Supreme Court dismisses State's appeal on property ownership, ruling the lower court correctly applied burden of proof rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a final judgment confirming private ownership of land in the Ionian Islands. The State argued the lower court erred in applying the burden of proof regarding the land's status as public forest versus private property. The court held that the appellant's claim of prior ownership constituted a defense rather than a substantive denial, meaning the lower court did not improperly shift the burden of proof.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(13), 577(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure; The court must reject an appeal where the appellate court correctly identifies that a party's claim of prior ownership functions as a defense negating the plaintiff's right, rather than a substantive denial requiring the plaintiff to prove the land was not public property.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1785 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1785/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Κωνσταντίνα Μαρίνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που ανακάλεσε την από 1-10-2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Β. του Χ. και της Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χριστόφορο Σαράκη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-4-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 147/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 62/2020 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-3-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 24-3-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η κατά την τακτική διαδικασία και κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθμ. 62/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 12-7-2017(αριθμ. καταθ. 11/2017) έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμ. 147/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, που είχε κάνει δεκτή την από 27-4-2015 (αριθμ.καταθ. 81/2015) αγωγή του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου περί αναγνώρισης κυριότητας και διόρθωσης κτηματολογικής εγγραφής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Από το συνδυασμό των ορισμών του από 13/29 Δεκεμβρίου 1817 "Συντάγματος του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων" (Κεφ. Α άρθρο 2 Κεφ. Δ Τμήμα α` άρθρο 1, 2, 4 και 6 και Τμήμα β` άρθρο 6), των από 6 Ιουνίου και 7 Ιουνίου 1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, της από 9 Ιουλίου 1832 συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως του ν. ΡΝ/1866 "περί εισαγωγής εν Επτανήσω της εν τω λοιπώ Βασιλείω ισχυούσης νομοθεσίας" (άρθρο 10.11.13 και 14) του ν. ΣΟΕ/1868 και του ΝΑΦΙ/1887, συνάγεται ότι επί των στην Επτάνησο δασών το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει δικαιώματα κυριότητας, αφού κατά την ένωση αυτής με την Ελλάδα, ουδέν έλαβε, ούτε σαν διάδοχο του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων, το οποίο δεν είχε δημόσια κτήματα και μάλιστα δάση στην ιδιοκτησία του, ούτε στη συνέχεια από την επιχώριο (ή εγχώρια ή κοινή) καθεμιάς Νήσου περιουσία δεδομένου ότι αυτή διανεμήθηκε μεταξύ των δήμων καθεμιάς Νήσου. Πράγματι δε, περί της διανομής των εγχωρίων περιουσιών του ν. ΡΝ/1866 μερίμνησαν ακολούθως ο ν. ΥΙΓ/1871 για την Ζάκυνθο, ο ν. ΨΙ/1878 για την Κεφαλληνία, ο ν. ΨΞΣΤ/1879 για την Λευκάδα, ο ν. ΑΦΙ/1887 για την Κέρκυρα (η διαχείριση της εγχωρίου περιουσίας της οποίας είχε ρυθμισθεί ειδικότερα με το ν. ΣΟΕ/1868 "περί της διαχειριστικής επιτροπής της κοινής της νήσου Κερκύρας περιουσίας"), και ο ν. 2355/1920 για τα Κύθηρα.
Συνεπώς, επί των στην Επτάνησο Δασών, δεν μπορεί να έχει εφαρμογή το υπέρ του Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας, που θεσπίστηκε από το β.δ. της 16-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών", με το άρθρο 1 σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2 και 3 του οποίου αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των αποτελουσών δάση εκτάσεων, από την έναρξη της ισχύος του, με εξαίρεση τα δάση, τα οποία προ της ενάρξεως του απελευθερωτικού αγώνα ανήκουν σε ιδιώτες βάσει εγγράφου αποδείξεως της Τουρκικής Αρχής, ή σε ιδιωτικά χωριά, των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας θα αναγνωρίζονταν από την επί των Οικονομικών Γραμματεία, στην οποία έπρεπε να υποβληθούν εντός του έτους από τη δημοσίευση του β.δ. αυτού. Τούτο άλλωστε καθιερώθηκε νομοθετικώς με το άρθρο 62 παρ. 1 εδαφ. β` του Ν. 998/1979 "Περί προστασίας των δασών...", στο οποίο ορίζεται ότι: "Κατ' εξαίρεσιν η διάταξις της παρ. 1 εδαφ. α` του ίδιου άρθρου (που καθιερώνει τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Δημοσίου επί των δασών και των εν γένει δασικών εκτάσεων) δεν ισχύει εις τας περιφερείας των Πρωτοδικείων των Ιονίων νήσων...". (ΑΠ 11/2019, ΑΠ 957/2015, ΑΠ 929/2015).
Συνεπώς, προκειμένου περί δασών στα Επτάνησα μόνη η υπό του Δημοσίου επίκληση και σε περίπτωση αμφισβήτησης, απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης, δεν αρκεί προς θεμελίωση δικαιώματος κυριότητας επ' αυτής, αλλά απαιτείται, προς παραδοχή τέτοιας κυριότητας του Δημοσίου, η επίκληση και σε περίπτωση αμφισβήτησης, απόδειξη της κτήσεως κατά έναν από τους προβλεπόμενους από τον Ιόνιο Αστικό Κώδικα ή από τις 23-2-1946, του Αστικού Κώδικα, ή ενδεχομένως κάποιου ειδικού νόμου, τρόπου κτήσεως κυριότητας (ΑΠ 11/2019 , ΑΠ 929/2015, ΑΠ 957/2015).
Εξ άλλου κατά τα άρθρα 2, 13, 14 και 16 του περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων νόμου της 21.6.1837, που ίσχυε στα Ιόνια Νησιά μετά την έκδοση του ν. ΡΝ/1866, με το άρθρο 2 του οποίου καταργήθηκαν τα έχοντα το ίδιο αντικείμενο άρθρα 402 - 409 του Ιόνιου Πολιτικού Κώδικα, δημόσια κτήματα είναι όσα ανήκουν στην Επικράτεια, όλα τα από ιδιώτες ή Κοινότητες μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα και τα κτήματα των αποθανόντων ακλήρων ή εγκαταλελειμμένα από τους κληρονόμους κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμένες απαιτήσεις και συνεπώς και τα αδέσποτα δάση και εν γένει δασικές εκτάσεις ανήκουν στο Δημόσιο (ΑΠ 11/2019, ΑΠ 957/2015).
Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι τα κατά την εισαγωγή του νόμου αυτού υπάρχοντα αδέσποτα περιήλθαν ex lege στο Δημόσιο, στο οποίο περιέρχονται και τα εκάστοτε καθιστάμενα αδέσποτα ακίνητα εγκαταλελειμμένα από τους ιδιοκτήτες καθώς και εκείνα των αποβιωσάντων χωρίς διαθήκη και κληρονόμους (ΑΠ 11/2019, ΑΠ 957/2015).
Έπεται ότι τα αδέσποτα ακίνητα πρέπει να διακρίνονται από τα εγκαταλελειμμένα, τα οποία εξακολουθούν να ανήκουν στην κυριότητα κάποιου προσώπου αλλά ο κύριος αυτών εγκατέλειψε τη νομή ή κατοχή τους (δεδομένου ότι η κυριότητα ως απεριόριστο δικαίωμα περιλαμβάνει ακόμα και την ευχέρεια του κυρίου να μην κάνει καμία χρήση του ακινήτου) και είτε ουδείς τα κατέχει είτε κάποιος τρίτος τα κατέλαβε και τα κατέχει, χωρίς όμως ο κύριος να ασκήσει αγωγή κατά του κατόχου αυτού καθώς αυτά είναι δυνατόν να επανέλθουν στην ενεργό κυριότητα των εγκαίρως εμφανιζομένων ιδιοκτητών, είτε περιέρχονται στην κυριότητα των αληθώς και νομίμως χρησιδεσποσάντων αυτά, είτε τέλος καταλαμβάνονται από το δημόσιο προς δεκαετή διαχείριση, κατά τους όρους του σχετικού άρθρου 334 του α.ν. 1539/1938.
Με το άρθρο 49 του Εισ.Ν.Α.Κ ο εν λόγω νόμος "περί διακρίσεως κτημάτων" καταργήθηκε, αντ' αυτού ισχύει δε η αποδίδουσα όμοιο δίκαιο διάταξη του άρθρου 972 Α.Κ. με την οποία ορίζεται ότι τα αδέσποτα ακίνητα καθώς και οι περιουσίες όσων πεθαίνουν χωρίς κληρονόμους ανήκουν στο Δημόσιο (ΑΠ 11/2019, ΑΠ 957/2015). Τέλος κατά το σύστημα του προαναφερόμενου νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων" καθώς και εκείνο του Αστικού Κώδικα, τα αδέσποτα ακίνητα διακρίνονται:
α) σε εκείνα τα οποία δεν υπήρξαν ποτέ στην κυριότητα κανενός, δηλ. τα εξ αρχής αδέσποτα και β) σε εκείνα τα οποία έγιναν μεταγενέστερα αδέσποτα με εγκατάλειψη του προηγουμένου κυρίου, οπότε, για το νομότυπο της εγκατάλειψης αυτής απαιτείται μονομερής δήλωση του κυρίου με συμβολαιογραφικό έγγραφο ότι παραιτείται από την κυριότητα επί ορισμένου ακινήτου και μεταγραφή αυτής, δοθέντος ότι υπόκειται δικαιοπραξία που περιέχει κατάργηση της κυριότητας (Α.Π.1163/2022, ΑΠ 11/2019, ΑΠ 957/2015).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045, 1051 του Α.Κ. συνάγεται ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα του νομέα να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών νομή συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω στο ακίνητο που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να έχει το ακίνητο για δικό του. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι για τη κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία ακινήτου που χαρακτηρίζεται ως δάσος, ακόμη και αν αυτό βρίσκεται στα Επτάνησα, όπου δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, απαιτείται η άσκηση, επί 20 τουλάχιστον έτη, πράξεων νομής που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του. Περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα, σε κάθε περίπτωση, περιστατικά. Ο διάδικος που προβάλλει χρησικτησία, πρέπει να επικαλεστεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχτούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θελήσεως του κατόχου να κατέχει το πράγμα σαν δικό του.
Οι, στηριζόμενοι εξάλλου στις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, (ιδίας κυριότητας ως εκ του χαρακτήρα του ακινήτου ως δημοσίου κτήματος ή αδέσποτου και κατά συνέπεια ανεπίδεκτου χρησικτησίας) προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αγωγής, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γενέσεως του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος, και όχι αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής.
Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση αυτών των ισχυρισμών (καταλυτικών ενστάσεων), πρέπει να αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο και, για τον λόγο αυτό, τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών του και εντεύθεν της απορρίψεώς τους τις φέρει εκείνο (Ελληνικό Δημόσιο) και όχι ο ενάγων (Α.Π. 1187/2022, Α.Π. 1182/2018, Α.Π. 826/2018).
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, Ολ.Α.Π. 2/2013).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (Ολ. ΑΠ 9/2022, ΑΠ 319/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του μετ' ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Επίδικο αποτελούν τα παρακάτω τμήματα των γεωτεμαχίων: Α) Τμήμα του Γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 340050903040/0/0....... εμβαδού 232,26 τ.μ., Β) Τμήμα του ίδιου ως άνω γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 340050903040......
εμβαδού 77,61 τ.μ.. Τα τμήματα αυτά έχουν καταχωρηθεί ως τμήματα μείζονος γεωτεμαχίου ιδιοκτησίας αγνώστου ιδιοκτήτη, Γ) Τμήμα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 34005ΕΚ00104/0/0...... εμβαδού 173,97 τ.μ. το οποίο έχει καταχωρηθεί ως τμήμα ρέματος, ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου, Δ) Τμήμα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 340050903023/0/0, ......
εμβαδού 230,67 τ.μ. και το οποίο έχει καταχωρηθεί ως ιδιοκτησία του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου. Τα ανωτέρω τμήματα αποδείχθηκε ότι περιλαμβάνονται στην ιδιοκτησία του ενάγοντα. Ειδικότερα δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-1981 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του συμβολαιογράφου Λευκάδας Δ. Μ., νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λευκάδας στον τόμο 52 με αύξοντα αριθμό 54, ο ενάγων κατέστη κύριος ενός ακινήτου, εκτάσεως τριών στρεμμάτων περίπου, μετά των εντός αυτού δεκαέξι ελαιοδένδρων, το οποίο βρίσκεται στην περιφέρεια της Τοπικής Κοινότητας Αλεξάνδρου του Δήμου Λευκάδας και στην ειδική θέση "ΜΙΣΟΡΑΧΙ" και το οποίο ανήκε αρχικά στη μητέρα του Α.
συζ. Χ. Β., το γένος Ι. Κ., στην οποία είχε περιέλθει κατόπιν άτυπης παραχώρησης από τον πατέρα της περί το έτος 1950. Κατά την κτηματογράφηση στην περιοχή της Καρυάς Λευκάδας, το ανωτέρω ακίνητο αποτυπώθηκε εσφαλμένα με μικρότερη έκταση και σε εσφαλμένη θέση, καθώς η θέση του ρέματος με την οποία αυτό συνορεύει προς τα δυτικά, έχει τοποθετηθεί εσφαλμένα στα οικεία κτηματολογικά φύλλα, ενώ τμήματα του γεωτεμαχίου φέρονται ως ιδιοκτησία αγνώστου ιδιοκτήτη.
Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων και πριν απ' αυτόν οι δικαιοπάροχοί του, κατείχαν και νέμονταν έκταση έξι στρεμμάτων περίπου, η οποία ήταν περιφραγμένη με σταθερά όρια και συνόρευε δυτικά με ρέμα, ανατολικά με αγροτικό δρόμο και κατά τα λοιπά όρια με ιδιοκτησίες τρίτων. Η έκταση αυτή, ήταν ανέκαθεν αγροτική, ανήκε σε ιδιώτες και συγκεκριμένα στην οικογένεια Β.
πολύ πριν την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, είναι δε φυτεμένη με ελαιόδενδρα και οπωροφόρα δένδρα. Επίσης, κατόπιν αιτήματος του ενάγοντα και σύμφωνα με την υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2018 οριστική πράξη χαρακτηρισμού της Δ/νσης Δασών Π.Ε. Λευκάδας, η εν λόγω έκταση, συνολικού εμβαδού 5.957,35 τ.μ., στην οποία περιλαμβάνονται και τα επίδικα τμήματα, χαρακτηρίζεται ως μη δασική και η μορφή που είχε κατά τα έτη 1945, 1960 και 1992, όπως προκύπτει από τη φωτοερμηνεία αεροφωτογραφιών, δεν ήταν δασική στο σύνολό της.
Επομένως το εναγόμενο, ως προς το οποίο, η δασική μορφή ακινήτου δεν αποτελεί απόδειξη ή τεκμήριο για τη θεμελίωση δικαιώματος κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, αφού στα δάση των Ιονίων Νήσων δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής το τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, που θεσπίστηκε με το β.δ. της 16.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών", ουδέποτε διαχειρίστηκε τα επίδικα τμήματα ως δασική έκταση, ώστε να καταστεί κύριο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι νεμήθηκε αυτά με διάνοια κυρίου.
Περαιτέρω το Ελληνικό Δημόσιο δεν απέδειξε με την προσαγωγή οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου, ότι τα ανωτέρω εδαφικά τμήματα κατά την ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα σε ουδενός την κυριότητα ανήκαν ως εξ υπαρχής αδέσποτα. Επομένως οι ανωτέρω ισχυρισμοί του, που επαναλαμβάνονται με την έφεση, πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων πλήρως αποδεικνύεται ότι ο ενάγων, ο οποίος συνεχώς από το έτος 1981, οπότε του παραχωρήθηκε το ακίνητο από τη μητέρα του, αναπόσπαστο τμήμα του οποίου αποτελούν τα επίδικα τμήματα, νεμόταν αυτό με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας ασκώντας πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του, ήτοι μάζεμα του ελαιοκάρπου, φύτευση δένδρων, περίφραξη κ.α., κατέστη δε κύριος όλης της έκτασης με έκτακτη χρησικτησία, πολύ πριν από την έναρξη λειτουργίας του εθνικού κτηματολογίου στο Δ.Δ.
Αλέξανδρου Καρυάς του Νομού Λευκάδας". Ακολούθως με την προσβαλλομένη απόφαση απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος ως ουσία αβάσιμη. Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο και με την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι , παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου (ν.20 παρ. 6 πανδ. (5,3), ν.27 Πανδ. (18,1) Β 38 και 48 Πανδ. (41, 3) ν.5 πανδ.(41,8) ν 3 Πανδ. (41,10), ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39) ν. 9 παρ. 7 (Βασ. 50.14), ν. 2 παρ. 2 πανδ. (41,4) ν. 6 πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3 πανδ. (23.3) που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 51 Εισ.Ν.Α.Κ απαιτώντας κατά τις διατάξεις των άρθρων 1045 επ.
του Α.Κ. εικοσαετή νομή προς θεμελίωση κυριότητας δι' εκτάκτου χρησικτησίας από τον εφεσίβλητο, και όχι τριακονταετή νομή συμπληρωμένη έως την 11-9-1915 (εφόσον πρόκειται περί δημοσίου κτήματος), κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Ν. ΔΞΗ/1912 και του άρθρου 21 του ΝΔ 29-4-/16-3-1926 καθώς και τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 και 3 του Α.Ν. 1539/1938 που διατηρήθηκε σε ισχύ μετά τον Α.Κ.
με το άρθρο 53 Εισ.Ν.Α.Κ, σχετικά με το τεκμήριο νομής του επί των αδεσπότων και δημοσίων κτημάτων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος για αμφότερα τα σκέλη του, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως. Και τούτο διότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από το ανωτέρω περιεχόμενό της έκρινε ανέλεγκτα ότι τα επίδικα εδαφικά τμήματα είναι τμήματα μείζονος αγροτικής έκτασης, περιελθούσης στον ενάγοντα με παράγωγο τρόπο (δωρεά εν ζωή) από την αληθή κυρία αυτού δικαιοπάροχό του σε συνδυασμό με το θεσμό της έκτακτης χρησικτησίας, και όχι δημόσια κτήματα, (δασικά ή εξ υπαρχής αδέσποτα) ώστε να τυγχάνουν εφαρμογής οι επικαλούμενες ουσιαστικές διατάξεις, η κρίση του δε αυτή δεν πλήττεται επιτυχώς με τον ρηθέντα αναιρετικό λόγο.
Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 13 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους της αποδείξεως ως προς τον προταθέντα από το αναιρεσείον-εναγόμενο ισχυρισμό, περί ιδίας κυριότητας λόγω του ότι τα επίδικα τμήματα κατά την ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα ήταν εξ υπαρχής αδέσποτα, ισχυρισμός ο οποίος δεν συνιστά ένσταση αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής.
Όπως προκύπτει από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο έκρινε ως αναπόδεικτο και απορριπτέο τον ισχυρισμό αυτό εκ μέρους του αναιρεσείοντος, και στη συνέχεια έκρινε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στη νομική πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους της αποδείξεως, καθόσον ο ισχυρισμός αυτός περί ιδίας κυριότητας κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη συνιστά ένσταση, ως γεγονός διακωλυτικό της γενέσεως του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος- αναιρεσίβλητου, προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αγωγής, και όχι αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, και επομένως τις συνέπειες μη σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποιθήσεως του επικαλουμένου γεγονότος ότι το επίδικο ως δημόσιο κτήμα δεν ήταν επιδεκτικό χρησικτησίας, τις έφερε το ενιστάμενο-αναιρεσείον, που ως εναγόμενο προέβαλε τον ισχυρισμό και όχι ο αναιρεσίβλητος -ενάγων.
Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του αναιρεσιβλήτου, το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα αυτού, τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191παρ.2 Κ.Πολ.Δ. 22 παρ.1, 3 του ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ. Β` 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 5παρ.12 του ν. 1738/1987). κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24-3-2022 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 62/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.
Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ