Legislator Case Law & Legislation
1785/2019 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on manslaughter negligence, reducing sentence under new law while remanding for retrial.

Case Number 1785/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a conviction for negligent homicide, finding the original sentence violated the principle of leniency for negligence crimes. The defendant argued for a reduced penalty under the new Penal Code, while the prosecution contended the original judgment was correct. The court ruled that the new law permitting reduced penalties for negligence must be applied, leading to the annulment of the sentencing portion and a remand for a new penalty assessment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 460 and 461 of the Penal Code; The Supreme Court must apply the most lenient penal code provisions in force at the time of appeal, resulting in the annulment of the original sentence and remand for a new penalty determination when a more lenient law exists for negligence crimes.

Keywords

AI generated
negligent homicide reduced penalty retroactive application principle of leniency remand for retrial Supreme Court review procedural leniency

Cited Legislation

AI generated
Articles 460 and 461 of the Penal Code
Article 2 of the Penal Code
Article 510 § 1 items A and H of the Code of Criminal Procedure
Article 511 of the Code of Criminal Procedure
Article 15 paragraph 2 of the Penal Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1785 / 2019 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1785/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Διονυσία Μπιτζούνη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ'αριθ. 75/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασιλική Ηλιοπούλου, Μαρία Βασδέκη, Πηνελόπη Παρτσαλίδου-Κομνηνού και Ζωή Κωστόγιαννη - Καλούση, Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαΐου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεράσιμο Πλιώτα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Α. Κ. του Ι., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Πορτοκάλη, για αναίρεση της υπ'αριθ. 5539/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την L. M. του B. κάτοικο ..., η οποία δεν εμφανίστηκε.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18.3.2019 αίτηση-δήλωση αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 498/2019.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 18.3.2019 αίτηση - δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του ΑΠ στις 19.3.2019, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5539/2017 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας, σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών με τριετή αναστολή, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα.

Επομένως, είναι παραδεκτή, και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσία. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 302 και 28 του Π.Κ. προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει να καταβάλλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε ο δράστης, σύμφωνα με τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και ιδίως εξαιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε.

Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδους αμέλεια, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης από αμέλεια συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του Π.Κ., κατά το οποίο "όπου ο νόμος, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος.

Η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση πηγάζει από νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη επικίνδυνη ενέργεια του υπαιτίου". Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή, ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή.

Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση του υπαιτίου να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος πηγάζει από νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη επικίνδυνη ενέργεια του υπαιτίου και πρέπει να αναφέρεται και να αιτιολογείται στην απόφαση, επιπροσθέτως δε, αν πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός.

Τέτοια νομική υποχρέωση πηγάζει και από τις διατάξεις των άρθρων 4 του Π.Δ. Δεκεμβρίου 1933 (ΦΕΚ 406/Α/29.12.1933 "Περί ασφαλείας εργατών και υπαλλήλων εργαζομένων επί φορητών κλιμάκων), άρθρο 3 παρ. 1α'του Π.Δ 778/1980 "Μέτρα ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών", άρθρο 111 παρ. 1α' του Π.Δ 1073/1981 "Εργασίες αρμοδιότητας Πολ.

Μηχανικού. Μέτρα ασφαλείας". Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων και η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Λόγο αναίρεσης αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ., και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Στη προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα ειδικώς αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι η κατηγορούμενη τέλεσε την αποδιδόμενη σε αυτή με το κατηγορητήριο άδικη πράξη και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη αυτής, κατά πλειοψηφία, ως πρωτοδίκως και ειδικότερα ότι: "Στις 26.9.2012 στον ..., ούσα ιδιοκτήτρια ακινήτου που βρίσκεται στην οδό ...

και κυρία έργου καθαρισμού και επισκευής της κεραμοσκεπής του ακινήτου της, ανέθεσε στον εργάτη H. L. του P., να καθαρίσει την κεραμοσκεπή στην πρόσοψη του ακινήτου της και να επισκευάσει τυχόν ρωγμές ή σπασμένα κεραμίδια.. Για την εκτέλεση της εργασίας αυτής χορήγησε σε αυτόν κλίμακα, που διατηρούσε στην υπόγεια αποθήκη της οικίας της.

Ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι δεν χορήγησε η ίδια την κλίμακα στον προαναφερθέντα εργαζόμενο, ούτε και του έδωσε την εντολή να καθαρίσει την κεραμοσκεπή με χρήση κλίμακας αλλά από το εσωτερικό του σπιτιού με κοντάρι και βούρτσα ουδόλως αποδείχθηκε, ούτε και αντέχει στη βάσανο της λογικής να ήξερε ο εργαζόμενος που να βρει την κλίμακα και για ποιο λόγο να χρησιμοποιήσει αυτή αυτοβούλως χωρίς σχετική εντολή.

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι, όταν ο εργάτης ανήλθε στην σπαστή κλίμακα, δεν υπήρχε πλησίον του έτερο πρόσωπο προκειμένου να τον βοηθά στη μεταφορά υλικών, να συγκρατεί και να εξασφαλίζει τη σταθερότητα της κλίμακας κατά την άνοδο και παραμονή του σε αυτήν καθόσον, όπως περαιτέρω αποδείχθηκε, η εν λόγω κλίμακα ήταν μεν καινούργια αλλά είχε κάποια ιδιαιτερότητα δηλ.

έφερε σε κάποιο από τα σκαλοπάτια της ένδειξη STOP, την οποία ο αναβάτης δεν έπρεπε να πατήσει γεγονός που γνώριζε μόνο η αγοράστρια κατηγορουμένη και όχι βεβαίως και ο τρίτος παθών από μόνος του, χωρίς την ενημέρωση της τελευταίας. Επίσης και η κατηγορουμένη - εργοδότρια δεν ήταν παρούσα κατά την εκτέλεση των εργασιών ώστε να επιβλέπει την τήρηση των προαναφερθέντων μέτρων ασφαλείας που απαιτούνταν κατά τη διάρκεια των εργασιών.

Στις ανωτέρω παραλείψεις προέβη η κατηγορουμένη από αμέλειά της, ήτοι από έλλειψη της προσοχής της, που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, έχοντας ως κυρία του έργου ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς τούτο, απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού αυτής. Αποτέλεσμα των ανωτέρω παραλείψεών της ήταν ότι, όταν πλέον ανήλθε στο υψηλότερο σημείο της σπαστής κλίμακας ο προαναφερθείς εργαζόμενος προκειμένου να εκτελέσει τις ανατιθέμενες σε αυτό εργασίες, να πατήσει στο σκαλοπάτι που έφερε την ένδειξη "STOP", η κλίμακα να υποστεί θραύση στο σκαλοπάτι αυτό και να πέσει ο εργαζόμενος προς τα πίσω από ύψος 3,95 μέτρων, να προσκρούσει το κεφάλι του στο έδαφος και να υποστεί σοβαρότατες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και διάχυτη εγκεφαλική αιμορραγία εκ των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατός του στις 2.10.2012.

Επισημαίνεται τέλος ότι λόγω της περιορισμένης έκτασης των οικοδομικών εργασιών δεν απαιτείτο τοποθέτηση σταθερού ικριώματος περιβαλλόμενο από δίχτυ ασφαλείας". Ακολούθως, κήρυξε ένοχη την κατηγορούμενη, κατά πλειοψηφία, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2δ' του Π.Κ. του ότι: "Στις 26.9.2012 στον ..., από αμέλειά της, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, επέφερε τον θάνατο άλλου, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την παραπάνω πράξη της.

Συγκεκριμένα, όντας ιδιοκτήτρια ακινήτου που βρίσκεται στην οδό ... και κυρία έργου καθαρισμού της κεραμοσκεπής του ακινήτου, το οποίο είχε αναθέσει στον εργάτη H. L. του P., αν και εκ της παραπάνω ιδιότητάς της είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς τούτο, α) δεν μερίμνησε ώστε είτε να του παρασχεθεί για να φτάσει στη κεραμοσκεπή μία κλίμακα ευσταθής, κατασκευασμένη από υλικό αντοχής ικανή να αντέξει σε φυσικές και μηχανικές καταπονήσεις από τη συνήθη χρήση της, κατάλληλα συντηρημένη, και να βρίσκεται πλησίον του εργαζομένου άλλο πρόσωπο προκειμένου να τον βοηθάει στη μεταφορά υλικών, να συγκρατεί και να εξασφαλίζει τη σταθερότητα της κλίμακας κατά την άνοδο και παραμονή του σε αυτήν, β) δεν ήταν παρούσα ως εργοδότρια και κυρία του έργου προκειμένου να επιβλέπει την τήρηση των ως άνω απαραίτητων μέτρων ασφαλείας που απαιτούνταν κατά τη διάρκεια των εργασιών, με αποτέλεσμα, όταν ο εργάτης H.

L. ανήλθε σε σπαστή κλίμακα αποτελούμενη από τρία σκέλη την οποία του παρείχε η κατηγορούμενη για να ανέβει στην κεραμοσκεπή που βρίσκεται επάνω από την κύρια είσοδο της οικίας για να εκτελέσει διάφορες εργασίες, αφού την τοποθέτησε σε γωνία έδρασης 60-70 μοιρών ως προς το επίπεδο του εδάφους με το μέγιστο σημείο κάμψης να ακουμπά στο σκέπαστρο, την στιγμή που είχε φθάσει το υψηλότερο σκαλοπάτι αυτής που έφερε την ένδειξη "stop" η κλίμακα να υποστεί θραύση στο επάνω σκέλος της και να ανατραπεί με συνέπεια ο H.

L. να πέσει από ύψος 3,95 μέτρων με την κεφαλή να αποτελεί το σημείο πρόσκρουσης με το έδαφος και να τραυματισθεί υποστάς σοβαρότατες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και διάχυτη εγκεφαλική αιμορραγία εκ των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατός του στις 2.10.2012.".

Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ` αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία κηρύχθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα και καταδικάστηκε στην ως άνω ποινή, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 28, 302 (από παραδρομή αναγράφεται το άρθρο 308) Π.Κ καθώς και εκείνες του Π.Δ. 22/12/1993 "περί ασφαλείας εργατών και υπαλλήλων εργαζομένων επί φορητών κλιμάκων" και 111 παρ. 1α του Π.Δ. 1073/1981, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές στο πόρισμά της.

Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίζεται με σαφήνεια από πού πήγαζε η ιδιαίτερη υποχρέωση της αναιρεσείουσας να αποτρέψει το επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου του ως άνω, η πηγή δε της υποχρέωσής της είναι η προαναφερόμενη σύμβαση δυνάμει της οποίας η αναιρεσείουσα ανέθεσε στον παθόντα την εκτέλεση της περιγραφόμενης στο σκεπτικό επικίνδυνης εργασίας καθαρισμού και επισκευής της κεραμοσκεπής του ακινήτου της (περιορισμένης έκτασης οικοδομικών εργασιών), χωρίς να λάβει προηγουμένως τα απαιτούμενα κατά νόμο για την εκτέλεση, μέτρα ασφαλείας, όπως αυτά προσδιορίζονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Οι ειδικότερες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες αφού: α) σαφώς προσδιορίζεται το είδος της αμέλειας που είναι εκείνη της μη συνειδητής (από παράλειψη) β) από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται σαφές ότι το Τριμελές Εφετείο έκρινε ότι η αναιρεσείουσα ήταν υπεύθυνη για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων ασφάλειας για την προστασία του εργαζομένου (παροχή ασφαλούς κλίμακας και παράσταση και άλλου προσώπου προκειμένου να συγκρατεί και εξασφαλίζει την σταθερότητα της κλίμακας, καθώς και παρουσία της κατηγορουμένης - εργοδότριας προκειμένου να επιβλέπει την τήρηση των απαραίτητων μέτρων ασφαλείας, κατά την διάρκεια των εργασιών), υποχρέωση η οποία, κατά τα ανωτέρω, πήγαζε από τη σύμβαση εργασίας που είχε καταρτισθεί μεταξύ τους και γ) παρατίθενται όλα τα επί μέρους περιστατικά που συγκροτούν τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της ως άνω αμελούς συμπεριφοράς αυτής και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου του παθόντος.

Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας με το πρόσχημα της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτες.

Επομένως οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' νομικές πλημμέλειες αναίρεσης, που προβάλλονται με τον πρώτο λόγο του δικογράφου της αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ποινικών διατάξεων είναι αβάσιμες και ο συναφής πρώτος λόγος απορριπτέος.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 470 εδ. α' Κ.Π.Δ., στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται. Από τη διάταξη αυτή, η παράβαση της οποίας συνιστά υπέρβαση εξουσίας και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Η' (και ήδη Θ') Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης της απόφασης, προκύπτει ότι τέτοια χειροτέρευση της θέσης του ασκήσαντος το ένδικο μέσο της έφεσης κατά της πρωτοβάθμιας καταδικαστικής απόφασης, επέρχεται είτε με την επαύξηση των ποινικών κυρώσεων σε βάρος του καταδικασθέντος (πραγματική χειροτέρευση), είτε με την επιβάρυνση της νομικής του μεταχείρισης, δηλαδή κυρίως, εάν αναγνωρίζεται βαρύτερη ενοχή του από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (νομική χειροτέρευση), η οποία διαπιστώνεται από τη σύγκριση του περιεχομένου των διατακτικών, αφενός της απόφασης που προσβάλλεται με το ένδικο μέσο και αφετέρου αυτής που εκδίδεται από το δικαστήριο του ενδίκου μέσου.

Χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου - εκκαλούντος επέρχεται και όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο κρίνει επί ενδίκου μέσου που άσκησε ο ίδιος ή ασκήθηκε υπέρ αυτού, τον καταδικάζει και για άλλη πράξη, για την οποία ο κατηγορούμενος είχε αθωωθεί ή είχε παύσει υφ` όρον η δίωξη κατ` αυτού, έστω και αν επιβάλλει την ίδια ή μικρότερη ποινή.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθμό 27263-29798/2016 απόφαση του Τριμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε την προκείμενη υπόθεση σε πρώτο βαθμό, όπως τούτο προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση του διατακτικού αυτής, η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη, κατά πλειοψηφία, του ότι: "Στις 26.9.2012 στον ..., από αμέλειά της, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, επέφερε τον θάνατο άλλου, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την παραπάνω πράξη της.

Συγκεκριμένα, όντας ιδιοκτήτρια ακινήτου που βρίσκεται στην οδό ... και κυρία έργου καθαρισμού της κεραμοσκεπής του ακινήτου, το οποίο είχε αναθέσει στον εργάτη H. L. του P., αν και εκ της παραπάνω ιδιότητάς της είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς τούτο, α) δεν μερίμνησε ώστε είτε να του παρασχεθεί για να φτάσει στη κεραμοσκεπή μία κλίμακα ευσταθής, κατασκευασμένη από υλικό αντοχής ικανή να αντέξει σε φυσικές και μηχανικές καταπονήσεις από τη συνήθη χρήση της, καλά συντηρημένη, και να βρίσκεται πλησίον του εργαζομένου άλλο πρόσωπο προκειμένου να τον βοηθάει στη μεταφορά υλικών, να συγκρατεί και να εξασφαλίζει τη σταθερότητα της κλίμακας κατά την άνοδο και παραμονή του σε αυτήν, είτε να τοποθετήσει σταθερό ικρίωμα περιβαλλόμενο με δίχτυ ασφαλείας που θα εξασφάλιζε την ασφαλή του άνοδο στην κεραμοσκεπή, και β) δεν ήταν παρούσα ως εργοδότρια και κυρία του έργου προκειμένου να επιβλέπει την τήρηση των ως άνω απαραίτητων μέτρων ασφαλείας που απαιτούνταν κατά τη διάρκεια των εργασιών, με αποτέλεσμα, όταν ο εργάτης H.

L. ανήλθε σε σπαστή κλίμακα αποτελούμενη από τρία σκέλη την οποία του παρείχε η κατηγορούμενη για να ανέβει στην κεραμοσκεπή που βρίσκεται επάνω από την κύρια είσοδο της οικίας για να εκτελέσει διάφορες εργασίες, αφού την τοποθέτησε σε γωνία έδρασης 60-70 μοιρών ως προς ο επίπεδο του εδάφους με το μέγιστο σημείο κάμψης να ακουμπά στο σκέπαστρο, την στιγμή που είχε φθάσει στο υψηλότερο σκαλοπάτι αυτής που έφερε την ένδειξη "stop" η κλίμακα να υποστεί θραύση στο επάνω σκέλος της και να ανατραπεί με συνέπεια ο H.

L. να πέσει από ύψος 3,95 μέτρων με την κεφαλή να αποτελεί το σημείο πρόσκρουσης με το έδαφος και να τραυματισθεί υποστάς σοβαρότατες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και διάχυτη εγκεφαλική αιμορραγία εκ των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατός του στις 2.10.2012.". Δηλαδή και με τις δύο αποφάσεις (του Πρωτοβαθμίου και Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου), η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια.

Το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ωστόσο, διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του και νέα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, που συνιστούν διευκρίνιση και συμπλήρωση των πραγματικών περιστατικών που είχε δεχθεί η πρωτοβάθμια απόφαση, χωρίς αυτό να έχει κάποια επιρροή στην ταυτότητα της πράξης, για την οποία καταδίκασε την αναιρεσείουσα, δεν επήλθε επαύξηση των ποινικών κυρώσεων σε βάρος αυτής, ούτε επιβάρυνση της νομικής της μεταχείρισης διαπιστώθηκε από τη σύγκριση του περιεχομένου του διατακτικού της απόφασης που προσβλήθηκε με το ένδικο μέσο της έφεσης και της αναιρεσειβαλλομένης και συνακόλουθα δεν κατέστησε χειρότερη τη θέση αυτής, παραβιάζοντας την διάταξη του άρθρου 470 Κ.Π.Δ..

Επομένως οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α' και Η' (και ήδη Θ') Κ.Π.Δ. νομικές πλημμέλειες αναίρεσης, που προβάλλονται με τον δεύτερο λόγο του δικογράφου της αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα και υπέρβαση εξουσίας είναι αβάσιμες και ο συναφής δεύτερος λόγος αναίρεσης απορριπτέος.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 2 του κυρωθέντος με το νόμο 4619/2019 και ισχύοντος από 1.7.2019 Π.Κ. (άρθρα 460 και 461 αυτού), "στις περιπτώσεις των εγκλημάτων με παράλειψη ο δικαστής μπορεί να επιβάλει μειωμένη ποινή (άρθρο 83)". Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 2 του ιδίου κώδικα, δεδομένου ότι οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, αφού προβλέπεται στις περιπτώσει των εγκλημάτων με παράλειψη, όπως και η αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας, η δυνατότητα επιβολής ποινής μειωμένης ενώ με την αντίστοιχη διάταξη του προϊσχύσαντος Π.Κ δεν υπήρχε συναφής πρόβλεψη. Σύμφωνα δε με το άρθρο 511 του ισχύοντος Κ.Π.Δ., αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν και δεν προτάθηκαν, όλους τους λόγους της αναίρεσης που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 510, εκτός από τον προβλεπόμενο στο στοιχ. Β'. Κατά συνέπεια πρέπει, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 Π.Κ., να εφαρμοστεί ο επιεικέστερος ως άνω νόμος, που ισχύει μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι από 1.7.2019 και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την περί ποινής διάταξή της, κεφάλαιο κατά το οποίο πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί εφόσον είναι δυνατόν, από τους ίδιους δικαστές και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5539/2017 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών κατά την περί επιβολής ποινής διάταξή της.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το πιο πάνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα επιμέτρηση ποινής στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί εφόσον είναι δυνατόν, από τους ίδιους δικαστές.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 18.3.2018 αίτηση - δήλωση της Α. Κ. του Ι., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5539/2017 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2019.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Νοεμβρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ