Legislator Case Law & Legislation
1786/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's rejection of will invalidity claim due to forged signatures.

Case Number 1786/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision rejecting a claim for the invalidity of two secret wills. The appellant argued that the lower court failed to consider specific medical reports and other documents submitted as evidence. The court ruled that the appeal was inadmissible because the contested judgment explicitly stated it had taken all submitted documents into account, thereby refuting the claim of non-consideration.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 566, 577 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the non-consideration of evidence is inadmissible if the lower court's judgment explicitly confirms the review of all submitted documents, as the court's evaluation of evidence is not subject to appellate review.

Keywords

AI generated
appeal admissibility non-consideration of evidence evaluation of evidence secret wills forged signatures Code of Civil Procedure appellate review

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 1 and 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 paragraph 1, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1786 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1786/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Ο. του Γ. και της Ε., δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Π. χήρας Τ. Μ., το γένος Γ. και της Ε. Σ., συν/χου, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Χαρίτο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: .../2018 μη οριστική, .../2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και .../2022 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από ...-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από ...-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό .../2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης:

Ο αναιρεσείων άσκησε κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείβλητης, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, την από ...-2015 αγωγή, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα λόγω πλαστότητας των από ...-2011 και ...-2012 μυστικών διαθηκών της Α. Χ., άλλως επικουρικώς λόγω αδυναμίας και έλλειψης πραγματικής βούλησης της διαθέτιδας και ανικανότητας της προς δικαιοπραξία.

Επί της αγωγής εκδόθηκε αρχικά η με αριθμό .../2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης σχετικά με τη γνησιότητα των υπογραφών επί των άνω διαθηκών. Μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης εκδόθηκε η με αριθμό .../2020 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ο ενάγων άσκησε την από ...-2020 έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη με αριθμό .../2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή η αίτηση (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που προβλέπονται από τα άρθρα 118 έως 120 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή τα στοιχεία κάθε δικογράφου και να αναφέρει τους λόγους αναίρεσης, ήτοι τα παράπονα κατά της προσβαλλόμενης απόφασης. Στο αναιρετήριο πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατή η διαπίστωση, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους θεμελιώνει η προσβαλλόμενη απόφαση.

Ειδικότερα, η διατύπωση του αναιρετικού λόγου συνίσταται στην περιγραφή των σφαλμάτων της προσβαλλομένης απόφασης, που αποτελούν τις νόμιμες προϋποθέσεις για την συνδρομή ενός από τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αναφορά του αριθμού ή των αριθμών των λόγων αναίρεσης του παραπάνω άρθρου του ΚΠολΔ, για τους οποίους ο αναιρεσείων ψέγει, με τα όσα αποδίδει, την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 100/2019).

Εξάλλου, για το ορισμένο του λόγου πρέπει να γίνεται μνεία όχι μόνο του αριθμού του άρθρου που τον προβλέπει, αλλά να προσδιορίζονται πάντοτε και τα αναγκαία εννοιολογικά στοιχεία που απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος (ΑΠ 275/2017, ΑΠ 1008/2018), (όπως λ.χ. όταν αποδίδεται το παράπονο της ευθείας ή εκ πλαγίου παραβάσεως ουσιαστικού κανόνα), ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ( ΑΠ 769/2020, ΑΠ 860/2017).

Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του. Συμπλήρωση του λόγου αναίρεσης με παραπομπή στο δικόγραφο της έφεσης ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος στο Εφετείο ή στον Άρειο Πάγο δεν είναι δυνατή (ΟλΑΠ 20/2005, 27/1998, 32/1996). Επίσης, η συμπλήρωση αυτή δεν επιτρέπεται ούτε με παραπομπή στην προσβαλλόμενη απόφαση, που υπάρχει στη δικογραφία, διότι, πλην άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που δεν το συνιστούν και να απορριφθεί για το λόγο αυτό η αναίρεση, ενώ αν επιλέγονταν άλλες, που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως να ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα.

Τέλος, στο αναιρετήριο πρέπει να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο και ενόψει των οποίων εξέφερε τη κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, αφού μόνο με βάση τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, μπορεί να διαπιστωθεί ο έλεγχος της βασιμότητας του συγκεκριμένου λόγου αναίρεσης.

Διότι, η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Η στο αναιρετήριο περιορισμένη και αποσπασματική αναφορά ορισμένων παραδοχών κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος δεν αρκούν για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου.

Και τούτο, διότι, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο, μπορεί να κριθεί αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΑΠ 892/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 131 παρ. 1 ΑΚ διότι "...παρά τα οριζόμενα στη διάταξη αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε αβασάνιστα και αναιτιολόγητα, παρά τα όσα περί του αντιθέτου απέδειξα ...

περί ύπαρξης σοβαρών προβλημάτων ψυχικής και όχι μόνο υγείας της διαθέτιδας ... ότι δήθεν δεν απεδείχθη η πλήρης αυτή έλλειψη ελεύθερης και ανεπηρέαστης βούλησης στο πρόσωπο της διαθέτιδας και απέρριψε ως μη βάσιμο το αίτημά μου περί ακυρώσεως των δύο διαθηκών ...". Ο λόγος αυτός είναι πρωτίστως απαράδεκτος ως αόριστος, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην παραπάνω νομική σκέψη, αφού σε αυτόν:

α) δεν γίνεται ενάριθμη αναφορά του λόγου αναίρεσης, ήτοι δεν προσδιορίζεται ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνουν οι προαναφερόμενες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ούτε γίνεται αναφορά κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο των επί μέρους εννοιολογικών στοιχείων κάποιου από τους λόγους αναίρεσης και β) ουδόλως διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αλλά γίνεται αποσπασματική μνεία, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, όχι των κρίσιμων παραδοχών της, αλλά περιστατικών, που ο ίδιος επικαλείται, ότι εσφαλμένα έγιναν δεκτά με αυτήν.

Ανεξαρτήτως δε της αοριστίας του λόγου αυτού και υπό την εκδοχή της εκτίμησης ότι με τις παραπάνω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 ή 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και πάλι ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι τα περιστατικά που διαλαμβάνονται σε αυτόν δεν αποτελούν ζητήματα αλλά αξιολόγηση των αποδείξεων εκ μέρους του αναιρεσείοντος και επιχειρήματά του, που πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου περί τα πράγματα.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί τους που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013).

Με βάση αυτά, δεν αποτελούν "πράγματα", με την παραπάνω έννοια, και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017, ΑΠ 639-638/2016).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421-425/2009). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ.

γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των κρίσιμων γεγονότων ή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή λυσιτελών, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΑΠ Ολομ. 42/2002, ΑΠ 343/2017, ΑΠ 176/2016, ΑΠ 677/2015, ΑΠ 1456/2014), οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Δεν συνάγεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.

Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΑΠ Ολομ. 8/2016, 2/2008). Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι εκ τη μη λήψεως υπόψη των εγγράφων, όπως αυτά περιγράφονται στο αναιρετήριο (κυρίως ιατρικών γνωματεύσεων), το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι τα έγγραφα και το περιεχόμενό τους δεν αποτελούν "πράγματα", υπό την έννοια το άνω άρθρου.

Υπό την επίφαση δε του ρηθέντος αναιρετικού λόγου, πλήττεται απαραδέκτως η ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας. Αλλά και με την εκδοχή ότι πρόκειται για αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 11 εδάφ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή αυτός αναφέρεται και σε μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων-εγγράφων που προσκομίστηκαν με επίκληση από τον αναιρεσείοντα και, κατ' ακρίβεια, σε παραγνώριση της αποδεικτικής τους αξίας και πάλι αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (φύλλο 5ο-α' όψη αυτής) ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενο αυτής, προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα αυτά.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο. Τέλος, ο αναιρεσείων που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από ...-2022 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό .../2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ