Legislator Case Law & Legislation
1786/2012 AI generated

1786/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1786/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1786/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απορρίπτει την από 19-11-2009 αίτηση των Ν. Δ. κλπ για αναίρεση των υπ' αρ. 7200/2008 οριστικής και 7238/2004 μη οριστικής αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1786 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1786/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ν. Δ. του Σ., 2. Μ. συζ. Ν. Δ., το γένος Δ. Μ. και 3. Σ. Ν. Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Νικόλαο Βλαμάκη και Νικόλαο Απέρη.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό των Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Βαρδακαστάνη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-7-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2440/1998 μη οριστική, 5494/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7238/2004 μη οριστική, 7200/2008 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-11-2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 11-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 3, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο, αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 32/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο και τελευταίο λόγο της αναίρεσης, ο οποίος προτάσσεται, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, το οποίο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων-εναγόντων κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή τους κατά του αναιρεσιβλήτου-εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, με το να δεχθεί ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί δασική έκταση και ανήκει στο εναγόμενο-Δημόσιο και συνεπώς οι αναιρεσείοντες-ενάγοντες αλλά και οι δικαιοπάροχοι τους δεν απέκτησαν την κυριότητα αυτού, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 19 του Ν 719/1977.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, εφόσον, ενώ εξειδικεύεται μεν η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που αφορά τα δημόσια κτήματα και που φέρεται ότι παραβιάστηκε, δεν εκτίθενται όμως στον ίδιο, ούτε καν αποσπασματικά, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκαν οι επικαλούμενες παραβιάσεις και, τέλος, δεν αναφέρεται σ' αυτόν το υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου, δηλαδή αν οι αμέσως πιο πάνω παραβιάσεις οφείλονται σε ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν οι αιτιάσεις που προσάπτονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό.

ΙΙ. Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε. Έτσι, παρέπεται, ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη, αόριστη ή απαράδεκτη ή για οποιονδήποτε άλλο τυπικό λόγο (Ολ.ΑΠ 3/1997, Ολ.ΑΠ 44/1990). Επομένως ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται οι αιτιάσεις, ότι το Εφετείο με ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες έκρινε την ένδικη αγωγή κατά μεν τη βάση της που στηρίζεται στην έκτακτη χρησικτησία για το προ του ΑΚ (23-2-1946) διάστημα που αφορά τους δικαιοπαρόχους των αναιρεσειόντων ως μη νόμιμη, κατά δε τη βάση της που στηρίζεται σε τακτική και έκτακτη χρησικτησία και αφορά τους ίδιους τους αναιρεσείοντες ως αόριστη, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.

ΙΙΙ. Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια, έμμεση απόδειξη.

Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο, πέμπτο και έκτο, κατά το δεύτερο μέρος τους, λόγους της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα, ειδικότερα πιο κάτω μνημονευόμενα έγγραφα, που οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους ότι το επίδικο ακίνητο δεν αποτελεί δασική έκταση και, συνεπώς, αυτοί απέκτησαν την κυριότητα του κατά τον επικαλούμενο με την αγωγή τους τρόπο, δηλαδή:

α) την υπ' αρ. 1660/141/30-12-1978 απόφαση του Νομάρχη Αττικής για τη διευθέτηση των ορίων των οικισμών Κουβαρά και Πέτα Κουβαρά Αττικής, β) τις υπ' αρ. πρωτ. ΚΥ/3-12-1990, 263/6-4-1993, 710/6-9-1995 και 152/4-2-2002 βεβαιώσεις του Προέδρου της ανωτέρω Κοινότητας από τις οποίες προκύπτει ότι η περιοχή που βρίσκεται το επίδικο είναι κατοικημένη, γ) τις υπ' αρ. 362/1997 και 440/2002 οικοδομικές άδειες της Πολεοδομίας Μαρκοπούλου Αττικής επ' ονόματι του τρίτου των αναιρεσειόντων, δ) το υπ' αρ. 3157/1987 έγγραφο του Δασάρχη Λαυρίου από το ποίο προκύπτει ότι ο Δασάρχης αυτός συνομολογεί ότι η αναφερόμενη σ' αυτό έκταση, στην οποία περιέχεται και το επίδικο, είναι έκταση εκτός των αρμοδιοτήτων του και ε) την από 20-1-2007 έγγραφη γνωμοδότηση του Δ.

Σ., αγρονόμου-τοπογράφου, που διορίστηκε πραγματογνώμονας με την 7238/2004 απόφαση του Εφετείου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, παρόλο που γίνεται ρητή μνεία αυτής στην τελευταία. Οι ερευνώμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και από "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκομίζουν και επικαλούνται νομίμως οι διάδικοι, μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικώς παρακάτω, χωρίς όμως να παραλειφθεί οποιοδήποτε τούτων για την κατ' ουσίαν διάγνωση της διαφοράς", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός.

IV. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος, ενώ δε δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ' ένα από αυτά. Τα δημόσια έγγραφα έχουν αυξημένη αποδεικτική δύναμη αν παράγουν πλήρη απόδειξη, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ, εφόσον, εκτός άλλων, προέρχονται από πρόσωπο ενώπιον του οποίου έγιναν τα σ' αυτά βεβαιούμενα και είναι καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση και όχι όταν εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, που προβάλλει επικουρικά, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αφού δεν προσέδωσε στα προσκομισθέντα από τους αναιρεσείοντες και στην προηγούμενη σκέψη αναφερόμενα έγγραφα (υπό στοιχεία α έως και δ) την αυξημένη αποδεικτική δύναμη των δημόσιων εγγράφων, σχετικά με το επίσης στην προηγούμενη σκέψη αναφερόμενο ουσιώδες ζήτημα αν το επίδικο ακίνητο αποτελεί ή όχι δασική έκταση. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα ανωτέρω έγγραφα δεν αποτελούν, στην προκείμενη περίπτωση, πλήρη απόδειξη, κατά την προαναφερομένη διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ, αφού το γεγονός της ιδιότητας του επιδίκου ακινήτου ως δασικής ή όχι έκτασης δεν αποτελεί γεγονός που έγινε ενώπιον των συντακτών των ανωτέρω εγγράφων, οι οποίοι και δεν ήταν αρμόδιοι να βεβαιώσουν το γεγονός αυτό, από δε την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε στα παραπάνω έγγραφα μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ο νόμος ορίζει, αλλά, ως προς τα ανωτέρω αποδεικτικά θέματα, εκτίμησε αυτά ελεύθερα κατά αρθρ. 340 ΚΠολΔ, μαζί με τα υπόλοιπα, κατ' είδος αναφερόμενα, αποδεικτικά μέσα, προς συναγωγή δικαστικού τεκμηρίου και όχι προς άμεση απόδειξη.

V. Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγος της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες ψέγουν την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί δασική έκταση και, συνεπώς, αυτοί δεν απέκτησαν την κυριότητά του, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των προμνημονευόμενων (υπό στοιχείο ΙΙΙ) εγγράφων. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, εφόσον με αυτόν δεν αποδίδεται διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων, δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωση, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου τους.

VI. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984).

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται, εάν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό, τον οποίο απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Με τους πέμπτο και έκτο, κατά το πρώτο μέρος τους, λόγους της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες ψέγουν την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς τους:

α) περί του ότι "το επίδικο συνολικού εμβαδού 1.108,80 τ.μ., τμήμα του οποίου αποτελεί και η αμφισβητούμενη από το Δασαρχείο Λαυρίου έκταση, εμβαδού 940 τ.μ. εμπίπτει στο άρθρο 3 παρ.6 περ. ε του Ν. 998/1979, διότι και καταλαμβάνεται από οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923, εντός του οποίου ευρίσκεται και είναι εντός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως", β) "περί συνομολογήσεως του Δασάρχου Λαυρίου ότι η κρινόμενη με το υπ' αρ. 3157/1987 έγγραφο του έκταση, εντός της οποίας περιέχεται και το επίδικο, είναι έκταση εκτός των αρμοδιοτήτων του, σύμφωνα με το περιεχόμενο του" και γ) ότι αθωώθηκαν από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών για τις πράξεις της παράνομης εκχέρσωσης και καταπάτησης δημόσιας έκτασης.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, γιατί οι περιεχόμενοι σ' αυτούς πιο πάνω ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων δεν είναι αυτοτελείς, με την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, που προπαρατέθηκε, αλλά συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της ένστασης του αναιρεσιβλήτου-Δημοσίου ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί δασική έκταση και, συνεπώς, ως δημόσιο κτήμα ανήκει στην κυριότητά του, παρεκτός του ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον υπό στοιχείο α' άνω ισχυρισμό, που απέρριψε ως αβάσιμο με το να δεχθεί τον δασικό χαρακτήρα του επιδίκου κειμένου εκτός του οικισμού "ΠΕΤΡΑ-ΚΟΥΒΑΡΑ" προϋπάρχοντος του έτους 1923.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-11-2009 αίτηση των Ν. Δ. κλπ για αναίρεση των υπ' αρ. 7200/2008 οριστικής και 7238/2004 μη οριστικής αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Απριλίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Δεκεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ