1787/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 2-4-1977 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, β) με την από 17-5-1977 κύρια παρέμβαση του Χ. Π. και γ) με την από 30-9-1977 προτάσεις-ανταγωγή των α. Σ. Π., β. Ι. Π. και γ. Α. Α., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 492/1977 μη οριστική, 5/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 378/2004 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 1-11-2004 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 819/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 5-5-2011 κλήση τους.
Legislator headnote
AI generated1787/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): θυγ. Ν. Π., (πρώτη καλούσα), η οποία με την από 5-5-2011 κλήση της (και των υπολοίπων αναιρεσειόντων) με την οποία επαναφέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία (κλήση) επιδόθηκε στους αναιρεσιβλήτους, γνωστοποίησε στους τελευταίους νόμιμα το θάνατο της πιο πάνω άμεσης δικαιοπαρόχου της και την εκούσια στο όνομα της επανάληψη της δίκης, που διακόπηκε βίαια, η οποία πλέον συνεχίζεται νόμιμα.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1787 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1787/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1. Α. θυγ. Ν. Π., κατοίκου ..., ατομικά και ως εκ διαθήκης κληρονόμου της αποβιωσάσης - αρχικής πρώτης αναιρεσείουσας - Έ. πρώην συζ. Ε. Τ., το γένος Ν. Π., 2. Ε. θυγ. Γ. Π., κατοίκου ..., 3. Μ. χας Α. Μ., το γένος Γ. Π., κατοίκου ... και 4. Γ. Π. (G. P.) του Ν. και Α., κατοίκου ..., ατομικά και ως κληρονόμου της αποβιωσάσης - αρχικής έκτης αναιρεσείουσας- Α. χας Ν. Π., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Δήμα.
Των αναιρεσίβλητων-καθών η κλήση: 1. Ι. χας Α. Π., το γένος Ι. Π., κατοίκου ..., 2. Ι. συζ. Ι. Μ., το γένος Ι. Π., κατοίκου ..., ως αρχικώς εφεσιβλήτων και ως κληρονόμων της αποβιωσάσης αρχικώς εναγομένης Σ. χας Ι. Π., 3. Α. συζ. Α. Α., το γένος Ι. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ποντικάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και 4. Χ. Α. Π., κατοίκου ... . Οι 1η, 2η και 4ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ισίδωρο Μποτωνάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 2-4-1977 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, β) με την από 17-5-1977 κύρια παρέμβαση του Χ. Π. και γ) με την από 30-9-1977 προτάσεις-ανταγωγή των α. Σ. Π., β. Ι. Π. και γ. Α. Α., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 492/1977 μη οριστική, 5/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 378/2004 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 1-11-2004 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 819/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 5-5-2011 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 22-11-2007 έκθεση του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Μιχαήλ Θεοχαρίδη, με την οποία εισηγήθηκε να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη 378/2004 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, σύμφωνα με όσα ειδικότερα αναφέρονται στο σκεπτικό.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και, ειδικότερα, στις 11-4-2009, πέθανε στην Αθήνα, η πρώτη αναιρεσείουσα Έ. συζ. Ε. Τ.. Όπως προκύπτει από τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα έγγραφα, αλλά και δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσιβλήτους, η ως άνω αποβιώσασα κατέλιπε μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμο της στα επίδικα ακίνητα την Ά.
θυγ. Ν. Π., (πρώτη καλούσα), η οποία με την από 5-5-2011 κλήση της (και των υπολοίπων αναιρεσειόντων) με την οποία επαναφέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία (κλήση) επιδόθηκε στους αναιρεσιβλήτους, γνωστοποίησε στους τελευταίους νόμιμα το θάνατο της πιο πάνω άμεσης δικαιοπαρόχου της και την εκούσια στο όνομα της επανάληψη της δίκης, που διακόπηκε βίαια, η οποία πλέον συνεχίζεται νόμιμα.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα έγγραφα και δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσίβλητους, η έκτη αναιρεσείουσα Α. χήρα Ν. Π. πέθανε στις Η.Π.Α. στις 11-8-2004 και κατέλιπε μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο της τον πέμπτο αναιρεσείοντα υιό της Γ. Ν. Π., δηλαδή η ανωτέρω πέθανε πριν από την άσκηση (12-11-2004) της αναίρεσης και άρα αυτή στερείτο της ικανότητας να είναι διάδικος.
Ενόψει αυτών η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι απορριπτέα ως προς αυτήν ως απαράδεκτη, αφού στρέφεται κατ' ανυπάρκτου (αποβιώσαντος φυσικού προσώπου), παραδεκτώς όμως απευθύνεται κατά του πέμπτου αναιρεσείοντος, ως καθολικού αυτής διαδόχου (άρθρ. 62, 558 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, εκτός άλλων, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της άσκησης του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι τότε, δεν δικαιολογούν επαρκώς τη μεταγενέστερη ενάσκηση του, από την οποία, αντίθετα, προκύπτει προφανής υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος.
Ειδικότερα, στην περίπτωση της μακροχρόνιας αδράνειας του δικαιούχου, υπάρχει τέτοια κατάχρηση, εφόσον, επιπρόσθετα, συντρέχουν περιστατικά αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά, τόσο αυτού, όσο και εκείνου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία γεννιέται στον τελευταίο (υπόχρεο) η πεποίθηση ότι το δικαίωμα δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού, έτσι ώστε η με τη μεταγενέστερη άσκηση επιδίωξη ανατροπής της κατάστασης που δημιουργήθηκε να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο συνέπειες (Ολ.ΑΠ 62/1990, Ολ.ΑΠ 56/1990, ΑΠ 1129/2002).
Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας, για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής ή της ένστασης είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.
Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής ή της ένστασης υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή ή στην ένσταση με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα αυτών. Στην περίπτωση αυτή η αγωγή ή η ένσταση απορρίπτεται ως αόριστη, η δε περί τούτου κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς με τους λόγους του άρθρου 559 αρ. 8 ή 14 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, για το παραδεκτό της ένστασης από το άρθρο 281 ΑΚ, από άποψη χρόνου προβολής της, πρέπει τα περιστατικά που τη συγκροτούν να προβάλλονται με τις προτάσεις του ενισταμένου κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό, οι οποίες (προτάσεις) εκτιμώνται συνολικά (ΑΠ 1296/2006 Δνη 47,1080) και να επαναφέρονται νόμιμα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 520 παρ.2, 525 παρ.1 και 527 παρ.1 του ΚΠολΔ, η επαναφορά στο Εφετείο των ισχυρισμών, που παραδεκτώς προβλήθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο από τον εκκαλούντα, που ηττήθηκε, γίνεται μόνο με λόγο της έφεσής του ή με πρόσθετο λόγο αυτής και όχι με επανυποβολή αυτών, με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του, κατά τον οριζόμενο από τη διάταξη του άρθρου 240 του ΚΠολΔ τρόπο.
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης την από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το εκδόσαν αυτήν Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την προταθείσα κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο από τις εναγόμενες Ι.
χήρα Α. Π., Α. συζ. Α. Α., ήδη πρώτη και τρίτη αναιρεσίβλητες, και Σοφία χήρα Ι. Π., που αποβίωσε στις 6-6-2003 και στη θέση της υπεισήλθαν οι δύο πρώτες αναιρεσίβλητες κληρονόμοι της, ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως της ένδικης από 2-4-1977 περί κλήρου αγωγής αυτών (αναιρεσειόντων). Ειδικότερα οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται με το λόγο αυτό ότι η πιο πάνω αναφερόμενη ένσταση των αναιρεσιβλήτων (εναγομένων) έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω της αοριστίας της, επειδή οι ως άνω εναγόμενες δεν εκθέτουν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο ποιές είναι γι' αυτές οι επαχθείς συνέπειες από την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος και δεν υποβάλλουν αίτημα για απόρριψη της αγωγής λόγω της καταχρηστικής άσκησης της.
Όπως προκύπτει από τις από 30-9-1977 προτάσεις-ανταγωγή των ενισταμένων κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το περιεχόμενο των οποίων συνολικά και παραδεκτά εκτιμάται από το δικαστήριο τούτο (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) οι ανωτέρω εναγόμενοι εκθέτουν, κατά τα κρίσιμα μέρη τους τα ακόλουθα: "...
η αυτή Τ. χήρα Ε. Π. παρητήθη της κληρονομίας υπέρ του δικαιοπαρόχου της Ι. Π.. Είτα δια του υπ' αριθ. .../7-2-1925 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Χανίων Στυλιανού Πρωτοπαπαδάκη, ο Γ. Γ. Π. μετεβίβασε προς τον Ν. Γ. Π., μεταξύ των άλλων και το ανήκον εις αυτόν 1/24 εξ αδιαιρέτου επί των ως άνω ολοκλήρων ακινήτων αναγνωρίσας ούτω και ρητώς την υπό του δικαιοπαρόχου τους κτήσιν της κυριότητος του μεριδίου της Τ.
Π.. Ακολούθως, και δη από του έτους 1926 άπαντες οι κληρονόμοι του Ε. Γ. Π., ήτοι η Ε. χήρα Γ. Π., ο Ν. Γ. Π., ο Α. Γ. Π., η Ε. θυγ. Γ. Π., νυν χήρα Σ. Μ. και η Μ. θυγατέρα Γ. Π. παρητήθησαν ρητώς άλλως σιωπηρώς παντός δικαιώματός των επί της κληρονομίας του αποβιώσαντος Ε. Γ. Π., υπέρ του δικαιοπαρόχου τους, Ι. Γ. Π., διά τα ακίνητα της Παλαιοχώρας εξ ελευθεριότητος και εκ λόγω ευπρεπείας ήτοι ως ελάχιστον δείγμα της ευγνωμοσύνης των και των ευχαριστιών των προς αυτόν δια τας προσφερομένας υπηρεσίας του προς όλην την οικογένειαν, δεδομένου ότι ούτος ήτο ο μόνος εκ των αρρένων αδελφών όστις είχε εγκατασταθεί εις την πατρικήν οικίαν και ηργάζετο διατρέφων την μητέρα του και τας αγάμους αδελφάς του και ούτος είχε καταβάλλει τα έξοδα σπουδών, εν μέρει τουλάχιστον, του εκ των αδελφών του Ν.
Γ. Π. καθηγητού Μέσης Εκπαιδεύσεως. Την τοιαύτην παραίτησιν των κληρονόμων του Ε. Γ. Π. από της κληρονομίας του απεδέχθη παραχρήμα ο δικαιοπάροχός τους Ι. Π. και ευθύς αμέσως παρέλαβε τα κληρονομιαία ακίνητα εις την αποκλειστική του κυριότητα, ασκών πάσας τας πράξεις νομής και διακατοχής καλή τη πίστει και διανοία κυρίου μέχρι του θανάτου του.
Την παραίτησιν ταύτην επί σκοπώ περιελεύσεως των κληρονομιαίων εις την αποκλειστική κυριότητα του δικαιοπαρόχου τους επανέλαβον οι αυτοί κληρονόμοι και μετά ταύτα επανειλημμένως ως και μετά τον θάνατον της μητρός των Ε. επισυμβάντα το έτος 1941, ην παραίτησιν πάλιν επανέλαβε ότι αποδέχεται ο δικαιοπάροχός τους.
Αλλά και αι ενάγουσαι κληρονόμοι του Ν. Γ. Π. από του θανάτου του μέχρι του έτους 1974 έδειξαν δια της συμπεριφοράς των ότι ανεγνώριζαν την ως άνω παραίτησιν του δικαιοπαρόχου των, ασχέτως αν και τυχούσα μη αναγνώρισίς της ουδεμίαν νομικήν συνέπειαν έχει δια την δικαιοπάροχό τους. Μετά την ως άνω παραίτησιν του έτους 1926 ουδείς εκ των παραιτηθέντων ήσκησε επί των κληρονομιαίων ακινήτων πράξεις νομής ή διακατοχής αυτοπροσώπως ή δι' αντιπροσώπου, αλλά τουναντίον άπαντες ούτοι ρητώς αλλά και δια της μη αναμίξεώς των εξεδήλωσαν την απόφασίν των να μη κατέχουν τα κληρονομιαία ως ίδια.
Δια της παραιτήσεως ταύτης οι ανωτέρω απώλεσαν τα δικαιώματά των κυριότητος και νομής επί των κληρονομιαίων ακινήτων, άτινα και περιήλθον εις τον δικαιοπάροχόν τους, υπέρ του οποίου και παρητήθησαν, και όστις τα ήσκησε καλή τη πίστει μέχρι του θανάτου του. Άλλως και επικουρικώς ο δικαιοπάροχός τους απέκτησε την κυριότητα των ως άνω εν Παλαιοχώρα ακινήτων δια της οικειοθελούς εγκαταλείψεως ταύτης (της κυριότητος) υπό των ανωτέρω κληρονόμων του Ε.
Γ. Π. από του έτους 1926 και της από το έτος τούτο μέχρι και του θανάτου του ασκήσεως επ' αυτών των ακινήτων υπό του δικαιοπαρόχου τους Ι. Π., των πράξεων νομής και διακατοχής καλή τη πίστει και διάνοια κυρίου. Καθ' όλον το ενδιάμεσον χρονικόν διάστημα από του έτους 1926 μέχρι και του θανάτου του ο δικαιοπάροχός τους Ι.
Π. εξεμεταλλεύετο το ανωτέρω αγροτεμάχιον δια της καλλιεργείας του και της εκτροφής κατοικιδίων ζώων ως αποκλειστικός κύριος και νομεύς του κατά δεδικαιολογημένην πεποίθησίν του, ουδείς δε εκ των αδελφών του, ούδ' εκ των ανωτέρω αντιδίκων του καθ' οιονδήποτε τρόπον εξεδήλωσε ποτέ την πρόθεσιν ότι το ακίνητο αυτό είναι κοινόν.
Περαιτέρω ο δικαιοπάροχός τους Ι. Π., ανήγειρε δαπάναις του επί του αγροτεμαχίου ισόγειον οικοδόμημα εμβαδού 50 τετρ. μέτρων. Τέλος επί του ανωτέρου εντός της Κωμοπόλεως Παλαιοχώρας οικοπέδου ανήγειρε δαπάναις του αφού προηγουμένως κατεδάφισε τα δύο συνεχόμενα παλαιά οικήματα και δη διά προικώων χρημάτων της συζύγου του Σοφίας (1η απ' αυτές) οικοδομήν αποτελουμένην εξ υπογείου εμβαδού 120 μ2 και τριών δωματίων εμβαδού 120 μ2 και ανωγείου αποτελουμένου εκ δύο δωματίων κουζίνας και αποχωρητηρίου.
Άλλως και όλως επικουρικώς η παρά των αντιδίκων-εναγόντων έγερσις της αγωγής αναγνωρίσεως του κληρονομικού των δικαιώματος και της διανομής, μετά 51 έτη εν γνώσει του γεγονότος, αλλά και εν αγνοία έτι τούτου, ότι οι δικαιοπάροχοί των και οι ίδιοι οι ενάγοντες είχον παραιτηθή από της κληρονομίας του αποβιώσαντος Ε.
Γ. Π. επί σκοπώ περιελεύσεώς της εις τον δικαιοπάροχόν τους Ι. Γ. Π., άλλως, αδιαφόρως του προσώπου εις όν ήθελεν περιέλθη αύτη και ότι ο δικαιοπάροχός τους είχε υπεισέλθη από του έτους 1926 εις την νομή των κληρονομιαίων ακινήτων διανοία κυρίου και καλή τη πίστει, υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα υπό της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και εκ του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος και ως εκ τούτου αντίκειται εις την διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.
Οι δικαιοπάροχοι των αντιδίκων και οι ίδιοι οι αντίδικοι δια της δηλώσεώς των ρητής ή σιωπηράς ότι παραιτούνται της ανωτέρω κληρονομίας υπέρ του δικαιοπαρόχου τους και της ελλείψεως παντός ενδιαφέροντος έκτοτε διά τα ένδικα ακίνητα εδημιούργησαν εις τον δικαιοπάροχόν τους Ι. Π.ν την δεδικαιολογημένην πεποίθησιν ότι ουδέν δικαίωμα είχον επί τούτων εν πάση δε περιπτώσει ότι και αν εισέτι είχον τοιούτον δικαίωμα δεν θα το ήσκουν, ούτως ώστε η δια της μεταγενεστέρας ασκήσεως αυτού επιδίωξις υπό των αντιδίκων της μεταβολής, της εκ της αδρανείας των δικαιοπαρόχων των και των ιδίων, δημιουργηθείσης καταστάσεως, η συνεπαγομένη επαχθείς δια τον δικαιοπάροχόν τους και για τις ίδιες επιπτώσεις, ήτοι η έγερσις της ανωτέρω αγωγής, ν' αντίκειται προφανώς εις τας αρχάς του άρθρου 281 του Α.Κ.".
Τέλος με τις πιο πάνω προτάσεις τους οι εναγόμενες ζητούν την απόρριψη της ένδικης αγωγής. Με βάση τα προεκτεθέντα οι εναγόμενες εκθέτουν με τις προτάσεις τους κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλα τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ και ειδικότερα τις επαχθείς συνέπειες γι' αυτές από την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος, ενώ περιέχεται και σχετικό αίτημα απόρριψη της ένδικης αγωγής.
Επομένως το Εφετείο δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ, λόγω αοριστίας της, γι' αυτό και ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.
Επίσης με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης την από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το εκδόσαν αυτή Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την προαναφερθείσα ένσταση των παραπάνω εναγομένων περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής, επειδή δεν επαναφέρθηκε αυτή νόμιμα στο Εφετείο με τις κατά την ενώπιον αυτού συζήτηση της υπόθεσης κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις αυτών, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 240 ΚΠολΔ.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, επειδή η ένσταση αυτή νόμιμα επαναφέρθηκε από αυτές στο Εφετείο με λόγους των εφέσεων τους και όχι με τις προτάσεις που κατέθεσαν σ' αυτό. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε αναφορικά με την περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής ένσταση των εναγομένων, κατά τις κρίσιμες παραδοχές του, τα ακόλουθα: "Την 22-10-1961 απεβίωσε ο Ν.
Γ. Π. και κατέλιπε ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, την πρώτη ενάγουσα σύζυγό του, και τις θυγατέρες του δεύτερη και τρίτη από τις ενάγουσες. Την 3-7-1976 απεβίωσε και ο Γ. Γ. Π. και κατέλιπε ως μοναδικούς κληρονόμους του την σύζυγό του Χ., τέταρτη ενάγουσα και τις θυγατέρες του Ε., Ι. και Μ. λοιπούς ενάγοντες.
Την κληρονομία των αποβιωσάντων γονέων των αποδέχθηκαν οι ενάγουσες και μετέγραψαν την πράξη αποδοχής. Εξάλλου 1) το έτος 1921 είχε αποβιώσει ο Γ. Π. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγο του Ε. κατά ποσοστό 7/28 και κατά το υπόλοιπο ποσοστό των 21/28 από τα τέκνα του Ε., Μ., Ν., Ι., Γ., Ε. συζ. Σ. Μ. και Α. και 2) το έτος 1922 απεβίωσε ο εκ των κληρονόμων του Γ.
Ε., ο οποίος κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του Τ., τη μητέρα του Ε. και τα αδέλφια του, οι οποίοι υπέβαλαν και τη σχετική δήλωση φόρου κληρονομίας, όπως προκύπτει από το 1308/21-3-1923 πιστοποιητικό Οικονομικού Εφόρου Χανίων. Στην κληρονομιαία περιουσία του Γ. Π. περιλαμβάνονταν τα παρακάτω ακίνητα που βρίσκονται στην περιοχή του οικισμού Κάλαμος της τέως Κοινότητας Παλαιόχωρας και ειδικότερα (ακολουθεί περιγραφή των ακινήτων) ...
Εξάλλου στην κληρονομιαία περιουσία του Ε. Π., εκτός από το κληρονομικό δικαίωμα του επί των παραπάνω κληρονομιαίων ακινήτων του πατρός του, περιλαμβάνονται τα παρακάτω ακίνητα, τα οποία βρίσκονται στην κωμόπολη της Παλαιόχωρας και ειδικότερα (ακολουθεί περιγραφή των ακινήτων) ... Όπως προαναφέρθηκε ο Ε.
Π. κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του Τ., κατά ποσοστό 12/24, τη μητέρα του Ε. και τα αδέλφια του Ι., Ν., Γ., Α., Ε. και Μ., κατά ποσοστό 1/24 από καθένα. Το έτος 1923 οι κληρονόμοι Γ. Π., επιθυμώντας να παραμείνει η πατρική περιουσία στην οικογένειά του συμφώνησαν με τη σύζυγο του αποβιώσαντος αδελφού τους Τ., να παραχωρήσει το ποσοστό της, από την κληρονομική μερίδα του συζύγου της, στον Ι.
Π. αντί του ποσού των 9000 δραχ. Τις σχετικές διαπραγματεύσεις έκανε ο τελευταίος ο οποίος και κατέβαλε από δικά του χρήματα το παραπάνω ποσό. Για το σκοπό μάλιστα αυτό συντάχθηκε το με αριθμό .../9-3-1923 συμβόλαιο και η συνημμένη σ' αυτό από 3-1-1923 πράξη του συμβολαιογράφου Κανδάνου Δημητρίου Παπαγιαννάκη, στην οποία αναφέρεται ότι η Τ.
χήρα Ε. Π. παραιτείται από την κληρονομία και ότι έλαβε το ποσό που προαναφέρθηκε παρά του αναλαβόντος την τακτοποίηση της κληρονομίας Ι. Π.. Στη συνέχεια με το .../7-2-1925 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Στυλιανού Πρωτοπαπαδάκη, ο Γ. Π. μεταβίβασε στον αδελφό του Ν. το μερίδιο του από την πατρική περιουσία και το ποσοστό 1/24 εκ της αδελφικής περιουσίας του.
Το έτος 1944 απεβίωσε η Ε. χήρα Π. η οποία κληρονομήθηκε από τα τέκνα της Μ., Ε., Ι., Γ., Ν. και Α., ενώ το έτος 1952 απεβίωσε η εκ των συγκληρονόμων Μ. Π.. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά το έτος 1926 οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος το έτος 1922 Ε. Γ. Π. δηλαδή η Ε. χα Γ. Π., ο Ν. Γ. Π., ο Α. Γ. Π., η Ε. θυγ. Γ. Π. και η Μ. χήρα Γ. Π. με προφορική δήλωση των προς τον Ι.
Π. αδελφό των παραιτήθηκαν από το κληρονομικό δικαίωμά των επί των κληρονομιαίων και του παραχώρησαν τη νομή των σ' αυτά. Στην ενέργεια αυτή προέβησαν εκ λόγων ευπρεπείας προκειμένου δε να τον ευχαριστήσουν για τις υπηρεσίες που προσέφερε στην οικογένειά των. Πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως αποδείχθηκε 1) ο Ι.
Π. ήταν ο μεγαλύτερος αδελφός και ο μόνος εκ των αδελφών, που είχε εγκατασταθεί στην πατρική οικία και εργαζόταν, με τα έσοδά του δε αυτά διέτρεφε την μητέρα και τις άγαμες αδελφές του, από τις οποίες μετά ταύτα μάλιστα ενίσχυσε με προίκα την Ε. και για τον πρόσθετο αυτό λόγο η ίδια παραιτήθηκε υπέρ αυτού του κληρονομικού της δικαιώματος στα κληρονομιαία και ακόμη συμμετείχε στις δαπάνες των σπουδών του εκ των αδελφών του Ν.
Π., καθηγητή και 2) ο αδελφός του Ν. σπούδαζε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, από το οποίο αποφοίτησε το έτος 1924, ο Γ. είχε εγκατασταθεί στην πόλη των Χανίων και ο Α. ήταν μεταφορέας και ξενοδόχος. Εξάλλου αποδείχθηκε ότι το ένα από τα οικήματα του αποβιώσαντος Ε. Π. που βρισκόταν εντός της κωμοπόλεως Παλαιοχώρας, εχρησιμοποιείτο, από αυτόν ως καφενείο και από τα έσοδά του κάλυπτε τα έξοδα διαβιώσεώς του και της συζύγου του Τ..
Όπως προαναφέρθηκε ο δικαιοπάροχος των εναγομένων αγόρασε το ήμισυ εξ αδιαιρέτου αυτού από τη σύζυγο του αποβιώσαντος, προκειμένου να διαμένει στην Παλαιοχώρα. Γι' αυτό και τα λοιπά αδέλφια του ατύπως του παραχώρησαν το μερίδιο τους. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται από τα παρακάτω και ειδικότερα:
Ο Ι. Π. μέχρι το 1935 διατηρούσε στην Παλαιοχώρα το καφενείο που είχε ο Ε., το οποίο από το 1936 το μετέτρεψε σε αρτοποιείο και διατήρησε μέχρι το θάνατό του, έχοντας λάβει και τη σχετική άδεια. Το υπόλοιπο οίκημα (ισόγειο) είχε εκμισθώσει ως ζαχαροπλαστείο σε τρίτους και τον πρώτο όροφο του χρησιμοποιούσε ως κατοικία.
Η Ε. Μ. στη δημόσια διαθήκη που συνέταξε το έτος 1957, περιγράφοντας την περιουσία της, δεν αναφέρει ότι έχει περιουσία στην Παλαιοχώρα ούτε και στο χωριό Κάλαμος. Ο Α. Π. αδελφός, του δικαιοπαρόχου των εναγόντων, στην από 11-3-1990 ιδιόγραφη διαθήκη του, δεν αναφέρει ότι έχει περιουσία στην Παλαιοχώρα. Ο Ι. Π., κατά το έτος 1960 είχε μεταβιβάσει στο Δ.
Τ. ακίνητο της κληρονομιαίας περιουσίας, που βρίσκεται στην "Παχειά Άμμο" Παλαιοχώρας, δίχως να αντιδράσουν τα αδέλφια του. Από την κατά τα ανωτέρω γενομένη παραίτηση των λοιπών συγκληρονόμων από το κληρονομικό των δικαίωμα μέχρι το έτος 1973 ουδέποτε εκδήλωσαν ενδιαφέρον για τα κληρονομιαία ή άσκησαν κάποια πράξη σ' αυτά στα οποία συμπεριλαμβάνονται τόσο εκείνα του Ε.
όσο και του πατέρα των Γ.. Και τούτο αν και γνώριζαν ότι ο δικαιοπάροχος των εναγομένων Ι. Π. κατείχε όλα τα κληρονομιαία ακίνητα και τα νεμόταν ως αποκλειστικός κύριος, χρησιμοποιώντας τα οικήματα, όπως προαναφέρθηκε, καλλιεργώντας και αξιοποιώντας τα αγροτικά και τέλος συλλέγοντας τους καρπούς των. Με την συμπεριφορά των αυτή, την οποία επέδειξαν τόσο οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων όσο και οι τελευταίοι, επί πενήντα ένα (51) συναπτά έτη, δίχως διαμαρτυρία ή προβολή κάποιας αξίωσης κατ' αυτού, δημιούργησαν τόσο στο δικαιοπάροχό των, όσο και στις εναγόμενες την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκούσαν το δικαίωμά τους στο μέλλον, εις τρόπον ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του με την κρινόμενη αγωγή, τείνουσα στην ανατροπή μιας καταστάσεως που δημιουργήθηκε από τις ειδικές συνθήκες που προαναφέρθηκαν και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, προκαλούσα επαχθείς συνέπειες γι' αυτούς, αντίκειται κατά τρόπο προφανή στις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών αλλά και στον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος (βλ.
και Ολ. ΑΠ 2101/1984). Αξίζει να σημειωθεί ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ακόμη ότι ο δικαιοπάροχος των εναγομένων και του κυρίως παρεμβάντος Ι. Π. από τότε που οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων και οι λοιποί συγκληρονόμοι του Ε. παραιτήθηκαν από το κληρονομικό των δικαίωμα, ειδικότερα δε επί του επιδίκου που βρίσκεται στη θέση "Κάμπος" Παλαιοχώρας, άσκησε όλες τις πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση του, με διάνοια κυρίου και για είκοσι τουλάχιστον συναπτά έτη και ειδικότερα (από 1926 έως το έτος 1974) ανήγειρε με δαπάνες του ισόγειο οικοδομή εμβαδού 50 τ.μ, περίπου, αξίας κατά την άσκηση της αγωγής (1977) 200.000 δραχμών είχε δενδροφυτεύσει δε με ελαιόδενδρα και εσπεριδοειδή ολόκληρο το ακίνητο αυτό και ήταν μοναδικός συνεταίρος του οργανισμού εγγείων βελτιώσεων από το έτος 1936 μέχρι το θάνατό του.
Ακόμη στο εντός της κωμόπολης Παλαιοχώρας οικόπεδο ανήγειρε κτίσματα αξίας 700.000 δραχμών περίπου. Ζήτησε και εκδόθηκε στο όνομά του από το έτος 1936 άδεια ίδρυσης αρτοποιείου, το οποίο ο ίδιος εκμεταλλεύτηκε μέχρι το θάνατό του, που επήλθε το έτος 1976 δίχως ποτέ να διαμαρτυρηθεί κάποιος από τους συγκληρονόμους και δίχως να ζητεί τη συναίνεσή των, όπως αβάσιμα οι ενάγοντες ισχυρίζονται.
Έτσι, κατά το θάνατό του, ήταν κύριος του επιδίκου τούτου με έκτακτη χρησικτησία. Με τη με αριθμό .../1975 δημόσια διαθήκη του, που συντάχθηκε ενώπιον του Συμβολαιογράφου Καντάνου Αντωνίου Στεφανογιάννη και δημοσιεύτηκε νομότυπα κατέλειπε στις εκκαλούσες Σ., Ι., Ι. και Α. την περιουσία που βρίσκεται στον Κάλαμο και εντός της Παλαιοχώρας και στον κυρίως παρεμβάντα την κυριότητα στο δυτικό τμήμα του ακινήτου που προαναφέρθηκε και βρίσκεται στη θέση "Κάμπος" Παλαιοχώρας, έκτασης μισού, περίπου, στρέμματος, που συνορεύει δυτικά με αμαξιτή οδό, βόρεια με ακίνητο Μ.
Μ., ανατολικά με υπόλοιπο ακίνητο του και νότια με ακίνητο Α. Π.. Την κληρονομία αυτή αποδέχθηκε ο παρεμβάς με την .../1977 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Καντάνου Αντωνίου Στεφανουδάκη, η οποία μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καντάνου (τ.4 και αα μεταγραφής ...). Επομένως ο τελευταίος κατέστη κύριος του ακινήτου που προαναφέρθηκε, αφού το δικαίωμα κυριότητας υπήρχε στο πρόσωπο του κληρονομουμένου (διαθέτη) κατά το χρόνο του θανάτου του.
Πρέπει να σημειωθεί ότι οι ενάγοντες, προκειμένου να θεμελιώσουν το δικαίωμα των, αμφισβητούν, μεταξύ των άλλων και την επικαλούμενη παραίτηση των δικαιοπαρόχων τους από αυτό και μάλιστα υπέρ του Ι. Π., για να αποδείξουν δε το αβάσιμό της επικαλούνται μεταξύ των άλλων 1) την από 3-8-1953 δήλωση φόρου και τελών κληρονομίας, προς τον Οικονομικό Έφορο Χανίων, από την οποία προκύπτει ότι ο Α.
Π. υπέβαλε αυτήν και στο κείμενό της αναφέρονται ως συγκληρονόμοι της Μ. Π. η Ε. Μ., ο δικαιοπάροχος των εκκαλουσών, ο Γ., ο Ν. και ο Α. Π. από το περιεχόμενό της όμως αυτό δεν αναιρείται η αλήθεια όσων προαναφέρθηκαν και τούτο, γιατί δεν αποδείχθηκε ότι οι αναφερόμενοι σ' αυτό συγκληρονόμοι άσκησαν κάποια πράξη νομής στα επίδικα ακίνητα ή με οποιονδήποτε τρόπο αναμείχθηκαν στην κληρονομική περιουσία των αποβιωσάντων δικαιοπαρόχων τους και 2) τις από 24-3-1974 και 31-3-1974 επιστολές των Ε.
Μ. και Α. Π., οι οποίες όμως δεν παρέχουν πίστη στο Δικαστήριο γιατί προέρχονται από πρόσωπα που, ως συγκληρονόμοι, είχαν και έχουν έννομο συμφέρον, αφού είναι ήδη διάδικοι, να αποβεί η δίκη υπέρ των. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι κατά την κατάρτιση του με αριθμό .../4-3-1923 συμβολαίου και τη συνημμένη σ' αυτό πράξη του συμβολαιογράφου Δημητρίου Παπαγιαννάκη ο Ι.
Π. ενήργησε για λογαριασμό όλων των συγκληρονόμων, πλην όμως τούτο δεν αποδείχθηκε. Από το περιεχόμενο των παραπάνω εγγράφων προκύπτει ότι ο Ι. Π. συνεβλήθη για δικό του και μόνο λογαριασμό και τούτο δεν αναιρείται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο. Αξίζει τέλος να σημειωθεί ότι για όλα τα πραγματικά περιστατικά που το Δικαστήριο δέχεται ως αληθή σαφείς και πειστικές είναι οι καταθέσεις των μαρτύρων, που με την επιμέλεια των εναγομένων και του κυρίως παρεμβάντος εξετάστηκαν, οι οποίοι, επικαλούμενοι τη δική τους αντίληψη, βεβαίωσαν το δικαστήριο για την αλήθεια όλων των πραγματικών αυτών περιστατικών, η οποία δεν αναιρείται από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν με την επιμέλεια των εναγουσών, αφού οι τελευταίοι δεν έχουν δική τους αντίληψη, βασιζόμενοι δε σε διηγήσεις τρίτων, αναφέρθηκαν εντελώς αόριστα στην ανάμειξη των δικαιοπαρόχων των εναγόντων στα κληρονομιαία ακίνητα.
Ακόμη δεν αναιρείται και από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες ...". Ακολούθως το Εφετείο, κατά παραδοχή της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ, που, όπως προαναφέρθηκε, προβλήθηκε παραδεκτά με τις προτάσεις των εναγομένων κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε νόμιμα με λόγους των εφέσεων τους στο Εφετείο, τις οποίες αφού δέχθηκε ως βάσιμες, απέρριψε κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες από τους αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της αναίρεσής τους πλημμέλειες από τους αριθμούς 19 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή, αφενός μεν διέλαβε στην απόφαση πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της συνδρομής των περιστατικών εκείνων που στοιχειοθετούν καταχρηστική άσκηση της ένδικης αγωγής και ειδικότερα σε σχέση με τα περιστατικά εκείνα που δικαιολογούν ότι η με τη μεταγενέστερη άσκηση επιδίωξη ανατροπής της κατάστασης που δημιουργήθηκε συνεπάγεται επαχθείς για τις υπόχρεες εναγόμενες συνέπειες, αφετέρου δε δεν παραβίασε με ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον, υπό τα ανελέγκτως γενόμενα από τούτο πραγματικά ως άνω περιστατικά, η άσκηση της ένδικης αξίωσης των αναιρεσειόντων για αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματός τους στα επίδικα ακίνητα προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου και εντεύθεν υπερβαίνει, κατ' αντικειμενική κρίση και μάλιστα προφανώς, τα από την παραπάνω διάταξη οριζόμενα όρια.
Επομένως ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 270 παρ.1 εδ.α' και 2 εδ.β' του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 παρ. 10 του ν. 2207/1994 και ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 του ν. 2915/2001, ενώπιον του ειρηνοδικείου και του μονομελούς Πρωτοδικείου, καθώς και ενώπιον του πολυμελούς Πρωτοδικείου, εκτός από την περίπτωση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 226, η συζήτηση είναι προφορική.
Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του ειρηνοδίκη ή του συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνο αν έχουν συνταχθεί πριν από τη δικάσιμο και μετά προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση. Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρο 524 παρ.1 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 226 παρ.2, 336 παρ.3, 339, 341 και 395-398 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι επί υποθέσεων αρμοδιότητας του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία, εφόσον εκδίδεται προδικαστική απόφαση και η απόδειξη διεξάγεται σύμφωνα με το άρθρο 341 του ΚΠολΔ, δεν είναι παραδεκτές ως αποδεικτικά μέσα, ούτε για τη συναγωγή από αυτές δικαστικών τεκμηρίων, ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου.
Τούτο ισχύει και μετά την έναρξη ισχύος του άρθρου 3 παρ. 10 του ν.2207/1994 (25-4-1994) για όσες αγωγές, όπως η ένδικη, είχαν ασκηθεί και συζητηθεί πριν από την ισχύ του και για το λόγο αυτό δεν υπήρχε δυνατότητα έκδοσης, κατά το άρθρο 226 παρ.2 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 παρ.6 του ίδιου νόμου, πράξης του Προέδρου του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που να ορίζει ότι η απόδειξη θα διεξαχθεί σύμφωνα με το άρθρο 341, το οποίο υποχρεωτικά είχε εφαρμόσει το Δικαστήριο εκείνο, σύμφωνα με τις προϊσχύουσες διατάξεις, χωρίς δυνατότητα εφαρμογής της προβλεπόμενης από το άρθρο 270 ΚΠολΔ διαδικασίας (ΑΠ 1470/1998, 146/1997).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους τέταρτο και πέμπτο, μέρος πρώτο, λόγους αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ.γ' και 14 του ΚΠολΔ, προβάλλονται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη και δεν έλαβε υπόψη του την υπ' αριθμ. .../2000 ένορκη βεβαίωση μάρτυρα ενώπιον του συμβολαιογράφου Χανίων Αντωνίου Νικηφοράκη, την οποία νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν σ' αυτό οι αναιρεσείοντες προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού τους ότι ασκούσαν πράξεις νομής στα επίδικα κληρονομιαία ακίνητα. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δίκασε επί υποθέσεως αρμοδιότητας του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, η οποία ήταν εκκρεμής κατά την έναρξη ισχύος του ν. 2207/1994, είχε εκδικασθεί πρωτοδίκως κατά την τακτική διαδικασία και είχε εκδοθεί γι' αυτήν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων) η υπ' αριθμ. 492/1977 εν μέρει μη οριστική απόφαση, με την οποία διατάχθηκαν σχετικές αποδείξεις, οι οποίες και διεξήχθησαν, σύμφωνα με το άρθρο 341 του ΚΠολΔ. Ενόψει των προεκτεθέντων, η πιο πάνω ένορκη βεβαίωση, που προσκόμισαν στο Εφετείο οι αναιρεσείοντες, αποτελούσε ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο και δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη από το Εφετείο ούτε προς συναγωγή από αυτήν δικαστικών τεκμηρίων και επομένως οι υπό εξέταση λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περίπτωση γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας συγκεκριμένο μέσο απόδειξης. Δεν γεννάται, όμως ο λόγος αυτός, αν από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλείται ο αναιρεσείων.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο, μέρος δεύτερο, της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.γ' του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο έκρινε βάσιμη την κύρια παρέμβαση του τέταρτου αναιρεσιβλήτου και αβάσιμη την ένδικη αγωγή αυτών περί κλήρου, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτοί επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και συγκεκριμένα α) το υπ' αριθμ. ...
συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Σύρου Μαρ. Προβελεγγίου, β) το υπ' αριθμ. 18173/23-5-1972 πιστοποιητικό του Οικον. Εφόρου κληρονομιών Αθηνών, γ) το από 1-6-1977 πιστοποιητικό του Οικονομικού Εφόρου Χανίων δ) το υπ' αριθμ. 9819/20-6-1977 πιστοποιητικό του Οικονομικού Εφόρου ειδικών εσόδων Αθηνών, ε) το υπ' αριθμ. 9027/1977 πιστοποιητικό του Οικονομικού Εφόρου Χανίων και στ) τις από 15-2-1974 και 28-3-1974 εξώδικες δηλώσεις του Γ.
Π.. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που αυτή περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα παραπάνω αναφερόμενα έγγραφα.
V. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 513 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, έφεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που εκδίδονται στον πρώτο βαθμό και παραπέμπουν την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο, λόγω αναρμοδιότητας, ή κατά των οριστικών αποφάσεων που εκδίδονται στον πρώτο βαθμό και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Κατά των αποφάσεων που έχουν εκδοθεί ερήμην έφεση επιτρέπεται από τη δημοσίευση τους. Αν η απόφαση είναι εν μέρει οριστική, δεν επιτρέπεται έφεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επί απλής ομοδικίας, σε περίπτωση που η πρωτόδικη απόφαση είναι οριστική ως προς έναν ή περισσότερους από τους ομοδίκους περατώνει τη δίκη ως προς αυτούς και συνεπώς προσβάλλεται με το ένδικο μέσο της έφεσης πριν ακόμη εκδοθεί οριστική απόφαση και για τους λοιπούς ομοδίκους.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά την πρώτη πρωτοβάθμια συζήτηση της ένδικης περί κλήρου αγωγής των αναιρεσειόντων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 492/1977 εν μέρει οριστική και εν μέρει προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία α) έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η αγωγή αυτή ως προς την εναγόμενη, ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, Ι.
συζ. Ι. Μ., λόγω της συναχθείσης από την ερημοδικία της ομολογίας της ιστορικής βάσης της αγωγής, β) τάχθηκαν αποδείξεις, αφενός για την αγωγή ως προς τους λοιπούς διαδίκους και αφετέρου για την κύρια παρέμβαση που είχε ασκήσει, σε σχέση με ένα από τα επίδικα κληρονομιαία ακίνητα, ο τέταρτος αναιρεσίβλητος Χ.
Π.. Μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων εκδόθηκε τελικά η υπ' αριθμ. 5/2003 οριστική απόφαση του ίδιου ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η κύρια παρέμβαση και έγινε δεκτή η ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων και ως προς τους λοιπούς εναγομένους. Ακολούθως η ως άνω ερημοδικασθείσα εναγομένη, Ι.
συζ. Ι. Μ. και οι συνεναγόμενές της Σ. χήρα Ι. Π. και Ι. χήρα Α. Π. (πρώτη αναιρεσίβλητη), άσκησαν από κοινού, ενώπιον του Εφετείου Χανίων, την από 16-5-2003 (με αριθμό εκθ. κατάθ. 481/26-5-2003) έφεση την οποία έστρεψαν τόσο κατά της υπ' αριθμ. 492/1977 εν μέρει οριστικής και εν μέρει προδικαστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όσο και κατά της υπ' αριθμ. 5/2003 οριστικής απόφασης αυτού.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ενώ έκρινε απορριπτέα, ως απαράδεκτη, την έφεση αυτή κατά το μέρος που έπληττε τις οριστικές διατάξεις της υπ' αριθμ. 492/1977 απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δηλαδή και εκείνη με την οποία το δικαστήριο είχε δεχθεί κατ' ουσίαν την αγωγή ως προς την ερημοδικασθείσα εναγομένη Ι.
συζ. Ι. Μ., για το λόγο ότι η έφεση είχε ασκηθεί μετά την πάροδο τριετίας από τη δημοσίευση της εν λόγω πρωτοβάθμιας απόφασης, ακολούθως δέχθηκε την ίδια έφεση και κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της υπ' αριθμ. 5/2003 οριστικής απόφασης του ίδιου πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και, ακολούθως, αφού εξαφάνισε αυτήν, απέρριψε εξ ολοκλήρου την ένδικη αγωγή, δηλαδή και ως προς την ανωτέρω εκκαλούσα-εναγομένη, ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, Ι.
συζ. Ι. Μ., ως προς την οποία, όμως, είχε γίνει δεκτή η αγωγή με την προαναφερθείσα 492/1977 εν μέρει οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και η κατ' αυτής έφεση ήταν απορριπτέα, ως απαράδεκτη λόγω της εκπροθέσμου ασκήσεώς της, ήτοι μετά την πάροδο τριετίας από της δημοσιεύσεως της άνω (οριστικής) ως προς αυτή, απλή ομόδικο, άνω αποφάσεως του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Ενόψει αυτών το Εφετείο, με το να μη κηρύξει απαράδεκτη την ανωτέρω έφεση κατά το μέρος που είχε ασκηθεί από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη Ι. συζ. Ι. Μ. και στρεφόταν κατά της υπ' αριθμ. 5/2003 οριστικής απόφασης του ίδιου πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη κήρυξης απαραδέκτου.
Επομένως ο έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση αυτή, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την ανωτέρω αναιρεσίβλητη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-11-2004 αίτηση των Έ. συζ. Ε. Τ. κλπ. για αναίρεση της 378/2004 απόφασης του Εφετείου Κρήτης ως προς την έκτη αναιρεσείουσα Α. χήρα Ν. Π..
Αναιρεί εν μέρει την 378/2004 απόφαση του Εφετείου Κρήτης μόνο ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη Ι. συζ. Ι. Μ..
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο, όμως από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Καταδικάζει τη δεύτερη αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των πρώτης, τρίτης και τετάρτου αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουλίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ