Legislator Case Law & Legislation
1786/2007 AI generated

1786/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1786/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-10-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 8284/1997 προδικαστική και 1905/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14 Ιουλίου 2005 αίτησή της και τους από 26 Ιουλίου 2005 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 8 Δεκεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή εν μέρει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως . Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1786/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στο κείμενο του εν λόγω εγγράφου, υποκειμένου σε επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο, εφόσον ο λόγος αναιρέσεως αφορά πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ) διαλαμβάνεται, μεταξύ των άλλων, ότι η αναιρεσείουσα έλαβε από τον αναιρεσίβλητο αγοραστή "το ποσό του 1.000.000 δραχμών ως προκαταβολή για αγορά πλήρους, πολυτελούς διαμερίσματος 120 τ.μ.

Keywords

AI generated
offer to contract real estate transaction purchase off-plan terms of sale doorstep selling property market
AI generated
1231/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 29.06.2000 και 03.07.2000 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτου και αναιρεσείοντος αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 5707/2001 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 7126/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 01.03.2004 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 1637/2006 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει σε συζήτηση ο παριστάμενος αναιρεσίβλητος με την από 06.11.2006 κλήση του, μετά από αναβολή κατά τη δικάσιμο στις 26.02.2007. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 19.12.2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου, Ιωάννη Παπανικολάου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
73/2017
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
183/2011
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Οκτωβρίου 1987 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 539/1988 πράξη του, 9320/2000 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 148/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30 Μαρτίου 2007 αίτησή του.
1365/2015
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αι...
389/2021
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-07-2013 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 994/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 254/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 06-06-2019 αίτησή της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1786 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1786/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας : ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Ρουμανιά.

Του αναιρεσιβλήτου : ..... , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Ιωαννίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-10-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 8284/1997 προδικαστική και 1905/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14 Ιουλίου 2005 αίτησή της και τους από 26 Ιουλίου 2005 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 8 Δεκεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή εν μέρει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως . Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρ. 569§2 του ΚΠολΔ "οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρας προ της συζητήσεως της αναιρέσεως, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση. Αντίγραφο του δικογράφου των προσθέτων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση. Από τη διάταξη αυτή συνδυαζόμενη και με τη διάταξη αυτή του αρθρ. 111§2 του ιδίου Κώδικα προκύπτει ότι για το παραδεκτό των προσθέτων λόγων απαιτείται κατά νόμο η εις την προδικασία, ελλείψει της οποίας πάσα εισαχθείσα αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυταπαγγέλτως, αναγομένη επίδοση του δικογράφου αυτών προ της αυτής προθεσμίας, ήτοι των τριάντα ημερών προ της συζητήσεως της αναιρέσεως, που έχει αρχικώς ορισθεί σε κάθε περίπτωση (ΟλΑΠ 143/1984). Επομένως, εφόσον δεν προκύπτει από τον φάκελο της δικογραφίας ότι το δικόγραφο του από 26.7.2005 πρόσθετου λόγου αναιρέσεως της αναιρεσειούσης επεδόθη στον αναιρεσίβλητο, ούτε η ίδια επικαλείται κάτι τέτοιο, πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός ως απαράδεκτος.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566§1 και 577§3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προσβαλλομένη αιτίαση.

Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (ΟλΑΠ 57/1990).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα εκείνο που αναφέρεται στην συμφωνηθείσα μεταβίβαση κυριότητος διηρημένης ιδιοκτησίας (διαμερίσματος πολυκατοικίας) αιτία αγοραπωλησίας, υφισταμένης περιπτώσεως μεταφοράς συντελεστού δομήσεως.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, στον οποίο δεν γίνεται αναφορά στην συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή της, είναι προεχόντως, αόριστος και απορριπτέος.

ΙΙΙ. Κατά την έννοια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, ή δεν συντρέχουν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. (Ολ.ΑΠ 12-13/95).

Περαιτέρω κατά μεν το άρθρο 197 ΑΚ κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συμβάσεως τα μέρη οφείλουν αμοιβαίως να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, κατά δε το άρθρο 198 ΑΚ όποιος κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συμβάσεως προξενήσει υπαίτια στον άλλο ζημία είναι υποχρεωμένος να την ανορθώσει.

Πρόκειται περί αποκαταστάσεως του αρνητικού διαφέροντος ή διαφέροντος εμπιστοσύνης που καλύπτει ολόκληρη την προξενηθείσα στον αντισυμβαλλόμενο ζημία αιτιωδώς συνδεομένη προς το προσυμβατικό πταίσμα. (θετική και αποθετική). Η ευθύνη δε εκ των διαπραγματεύσεων δεν είναι ευθύνη εξ αδικοπραξίας, αλλά εξ αθετήσεως ειδικής ενοχής που υφίσταται εκ του νόμου.

Εξάλλου, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες, επάλληλες, αιτιολογίες, με την αναίρεση δε, πλήσσονται μεν όλες, πλην όμως η προσβολή μιας από αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναιρέσεως που προσβάλλουν τις λοιπές είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς.

Στην προκείμενη περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, ανελέγκτως, μεταξύ των άλλων τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:Η εναγόμενη αρχιτέκτων, δυνάμει του υπ΄αριθμ. ....."προσυμφώνου μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικού" της συμ/φου Αθηνών, Ελένης Μαρκογιαννάκη, όπως αυτό τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως δια της υπ΄αριθμ. ....."πράξης σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών και κανονισμού σχέσεων συνιδιοκτητών πολυκατοικίας", ανέλαβε εργολαβικώς την ανέγερση πολυκατοικίας αποτελούμενης από τρία συγκροτήματα εκ τριών ορόφων με αυτοτελείς ιδιοκτησίες επί οικοπέδου εκτάσεως 1320 τ.μ., κειμένου εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του συνοικισμού .....της περιφερείας του Δήμου Γλυφάδας, στο υπ αριθ....

Ο.Τ., επί της οδού ...., της συγκυριότητος του ...., ...., ...., .... και ..... , έναντι εργολαβικού ανταλλάγματος συνισταμένου στην μεταβίβαση σ΄αυτήν ποσοστών συγκυριότητος, ανερχομένων σε 520/000 εξ αδιαιρέτου, με την πρόβλεψη να ανέλθουν σε 644/000 εξ αδιαιρέτου, σε περίπτωση μεταφοράς από άλλη περιοχή της Αθήνας συντελεστού δομήσεως, περίπτωση για την οποία προβλέφθηκε η προσθήκη τέταρτου ορόφου.

Μάλιστα με τα πιο πάνω συμβόλαια της εκχωρήθηκε από τους οικοπεδούχους το σχετικό δικαίωμα μεταφοράς του συντελεστού δομήσεως επί του οικοπέδου, μέχρι και την κατασκευαστική φάση των σοβάδων και σε κάθε περίπτωση, αν οι σχετικές διαδικασίες ευρίσκονται σε εξέλιξη, μέχρι των συμφωνημένων με τα πιο πάνω εργολαβικά συμφωνιών παραδόσεως της όλης οικοδομής, ήτοι μέχρι 1-7-1996.

Μεταξύ των οριζοντίων ιδιοκτησιών του εργολαβικού ανταλλάγματος ήταν και το διαμέρισμα του Β΄ ορόφου, υπό στοιχείο Β-2, το οποίο κατά τα εγκεκριμένα σχέδια της υπ΄αριθμ...... εκδοθείσης από την αρμόδια Πολεοδομία Ηλιουπόλεως, οικοδομικής αδείας, αποτελείται από χώρο υποδοχής (σαλόνι-τραπεζαρία), κουζίνα, δύο (2) υπνοδωμάτια, δύο (2) λουτρά, αποθήκη, W.C, ημιϋπαίθριους χώρους και εξώστες και έχει επιφάνεια 120 τ.μ.

και επιφάνεια ημιϋπαίθριων χώρων 10 τ.μ. Τον Ιανουάριο του 1996, ο ενάγων, ο οποίος αναζητούσε διαμέρισμα προς αγορά στην συγκεκριμένη περιοχή και είχε ήδη ανεύρει δύο, ένα στην οδό.... και ένα στην οδό ...., ήλθε σε διαπραγματεύσεις με την εναγόμενη και συμφώνησε για την αγορά του πιο πάνω Β-2 διαμερίσματος, το οποίο και επροτίμησε εν σχέση με τα προηγούμενα δύο.

Κατά το στάδιο αυτό των διαπραγματεύσεων οι διάδικοι κατήρτισαν εγγράφως ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο προσκομίζεται υπ΄αμφοτέρων και φέρει τις μη αμφισβητούμενες υπογραφές τους, με τίτλο "Απόδειξη εισπράξεως 1.000.000 δρχ.", στο οποίο αποτυπώθηκαν περιληπτικώς τα μέχρι τότε προφορικώς μεταξύ τους συμφωνηθέντα σχετικώς με την πώληση του εν λόγω διαμερίσματος και τις τροποποιήσεις στην κατασκευή του, μέχρις ότου αυτές οι συμφωνίες αποτυπωθούν λεπτομερώς σε ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο ανέλαβαν την υποχρέωση να καταρτίσουν αργότερα.

Έτσι με την πιο πάνω από 29-1-1996 χειρόγραφη απόδειξη, βεβαιώθηκε η αυθημερόν καταβολή 1.000.000 δρχ. από τον ενάγοντα στην εναγόμενη, έναντι του τιμήματος της πωλήσεως, το οποίο συμφωνήθηκε και εγγράφως σε 45.000.000 δρχ. συνολικώς και καταβλητέο σε τέσσερις δόσεις, ήτοι της πρώτης τούτων εκ ποσού 20.000.000 δρχ. καταβλητέας την 5-3-1996, με την ταυτόχρονη σύνταξη ιδιωτικού συμφωνητικού και συγγραφής υποχρεώσεων, της δευτέρας τούτων εκ ποσού 10.000.000 δρχ.

καταβλητέας την 5-6-1996 με την ταυτόχρονη σύνταξη οριστικού συμβολαίου, αν αυτό δεν έχει υπογραφεί ενωρίτερον, της τρίτης τούτων εκ ποσού 10.000.000 δρχ., καταβλητέας την 5-9-1996 και της τελευταίας εκ του υπολοίπου ποσού των 4.000.000 δρχ. καταβλητέας, με την ολοκλήρωση όλων των εργασιών και την παράδοση του διαμερίσματος το αργότερον μέχρι τέλη Δεκεμβρίου 1996 και περιεγράφη το αντικείμενο της πωλήσεως.

Ειδικότερα, κατεγράφη η ρητή συμφωνία των διαδίκων ότι αυτό περιλαμβάνει πλήρες πολυτελές διαμέρισμα 120 τ.μ., με τρία υπνοδωμάτια και τρία υπνοδωμάτια και τρία (3) W.C., αντί των δύο που προέβλεπαν τα εγκεκριμένα σχέδια, στον 2ο όροφο της επί της οδού .... πολυκατοικίας, με χώρο σταθμεύσεως αυτοκινήτου (γκαράζ) και αποθήκη 15 τ.μ.

στο ίδιο υπόγειο, καθώς επίσης και η ρητή συμφωνία τους, να τοποθετηθεί με το ίδιο ως άνω τίμημα, στον χώρο σταθμεύσεως αυτοκινήτου (γκαράζ) θύρα, κατευθυνόμενη με τηλεχειριστήριο και κοινή κολυμβητική δεξαμενή (πισίνα)στον κοινόχρηστο χώρο. Περαιτέρω, κατεγράφησαν και οι ρητές διαβεβαιώσεις της εναγόμενης ότι το προαναφερθέν διαμέρισμα και οικόπεδο είναι απηλλαγμένα οποιασδήποτε υποθήκης, βάρους ή άλλου νομικού ελαττώματος.

Πλην όμως, η εναγόμενη είχε κατά τρόπον αντίθετον προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, αποκρύψει από τον ενάγοντα υποψήφιο αγοραστή του ως άνω διαμερίσματος, ότι υπήρχε θέμα μεταφοράς συντελεστού δομήσεως από άλλη περιοχή, η διαδικασία της οποίας είχε καθυστερήσει, αφού η σχετική αίτηση και μελέτη είχε υποβληθεί από 30-5-1994.

Ανεξαρτήτως δε του αν αυτή μεταφορά επηρέαζε ή όχι την κατάσταση του ίδιου του επιδίκου διαμερίσματος του Β ορόφου, αφού η επί πλέον, λόγω της μεταφοράς συντελεστού, δομήσιμη επιφάνεια είχε συμφωνηθεί να χρησιμοποιηθεί στον Δ όροφο, ενώ η πολύ μεταγενέστερα εκδοθείσα εγκριτική υπουργική απόφαση ορίζει κατανομή της επί πλέον δομήσιμης επιφάνειας στους ορόφους και ειδικώς 51,56 τ.μ.

και στον Β όροφο, επί του οποίου το επίδικο διαμέρισμα και μάλιστα με ημιϋπαίθριους χώρους 10 τ.μ., σε κάθε περίπτωση, επηρέαζε την ολοκλήρωση της κατασκευής της όλης πολυκατοικίας, της οποίας ο ενάγων, με την αγορά του διαμερίσματος, επρόκειτο να καταστεί κατά ιδανικά μερίδια συγκύριος και η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη επέβαλαν στη εναγόμενη την σχετική του ενημέρωση.

Αντ΄αυτού το απέκρυψε και όταν ο τελευταίος το πληροφορήθηκε από τρίτους τον διαβεβαίωσε και πάλι κατά τρόπον αντίθετον προς την καλή πίστη, ότι δεν πρόκειται να υπάρξει πρόβλημα, ενώ εγνώριζε ότι ήδη υπήρχε τέτοιο, αφού είχε ήδη καθυστερήσει επί διετία η μεταφορά. Πέραν τούτου, την 5-3-1996, ενώ ο ενάγων προσεφέρθη σε καταβολή της πρώτης δόσεως εκ ποσού 20.000.000 δρχ., το οποίο μάλιστα είχε μεριμνήσει ταξιδεύοντας ειδικώς στην Ελβετία, όπου ήταν κατατεθειμένο σε λογαριασμό του, να εισαχθεί στη Ελλάδα, ώστε να εκπληρώσει την αναληφθείσα κατά τα άνω, έναντι της εναγομένης υποχρέωση του, η τελευταία αθέτησε την δική της και αρνήθηκε, κατά τρόπον αντίθετον προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, να συμπράξει στην συμφωνημένη ταυτόχρονη με την καταβολή, σύνταξη σχετικού ιδιωτικού εγγράφου, προκειμένου να περιληφθούν σ΄ αυτό λεπτομερώς οι μεταξύ τους σχετικές με την πώληση του διαμερίσματος συμφωνίες, που είχαν αποτυπωθεί περιληπτικώς στην πιο πάνω χειρόγραφη απόδειξη, όπως αρνήθηκε να προβεί και στην συμφωνημένη ταυτόχρονη σύνταξη ειδικής συγγραφής υποχρεώσεων, απαιτώντας από τον ενάγοντα να καταβάλλει σε τραπεζικό λογαριασμό της το ποσό της δόσεως έως τα τέλη Μαρτίου 1996, με τη δήλωση ότι σε διαφορετική περίπτωση, θα πωλήσει το επίδικο διαμέρισμα σε άλλον αγοραστή.

Και περαιτέρω, αρνήθηκε, κατά τρόπον αντίθετον προς την καλή πίστη και προς τα συναλλακτικά ήθη, ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους να περιλαμβάνεται στο συνολικό τίμημα η τοποθέτηση τηλεχειριζόμενης θύρας του χώρου σταθμεύσεως καθώς και η κατασκευή κολυμβητικής δεξαμενής στον κοινόχρηστο χώρο, καίτοι αυτές οι συμφωνίες είχαν αποτυπωθεί περιληπτικώς στην πιο πάνω έγγραφη απόδειξη, απαιτώντας ιδιαίτερο τίμημα ως προς τις πιο πάνω κατασκευές.

Στις πράξεις της αυτές, προέβη η ενάγουσα, διότι, είχε εν τω μεταξύ ανεύρει αγοραστή για το επίδικο διαμέρισμα, ο οποίος προσέφερε μεγαλύτερο τίμημα και έτσι, τη 1-4-1996, αθετώντας τις πιο πάνω προφορικές της συμφωνίες με τον ενάγοντα, διέκοψε αυθαιρέτως τις διαπραγματεύσεις και ανακοίνωσε στον τελευταίο, ότι θα πωλήσει το επίδικο διαμέρισμα σε άλλον αγοραστή με μεγαλύτερο τίμημα, όπως πράγματι συνέβη αργότερα και δη, την 27-11-1996, δυνάμει του υπ΄αριθμ.....

αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμφ/ου Αθηνών, Κων/νου Στάθη, το οποίο κατήρτισε με την αγοράστρια ....., αντί αναγραφόμενου τιμήματος 35.000.000 δρχ. αλλά πραγματικού 50.000.000 δρχ., όπως συνομολογεί η ίδια με τις προτάσεις της. Τέλος, το Εφετείο δέχθηκε ότι η άνω επιδεχθείσα από την αναιρεσείουσα έναντι του αναιρεσιβλήτου κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων συμπεριφορά αντιβαίνει στις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, ιδρύουσα την αστική ευθύνη προς αποζημίωση, περιλαμβάνουσα το αρνητικό της συμβάσεως διαφέρον.

Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση λόγω, δήθεν, ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε στην απόφασή του, με πληρότητα και σαφήνεια το από τις αποδείξεις πόρισμα, στο οποίο οδηγήθηκε και τα πραγματικά γεγονότα που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες και εφάρμοσε.

Ειδικότερα, δεν ήταν αναγκαία, για την πληρότητα της αιτιολογίας και η παράθεση του λόγου εξαιτίας του οποίου η υφισταμένη διοικητική εκκρεμότητα στο ζήτημα της μεταφοράς του συντελεστού δομήσεως επηρέασε την ολοκλήρωση της κατασκευής της όλης οικοδομής, αφού τα περιστατικά α) της αθετήσεως της προφορικής συμφωνίας προς σύνταξη ειδικής συγγραφής υποχρεώσεων για την αποτύπωση των προφορικώς συμφωνηθέντων παρόλη την υπό του αναιρεσιβλήτου προσφορά του ποσού των 20.000.000 δρχ., β) της απαιτήσεως της αναιρεσειούσης προς καταβολή τιμήματος πλέον του συμφωνηθέντος και γ) της αδικαιολογήτου και αυθαιρέτου διακοπής των διαπραγματεύσεων με σκοπό την πώληση του διαμερίσματος σε τρίτο με μεγαλύτερο από το συμφωνηθέν τίμημα των 45.000.000 δρχ.

επαρκώς θεμελιούν την αντιβαίνουσα στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη συμπεριφορά της αναιρεσειούσης στο στάδιο των διαπραγματεύσεων. Επομένως, ο πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως για πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

ΙV. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που συνεπάγεται αναίρεση της αποφάσεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από εκείνο που έχει πραγματικά και διαλαμβάνεται σ' αυτό και όχι όταν μετά από εκτίμηση του περιεχομένου του, όπως είναι πραγματικά, οδηγείται σε κρίση ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561§1 ΚΠολΔ, διαφορετική από εκείνη, την οποία ο αναιρεσείων θεωρεί ως σωστή.

Έτσι, ο ανωτέρω λόγος συντρέχει όταν έγινε λάθος στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ως περιεχομένου σ' αυτό κρισίμων περιστατικών καταδήλως διαφορετικών από εκείνα που πραγματικά διαλαμβάνονται και όχι όταν υπάρχει σφάλμα στην εκτίμηση του περιεχομένου του, το οποίο αναγνώσθηκε ορθά για την περαιτέρω συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος, διαφορετικού από εκείνο που υποστηρίζει ο διάδικος, οπότε πρόκειται για ανέλεγκτη εκτίμηση πραγμάτων κατά το άρθρο 561§1 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του προς σχηματισμό της ουσιαστικής του κρίσεως για την αντίθετη προς την καλή πιστή και τα συναλλακτικά ήθη συμπεριφορά της αναιρεσειούσης κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων και κατά το μέρος που η συμπεριφορά αυτή αφορούσε την απαίτηση προς καταβολή μεγαλυτέρου από το συμφωνηθέν τίμημα των 45000.000 δραχμών, έλαβε υπόψη και την από 29.1.1996 εξοφλητική απόδειξη για το ποσό των 1.000.000 δραχμών, που αφορούσε μέρος του τιμήματος.

Στο κείμενο του εν λόγω εγγράφου, υποκειμένου σε επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο, εφόσον ο λόγος αναιρέσεως αφορά πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ) διαλαμβάνεται, μεταξύ των άλλων, ότι η αναιρεσείουσα έλαβε από τον αναιρεσίβλητο αγοραστή "το ποσό του 1.000.000 δραχμών ως προκαταβολή για αγορά πλήρους, πολυτελούς διαμερίσματος 120 τ.μ.

στον 2ο όροφο με τρία υπνοδωμάτια επί της οδού .... με γκαράζ αυτοκινήτου στο υπόγειο και αποθήκη 15 τ.μ. μαζί με το γκαράζ στο ίδιο υπόγειο. Το συμφωνηθέν γενικό τελικό τίμημα, για όλα τα ως άνω, είναι 45.000.000. Το προαναφερόμενο διαμέρισμα είναι απηλλαγμένο από οποιαδήποτε υποθήκη, βάρος ή άλλου νομικού κωλύματος.

Γκαράζ αυτοκινήτου με τηλεκοντρόλ...". Το δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση έκανε δεκτό ότι στην προαναφερόμενη έγγραφη απόδειξη γίνεται αναφορά ότι "στο τίμημα περιλαμβάνεται το γκαράζ αυτοκινήτων με τηλεκοντρόλ". Με την κρίση του αυτή δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο του προμνημονευθέντος ιδιωτικού εγγράφου, αφού σ' αυτό ρητώς διαλαμβάνεται ότι η πόρτα του γκαράζ στον υπόγειο χώρο θα διαθέτει τηλεκοντρόλ και ότι το στο συνομολογηθέν τίμημα των 45.000.000 δραχμών περιλαμβάνεται και ο εν λόγω βοηθητικός χώρος.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, δια του οποίου αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στην παραμόρφωση, ουσιωδώς, του προαναφερομένου αποδεικτικού εγγράφου, είναι αβάσιμος.

V. Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 341 και 346 ΚΠολΔ το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Καμία όμως διάταξη του νόμου δεν επιβάλλει την ειδική αναφορά και την χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά. Η τυχόν παραβίαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 164/1994, ΕλΔ 37.59). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος την από 8.4.1996 εξώδικη δήλωση που επικαλέσθηκε και προσήγαγε ο αναιρεσίβλητος. Από την ρητή, όμως, διαβεβαίωση του δικαστηρίου ότι έλαβε υπόψη του όλα τα νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα από της διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό της το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει, αδιστάκτως ότι ελήφθη υπόψη και το προαναφερόμενο αποδεικτικό μέσο. Επομένως, ο ανωτέρω τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14.07.2005 αίτηση της ... για αναίρεση της απόφασης 1905/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό εβδομήντα (1.170) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιουλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ