Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting claim that lower court ignored evidence in labor dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two employees against a labor court judgment regarding unauthorized salary increases. The employees argued the appellate court arbitrarily rejected their claim of unilateral contract modification without evaluating specific evidence. The court ruled that the lower court properly formed its negative evidentiary finding based on the record and did not accept unproven facts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(10) and 176 of the Code of Civil Procedure; The appellate court's decision is not subject to review if it relies on the evidence presented in the lower court's record to form a negative evidentiary finding, provided it does not accept facts without proof.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1785 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1785/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Β. Π. του Α. και 2. Δ. Ρ. του Γ., κατοίκων Αθηνών, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χρυσάνθη Υφαντή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία (κατόπιν τροποποίησης του καταστατικού της) "...", η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη και Γεώργιο Θεοδόση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., οι oποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-8-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσείοντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 192/2019 του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, 1676/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 4561/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-5-2022 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 18-5-2022 με αριθμ.καταθ.4017/425/19-5-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, με αριθ. 4561/5-11-2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν άσκησης της από 22-12-2020 με αριθμ.καταθ.91770/7346/22-12-2020 εφέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας κατά της με αριθ. 1676/9-11-2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με την απόφαση αυτή του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου είχε γίνει δεκτή εν μέρει κατ'ουσία η από 1-8-2018 και με αριθ. κατάθ.70156/1072/2018 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, [η οποία είχε ασκηθεί ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το οποίο με τη με αριθ.192/2019 απόφαση του κηρύχθηκε καθ'ύλη αναρμόδιο και παρέπεμψε την εκδίκαση αυτής στο καθ'ύλη αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών], και επιδικάστηκε, μικρότερο του αιτούμενου ποσό, στην πρώτη τούτων 15.263,65 ευρώ και στον δεύτερο 15.911,45 ευρώ, ως διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-8-2016 έως 14-5-2018, λόγω μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της εργασίας τους από την εναγομένη ήδη αναιρεσίβλητη-εργοδότριά τους, με την, από 1-8-2016 και εντεύθεν, αυθαίρετη εκ μέρους της και κατά κατάχρηση του διευθυντικού της δικαιώματος, αύξηση του μειωμένου ωραρίου τους σε πλήρες με τις ίδιες αποδοχές, κατά παράβαση σχετικού, διαμορφωμένου, μετά από μακροχρόνια και σταθερή επιχειρησιακή συνήθεια, όρου των ατομικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας τους.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, τυπικά και κατ'ουσία, την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε στο σύνολό της την πρωτόδικη-εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε επί της αγωγής, κατά το μέρος που αυτή είχε γίνει κατ'ουσία δεκτή, και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης και από τη δημοσίευση της τελευταίας (9-11-2020) μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, με κατάθεσή της στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (19-5-2022), δεν παρήλθε διετία (άρθ. 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Η επιχειρησιακή συνήθεια, δηλαδή η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο, ομοιόμορφο χειρισμό ορισμένων ζητημάτων που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού μέσα στον χώρο μιας επιχείρησης, δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων, μπορεί όμως να αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας.
Αυτό συμβαίνει όταν ο εργοδότης υπόσχεται στους εργαζομένους είτε ρητά με ανακοίνωσή του τη χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις, είτε, χωρίς θετική υπόσχεση, χορηγεί συνεχώς τέτοιες στους εργαζομένους, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους εργαζομένους παρέχει τη βάση συμβατικής δέσμευσης και αφαιρεί από την πράξη τον χαρακτήρα της μονομερούς και, συνεπώς, ελεύθερα ανακλητής παροχής.
Για την ύπαρξη επιχειρησιακής συνήθειας απαιτείται η συμπεριφορά του εργοδότη να είναι γενική και απρόσωπη, να αντιμετωπίζει δηλαδή το ίδιο θέμα κατά τρόπο γενικό, μακροχρόνιο και ομοιόμορφο, και εάν ο εργοδότης δεν έχει επιφυλάξει στον εαυτό του δικαίωμα ανάκλησης της μακροχρόνια και ομοιόμορφα χορηγούμενης παροχής, αυτή η παροχή παύει πλέον να είναι οικειοθελής και παρέχει τη βάση συμβατικής δέσμευσης.
Αν ο εργοδότης παρά την ύπαρξη μιας διαμορφωμένης πλέον στο χώρο της εκμετάλλευσης επιχειρησιακής συνήθειας με αντικείμενο πρόσθετη παροχή, δεν την χορηγεί ή εξαιρεί αυθαίρετα από αυτήν έναν ή περισσότερους εργαζομένους, τότε αυτοί έχουν αξίωση, βάσει της σιωπηρής συμφωνίας, που δημιουργεί τη συμβατική δέσμευση, δηλαδή έχουν ευθεία αξίωση με βάση το άρθρο 648 ΑΚ για καταβολή της παροχής από την εργασιακή σύμβαση, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή καταρτίζεται σιωπηρή συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού και έτσι η ως άνω διαμορφωθείσα συνήθεια (πρακτική) καθίσταται περιεχόμενο της ατομικής συμβάσεως εργασίας (ΑΠ 722/2021, ΑΠ 648/2020, ΑΠ 973/2019, ΑΠ 48/2015).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 της Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου με αριθμό 6/28.2.2012 "Ρύθμιση θεμάτων για την εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 1 του Ν. 4046/2012" (ΦΕΚ Α' 38/28.2.2012), η οποία κείται εντός του πλαισίου της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης του νόμου και καταλαμβάνει και τις εφεξής συναπτόμενες συλλογικές συμβάσεις εργασίας (ΟλΣτΕ 2307/2014, ΑΠ 876/2018): "1.
Οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας συνάπτονται εφεξής για ορισμένο χρόνο ισχύος, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα (1) έτος και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη. 2. Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που βρίσκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες μέχρι την 14.2.2012 ή και περισσότερο, λήγουν στις 14.2.2013. 3.
Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που την 14.2.2012 βρίσκονταν σε ισχύ για χρονικό διάστημα μικρότερο των 24 μηνών, λήγουν με τη συμπλήρωση τριών (3) ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος τους, εκτός και αν καταγγελθούν νωρίτερα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του ν. 1876/1990 (Α' 27). 4. Οι κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που θα λήξει ή θα καταγγελθεί, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή την καταγγελία τους.
Κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς αυτούς όρους αποκλειστικώς οι όροι εκείνοι που αφορούν α) τον βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα.
Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου, που διατηρούνται, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή της νέας ή της τροποποιημένης ατομικής σύμβασης. 5.
Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 4 και 5 του άρθρου 9 του ν. 1876/1990 (Α' 27) παύουν να ισχύουν. 6. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τις Διαιτητικές Αποφάσεις". Με τις ως άνω διατάξεις, με τις οποίες τροποποιούνται ουσιαστικά οι διατάξεις του άρθρου 9 παρ.4 και 5 του ν.1876/1990, αφενός, επιβάλλεται η ex lege λήξη στις 14-2-2013 των συλλογικών συμβάσεων εργασίας που βρίσκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες μέχρι την 14.2.2012 ή και περισσότερο, αφετέρου, ρυθμίζονται οι έννομες συνέπειες της λήξης ή της καταγγελίας μίας σσε, με περιορισμό της παράτασης της κανονιστικής ισχύος των όρων της από 6 σε 3 μήνες και της μετενέργειας αυτής με περιορισμένο εύρος, οπότε ο εργοδότης οφείλει να συνεχίσει να καταβάλλει μόνον το βασικό μισθό και τέσσερα (4) επιδόματα, ωρίμανσης (δηλαδή αρχαιότητας στην υπηρεσία), τέκνων, εκπαίδευσης και επικίνδυνης εργασίας που όριζε η λήξασα ή καταγγελθείσα σσε (ΑΠ 98/2023, ΑΠ 731/2022, ΑΠ 1041/2020, ΑΠ 194/2020, ΑΠ 749/2020).
Με τις άνω διατάξεις καταργήθηκε η κατηγορία των σσε αορίστου χρόνου και η μετενέργεια όλων των λοιπών, πλην των περιοριστικών αναφερομένων, κανονιστικών τους όρων, μισθολογικών και μη μισθολογικών (ΟλΣτΕ 2307/2014). Στόχος των προαναφερόμενων ρυθμίσεων είναι να προωθήσουν την προσαρμογή των μισθολογικών και των μη μισθολογικών όρων των σσε στις μεταβαλλόμενες οικονομικές συνθήκες, με απώτερο σκοπό να αυξηθεί με τον τρόπο αυτό η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και να μειωθεί η ανεργία (ΑΠ 98/2023).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 7 εδ. α του ν. 2112/1920 "Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 και 652 Α.Κ.
μονομερής μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη που γίνεται χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού και χωρίς ο εργοδότης να έχει τέτοια ευχέρεια από όρο της συμβάσεως ή το νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας της επιχειρήσεως. Για την εφαρμογή όμως της άνω διατάξεως του άρθρου 7 εδ.
α του ν. 2112/1920 δεν αρκεί μόνο η μεταβολή των όρων εργασίας να είναι μονομερής αλλά απαιτείται επί πλέον να είναι και βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ' αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία. Σε περίπτωση που η μονομερής αυτή μεταβολή των όρων εργασίας δεν είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της συμβάσεως και γίνεται κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, ο εργοδότης μπορεί να μεταβάλει τους όρους παροχής της εργασίας, έστω και σε βάρος του μισθωτού, ο οποίος προστατεύεται μόνο από τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.
που απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος. Ειδικότερα ο εργοδότης ασκώντας το εκπορευόμενο από τη διάταξη του άρθρου 652 Α.Κ. διευθυντικό του δικαίωμα έχει την εξουσία να προσδιορίσει το περιεχόμενο της υποχρέωσης του μισθωτού για παροχή εργασίας καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση.
Δηλαδή ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμετάλλευσης, έχει την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα κρινόμενα απ' αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά γι' αυτήν κριτήρια. Ο μονομερής όμως προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης με βάση το διευθυντικό δικαίωμά του πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχειρήσεως.
Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής εργασίας δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών αλλά άλλων, άσχετων, με αυτούς, επιδιώξεων του εργοδότη, τότε δεν υπάρχει χρήση αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος. Εξ άλλου μόνο το γεγονός της παροχής επί σειρά ετών της εργασίας σε ορισμένο τόπο ή χρόνο, δεν σημαίνει, χωρίς άλλο, και ότι δημιουργήθηκε σιωπηρά συμβατικός όρος για την απασχόληση του εργαζομένου μόνο στον τόπο αυτό ή στο συγκεκριμένο ωράριο, ώστε η αλλαγή τους, που γίνεται από τον εργοδότη στα πλαίσια του διευθυντικού του δικαιώματος, να συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή.
Για να συμβεί τούτο απαιτείται να συντρέχουν και άλλα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να συνάγεται σαφώς πρόκληση υλικής ή ηθικής ζημίας του μισθωτού ή καταχρηστική άσκηση του εκπορευόμενου από τη ρηθείσα διάταξη διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη. Από συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 652, 656, 349-351, 288 Α.Κ., 7 εδ.
α ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η βλαπτική για τον εργαζόμενο μεταβολή των όρων της συμβάσεώς του δεν επιφέρει τη λύση αυτής ούτε υποχρεώνει το μισθωτό να αποχωρήσει από την εργασία του, αλλά εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματός του προβεί κατά κατάχρηση αυτού στον προσδιορισμό της παροχής εργασίας, ο μισθωτός, έχει το, διαζευκτικά προβλεπόμενο με τα λοιπά, δικαίωμα, εκφράζοντας την αντίθεσή του, να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο, ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 133/2021, ΑΠ 104/2017, ΑΠ 1322/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 133/2021).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/ 2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 27/1998). Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 56/2022, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).
Δηλαδή, στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 1285/2021).
Mε το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς η εν λόγω εκτίμηση δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 420/2022, ΑΠ 1440/2022, ΑΠ 342/2021). Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, που επιτάσσει κάθε δικαστική απόφαση να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. (Ολ.ΑΠ 9/2016). Το κατά νόμο, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. (Ολ.ΑΠ 9/2016, Ολ.ΑΠ 15/2006). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 356/2022, ΑΠ 444/2019).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 194/2020, ΑΠ 1014/2019).
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα: "..... Οι ενάγοντες την 9.10.2000 η πρώτη και την 14.2.2000 ο δεύτερος, σύναψαν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με το Κοινωφελές Ίδρυμα ...
προκειμένου να απασχοληθούν στο Νοσοκομείο ..., που εκμεταλλευόταν το ..., ως χειρίστρια ιατρικών συσκευών στο τμήμα πυρηνικής ιατρικής η πρώτη και ως τεχνολόγος ακτινολόγος στο τμήμα κλασσικής απεικόνισης ο δεύτερος. Σύμφωνα με τη γνωστοποίηση των όρων της ατομικής σύμβασης εργασίας τους (...) σχετικά με τον χρόνο εργασίας συμφωνήθηκε πενθήμερη εβδομαδιαία απασχόληση και εβδομαδιαίος χρόνος εργασίας, σύμφωνα με ΣΣΕ και καθορίστηκε ότι η ΣΣΕ στην οποία υπάγονται είναι των Κλινικών (Αξονικός Τομογ.).
Το προσωπικό του Νοσοκομείου υπαγόταν στην από 8.6.1994 κλαδική ΣΣΕ της Ομοσπονδίας Συλλόγων Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων Ελλάδος -... (Π.Κ. Υπουργείου Εργασίας 89/10.6.1994) που ρύθμιζε τους "όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των ιδιωτικών κλινικών όλης της χώρας", όπου προβλεπόταν για συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων (χειριστές ακτινολογικών μηχανημάτων - Εμφανιστές Πλακών, Παρασκευαστές και Βοηθούς Εργαστηρίων εργαζόμενους σε εργαστήρια ισοτόπων...
παρασκευαστές και βοηθούς τμημάτων βιοχημείας..) ότι οι μισθοί που καθορίζονταν με αυτή αντιστοιχούν σε 5 ώρες κατά τη θερινή περίοδο (15.5 -15.10) και 5.30' κατά τη χειμερινή περίοδο (16.10 - 14.5) ημερησίως, ενώ με την από 8.5.1995 ΣΣΕ της ... (Π.Κ. Υπουργείου Εργασίας 52/12.5.1995), οι μισθοί που καθορίστηκαν σε αυτή ορίστηκε ότι αντιστοιχούν σε απασχόληση 5,5 ώρες κατά τη θερινή περίοδο (15.5 -15.10) και 6 κατά τη χειμερινή περίοδο (16.10 -14.5) ημερησίως (....), τα (ανωτέρω) μειωμένα ωράρια διατηρήθηκαν και με τις επακολουθήσασες ΣΣΕ της ...
ήτοι την από 11.6.2001, την από 9.7.2002, την από 12.7.2004 και την από 17.5.2005....Το έτος 2006 εκδόθηκε η ΔΑ 54/2006, δυνάμει της οποίας (....) διατηρήθηκε το ωράριο αυτό και οι καταβαλλόμενες βάσει της άνω ΣΣΕ νόμιμες αποδοχές αντιστοιχούσαν στο μειωμένο αυτό ωράριο. Στη συνέχεια εκδόθηκαν και άλλες Δ.Α που αφορούσαν την επιχείρηση και συγκεκριμένα οι με αριθμούς 2/2008, 2/2009, 4/2010 και 3/2011 με τις οποίες (...) διατηρούνταν τα μειωμένα ωράρια.
Την τελευταία επιχειρησιακή συλλογική ρύθμιση που αφορούσε τον εργασιακό χώρο των εναγόντων αποτέλεσε η από 7.5.2012 επιχειρησιακή ΣΣΕ με την οποία προβλέφθηκαν μειώσεις αποδοχών (....) και διατηρήθηκαν ευνοϊκότεροι όροι και τα μειωμένα ωράρια. Η διάρκεια της σύμβασης αυτής (ΕΣΣΕ) καθορίστηκε από 1.5.2012 έως 31.12.2013 και μετά το τρίμηνο της ισχύος των κανονιστικών της όρων, συνέχισαν να ισχύουν εξ αυτών οι σχετικοί με τον βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο, και τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικίνδυνης εργασίας (2§4 ΠΥΣ και ν. 4046/2012).
Μετά την 1.4.2014 δεν προβλεπόταν μειωμένα ωράρια για τους απασχολούμενους με τις ειδικότητες των εναγόντων, επειδή σε επίπεδο κλαδικό είχαν καταργηθεί με την από 28-6-2012 ΣΣΕ ... (...) και στη συνέχεια με την από 19-9-2014 ΣΣΕ ... (...), καθώς αυτές δεν είχαν κηρυχθεί υποχρεωτικές για τις επιχειρήσεις και τους εργαζομένους που δεν ήταν μέλη των συμβαλλομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων, ίσχυσε η από 14.2.1984 ΕΓΣΣΕ που προβλέπει εβδομαδιαίο ωράριο 40 ωρών για τους εργαζόμενους όλης της χώρας που απασχολούνται σε οποιονδήποτε εργοδότη με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.
Την 24.9.2014 το Νοσοκομείο ... που είχε κατασχεθεί από 25.4.2014 εκτέθηκε σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό και κατακυρώθηκε στην εναγομένη υπερθεματίστρια, η οποία από 1.11.2014 άρχισε να εκμεταλλεύεται η ίδια το Νοσοκομείο και συνέχισε να απασχολεί τους ενάγοντες στις ίδιες θέσεις εργασίας. Οι ενάγοντες μέχρι την 31.3.2014 απασχολούνταν από τον προηγούμενο εργοδότη τους ...
με μειωμένο ωράριο βάσει της παραπάνω ΣΣΕ (εννοεί την από 7.5.2012 Ε.Σ.Σ.Ε.) και μετά την 1.4.2014, παρότι δεν υπήρχε συλλογική ρύθμιση που να προβλέπει μειωμένο ωράριο, το ... συνέχισε να εφαρμόζει τους όρους της από 7.5.2012 επιχειρησιακής ΣΣΕ, αν και δεν υποχρεούτο και τους απασχολούσε με μειωμένο ωράριο. Επίσης, η εναγομένη που μετά την υπεισέλευσή της στις συμβάσεις εργασίας του προσωπικού του Νοσοκομείου ως διαδόχου εργοδότριας την 1.11.2014, παρότι δεν υποχρεούτο, κατά τα ανωτέρω, ούτε από συλλογικές ρυθμίσεις, ούτε από τις ατομικές συμβάσεις εργασίας των εναγόντων, διότι μέχρι την υπεισέλευσή της την 1.11.2014 στη θέση του εργοδότη, από την 1.4.2014 δεν είχε διαμορφωθεί πρακτική της επιχείρησης, προεχόντως λόγω του μικρού χρονικού διαστήματος που είχε διαδράμει, εφάρμοσε στους ενάγοντες το μειωμένο ωράριο απασχόλησης της από 7.5.2012 επιχειρησιακής ΣΣΕ και τους απασχολούσε πραγματικά με αυτό.
Την 30.3.2015 ξεκίνησαν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ της Ομοσπονδίας Συλλόγων Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων Ελλάδας (...) και στον Σύνδεσμο Ελληνικών Κλινικών (...) για την κατάρτιση νέας κλαδικής συλλογικής σύμβασης εργασίας για τα έτη 2015 και 2016, οι οποίες όμως δεν είχαν αποτέλεσμα και η ... με την υπ. αριθμ. πρωτ. ... αίτησή της προς τον ...
ζήτησε την παροχή υπηρεσιών μεσολάβησης προκειμένου να επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ ... και ... με σκοπό τη σύναψη ΣΣΕ για τα έτη 2015-2016. Με το υπ' αριθμ. πρωτ. ΜΔ 17/11.1.2016 έγγραφο του ... γνωστοποιήθηκε στα ως άνω μέρη ότι η διαδικασία μεσολάβησης ολοκληρώθηκε μετά από την απόρριψη εκ μέρους αμφοτέρων των μερών της από 30.12.2015 πρότασης μεσολάβησης.
Στη συνέχεια η ... ζήτησε με την από 12.1.2016 αίτησή της προς τον ... την παροχή υπηρεσιών διαιτησίας για τη ρύθμιση των όρων αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις ιδιωτικές κλινικές, που είναι μέλη του .... Η επιτροπή διαιτησίας ανέλαβε καθήκοντα την 28.1.2016 και εξέδωσε την 3/2016 Διαιτητική Απόφαση, κατά της οποίας ασκήθηκε η με αριθμ.
πρωτ. 322/004Εφ/4.4.2016 έφεση και επ' αυτής εκδόθηκε την 6.6.2016 η 5/2016 ΔΑ με έναρξη ισχύος από 11.6.2015 και λήξη την 11.6.2016 που προέβλεπε για όλους τους εργαζόμενους ότι οι καθοριζόμενες αποδοχές οφείλονται για εργασία συνεχούς ωραρίου έως 8ωρη εργασία ανά ημέρα 40 ωρών εβδομαδιαίως συνολικά (....) Αμέσως, μετά η εναγομένη που είχε γίνει μέλος του ...
από 26.3.2015 με τη με αριθ. πρωτ. 248/29.7.2016 απόφαση της Εκτελεστικής της Επιτροπής αποφάσισε σύμφωνα με την παραπάνω ΔΑ, από 1.8.2016, δηλ. εντός του τριμήνου από τη λήξη της ΔΑ, την απασχόλησή τους με πλήρες ωράριο με τις ίδιες αποδοχές. Η απόφαση αυτή της εναγομένης δεν είναι αντίθετη προς το νόμο και τις συλλογικές ρυθμίσεις.
Προσέτι δεν ήταν αντίθετη, ούτε με τους όρους των ατομικών συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, διότι παρά τα όσα υποστηρίζουν, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο καταβάλλονταν πλήρεις αποδοχές για μειωμένο ωράριο αφενός δεν ήταν μεγάλο, αφετέρου υπό τις συνθήκες που έλαβε χώρα δεν συνάγεται σιωπηρώς η βούληση του εργοδότη να διατηρήσει την καταβολή αυτή στο διηνεκές, διότι η μη εφαρμογή πριν την 1.8.2016 του πλήρους ωραρίου, οφειλόταν στην καλόπιστη αναμονή εκ μέρους της εναγομένης της κλαδικής συλλογικής ρύθμισης για τα έτη 2015-2016 που βρισκόταν σε εξέλιξη από τέλος Μαρτίου 2015.
Και τα παραπάνω ισχύουν, ακόμη και αν συνυπολογιστεί και ο χρόνος (1.4.2014-30.10.2014) που καταβαλλόταν στους ενάγοντες, χωρίς υποχρέωση, πλήρεις αποδοχές για μειωμένο ωράριο και από τον προηγούμενο εργοδότη (...) για τον οποίον λόγω της διαδικασίας αναγκαστικής κατάσχεσης του Νοσοκομείου, της εκποίησής του σε αναγκαστικό πλειστηριασμό και της αναμενόμενης εξ αυτού απώλειας της ιδιότητας του εργοδότη, εντός του παραπάνω χρονικού διαστήματος, καθόλου δεν συνάγεται σιωπηρώς η βούληση διατήρησης της (...) παροχής αυτής στο διηνεκές, ούτε μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι εργαζόμενοι την αποδέχονταν έτσι.
Επομένως, η εναγομένη ενήργησε κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος και μπορούσε να μεταβάλει τον χρόνο εργασίας των εναγόντων, ώστε να απασχολούνται πλέον οκτώ ώρες ημερησίως επί πενθήμερο, χωρίς αύξηση των αποδοχών τους...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, με αντικείμενο την καταβολή διαφορών αποδοχών τους- (των, με βάση υπολογισμού το προκύπτον, από τη διαίρεση των μηνιαίων αποδοχών τους με τις ώρες εργασίας τους, ωρομίσθιο)-του χρονικού διαστήματος από 1-8-2016 έως 14-5-2018, λόγω μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας τους με την εκ μέρους της ήδη αναιρεσίβλητης εργοδότριας, χωρίς τη συναίνεσή τους και κατά κατάχρηση του διευθυντικού της δικαιώματος, αύξηση του μειωμένου ωραρίου τους στο πλήρες ωράριο των 40 ωρών εβδομαδιαίως με τις ίδιες μηνιαίες αποδοχές-χωρίς παραδοχή ότι αυτές υπολείπονταν των νομίμων-κατά παράβαση του, κατόπιν επιχειρησιακής συνήθειας, σιωπηρά διαμορφωμένου, όρου των ατομικών τους συμβάσεων για μειωμένο ωράριο εργασίας με πλήρεις αποδοχές.
Στη συνέχεια, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση της εναγομένης ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει τα αντίθετα, κατά το μέρος που είχε δεχθεί κατ' ουσία εν μέρει την αγωγή, επιδικάζοντας μικρότερο από το αιτούμενο ποσό (15.263,65 ευρώ στην πρώτη και 15.911,45 ευρώ στον δεύτερο των ήδη αναιρεσειόντων), κράτησε την υπόθεση, δίκασε επί της αγωγής κατά το μέρος αυτό και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε, ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες από της προσλήψεώς τους και μέχρι την 1-4-2014 απασχολήθηκαν στο Νοσοκομείο ..., με μειωμένο ωράριο εργασίας και πλήρεις μηνιαίες αποδοχές, δυνάμει των αναφερόμενων συλλογικών ρυθμίσεων, με τελευταία τούτων την από 7-5-2012 Επιχειρησιακή ΣΣΕ ορισμένου χρόνου, η οποία έληξε, με την πάροδο και της τρίμηνης παράτασής της, την 1-4-2014, ότι έκτοτε, ο κανονιστικός της όρος του ανωτέρω μειωμένου ωραρίου εργασίας των εργαζομένων της ειδικότητας των εναγόντων, έπαυσε να ισχύει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 παρ.4 της Π.Υ.Σ 6/2012, και ελλείψει αντίθετης ισχύουσας συλλογικής ρύθμισης ή ατομικής σιωπηρής συμφωνίας των μερών ως διαμορφούμενος όρος των συμβάσεων εργασίας τους, ότι η αναιρεσίβλητη, την 1-8-2016, κατ'ενάσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος, αύξησε μονομερώς το ωράριο των αναιρεσειόντων από μειωμένο, στο πλήρες νόμιμο ωράριο (των οκτώ ωρών ημερησίως και σαράντα ωρών εβδομαδιαίως), με τις ίδιες, πλήρεις μηνιαίες αποδοχές, χωρίς να απαιτείται προς τούτο η συναίνεσή τους.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες στη μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δη αυτές των άρθρων 2 παρ.4 της Π.Υ.Σ 6/2012 Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ Α 38), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012, και της από 7-5-2012 Επιχειρησιακής ΣΣΕ για τους όρους εργασίας και αμοιβής των εργαζομένων στο "Κοινωφελές Ίδρυμα ..."-..., στις οποίες αφορούν οι εκ του αριθμού 1 του αρθ.559 ΚΠολΔ δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν πληρούν το πραγματικό των ως άνω εφαρμοστέων ουσιαστικών κανόνων δικαίου, και δικαιολογούν την παραδοχή της έφεσης της ήδη αναιρεσίβλητης και την απόρριψη της αγωγής των αναιρεσειόντων.
Και τούτο διότι η από 7-5-2012 Επιχειρησιακή ΣΣΕ για τους όρους εργασίας και αμοιβής των εργαζομένων στο "Κοινωφελές Ίδρυμα ...", που ήταν η τελευταία συλλογική σύμβαση με την ευνοϊκή ρύθμιση του προαναφερόμενου μειωμένου ωραρίου εργασίας με πλήρεις αποδοχές των εργαζομένων στο Νοσοκομείο ... με την ειδικότητα των αναιρεσειόντων, μετά τη πάροδο του χρόνου διαρκείας της (31-12-2013) και της τρίμηνης παράτασής της, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.4 εδ.α'της ΠΥΣ 6/2012, έληξε την 1-4-2014.
Έκτοτε, κατά το διάστημα της μετενέργειάς της, σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρου 2 παρ.4 της άνω Π.Υ.Σ, από τους κανονιστικούς της όρους εξακολουθούσαν να ισχύουν αποκλειστικώς και μόνον εκείνοι που αφορούσαν α) τον βασικό μισθό και β) τα τυχόν προβλεπόμενα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, ενώ έπαυσε να ισχύει ο ανωτέρω, μη περιλαμβανόμενος στους άνω περιοριστικά αναφερόμενους, κανονιστικός, μη μισθολογικός όρος της, του μειωμένου ωραρίου εργασίας τους.
Επομένως, επειδή ο όρος αυτός της άνω σσε δεν μετενεργεί, από την 1-4-2014 έπαυσε να επηρεάζει τις ατομικές συμβάσεις εργασίας των αναιρεσειόντων, με συνέπεια η εργοδότριά τους αναιρεσίβλητη, αφού δεν υπήρξε αντίθετη μεταγενέστερη, συλλογική ρύθμιση, ούτε - κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης-ατομική, σιωπηρή, σύμβαση των μερών, μπορούσε να αυξήσει μονομερώς το ωράριο των αναιρεσειόντων σε 8 ώρες ημερησίως και 40 εβδομαδιαίως, που δεν υπερέβαινε το νόμιμο, με τις ίδιες, πλήρεις, αποδοχές, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη, σύμφωνη γνώμη τους.
Έτσι εξάλλου εξυπηρετείται ο στόχος των εν λόγω ρυθμίσεων του άρθρου 2 παρ.4 της υπ. αριθμ. 6/2012 Π.Υ.Σ, που είναι η μέσω της προσαρμογής, στις μεταβαλλόμενες οικονομικές συνθήκες, των κανονιστικών όρων των σσε που δεν καταλαμβάνονται από τη μετενέργειά τους, όπως ο ανωτέρω, αύξηση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων και της μείωσης της ανεργίας.
Κατόπιν τούτων, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, με τους όποιους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι τα αντίθετα, και δη εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 2 παρ.4 της Π.Υ.Σ 6/2012 α) διότι στην ρύθμισή της δεν εμπίπτει και καταλαμβάνεται από τη μετενέργεια της από 7-5-2012 ΕΣΣΕ ο προαναφερόμενος κανονιστικός της όρος, επειδή είναι μη μισθολογικός και β) διότι η άνω διάταξη προβλέπει μόνο την περικοπή επιδομάτων, είναι αβάσιμοι.
Επίσης με βάση τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης αβάσιμος είναι και ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες της αποδίδουν την ίδια ως άνω (από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ), αναιρετική πλημμέλεια, με τη μη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 671 ΑΚ, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς τους, ήταν αναλογικά εν προκειμένω εφαρμοστέα, και καθιστούσε την από 7-5-2012 ΕΣΣΕ, λόγω της ανεπιφύλακτης εφαρμογής της μετά τη λήξη της, αορίστου χρόνου, με συνέπεια την ισχύ του όρου της, του μειωμένου ωραρίου εργασίας τους, το επίδικο χρονικό διάστημα.
Και τούτο διότι η επικαλούμενη, κατ'ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 671 ΑΚ, ανανέωση για αόριστο χρόνο της από 7-5-2012 ΕΣΣΕ μετά τη λήξη της, με την πάροδο της τρίμηνης παράτασής της, λόγω της εξακολούθησης της εφαρμογής της από τα μέρη, είναι αντίθετη στην αναγκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 της Π.Υ.Σ 6/28-2-2012, η οποία ορίζει ότι οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας που συνάπτονται εφεξής έχουν ορισμένο χρόνο ισχύος, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα έτος και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία έτη, καταργώντας έτσι την κατηγορία των συλλογικών συμβάσεων αορίστου χρόνου την οποία προέβλεπε η καταργηθείσα διάταξη του άρθρου 9 παρ.1 του Ν.1876/1990.
Επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, στη ρύθμιση της οποίας εμπίπτει η από 7-5-2012 ορισμένης διάρκειας ΕΣΣΕ, η εξακολούθηση της ισχύος της μετά την πάροδο της τρίμηνης παράτασής της, του αρθ. 2 παρ. 4 εδ.α' της Π.Υ.Σ. 6/2012, ήτοι μετά την 1-4-2014 και δη για αόριστο χρόνο, αποκλείεται και δεν βρίσκει έρεισμα στο νόμο.
Οι λοιπές, διαλαμβανόμενες στους προαναφερόμενους, τρεις πρώτους, λόγους αναίρεσης, αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, υπό την επίφαση της πλημμέλειας της προσβαλλόμενης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και δεν ιδρύουν τον αναιρετικό αυτό λόγο.
Περαιτέρω, το Εφετείο, για το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στη έκβαση της δίκης, της μη κατάρτισης σιωπηρής συμφωνίας των μερών για μειωμένο ωράριο εργασίας των αναιρεσειόντων με πλήρεις αποδοχές, ως διαμορφωμένου, με βάση επιχειρησιακή συνήθεια, όρου των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους, και της εντεύθεν μη βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας τους με την μονομερή αύξηση του ωραρίου τους από την αναιρεσίβλητη, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών, καθόσον διέλαβε σ'αυτή την απαιτούμενη αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 361 και 648 ΑΚ, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες.
Και τούτο διότι εκτίθενται στην απόφασή του, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν περιεχόμενό της, με επάρκεια, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αρνητικό αποδεικτικό της πόρισμα της μη συνδρομής των προϋποθέσεων των άνω διατάξεων, που εφαρμόστηκαν, προσδιορίζοντας με πληρότητα και σαφήνεια ότι δεν καταρτίστηκε σιωπηρή συμφωνία των μερών για μειωμένο ωράριο εργασίας με πλήρεις αποδοχές των αναιρεσειόντων, ως διαμορφωμένος, με βάση επιχειρησιακή συνήθεια, όρος των συμβάσεων εργασίας τους, με την οικειοθελή εφαρμογή, μετά τη λήξη της από 7-5-2012 ΕΣΣΕ, από 1-4-2014 έως 1-8-2016, και συνακόλουθα η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης αύξηση του μειωμένου ωραρίου των αναιρεσειόντων, σε πλήρες, χωρίς τη συναίνεσή τους, με τις ίδιες αποδοχές, την 1-8-2016, δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους, κατά κατάχρηση του διευθυντικού της δικαιώματος.
Επομένως, ο έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Όλες οι λοιπές επικαλούμενες πλημμέλειες αφορούν στον χαρακτηρισμό της διάρκειας του ανωτέρω χρονικού διαστήματος της οικειοθελούς εφαρμογής του μειωμένου ωραρίου της από 7-5-2012 ΕΣΣΕ και στην αξιολόγηση των κρατούντων κατ' αυτό συνθηκών για τους διαδοχικούς εργοδότες των αναιρεσειόντων, ανάγονται, ως εκ του περιεχομένου τους, σε ελλείψεις σχετικές με την πληρέστερη αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, παρόλο που αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, και σε επιχειρήματα των αναιρεσειόντων προς ενίσχυση των αντίθετων με το αποδεικτικό πόρισμα απόψεών τους, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, και υπό την επίφαση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου πλήττεται η μη υποκείμενη στον αναιρετικό έλεγχο ουσία της υπόθεσης (αρθ.561 παρ.1 ΚΠολΔ), με συνέπεια να μην ιδρύεται ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για αντιφατικότητα και ανεπάρκεια αιτιολογιών.
Με το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ.α' και β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο α) ενώ δέχθηκε μακροχρόνια εφαρμογή της ληξάσης ΕΣΣΕ και ότι αυτή οδηγεί σε "συμβασικοποίηση" των όρων της, παραβιάζοντας τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών και τα διδάγματα της κοινής πείρας, έκρινε ότι δεν συνήφθη μεταξύ αυτών και της αναιρεσίβλητης σιωπηρή συμφωνία για μειωμένο ωράριο εργασίας, διότι το μεγάλο χρονικό διάστημα της οικειοθελούς εφαρμογής του μειωμένου ωραρίου από τους διαδοχικούς εργοδότες τους δικαιολογείται από συγκυριακές καταστάσεις και β) ενώ δέχθηκε ότι τα 2,5 έτη οικειοθελούς εφαρμογής του ανωτέρω όρου του μειωμένου ωραρίου της από 7-5-2012 ΣΣΕ που είχε λήξει, είναι ιδιαίτερα μεγάλο χρονικό διάστημα, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ κρίνοντας ότι η αιφνίδια παύση εφαρμογής της άνω σσε από την αναιρεσίβλητη δεν συνιστά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος.
Ο λόγος αυτός, είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον στην προσβαλλομένη απόφαση, όπως προεκτέθηκε, δεν διαλαμβάνονται οι ανωτέρω, υπό τα στοιχεία α'και β', επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες για τη θεμελίωσή του, παραδοχές, αλλά οι αντίθετες τούτων, πέραν της αοριστίας του ως προς τις υπό στοιχεία α' αιτιάσεις του, δεδομένου ότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν από το δικαστήριο και ποιος είναι ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου δεν έγινε χρήση αυτών (559 αρ.1β'ΚΠολΔ) (ΑΠ 617/2022, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 208/2018) και β) ποιο κενό ή ασάφεια της ένδικης σύμβασης διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως, το δικαστήριο της ουσίας, ώστε να απαιτείται η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, των άρθρων 173 και 200 ΑΚ προκειμένου να ανευρεθεί το πραγματικό περιεχόμενό της (ΑΠ 1768/2022, ΑΠ 1086/2019).
Σύμφωνα με τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 354/2022, ΑΠ 757/2015).
Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1386/2015). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008).
Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια τα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα και η ομολογία, και το περιεχόμενο αυτών (ΑΠ 14/2022, ΑΠ 237/2019, ΑΠ 261/2016), ούτε τα επιχειρήματα των διαδίκων, ούτε τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων έστω και εάν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, (ΑΠ 1093/2022, ΑΠ 615/2019, ΑΠ 785/2019, ΑΠ 902/2019, ΑΠ 989/2018).
Τέλος, ο προβαλλόμενος από την παραπάνω διάταξη λόγος αναίρεσης προϋποθέτει την μη λήψη υπ' όψη πραγμάτων με την προαναφερθείσα έννοια, που έχουν προταθεί από εκείνον ο οποίος ζητεί την αναίρεση της απόφασης και όχι από τον αντίδικό του, διότι στη τελευταία περίπτωση λείπει από τον αναιρεσείοντα το απαιτούμενο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, έννομο συμφέρον (ΑΠ 1392/2019, ΑΠ 201/2012, ΑΠ 435/2009, ΑΠ 1253/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση με το τρίτο σκέλος του τέταρτου λόγου και τον πέμπτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο Α) δεν έλαβε υπόψη ουσιώδεις ισχυρισμούς και δη α) την ομολογία της αντιδίκου τους για σιωπηρή κατάρτιση της ένδικης συμφωνίας, με την σημείωση στα εκκαθαριστικά μισθοδοσίας τους, ως εφαρμοστέας, της από 7-5-2012 ΕΣΣΕ β) τον ισχυρισμό της αντιδίκου τους ότι ήταν εφαρμοστέα στις εργασιακές τους σχέσεις η κλαδική ΣΣΕ του 2014 με την οποία είχαν καταργηθεί τα μειωμένα ωράρια των εργαζομένων γ) τον ισχυρισμό τους ότι με βάση ρητό όρο της κλαδικής ΣΣΕ του 2016 οι ευνοϊκότεροι όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας, που διαμορφώθηκαν από επιχειρησιακή συνήθεια-όπως ο επίδικος του μειωμένου ωραρίου τους- συνεχίζουν να ισχύουν και Β) έλαβε υπόψη ουσιώδη ισχυρισμό που δεν προτάθηκε από τους διαδίκους και συγκεκριμένα την κατάσχεση του Νοσοκομείου ..., προς δικαιολόγηση της οικειοθελούς εφαρμογής της από 7-5-2012 ΕΣΣΕ από τους εργοδότες στους εργαζομένους του άνω νοσοκομείου.
Ο λόγος αυτός, έτσι διατυπωμένος, δεν ιδρύεται, καθόσον τα διαλαμβανόμενα για τη θεμελίωσή του δεν συνιστούν "πράγματα", κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρθηκε στη προηγηθείσα μείζονα σκέψη, διότι Α) η υπό το στοιχείο α' ιστορούμενη (εξώδικη) ομολογία, διατυπωμένη σε προσκομιζόμενο έγγραφο, είναι αποδεικτικό μέσο, ο υπό στοιχείο β' επικαλούμενος ισχυρισμός δεν αποτελεί αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και δη των αναιρεσειόντων που τον επικαλούνται, αλλά στερούμενο αυτοτέλειας ισχυρισμό της αντιδίκου τους, και τέλος, ο υπό το στοιχείο γ'επικαλούμενος ισχυρισμός των αναιρεσειόντων δεν είναι ουσιώδης ισχυρισμός τους για την έκβαση της δίκης, καθόσον εδράζεται στην ύπαρξη διαμορφωμένου, από επιχειρησιακή συνήθεια , όρου της ατομικής σύμβασης εργασίας τους για μειωμένο ωράριο εργασίας, ο οποίος είναι ουσιώδης αγωγικός ισχυρισμός τους και αυτός ερευνήθηκε και απορρίφθηκε κατ' ουσία από το Εφετείο και Β):
η επικαλούμενη κατάσχεση δεν αποτελεί αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, αλλά συνιστά επιχείρημα του δικαστηρίου της ουσίας προς αιτιολόγηση της κρίσης του περί μη κατάρτισης της ένδικης σιωπηρής συμφωνίας των μερών. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν (Ολ.ΑΠ 8/2016), χωρίς όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι αυτά λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος (ΑΠ 177/2021, ΑΠ 1409/2019, ΑΠ 779/2019, ΑΠ 342/2016).
Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου αναίρεσης, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του τετάρτου λόγου αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ'του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη, ούτε αξιολόγησε, ως αποδεικτικά μέσα:
α) τα εκκαθαριστικά μισθοδοσίας τους με σημείωση, ως εφαρμοστέας, της Επιχειρησιακής ΣΣΕ του 2012, που συνιστά ομολογία της επίδικης σιωπηρής συμφωνίας β) αντίγραφο του εξωδίκου της ... με το οποίο ξεκίνησαν οι διαπραγματεύσεις των μερών (OΣΝΙΕ και ...) για την κατάρτιση της Κλαδικής ΣΣΕ του έτους 2015 και γ) την, από Μάρτιο 2014, Συμφωνία Πλαίσιο όπου περιγράφεται ο τρόπος μεταβίβασης του Νοσοκομείου ..., τα οποία αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν στην κατ'έφεση δίκη, προς απόδειξη του ουσιώδους αγωγικού ισχυρισμού τους της σιωπηρής συνομολόγησης ως όρου των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους, του μειωμένου ωραρίου εργασίας τους με πλήρεις αποδοχές και της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής του όρου αυτού από την αναιρεσίβλητη εργοδότριά τους κατά κατάχρηση του διευθυντικού της δικαιώματος.
Όμως, τόσο από τη ρητή βεβαίωση της προσβαλλομένης απόφασης, η οποία παραδεκτά επισκοπείται για τον ερευνώμενο λόγο (αρθ.561 παρ.2 του ΚΠολΔ), όπου ρητά αναφέρεται (σελ.9) ότι για το αποδεικτικό της πόρισμα το Εφετείο έλαβε υπόψη του την διαλαμβανόμενη, στα ταυτάριθμα με την πρωτοβάθμια απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης ένορκη κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε νόμιμα στο ακροατήριο πρωτοδίκως, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία συνεκτίμησε και αξιολόγησε, είτε ως άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όσο και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, την ανάλυση και το σχολιασμό των αποδείξεων, στον οποίο το Εφετείο προβαίνει για να αιτιολογήσει το πόρισμά του, αλλά και από το εν γένει περιεχόμενο του αιτιολογικού της, δεν καταλείπεται αμφιβολία και καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της κρίσης του και όλα τα ανωτέρω έγγραφα- [εκ των οποίων τα υπό τα στοιχ.β' και γ', σημειώνεται, ότι δεν αφορούν στο άνω αποδεικτέο θέμα, δηλαδή σε κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, ώστε να γίνεται ειδική μνεία σε αυτά και συνεπώς τα έγγραφα αυτά (υπό στοιχείο β και γ) δεν ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 42/2002)] -εξάγοντας το αποδεικτικό του πόρισμα ότι, από τον συνδυασμό αυτών προς τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, δεν αποδεικνυόταν ο παραπάνω ισχυρισμός των αναιρεσειόντων.
Σε κάθε περίπτωση το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να προβεί σε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, και από ποια προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα, και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς, εκ του γεγονότος της μη ρητής αναφοράς ορισμένων εξ αυτών, να συνάγεται ότι δεν προσέδωσε σ'αυτά τη δέουσα αποδεικτική δύναμη, ούτε είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει την κρίση του για την αποδεικτική βαρύτητα ή αξιοπιστία που προσέδωσε σε ένα έκαστο των προαναφερόμενων ισοδυνάμων αποδεικτικών μέσων, τα οποία εκτίμησε ελεύθερα και κυριαρχικά.
Η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες, στα πλαίσια του λόγου αυτού, σημείωση, στα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά μισθοδοσίας τους, της Επιχειρησιακής ΣΣΕ του 2012 ως εφαρμοστέας, δεν συνιστά ομολογία της αντιδίκου τους με αυξημένη αποδεικτική δύναμη για την κατάρτιση μεταξύ τους της επίδικης σιωπηρής συμφωνίας, όπως εσφαλμένως θεωρούν, καθόσον δεν πρόκειται για δικαστική ομολογία, η οποία και μόνο αποτελεί πλήρη απόδειξη εις βάρος αυτού που ομολόγησε (αρθ.352 παρ.1 ΚΠολΔ), τα δε εκκαθαριστικά σημειώματα μισθοδοσίας με τη σημείωση αυτή δεν αποτελούν αποδεικτικά μέσα με αυξημένη αποδεικτική ισχύ έναντι των λοιπών, δεδομένου ότι ακόμη και η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες επ'αυτών ομολογία της αντιδίκου τους του άνω αγωγικού ισχυρισμού τους, ως εξώδικη, εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας (αρθ.352 παρ.2 ΚΠολΔ).
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.11 του ΚΠολΔ και ο ερευνώμενος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε "πράγματα", τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη.
Ειδικότερα, ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε δέχθηκε "πράγματα" χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη είτε δέχθηκε "πράγματα", χωρίς να εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, ενώ δεν απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα.
Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 365/2020, ΑΠ 138/2020, ΑΠ 31/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, με το τέταρτο σκέλος του τετάρτου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στο αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα ότι δεν καταρτίστηκε σιωπηρή συμφωνία τήρησης μειωμένου ωραρίου εργασίας τους και συνακόλουθα δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εργοδότριά τους αύξησή του και κατάχρηση του διευθυντικού της δικαιώματος, χωρίς να στηρίζονται το συμπέρασμα και οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του σε κάποιο αποδεικτικό μέσο, αλλά εμφανίζεται ως αυθαίρετο συμπέρασμα.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα, της μη κατάρτιση της ένδικης ατομικής σιωπηρής συμφωνίας και της εντεύθεν μη βλαπτικής μονομερούς μεταβολής των όρων εργασίας κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, που συνιστά αγωγικό ισχυρισμό και συνεπώς πράγμα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, από την εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των αποδεικτικών μέσων, όπως προαναφέρθηκε.
Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο εκ του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ ερευνώμενος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Οι λοιπές, διαλαμβανόμενες στον τέταρτο λόγο αναίρεσης, αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, υπό την επίφαση της από τους αριθμούς 1, 8, 10 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειας, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, και για το λόγο αυτό δεν ιδρύουν τους αντίστοιχους λόγους αναίρεσης.
Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας του στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά ουσιαστική παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (αρθ.176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18 Μαΐου 2022 και με αριθ. καταθ. 4017/425/19-5-2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 4561/5-11-2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (διαδικασίας περιουσιακών - εργατικών - διαφορών).
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Δεκεμβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ