Supreme Court dismisses appeal against final court ruling rejecting loan claim due to lack of evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final appellate decision that rejected his loan claim. The appellant argued the lower court erred by refusing to recognize a loan contract and misinterpreted evidence regarding the source of funds. The court found the appellant failed to prove the existence of a loan agreement and that the transferred money belonged to him rather than his business partner.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8b), 559(19), 559(11g) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on alleged procedural errors or lack of evidence is inadmissible if the appellant fails to substantiate the specific evidence or if the lower court's factual findings are supported by the record.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1786 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1786/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Κοκκίνη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Κ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Καυκόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Π. του Γ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αδαμόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Μαρτίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8306/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 547/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2 Ιουλίου 2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 8 Φεβρουαρίου 2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Δημητρίου Τίγγα, λόγω συνταξιοδότησης, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως με τους πρόσθετους λόγους της.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 547/2007 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε από ουσιαστικής πλευράς την από 9.5.2005 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 8306/2005 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε προηγουμένως η από 29.3.2004 αγωγή του ως μη νόμιμη κατά την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και κατ' ουσίαν ως προς την κύρια βάση της από την επικαλούμενη σύμβαση δανείου, στο πλαίσιο της οποίας ο αναιρεσείων ζήτησε με την αγωγή του να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 63.244,31 ευρώ για το κεφάλαιο του δανείου και το ποσό των 13.831,02 για νόμιμους συμβατικούς τόκους επί των ποσών των τμηματικών καταβολών του κεφαλαίου αναφορικά με το διάστημα από 7.2.2001 έως 30.11.2003. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το μοναδικό λόγο της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). Παραδεκτά επίσης με το από 15.12.2010 ιδιαίτερο δικόγραφο ο αναιρεσείων άσκησε ως προς το αυτό προσβαλλόμενο με την αίτηση αναίρεσης κεφάλαιο της εφετειακής απόφασης πρόσθετο λόγο (άρθρ. 569§2 ΚΠολΔ), ο οποίος πρέπει να συνεξετασθεί με τον κύριο λόγο της αίτησης αναίρεσης.
2. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8(β) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 3/1997), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ. ΑΠ 12/2000? 2/2001) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα. Ειδικότερα αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Συνεπώς για να ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει σε κάθε περίπτωση ο κρίσιμος ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, να προτάθηκε εκεί ευθέως ως ισχυρισμός του ίδιου του αναιρεσείοντος και δεν αρκεί αντίθετα να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα απ' αυτόν με επίκληση έγγραφα.
Συνακόλουθα δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ούτε η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (Ολ. ΑΠ 14/2004) ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης, ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά, για οποιονδήποτε τυπική ή ουσιαστική. Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 42/2002), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο) κατά τις παραπάνω διακρίσεις. Για την ίδρυση πάντως του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του.
Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου.
Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας.
Εξ άλλου κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.
ΑΠ 15/2006). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ.
ΑΠ 20/2005). Κατά την έννοια αυτή η απόφαση που δέχεται ή αναλόγως απορρίπτει αγωγή δανείου έχει επαρκή αιτιολογία όταν σαφώς δέχεται ή σαφώς αποκρούει τη σύναψη αντίστοιχης σύμβασης μεταξύ των διαδίκων, η οποία, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρ. 806 ΑΚ, που ορίζει ότι με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει στον δανειστή άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας, καταρτίζεται με τη μεταβίβαση της κυριότητας του δανειζόμενου πράγματος από το δανειστή στον οφειλέτη, μπορεί δε η μεταβίβαση αυτή, εφόσον η ως άνω διάταξη δεν διακρίνει, να γίνει και εμμέσως από τον δανειστή στον οφειλέτη, δηλαδή μέσω τρίτου προσώπου, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι υφίσταται εντολή του δανειστή προς τον τρίτο να καταβάλει στο δανειολήπτη το αντικείμενο του δανείου (ΑΠ 1620/2008).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Με το με αριθ. .../16.11.2000 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαρίας Γραμματοπούλου - Σιαμπίρη συνεστήθη από τον ενάγοντα (ήδη αναιρεσείοντα), την εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) και τον Μ.
Τ. η εδρεύουσα στη …εταιρεία με την επωνυμία "Εταιρία Μεταφορών Γερανών και Εμπορίας ΕΠΕ" και το διακριτικό τίτλο "Ε.ΜΕ.Γ. ΚΑΙ ΕΜ Ε.Π.Ε.", η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με αύξοντα αριθμό 3/17-12-2001, αλλά και στο με αριθ. 10817/23.11.2001 ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ). Η διάρκεια της εταιρείας συμφωνήθηκε να είναι αορίστου χρόνου, ο δε σκοπός αυτής καθορίστηκε να είναι "οι μεταφορές παντός είδους, η εκμετάλλευση γερανών, η εμπορία διαφόρων μηχανικών ειδών και η βιομηχανική εξυπηρέτηση (παροχή υπηρεσιών προς βιομηχανικές μονάδες επισκευών και κατασκευών)", όπως τα παραπάνω προκύπτουν από το με αριθ. .../8.2.2001 συμβόλαιο της αυτής, ως άνω, συμβολαιογράφου.
Διαχειριστής και εκπρόσωπος της εταιρίας ορίσθηκε ο ενάγων..., ο οποίος στις 21.12.2001 αποχώρησε από την εταιρία και πώλησε τα εταιρικά του μερίδια κατ' ισομοιρία στους προαναφερθέντες έως τότε συνεταίρους του, όπως προκύπτει από το με αριθ. .../21.12.2001 συμβόλαιο της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου, ενώ η συμμετοχή της εναγομένης στην εταιρία ήταν τυπική, δοθέντος ότι σ' αυτήν ουσιαστικά συμμετείχε για λογαριασμό της ο σύζυγος αυτής Ι.
Λ. Ο ενάγων ισχυρίζεται στην κρινόμενη αγωγή του ότι με προφορική συμφωνία, που κατήρτισε με την εναγομένη, της χορήγησε, ως δάνειο, τα εξής χρηματικά ποσά κατά τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους : α) στις 7.2.2001 ποσό 2.490.000 δραχμών και ήδη 7.307,41 ευρώ, β) στις 3.7.2001 ποσό 14.000.000 δραχμών και ήδη 41.085,84 ευρώ, γ) στις 17.9.2001 ποσό 1.500.000 δραχμών και ήδη 4.402,05 ευρώ, δ) στις 17.9.2001 ποσό 500.000 δραχμών και ήδη 1.467,35 ευρώ, ε) στις 9.10.2001 ποσό 1.675.000 δραχμών και ήδη 4.915,63 ευρώ και στ) στις 5.11.2001 ποσό 1.385.500 δραχμών και ήδη 4.066,03 ευρώ, προκειμένου να καλύψει έκτακτες προσωπικές της ανάγκες και με την υποχρέωση να του επιστρέψει τα ως άνω επί μέρους χρηματικά ποσά, συνολικού ύψους 21.550.500 δραχμών (ήδη 63.244,31 ευρώ), το αργότερο μέχρι τις 30.11.2003.
Ο ισχυρισμός αυτός ουδόλως αποδείχθηκε. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη αντιμετώπιζε έκτακτες προσωπικές ανάγκες, ώστε να αναγκασθεί αυτή να δανεισθεί από τον ενάγοντα τα ως άνω ποσά, άποψη που ενισχύεται και από το ότι μεταξύ των διαδίκων δεν υπήρχε φιλική σχέση που θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη σύναψη του επικαλούμενου από τον ενάγοντα δανείου, αλλά οι σχέσεις τους ήταν εντελώς τυπικές, ως εταίρων στην ίδια εταιρία, από την οποία, μάλιστα, ο ενάγων αποχώρησε το Δεκέμβριο του 2001..., όσα δε αντίθετα καταθέτει ο μάρτυρας του ενάγοντος Δ.
Κ., εξεταζόμενος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, στην προσπάθεια του να επιβεβαιώσει το περιεχόμενο της αγωγής, δεν αναιρούν την άποψη αυτή του Δικαστηρίου, δεδομένου ότι οι πληροφορίες του για το ζήτημα αυτό προέρχονται από διηγήσεις του ενάγοντος, όπως ο ίδιος ομολογεί. Επί πλέον, η κατάθεση του ίδιου μάρτυρα έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο της αγωγής όσον αφορά το ύψος του δανείου και το τοκοφόρο ή μη αυτού, αφού καταθέτει ότι το δάνειο ανήλθε σε 21.000.000 δραχμές και ήταν άτοκο, ενώ στην αγωγή αναφέρεται ότι το δάνειο ορίσθηκε σε 21.550.500 δραχμές και μάλιστα ήταν έντοκο.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τα επί μέρους ως άνω χρηματικά ποσά, που ο ενάγων ισχυρίζεται ότι χορήγησε στην εναγομένη ως δάνειο, προέρχονται όχι από δικά του χρήματα, αλλά από αναλήψεις που έγιναν από μέρους αυτού από το λογαριασμό που διατηρούσε η ως άνω εταιρεία στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος επί της οδού ...
στη …(βλ. τα σχετικά παραστατικά έγγραφα που προσκομίζει η εναγομένη) και κατατέθηκαν στον κοινό λογαριασμό που διατηρούσε η εναγομένη με το σύζυγο της, ο οποίος και τα χρησιμοποίησε για την εξόφληση των υποχρεώσεων της ως άνω εταιρείας, σε καμία δε περίπτωση δεν αποτελούσαν δάνειο από μέρους του ενάγοντος προς την εναγομένη.
Τέλος, είναι άξιο απορίας το γεγονός ότι από τις 5.11.2001 που κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος καταβλήθηκε στην εναγομένη το τελευταίο επί μέρους ποσό του δανείου και μέχρι την κοινοποίηση της ένδικης αγωγής (11.5.2004), ουδέποτε ο ενάγων όχλησε την εναγομένη για την επιστροφή του ως άνω ποσού, το οποίο κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητο είναι.
Να σημειωθεί, ακόμη, ότι ο ενάγων έχει παραπεμφθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης για να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, που φέρεται ότι τελέσθηκε από μέρους του σε βάρος της εν λόγω εταιρείας με την ιδιότητά του ως διαχειριστή αυτής, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2001 έως 31.12.2001".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατέληξε ότι δεν αποδεικνύεται η σύναψη του επικαλούμενου από τον αναιρεσείοντα χρηματικού δανείου του προς την αναιρεσίβλητη και έτσι το Εφετείο, αφού έκρινε, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απορριπτέα στην ουσία της την ένδικη αγωγή του κατά την αντίστοιχη κύρια βάση της, απέρριψε ακολούθως στην ουσία και την έφεσή του κατά της πρωτόδικης απόφασης, την οποία αυτός εφεσίβαλε μόνον κατά το κεφάλαιό της το σχετικό με την κύρια αγωγική βάση.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρ. 806 ΑΚ, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμά του, αφού προς το σκοπό αυτό έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Συνεπώς αβάσιμα ο αναιρεσείων υποστηρίζει με μέρος του κύριου λόγου της αίτησης αναίρεσης ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον βασικό αγωγικό ισχυρισμό του ότι χορήγησε δάνειο συνολικού ποσού 21.550.500 δραχμών και ήδη 63.244,31 ευρώ στην αναιρεσίβλητη, αφού αντίθετα με όσα αυτός υποστηρίζει, προσάπτοντας στην εφετειακή απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, το Εφετείο αξιολόγησε και ρητά απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το σχετικό ισχυρισμό του, δεν είναι δε αντιφατικές προς την κρίση του αυτή οι περαιτέρω παραδοχές της απόφασής του, σύμφωνα με τις οποίες τα χρήματα που δόθηκαν τμηματικά από τον αναιρεσείοντα στην αναιρεσίβλητη κατά το χρονικό διάστημα από 7.2.2001 έως 5.11.2001 και ειδικότερα κατατέθηκαν σε λογαριασμό που διατηρούσε αυτή από κοινού με το σύζυγό της στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, ήταν χρήματα της εταιρείας τους και χρησιμοποιήθηκαν από το σύζυγό της για την εξόφληση υποχρεώσεων της εταιρείας τους, αφού πρόκειται για παραδοχές με τις οποίες το Εφετείο ενίσχυσε απλώς την κρίση του ότι δεν καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση δανείου, ενώ παράλληλα αιτιολόγησε και την αιτία της κατάθεσης από τον αναιρεσείοντα χρημάτων στον ως άνω τραπεζικό λογαριασμό της αναιρεσίβλητης, η οποία, άλλωστε, κατά τις παραδοχές και πάλι του Εφετείου, δεν αντιμετώπιζε τότε έκτακτες προσωπικές ανάγκες και ούτε είχε με τον αναιρεσείοντα ιδιαίτερη φιλική, αλλά απλή επιχειρηματική σχέση, που δεν αρκεί, ωστόσο, για να δικαιολογήσει πειστικά την από μέρους του χορήγηση σ' αυτή δανείου.
Πρέπει έτσι να απορριφθούν ως αβάσιμοι τόσο ο κύριος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος που προσάπτεται μ' αυτόν η ως άνω πλημμέλεια από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ στην εφετειακή απόφαση όσο και ο πρόσθετος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται η πλημμέλεια στην ίδια απόφαση ότι έχει ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Εξ άλλου αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι ο κύριος αναιρετικός λόγος κατά το μέρος που προσάπτεται μ' αυτόν πλημμέλεια στην εφετειακή απόφαση από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, δηλαδή ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που αποδείκνυε τη σύναψη μεταξύ των διαδίκων σύμβασης δανείου, αφού ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει το αποδεικτικό αυτό μέσο, αν δε υποτεθεί ότι επικαλείται ομολογία από την πλευρά της αναιρεσίβλητης, αυτή (ομολογία), όπως ο ίδιος αναφέρει στο αναιρετήριό του, δεν καλύπτει την επικαλούμενη απ' αυτόν σύμβαση δανείου, αλλά περιορίζεται στο γεγονός της είσπραξης απλώς των ως άνω ποσών από την αναιρεσίβλητη με σκοπό όμως εξ αρχής την εξόφληση υποχρεώσεων της εταιρείας τους.
Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2.7.2007 αίτηση και τον από 15.12.2010 πρόσθετο λόγο του Π. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 547/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 11 Σεπτεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ