1786/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1786/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 21-9-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Full text
Απόφαση 1786 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1786/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τη Γιολάντα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσίβλητου: Οικοδομικού Συνεταιρισμού ..." και ήδη Αστικού Οικοδομικού Συνεταιρισμού ..." εδρεύοντος στον οικισμό ..., νομίμως εκπροσωπούμενου, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Χριστίνα Κωτσόγιαννη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-2-1990 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:4738/1998 του ιδίου Δικαστηρίου, 5075/2013 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 9-12-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 21-9-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή η επωνυμία του αναιρεσίβλητου μετά την τροποποίηση του καταστατικού του κατά την Γενική Συνέλευση των μελών του της 7.9.2014 που εγκρίθηκε με τις υπ’ αριθμ. 405 και 453/2014 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Αχαρνών είναι "Αστικός Οικοδομικός Συνεταιρισμός ...".
Επειδή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 5075/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 552 επ ΚΠολΔικ, καθόσον από την έκδοση της μη επιδοθείσας αναιρεσιβαλλομένης στις 16.8.2013, μέχρι την άσκηση (κατάθεση) της αναιρέσεως στις 15.12.2015, δεν είχε παρέλθει η οριζόμενη στο άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔικ (και όπως τούτο ίσχυε κατά τον χρόνο ασκήσεως) προθεσμία.
Επομένως, αυτή πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. Επειδή κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 πανδ (50.14), 2 παρ. 20 πανδ. (41.4), 6 πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 πανδ (18.1) και 7 παρ. 3 πανδ (23.3) του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας όταν τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης νομής επ’ αυτού με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνο του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των ν.20, 12 πανδ (5.8) ν.27 πανδ (18.1), 10, 15 παρ. 3, 17 και 48 πανδ (41.3), 3 και 5 παρ. 1 πανδ. (41.10), 109 πανδ (50.16) και 2 παρ. 7 και 1 πανδ (51.4) καλή πίστη εθεωρείτο η ειλικρινής πεποίθηση του χρησιδεσπόζοντος, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ’ ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου, ενώ προϋπόθεση της συμπλήρωσης της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του μέχρι τις 11.9.1915, για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα.
Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.9.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις. Την ύπαρξη καλής πίστης, ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής συμπερασματικώς, από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα.
Εξ ετέρου κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Τέλος πραγματικά γεγονότα η εκτίμηση των οποίων διαφεύγει του ελέγχου του Αρείου Πάγου, είναι εκείνα, η εκτίμηση των οποίων γίνεται όχι με βάση τους νομικούς κανόνες, αλλά με βάση τους κανόνες της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας, γνώστης των οποίων είναι ο δικαστής. Αντίθετα νομική έννοια η οποία ελέγχεται αναιρετικώς είναι κάθε έννοια που συντίθεται από στοιχεία του εφαρμοζόμενου κανόνα δικαίου.
Η εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή η αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και η βάση αυτών εκφερόμενη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ’ αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατ’ ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή του αναιρεσίβλητου επί ακινήτου επιφανείας 218.700 τμ., το οποίο αποκτήθηκε παραγώγως και του οποίου την κυριότητα είχαν αποκτήσει οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου.
Ειδικότερα δέχεται, συνοπτικά, το Εφετείο ότι: "Στον ενάγοντα οικοδομικό συνεταιρισμό περιήλθε έκταση 3636 στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του ..., επακριβώς περιγραφομένη. ‘ Ότι η έκταση αυτή περιήλθε στον ενάγοντα α) κατά τμήμα 3064 στρεμμάτων εξ αδιαιρέτου με τους επικαλούμενους και νόμιμα μεταγεγραμμένους 36 τίτλους πωλήσεως των ετών 1950 και 1951 από τους προσδιοριζόμενους πωλητές, που είχαν γίνει συγκύριοι παραγώγως και των οποίων οι απώτεροι δικαιοπάροχοι είχαν γίνει συγκύριοι παραγώγως και κατά τις περί έκτακτης χρησικτησίας διατάξεις του ΒΡΔ, που είχαν συμπληρωθεί στις 11.9.1915 και προσέτι είχαν αναγνωρισθεί συγκύριοι της εκτάσεως αυτής από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, με την υπ’ αριθμ. 13 της 7/21.9.1921 απόφαση του λειτουργήσαντος στο Υπουργείο Γεωργίας, σύμφωνα με το Ν. 2201/1920, Διοικητικού Δικαστηρίου, β) κατά τμήμα 224 στρεμμάτων εξ αδιαιρέτου, με το νόμιμα μεταγεγρ.
υπ’ αριθμ. .../2.11.1952 διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Σ. Γ., με το οποίο οι προσδιοριζόμενοι και καταστάντες συγκύριοι εξ αδιαιρέτου του τμήματος αυτού κατά παράγωγο τρόπο, των οποίων οι απώτεροι δικαιοπάροχοι είχαν καταστεί συγκύριοι παραγώγως και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του ΒΡΔ, που είχαν συμπληρωθεί στις 11.9.1915, μεταβίβασαν στον ενάγοντα τα εξ αδιαιρέτου επί του όλου κτήματος μερίδιά τους και έλαβαν από αυτόν (ενάγοντα) συγκεκριμένα οικόπεδα, γ) κατά τμήμα 348 στρεμμάτων εξ αδιαιρέτου από αναγκαστική απαλλοτρίωση υπέρ του ενάγοντος, σύμφωνα με το εκδοθέν δυνάμει του Ν.2025/1952 ΒΔ της 14-4-1952 "περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως των υπολοίπων του κτήματος ...
δια δημοσίαν ωφέλειαν υπέρ του Συνεταιρισμού Στεγάσεως ..." Συν. ΠΕ για την ανέγερση συνοικισμού. Στη συνέχεια προσδιορίζεται ο παράγωγος τρόπος αποκτήσεως κυριότητας των εξ αδιαιρέτου μεριδίων τους από τους συμβληθέντες στα 36 αγοραπωλητήρια συμβόλαια, για τον προγενέστερο της μεταβιβάσεως στον ενάγοντα των 3064 στρεμ.
Χρόνο (1950 και 1951) των οποίων, όπως προαναφέρθηκε, οι απώτεροι δικαιοπάροχοι είχαν αναγνωρισθεί συγκύριοι με απόφαση του Διοικητικού δικαστηρίου του 1921. Προσέτι προσδιορίζεται και ο τρόπος αποκτήσεως της συγκυριότητας της απονεμηθείσας εξ αδιαιρέτου εκτάσεως των 224 στρεμμάτων εξ αδιαιρέτου, τόσο με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, από τους συμμετασχόντες στη διανομή, αφού πέραν των επικαλουμένων τίτλων, νεμόντουσαν την έκταση, οι ίδιοι και οι δικαιοπάροχοι τους, άλλοι από αμνημονεύτων ετών και άλλοι τουλάχιστον από το 1880.
Στη συνέχεια η απόφαση δέχεται αυτολεξεί Την παραπάνω έκταση (εννοεί των 3636 στρεμμ.) κατείχε και νεμόταν ο ενάγων και πριν από αυτόν οι προαναφερόμενοι δικαιοπάροχοι, κατά το επίσης προαναφερόμενο τμήμα αυτής ο καθένας με διάνοια κυρίου και με την ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσέβαλαν κατ’ ουσίαν το επ’ αυτού δικαίωμα κυριότητας τρίτου, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση του ακινήτου πράξεις νομής συνεχώς τουλάχιστον από το έτος 1880.
Ειδικότερα περιεχόμενο της νομής τους ήταν στα μεν δασικά τμήματα, που βρίσκονταν στο όλο ακίνητο η ξύλευση, η κατασκευή ασβεστοκαμίνων, η εκτροφή μελισσών, η εκτροπή των υδάτων για το πότισμα, στα δε καλλιεργήσιμα εδάφη η καλλιέργεια, σπορά και συγκομιδή των καρπών. Άλλωστε το Ελληνικό Δημόσιο με την απόφαση 13 της 7/21-9-1921 του Διοικητικού Δικαστηρίου, που λειτούργησε στο Υπουργείο Γεωργίας, αναγνώρισε τους προαναφερόμενους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος συγκυρίους του δασοκτήματος "...".
Περαιτέρω με το από 12-9-1952 Β.Δ (ΦΕΚ 256/11-9-1952) εγκρίθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο οικισμού των μελών του ενάγοντος για έκταση από το μεγαλύτερο ακίνητο, εμβαδού 3.406 στρεμμάτων, η δε υπόλοιπη έκταση απέμεινε εκτός σχεδίου. Στη συνέχεια η αρμόδια Επιτροπή του Υπουργείου Γεωργίας συνέταξε το ...-12-1953 πρωτόκολλο αποτερματισμού και οριοθετήσεως του δημοσίου δάσους της Πάρνηθας με την προαναφερόμενη έκταση του συνεταιρισμού στη θέση "...".
Ακόμη με το από 29-3-1953 Β.Δ [ΦΕΚ 80/2-4-1953] που εκδόθηκε με πρόταση του Υπουργού Γεωργίας ήρθη η υφιστάμενη πράξη αναδασώσεως του ιδιωτικού δασοκτήματος "..." για έκταση 3.490 στρεμμάτων, δηλαδή για έκταση μεγαλύτερη κατά 84 στρέμματα εκείνης που κρίθηκε με το προαναφερόμενο Β.Δ ότι υπάγεται σε ρυμοτομία. Στη συνεχεία με την .../22-2-1954 απόφαση του Υπουργού Δημοσίων Έργων, κυρώθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν.δ της 17-7-1923 "περί σχεδίου πόλεων και κωμών" τριανταπέντε φύλλα εφαρμογής σχεδίου στη θέση "..." για έκταση εμβαδού 3.406 στρεμμάτων και με τη .../27-8-1954 απόφαση της Γενικής Διευθύνσεως Δασών του Υπουργείου Γεωργίας χορηγήθηκε στον ενάγοντα συνεταιρισμό άδεια κατατμήσεως για οικοπεδοποίηση δασικής εκτάσεως 3.490 στρεμμάτων σύμφωνα με το ως άνω ρυμοτομικό σχέδιο, που είχε εγκριθεί και το οποίο τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το Π.Δ της 8-4-1975.
Με το 3/1952 πρακτικό αποτερματισμού και οριοθετήσεως του δημοσίου δάσους Πάρνηθος μετά του ομόρου συνιδιοκτήτην τοιούτου ... Αχαρνών οριοθετήθηκαν τα εν λόγω δάση "αρχής γενομένης εκ του σημείου 40, όπερ αποτελεί το όριον του δημοσίου δάσους Πάρνηθος και των συνιδιοκτητών τοιαύτην Βαρυμπόμπης και ..., το όριον τούτο ακολουθεί κατεύθυνσιν Δ.
και κατά μήκος του Β’ τοίχου περιφράξεως της Μονής ... μέχρι της Β.Δ. γωνίας του τοίχου, ένθα ετέθη ο αριθμός …, εκείθεν ανέρχεται με κατεύθυνσιν Β. εις κτιστόν ορόσημον επί του λοφίσκου, όπου ετέθη ο αριθμός…, εκείθεν ανέρχεται προς Βορράν επί βραχώδους μικρού λόφου άνωθεν λατομείου, όπου επί βράχου ετέθη ο αριθμός ….
εκείθεν κατ’ ευθείαν ανέρχεται επί της παρυφής επιπέδου εκτάσεως, όπου επί βράχου κειμένου δεξιά του ανερχομένου δρομίσκου ετέθη το σημείον 41, εκείθεν ακολουθεί τον ανερχόμενον δρομίσκο μέχρι συναντήσεως του μικρού ρεύματος, όπερ και ακολουθείς ανερχόμενον μέχρι συναντήσεως της οδού ... - ..., όπερ ετέθη το σημείο 42 επί μεμονωμένου βράχου κειμένου επί του δρόμου, εκείθεν το όριον κάμπτει προς Δ.
όπου επί της παρυφής βράχων κειμένων άνωθεν της ... ετέθη επί βράχου μεμονωμένου το σημείον 42α, εκείθεν συνεχώς προς Δ. επί της ετέρας παρυφής του μικρού λόφου επί βράχου ετέθη το σημείον 42β, εκείθεν με κατεύθυνσιν Β.Δ. ανέρχεται επί παρυφής μικρών βράχων όπου ετέθη το σημείον 43 εκείθεν με κατεύθυνσιν Β.Δ.
επί βράχου ετέθη το σημείον 44, εκείθεν με κατεύθυνσιν Δυτικήν μέχρι της συναντήσεως της αποτόμου πλευράς … επί βράχου κάτωθεν ... ετέθη το σημείον 45, εκείθεν κάμπτει κατ’ ευθείαν προς Ν. και ακολουθεί το πριόνι των βράχων μέχρι συναντήσεως χαρακτηριστικού βράχου όπου ετέθη το σημείον 45 Α, εκείθεν με την αυτήν κατεύθυνσιν ακολουθεί το πριόνι των βράχων και κατέρχεται κατ’ ευθείαν έως το σημείον 46 και εκείθεν μέχρι συναντήσεως του ρεύματος ...
ύδατος ήτις είναι κτιστή εκ μπετόν, όπου ετέθη το σημείον 47 όπου και τερματίζεται το όριον του συνιδιοκτήτου δάσους ...ς μετά του δημόσιου δάσους Πάρνηθας.
Από το παραπάνω πρωτόκολλο συνάγεται ότι το βόρειο όριο του δασοκτήματος ... αρχίζει από το σημείο (42) συνάντησης μικρού ρεύματος με την οδό ... - ...ς, κάμπτει δυτικά όπου επί παρυφής βράχων κειμένων άνωθεν της ...ς, ετέθη το σημείο 42α επί βράχου μεμονωμένου, ακολούθως κατευθύνεται δυτικά (σημείο 42 β) και με κατεύθυνση βορειοδυτική ανέρχεται σε παρυφή βράχων (σημείο 43) συνεχίζει με κατεύθυνση Β.Δ. (σημείο 44) συνεχίζει με κατεύθυνση δυτική (σημείο 45) και εκείθεν κάμπτει κατευθείαν προς Νότο (σημείο 45 Α).
Μετά την πάροδο πολλών ετών από τη σύνταξη του πρωτοκόλλου αποτερματισμού και οριοθέτησης, δεν κατέστη δυνατόν ο εντοπισμός των οροσήμων που προαναφέρθηκαν και δεν είναι δυνατή η αποτύπωση των βορείων ορίων του αγροκτήματος "..." ούτε και ο υπολογισμός της με την μέθοδο "GPS" που επικαλείται το εκκαλούν και πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο το αίτημά του για διενέργεια συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης.
Μεταξύ των διαδίκων αλλά και των πραγματογνωμόνων και τεχνικών συμβούλων υπάρχει διαφωνία αν το όριο του ακινήτου (το οποίο κάμπτεται προς δυτικά), τοποθετείται στο σημείο όπου βρίσκεται η ... ή τοποθετείται βορειότερα αυτής και σε ποιό σημείο). Ο πραγματογνώμονας Μ. Κ. ισχυρίζεται ότι το σημείο συνάντησης του δρόμου προς ...
που διέρχεται από το κτήμα ..., με μικρό ξηρόρεμμα στο ανατολικό όριο του κτήματος με βάση αεροφωτογραφίες του έτους 1938 βρίσκεται 50 μέτρα βορειότερα. Το Ελληνικό Δημόσιο κατά τα έτη 1979 έχει τοποθετήσει πινακίδες στα σημεία που κατά την άποψή του αποτελούν το βόρειο όριο του δασοκτήματος ..., σε διαφορετικά σημεία από αυτά που προσδιόρισε ο ανωτέρω πραγματογνώμονας.
Επίσης διαφωνία των διαδίκων υφίσταται αναφορικά με το εμβαδόν της μείζονος εκτάσεως, εντός της οποίας ευρίσκεται η επίδικη έκταση, κατά τον ενάγοντα, αν η επίδικη έκταση εμπίπτει πράγματι στη μείζονα έκταση, ποιό είναι το εμβαδόν της ρυμοτομηθείσας έκτασης και πού τοποθετείται το βόρειο όριο της επίδικης έκτασης.
Ο πραγματογνώμονας Μ. Κ. που ορίσθηκε με την 3948/1990 πράξη του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών α) αποφαίνεται ότι το επίδικο επιφάνειας 220.500 μ2 περιλαμβάνεται εν μέρει κατά ένα τμήμα του επιφάνειας 179.900 μ2 εντός των ορίων της μείζονος εκτάσεως εμβαδού 3.636 στρεμμάτων ιδιοκτησίας του ενάγοντος και ότι ένα τμήμα του επιφάνειας 40.600 μ2 ευρίσκεται πέραν (βορείως) του άνω προς βορράν οριζομένου ορίου του κτήματος ...ς και ως εκ τούτου περιέχεται εντός των ορίων του δημοσίου δάσους Πάρνηθας και β) προσδιόρισε το βόρειο όριο του κτήματος ...
με βάση το 3) 20.12.1952 πρωτόκολλο αποτερματισμού και οριοθετήσεως. Ακολούθως με τον 9186/2002 απόφαση του δικαστηρίου τούτου διορίσθηκε πραγματογνώμονας η μηχανικός Ε. Κ. και με την πραγματογνωμοσύνη της απαντώντας στα τεθέντα ερωτήματα αποφαίνεται α) ότι η περιγραφόμενη στην κρινόμενη αγωγή μείζων εδαφική έκταση εμβαδού 3.636 στρεμμάτων περιλαμβάνεται εν όλω εντός των ορίων του περιελθόντος στον ενάγοντα ιδιωτικού δάσους "...", β) Η περιγραφόμενη στην αγωγή επίδικη έκταση εμβαδού 218.700 μ2 εντοπίζεται εν μέρει κατά ένα τμήμα της εμβαδού 162,972 μ2 εντός των ορίων της μείζονος εδαφικής έκτασης και γ) προσδιόρισε το βόρειο όριο του κτήματος ...
με βάση το …/1952 πρωτόκολλο αποτερματισμού της οριοθέτησης. Οι πραγματογνώμονες Γ. Γ. και Ι. Γ., που ορίσθηκαν με την 10017/2005 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, αποφαίνονται ότι α) οι ρυμοτομούμενες εκτάσεις του οικισμού στη θέση "..." καταλαμβάνουν έκταση συνολικού εμβαδού 3.332 στρεμμάτων στην προβολή ΗΑΤΤ ή 3330 στρέμματα στην προβολή ΕΓΣΑ’ 87 β) Η επίδικη έκταση εμβαδού 215.736 μ2 περιλαμβάνεται εν όλω εντός των ορίων της μείζονος εδαφικής εκτάσεως που έχει περιέλθει στον ενάγοντα.
Πλέον πειστική κρίνεται η άποψη της πραγματογνώμονος Ε. Κ., η οποία δίνει πειστικές απαντήσεις όσον αφορά το βόρειο όριο του ακινήτου των εναγόντων, την κατεύθυνσή του, τη θέση του σε σχέση με το σημείο συνάντησης της οδού ... με το μικρό ρέμμα και την διέλευσή του όχι από την ... που επικαλείται το Ελληνικό Δημόσιο, αλλά από βράχο που βρίσκεται άνωθεν αυτής, ενώ δεν κρίνεται πειστική η άποψη του πραγματογνώμονα Μ.
Κ. ότι η έναρξη των βορείων ορίων του ακινήτου βρίσκεται 50 μέτρα βορειότερα από την ..., καθόσον αυτή ευρίσκεται στο όριο της έκτασης και δεν εμπεριέχεται στην ιδιοκτησία του ενάγοντος.
Οι μάρτυρες που εξετάσθηκαν με επιμέλεια του ενάγοντος κατά τρόπο σαφή και κατηγορηματικό καταθέτουν ότι "το δράμι" είναι παλαιά τοπική μονάδα μέτρησης επιφάνειας και κάθε "δράμι ασήμι" αντιστοιχεί σε 3.030 μ2, ότι οι δικαιοπάροχοι του συνεταιρισμού ασκούσαν τις προαναφερόμενες πράξεις νομής τουλάχιστον από το έτος 1861 χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από το εναγόμενο και ότι η επίδικη έκταση αποτελεί τμήμα της μείζονος ιδιοκτησίας του ενάγοντος συνεταιρισμού των 3.636 στρεμμάτων, παρέμεινε δε εκτός σχεδίου, αφού δεν περιελήφθη στο σχέδιο του οικισμού.
Οι καταθέσεις αυτές των μαρτύρων δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν με επιμέλεια του εναγομένου οι οποίοι υποστηρίζουν ότι η μείζων έκταση που απέκτησε ο ενάγων δεν είναι 3.636 στρέμματα, αλλά μικρότερη αφού στην προαναφερόμενη απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου δεν αναφέρεται το εμβαδόν της, αλλά μόνο τα όριά της, στηρίζουν δε την κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου στο γεγονός ότι η επίδικη έκταση παρέμεινε εκτός του ρυμοτομικού σχεδίου του ενάγοντος.
Η πραγματογνώμονας Ε. Κ. με την εμπεριστατωμένη και πλήρως αιτιολογημένη έκθεσή της, μετά από μελέτη όλων των τίτλων ιδιοκτησίας, αεροφωτογραφιών σχεδιαγραμμάτων κλπ. επισκέφθηκε την επίδικη έκταση και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η επίδικη έκταση, το εμβαδόν της οποίας προσδιορίζει σε 162.972 μ2 και εμφανίζεται στο … τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε με στοιχεία ...
περιλαμβάνεται στη μείζονα έκταση 3.636 στρεμμάτων που περιήλθε στον ενάγοντα συνεταιρισμό και ανήκει κατά κυριότητα σ’ αυτόν. Η έκθεση αυτή της πραγματογνωμοσύνης δεν αναιρείται από τις λοιπές πραγματογνωμοσύνες και εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων δεδομένου ότι τοποθετεί το βόρειο όριο της μείζονος εκτάσεως του ενάγοντος στο ορθό σημείο και όχι στα εσφαλμένα σημεία που τα τοποθετούν οι διάδικοι και οι λοιποί πραγματογνώμονες και τεχνικοί σύμβουλοι, και με αφετηρία το βόρειο όριο, προβαίνει στην ορθή εξαγωγή των συμπερασμάτων της.
Με βάση τα παραπάνω, το επίδικο, εμβαδού 162.972 μ2 τμήμα μεγαλύτερης εκτάσεως εμβαδού 3.636 στρεμμάτων ανήκει κατά κυριότητα στον ενάγοντα, την οποία απέκτησε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, τα στοιχεία της οποίας συνέτρεχαν στα πρόσωπα των απώτερων δικαιοπαρόχων του ενάγοντος σε χρόνο από 11/9/1915 αναδρομικά μέχρι τουλάχιστον το έτος 1880, οι οποίοι το κατείχαν και το νέμονταν αποκλειστικά με διάνοια κυρίου, μέχρι την κατά τα ανωτέρω μεταβίβαση στον ενάγοντα, ο οποίος συνέχισε να το κατέχει μέχρι το έτος 1977, που το εναγόμενο άρχισε να αμφισβητεί το δικαίωμα κυριότητάς του. Δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δια των οργάνων του άσκησε στο επίδικο πράξεις νομής και κατέστη κύριος με χρησικτησία, καθόσον το 1952 έγινε αποτερματισμός - οριοθέτηση του ιδιωτικού δάσους ...ς από το δημόσιο δάσος της Πάρνηθας και η επίδικη έκταση όπως αποδείχθηκε, βρίσκεται εντός του ανωτέρου ιδιωτικού δάσους και δεν εκτείνεται πέραν του βορείου ορίου της ιδιοκτησίας του, η δε περίφραξη με συρματόπλεγμα τμήματος του επιδίκου, κατά τα έτη 1970 - 1975 από το Δασαρχείο Πάρνηθας, δεν κατέστησε το εναγόμενο κύριο και ολόκληρης (ή έστω μερικής) της επίδικης εδαφικής έκτασης, ενόψει του ότι μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (επίδοσή της 2/3/1990) δεν παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 20ετίας.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο σχετικός (2ος) λόγος της έφεσης.
Οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος που περιέχονται στον πρώτο λόγο έφεσης ότι: α) σύμφωνα με το άρθρο 2 § 2 του Α.Ν. 1539/38 και 58 § 3 Ν.Δ. 86/69 "νομή παρά τρίτου θεωρείται ασκουμένη επί των δασών, μερικώς δασοσκεπών εκτάσεων ή λιβαδίων και χορτολιβαδικών εδαφών μόνον δια τας εκάστοτε ισχύουσας διατάξεις βάσει αδειών της Δασικής Αρχής υλοτομία ή εκμεταλλεύσεως αυτών ως ιδιωτικών εκτάσεων, β) σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 § 2 ΑΝ 1.539/38 και 58 § 4 Ν.Δ. 86/1969 "οι πράξεις βοσκής προκειμένου περί δημοσίων δασών, μερικώς δασοσκεπών εκτάσεων ή λιβαδιών και χορτολιβαδικών εκτάσεων δεν θεωρούνται πράξεις νομής ή οιονεί νομής δουλείας βοσκής, γ) σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 § 3 ΑΝ 1539/38 και 58 § 5 ΝΔ 86/1969 οι καταρτίσεις συμβολαίων, κληρονομικές διαδοχές κλπ.
δεν θεωρούνται πράξεις νομής. δ) σύμφωνα με το άρθρο 2 § 1 ΑΝ 1539/38 "επί των αδεσπότων και των δημοσίων κτημάτων εν γένει νομεύς θεωρείται το Δημόσιον, έστω και αν ουδεμίαν ενήργησε επ’ αυτών πράξιν νομής" πρέπει να απορριφθούν, διότι δεν ασκούν έννομη επιρροή στην προκείμενη υπόθεση, ενόψει των όσων έγιναν δεκτά, σχετικά με την χρησικτησία στο επίδικο των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος, αφού, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σχετική σκέψη, κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία μπορούσε να αποκτηθεί σε δημόσια κτήματα, αρκεί να είχε συμπληρωθεί αυτή μέχρι την 11/9/1915.
στ) ουδεμία πράξη νομής έχουν ασκήσει οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος στην επίδικη έκταση. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος γιατί απεδείχθη ότι οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος τουλάχιστον από το έτος 1880 έως το 1915 ασκούσαν και στο τμήμα αυτό, όπως και στην ευρύτερη έκταση, τις προαναφερόμενες και προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και την ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσέλαβαν κατ’ ουσίαν το επ’ αυτού δικαίωμα κυριότητας τρίτου.
Επομένως, πρέπει ν’ απορριφθούν οι προαναφερόμενοι στον πρώτο λόγο της έφεσης ισχυρισμοί, με την επισημείωση ότι ο αναφερόμενος στον ίδιο λόγο έφεσης ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής έχει ήδη απορριφθεί με την 9186/2002 απόφαση του δικαστηρίου τούτου. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος, που περιέχεται στον πέμπτο λόγο έφεσης, περί καταχρηστικής άσκησης της κρινόμενης αγωγής, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, η οποία είχε κρίνει διαφορετικά ως προς το ζήτημα της επιφάνειας του επιδίκου, την οποία είχε προσδιορίσει σε 179.900 τμ και αφού δίκασε εκ νέου την αγωγή την δέχθηκε ως, κατά ένα μέρος, ουσιαστικά βάσιμη και προσδιόρισε την επιφάνεια του επιδίκου σε 162.972 μ2, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό, ενώ προφανώς από παραδρομή, η επιφάνεια αυτή προσδιορίζεται στο διατακτικό σε 162.945 μ2, υποκειμένης κατά τούτο της αποφάσεως σε διόρθωση, κατά τις διατάξεις των άρθρων 315 επ.
ΚΠολΔικ. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της αποκτήσεως από τους απώτερους δικαιοπάροχους του ενάγοντα της συγκυριότητας του επιδίκου ακινήτου, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατά τις διατάξεις του ΒΡΔ, καθόσον αυτοί νεμήθηκαν το περιλαμβάνον και επίδικο μεγαλύτερο ακίνητο των 3636 στρεμμάτων του ενάγοντα, ασκώντας τις προσδιοριζόμενες πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη, δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσέβαλαν κατ’ ουσίαν το επ’ αυτού δικαίωμα κυριότητας τρίτου τουλάχιστον από το έτος 1880, η δε άσκηση των πράξεων αυτών με τα ίδια προσόντα συνεχίστηκε και μετά τις 11.9.1915 και μάλιστα για έκταση 3064 στρεμμάτων εκδόθηκε το 1921 απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου, που λειτούργησε στο Υπουργείο Γεωργίας, με την οποία το Δημόσιο αναγνώρισε συγκυρίους τους δικαιοπαρόχους του ενάγοντα για έκταση 224 στρεμ.
έγινε απονέμηση ενώ για έκταση 348 στρεμμάτων συντελέστηκε υπέρ του ενάγοντος το 1952 αναγκαστική απαλλοτρίωση. Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή μη εφαρμογή των αναφερομένων στη νομική σκέψη διατάξεων ενώ οι αναφερόμενες πράξεις νομής δεν ήταν απαραίτητο να εξειδικεύονται ημερολογιακά μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας, ούτε να προσδιορίζονται οι κατ’ ιδίαν συγκύριοι που τις διενήργησαν.
Ενόψει τούτων ο υποστηρίζων τα αντίθετα και από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πρώτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως και υπό την επίκληση της ίδιας διατάξεως του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι το Εφετείο έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την τοποθεσία του επιδίκου ακινήτου και δή αν αυτό εμπίπτει στο μεγαλύτερο ακίνητο του αναιρεσιβλήτου ή στο ανήκον στο αναιρεσείον δάσος της Πάρνηθας, αφού ως προς την περιγραφή του αρκείται στη γενικόλογη αναφορά της πραγ/νης της Ε. Κ. και δεν προσδιορίζει την κατεύθυνση, τη θέση και τη διέλευση του βορείου ορίου και το σημείο που το όριο τούτο (βόρειο) διαχωρίζει τις ιδιοκτησίες των διαδίκων. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί αφορά στην, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου ως προς την τοποθεσία το ακινήτου, που προέκυψε από την ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων και την ανέλεγκτη αξιολόγηση και απόδοση μεγαλύτερης αξιοπιστίας στην επικαλούμενη και έχουσα ισοδύναμη με τις λοιπές αποδείξεις έκθεση πραγ/νης. Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο.
Καμμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων (έγγραφα, μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις κλπ), από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, ως εχόντων ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν τα μη ιδιαιτέρως αναφερόμενα.
Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο [Ολ ΑΠ 2/2008) ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ ΑΠ 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο στοιχειοθετείται ο προαναφερθείς λόγος. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια κατά την οποία το Εφετείο, κατά τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως για το αν η επίδικη έκταση εμπίπτει στην μεγαλύτερη έκταση που ανήκει στον αναιρεσίβλητο Συνεταιρισμό ή στο ανήκον στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δάσος της Πάρνηθας, δεν έλαβε υπόψη του τα παρακάτω, νομίμως επαναπροσκομισθέντα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο έγγραφα και συγκεκριμένα: 1) Φωτοαντίγραφο του προσωρινού κτηματολογικού πίνακα και χάρτη της κτηματικής μονάδας Αχαρνών, μαζί με τις ασκηθείσες αντιρρήσεις και την επ’ αυτών εκδοθείσα υπ’ αριθμ. 34/1988 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αχαρνών. 2.
Δύο φωτοτυπίες αεροφωτογραφιών του έτους 1992 και σχετικό χάρτη της περιοχής. 3) Τα αναφερόμενα στο υπ’ αριθμ. .../97 έγγραφο του Δασαρχείου Πάρνηθας έγγραφα ήτοι α) την .../4.2.1936 απόφαση του Υπουργείου Γεωργίας, β) το .../1.11.1938 έγγραφο του Νομικού Τμήματος του Υπ. Γεωργίας, γ) την .../6.8.1944 διακήρυξη δημοπρασίας για μίσθωση του αποκλειστικού δικαιώματος ρητίνευσης του δημοσίου δάσους ...-..., δ) τον από 8.11.1923 πίνακα καθορισμού των ορίων των δασών της περιοχής Μενιδίου, ε) το υπ’ αριθμ. .../1953 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής του ενάγοντος μαζί με τα αποδεικτικά εκδόσεως του εν λόγω πρωτοκόλλου και τη συνοδεύουσα αυτό έκθεση αυτοψίας του δασονόμου Η.
Α. και στ) τις υπ’ αριθμ. ...1979 και .../1990 αποφάσεις του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής με τα συνοδεύοντα αυτές σχεδιαγράμματα και εκθέσεις αυτοψίας. 4. Το υπ’ αριθμ. πρωτ. .../8.10.84 έγγραφο του Δασαρχείου Πεντέλης και ορισμένα από τα αναφερόμενα σ’ αυτό έγγραφα ήτοι α) την με αριθμ. ...31.12.1919 αναφορά του Δασάρχη Αττικής, β) την υπ’ αριθμ.
… απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου του Υπουργείου Γεωργίας, γ) τη συνταχθείσα το 1937 με εντολή της διαχειριστικής επιτροπής των συνιδιοκτητών έκθεση διαχειρίσεως του Κ. Δ..
5. Την από 28.9.1990 έκθεση του δασολόγου Γ. Ν..
6. Την από 15.5.1997 ταύτιση χάρτη ... με α/φίες του έτους 1967 με ορθοφωτοχάρτη της ίδιας κλίμακας 1:5000 από α/φίες του έτους 1954.
7. Φωτοαντίγραφο του προσωρινού κτηματολογικού πίνακα της κτηματικής μονάδας Αχαρνών. 8. Το με αριθμ. πρωτ. ...1970 έγγραφο του Δασάρχη Πάρνηθας. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), όπου ρητά αναφέρεται ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα επικληθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμμιά αμφιβολία ότι τα επίμαχα αυτά έγγραφα λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις, ως προς το παραπάνω ζήτημα του αποδεικτικού του πορίσματος, από το ότι δε στην απόφαση μνημονεύει ορισμένα έγγραφα δεν συνάγεται ότι τα λοιπά δεν λήφθηκαν υπόψη.
‘ Αλλωστε όπως αναφέρεται και στη νομική σκέψη δεν επιβάλλεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου η απόδοση μεγαλύτερης αξιοπιστίας σε κάποιο από τα προσκομισθέντα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα και δη στη δικαστική πραγ/νη της Ε. Κ., ανήκει στην ανέλεγκτη αναιρετικά ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων.
Η άποψη του αναιρεσείοντος Δημοσίου ότι διαφορετική εκτίμηση των αποδεικτικών αυτών στοιχείων, σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις, θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν ως προς το επίμαχο ζήτημα της θέσεως του επιδίκου ακινήτου, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ.
Ενόψει τούτων ο ερευνώμενος τρίτος λόγος της αναιρέσεως, καθώς και η αναίρεση, στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο λόγω της ήττας του (άρθρ. 183 και 176 ΚΠολΔικ) πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, σύμφωνα με το άρθρο 22 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 22 αρ. 18 του Εισ.
Ν ΚΠολΔικ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ’ αριθμ. .../1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν.1738/1987, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9.12.2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά του "Οικοδομικού Συνεταιρισμού ..." και ήδη "... Συνεταιρισμού ..." για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 5075/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ