτος λόγος είναι απαράδεκτος. 6. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης στο δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔικ έγγραφο περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό εξ αιτίας το οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός στη περίπτωση που το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων η οποία όμως δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο [ΟλΑΠ 2/2008].
Στην υπόθεση που κρίνεται οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο επικαλούμενοι την πιο πάνω πλημμέλεια, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο προκειμένου να θεμελιώσει τη κρίση του ότι η προδιαληφθείσα ιατρική γνωμάτευση είναι πλαστή, στηρίχθηκε κυρίως στην από 21-11-2006 ιατρική βεβαίωση του ίδιου πιο πάνω ιατρού του ίδιου Νοσοκομείου, το περιεχόμενο της οποίας όμως δεν ανέγνωσε σωστά αφού δέχθηκε πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στη εν λόγω νεώτερη χρονικά ιατρική βεβαίωση και καταλήγει σε επιζήμιο για τους αναιρεσείοντες αποδεικτικό πόρισμα σε σχέση με πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τις προαναφερόμενες όμως παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, ήτοι δεν απέδωσε στο παραπάνω έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό, αλλά αφού το ανέγνωσε σωστά, κατέληξε απλώς, συνεκτιμώντας το περιεχόμενό του με άλλα αποδεικτικά στοιχεία, σε διαφορετικό συμπέρασμα από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν σωστό.
Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. 7. Κατά την παρ. 1 του άρθρου 368 ΚΠολΔ "το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου [όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 37 παράγραφος 1 Ν. 3994/2011], " το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποιήσεως του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει την διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται "ιδιάζουσες" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.
Συνεπώς, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος αυτού δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως. Επομένως, ο έκτος αναιρετικός λόγος με το οποίο γίνεται η επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔικ, με τον ισχυρισμό ότι το Εφετείο απέρριψε το αίτημα των αναιρεσειόντων να διατάξει πραγματογνωμοσύνη επί του ζητήματος της ύπαρξης ή μη ασθενείας της συζύγου του πρώτου δικαιολογούσης την έγκριση και την χορήγηση του παραπάνω φαρμάκου Ο. είναι απαράδεκτος, αφού δεν υπάρχει παραδοχή του Εφετείου ότι πρόκειται για ζήτημα που απαιτεί για να γίνει αντιληπτό, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο [άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔικ] και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρο 176 Κ ΠολΔικ), η δικαστική υπηρεσία του οποίου δεν διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους [άρθρο 18 ΠΔ 154/2006], όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση του Ν. Μ. και της ΟΕ "Γ. Δ. και Σια" για αναίρεση της 797/2012 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών,
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων [1800] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Ιουλίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Σεπτεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ