Legislator Case Law & Legislation
1786/2016 AI generated

1786/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1786/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ'αριθμ. 148/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1786/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα η δεύτερη κατηγορουμένη αφού κατάρτισε πλαστό δελτίο αλλαγής διεύθυνσης θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή της θανούσας γιαγιάς της Ζ. Κ. εν συνεχεία το κατέθεσε στο αρμόδιο τμήμα του ταχυδρομείου στο παράρτημα του ... προκειμένου να παραπλανήσει την υπηρεσία και να λαμβάνει την αλληλογραφία της ως άνω θανούσας στη νέα διεύθυνση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1786 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1786/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ'αριθμ. 148/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Κωνσταντινόπουλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1. Ε. Κ. του Ι. και 2. Ζ. Κ. του Ε., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από το δικηγόρο Αγαμέμνονα Τάτση, ο οποίος ορίστηκε δικηγόρος τους με την υπ'αριθμ. 24/5-2-2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ'αριθ 22305/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθμ. πρωτ. 4621/24-6-2015 κοινή, αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 746/2015.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και ειδικότερα: α) κατά το μέρος που αφορά τις αξιόποινες πράξεις της απόπειρας υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης και ηθικής σ'αυτήν αυτουργίας, β) ως προς τις διατάξεις περί των ποινών που επιβλήθηκαν για τις εν λόγω πράξεις και γ) ως προς την επιμέτρηση της συνολικής ποινής αν συντρέξει περίπτωση επιβολής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι] Η κρινόμενη από 22-06-2015 (αριθμ. Πρωτ. 4621/2015) αίτηση αναίρεσης των α) Ε. Κ. του Ι. και β) Ζ. Κ. του Ε. για αναίρεση της υπ'αριθμό 22.305/2015 απόφασης του δικάσαντος κατ' έφεση Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, από πρόσωπα δικαιούμενα προς τούτο και κατά απόφασης υποκείμενης σε αναίρεση για τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε'ΚΠοινΔ αναιρετικό λόγο μόνον όσον αφορά τις πράξεις της απόπειρας υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης και της ηθικής αυτουργίας στην απόπειρα υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, γι' αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω η ουσιαστική της βασιμότητα.

ΙΙ] Κατά το άρθρο 220 παρ. 1 του Π.Κ. "όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθές περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς, και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα κατά τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, απαιτείται, αντικειμενικώς: α) δημόσιο έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 438 του ΚΠολΔ, δηλαδή έγγραφο, που έχει συνταχθεί από τον καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό κρατικής υπηρεσίας (δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής) και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη έναντι πάντων του γεγονότος που βεβαιώνεται σ' αυτό, β) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό αναληθούς περιστατικού, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή να επιφέρει τη γένεση, αλλοίωση, μεταβίβαση, κατάργηση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης και γ) η βεβαίωση του αναληθούς περιστατικού να επιτυγχάνεται με εξαπάτηση ή ακριβέστερα με παραπλάνηση του δημοσίου υπαλλήλου, που μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, με έγγραφο ή και προφορικά.

Απαιτείται δηλαδή ο εκδίδων το έγγραφο δημόσιος υπάλληλος να τελεί σε πλάνη σχετικά με την αναλήθεια του περιεχομένου του εγγράφου αναφορικά με το συγκεκριμένο περιστατικό, η δε πλάνη να είναι προϊόν εξαπάτησης, γιατί αν ο υπάλληλος τελεί εν γνώσει ότι βεβαιώνει ψευδώς, πρόκειται για το αδίκημα του άρθρου 242 του ΠΚ και ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση.

Δεν τελείται δε η πράξη αυτή, αν ο υπάλληλος απλώς καταχωρεί τη δήλωση του εμφανισθέντος, χωρίς να βεβαιώνει κάτι επί πλέον τούτου διαπιστωτικό για την αλήθεια. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, ότι το βεβαιούμενο γεγονός είναι αναληθές, ότι η βεβαίωση γίνεται σε δημόσιο έγγραφο και ότι το βεβαιούμενο γεγονός μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και περαιτέρω, τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην εξαπάτηση (παραπλάνηση) του δημοσίου υπαλλήλου με οποιοδήποτε τρόπο.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 42 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη, που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83)". Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, πράξη που περιέχει αρχή εκτέλεσης είναι εκείνη με την οποία αρχίζει η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, καθώς και εκείνη η ενέργεια, η οποία τελεί σε τέτοια συνάφεια και οργανικό δεσμό με την πράξη, ώστε στη συγκεκριμένη περίπτωση να θεωρείται, κατά την κοινή αντίληψη, τμήμα αυτής, στην οποία αμέσως οδηγεί, αν δεν ανακοπεί για οποιοδήποτε λόγο.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής η μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη 22.305/18-5-2005 απόφασή του καταδίκασε τους αναιρεσείοντες, τον μεν πρώτο, Ε. Κ., για τις πράξεις της παράβασης του άρθρου 22 παρ. 4 του ν. 1599/1986, η οποία έχει τεθεί ήδη στο αρχείο με σχετική πράξη του εισαγγελέα, της ηθικής αυτουργίας στην πλαστογραφία με χρήση και της ηθικής αυτουργίας στην απόπειρα υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης με συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι ενός (21) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή καθορίζοντας το ποσό αυτής για κάθε ημέρα φυλάκισης προς δέκα (10) ευρώ, τη δε δεύτερη, Ζ.

Κ., για τις πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση και της απόπειρας υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης με συνολική ποινή φυλάκισης (9) μηνών, την οποία ανέστειλε για μία τριετία. Συγκεκριμένα, το δικαστήριο δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, πως από τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα), προέκυψε ότι "οι κατηγορούμενοι έχουν τελέσει τις πράξεις που τους αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι διότι:

Ειδικότερα ο πρώτος κατηγορούμενος στις 28-6-2007 και μέχρι 29-7-2013 κατείχε το υπ' αριθμό Θ-... δελτίο ταυτότητας της μητέρας του Ζ. Κ. η οποία είχε αποβιώσει και το οποίο χρησιμοποιούσε για να εισπράττει τη σύνταξή της του ΟΓΑ. Περαιτέρω στις 29-7-2013 με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει τις άδικες πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης και δη με πειθώ και φορτικότητα έπεισε τη δεύτερη κατηγορουμένη θυγατέρα του να διαπράξει τις υπό στοιχεία 2-3 αξιόποινες πράξεις του κατηγορητηρίου.

Ειδικότερα η δεύτερη κατηγορουμένη αφού κατάρτισε πλαστό δελτίο αλλαγής διεύθυνσης θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή της θανούσας γιαγιάς της Ζ. Κ. εν συνεχεία το κατέθεσε στο αρμόδιο τμήμα του ταχυδρομείου στο παράρτημα του ... προκειμένου να παραπλανήσει την υπηρεσία και να λαμβάνει την αλληλογραφία της ως άνω θανούσας στη νέα διεύθυνση.

Εν συνεχεία κατέθεσε στο Ταχυδρομείο το πλαστό δελτίο αλλαγής διεύθυνσης ώστε να λαμβάνει τη σύνταξη της θανούσας στη νέα διεύθυνση πλην όμως η ανωτέρω πράξη της δεν ολοκληρώθηκε καθόσον διαπιστώθηκε η πλαστότητα του ανωτέρω εγγράφου. Πρέπει, συνεπώς, να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι. Να αναγνωριστεί όμως στη δεύτερη κατηγορούμενη το ελαφρυντικό του άρθρου 133 ΠΚ - της μετεφηβικής ηλικίας, καθόσον κατά το χρόνο τέλεσης της αξιοποίνου πράξεως ήταν ηλικίας 19 ετών".

Στη συνέχεια το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους για το ότι: "Στον ..., κατά τους παρακάτω χρόνους, τέλεσαν τις παρακάτω αξιόποινες πράξεις: Ο πρώτος κατηγορούμενος, Ε. Κ.: ι) Στις 28-6-2007 και μέχρι 29-7-2013 κατείχε δελτίο ταυτότητος προσώπου που είχε πεθάνει και δη το υπ' αριθμ.

Θ-... δελτίο ταυτότητος που είχε εκδοθεί για τη μητέρα του Ζ. Κ. και το οποίο μετά το θάνατό της δεν το είχε παραδώσει στην αστυνομική Αρχή, όπως ήταν υποχρεωμένος, προκειμένου να το χρησιμοποιεί και να εισπράττει τη σύνταξή της του ΟΓΑ. ιι) Στις 29-7-2013 με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει τις άδικες πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως που αυτός διέπραξε.

Ειδικότερα με παραινέσεις και συμβουλές που έδωσε με πειθώ και φορτικότητα έπεισε τη θυγατέρα του και δεύτερη κατηγορούμενη Ζ. Κ. να διαπράξει τις προεκτεθείσες στους αριθμούς 2 και 3 πράξεις" (πλαστογραφίας με χρήση και απόπειρας υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης). Η δεύτερη κατηγορούμενη, Ζ. Κ., στις 29-7-2013 α) κατάρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια έκανε χρήση του εγγράφου αυτού και δη κατάρτισε πλαστό δελτίο αλλαγής διεύθυνσης θέτοντας κατ' απομίμηση υπογραφή της θανούσας γιαγιάς της Ζ.

Κ. και στη συνέχεια το κατέθεσε στο αρμόδιο τμήμα των Ταχυδρομείων στο παράρτημα ... προκειμένου να παραπλανήσει την υπηρεσία και να λαμβάνει στη δηλωθείσα διεύθυνση την αλληλογραφία της θανούσας β) αφού αποφάσισε να εκτελέσει το πλημμέλημα της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, δηλ. να πετύχει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, επιχείρησε πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης του πλημμελήματος τούτου και συγκεκριμένα μετέβη στο Ταχυδρομείο και κατέθεσε πλαστό δελτίο αλλαγής διευθύνσεως για τη γιαγιά της Ζ.

Κ. προκειμένου να λαμβάνει αυτή την αλληλογραφία καθώς και τη σύνταξη της θανούσης πλην όμως η πράξη της αυτή δεν ολοκληρώθηκε για λόγους ανεξάρτητους από τη θέληση της, δηλαδή γιατί, μετά από σχετικό έλεγχο, διαπιστώθηκε η πλαστότητα του κατατεθέντος εγγράφου". Με αυτά που δέχτηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, έχουν εμφιλοχωρήσει στην προσβαλλόμενη απόφαση ασάφειες, ελλείψεις και λογικά κενά, όσον αφορά τις πράξεις της απόπειρας υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης και της ηθικής σε αυτήν αυτουργίας, καθόσον δεν προσδιορίζεται αν, μετά την κατάθεση από την αναιρεσείουσα στο Ταχυδρομείο του πλαστού δελτίου αλλαγής διεύθυνσης της θανούσας, Ζ.

Κ., προκειμένου να λαμβάνει η αναιρεσείουσα την αλληλογραφία καθώς και τη σύνταξη της θανούσας γιαγιάς της, θα εκδιδόταν από αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο, που δεν προσδιορίζεται, δημόσιο έγγραφο, στο οποίο θα βεβαιωνόταν, αφού προηγείτο η παραπλάνησή του, αναληθές περιστατικό, (που δεν συγκεκριμενοποιείται), το οποίο μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, πράξη που τελικά δεν ολοκληρώθηκε για λόγους ανεξάρτητους της θέλησης της αναιρεσείουσας, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι βάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα α) όσον αφορά τις αξιόποινες πράξεις της απόπειρας υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης και ηθικής σ'αυτήν αυτουργίας, β) ως προς τις σχετικές με τις ποινές διατάξεις που επιβλήθηκαν για τις εν λόγω πράξεις και γ) ως προς την επιμέτρηση της συνολικής ποινής, αν συντρέξει περίπτωση επιβολής και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (αρθρ. 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμό 22.305/18-5-2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών: α) κατά το μέρος που αφορά τις αξιόποινες πράξεις της απόπειρας υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης και της ηθικής σε αυτήν αυτουργίας, β) ως προς τις σχετικές με τις ποινές διατάξεις που επιβλήθηκαν για τις εν λόγω πράξεις και γ) ως προς την επιμέτρηση της συνολικής ποινής αν συντρέξει περίπτωση επιβολής. -

Παραπέμπει την υπόθεση σε νέα συζήτηση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (αρθρ. 519 ΚΠΔ).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ