1785/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1785/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου να απορριφθούν, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
Full text
Απόφαση 1785 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1785/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. συζ. Ι. Κ., το γένος Τ. Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Άγγελο Κατσέλη.
Του αναιρεσίβλητου: Δ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Μαρία Κουρτέση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-6-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ελευσίνας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/2013 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2726/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-4-2017 αίτησή της και τους από 10-7-2017 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου να απορριφθούν, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 1012 και 1013 ΑΚ προκύπτει ότι αν ακίνητο στερείται την αναγκαία προς κοινόχρηστο δρόμο δίοδο, τότε ο κύριός του δικαιούται να απαιτήσει δίοδο από τους κυρίους των όμορων προς το ακίνητό του ακινήτων με καταβολή ανάλογης αποζημίωσης. Ως ακίνητο στερούμενο την αναγκαία δίοδο προς την οδό θεωρείται εκείνο που στερείται κάθε επικοινωνία με δημόσια, δημοτική, κοινοτική ή αγροτική οδό, αναγκαία για την εκμετάλλευση ή τη χρησιμοποίησή του, σύμφωνα με τον προορισμό του, καθώς και εκείνο που έχει μεν δίοδο, πλην όμως αυτή εξυπηρετεί ατελώς τις ανάγκες του, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για ακίνητο αστικό ή αγροτικό, οικοδομημένο εν μέρει ή ασκεπή χώρο, εντός ή εκτός σχεδίου. Η κατεύθυνση της διόδου και η έκταση του δικαιώματος για τη χρήση της, όπως και η αποζημίωση που πρέπει να καταβληθεί, καθορίζονται με δικαστική απόφαση. Περαιτέρω, τα στοιχεία της ιστορικής βάσεως της ως άνω αγωγής, για να είναι πλήρης και ορισμένη, είναι τα εξής : α) Κυριότητα του ενάγοντος πάνω στο περίκλειστο ακίνητο. β) Κυριότητα του εναγομένου στο γειτονικό ακίνητο, από το οποίο ζητείται η δίοδος. γ) Ακριβής περιγραφή των ακινήτων. δ) Ότι το περίκλειστο ακίνητο δεν έχει δίοδο. ε) Ακριβής προσδιορισμός της ζητούμενης διόδου. στ) Το ποσό της αποζημιώσεως που πρέπει να καταβληθεί. Και ζ) Αίτημα.
Συνεπώς, δεν είναι στοιχείο της ιστορικής βάσεως της αγωγής, για τη νομική της επάρκεια, η αναφορά του τρόπου που κατέστη κοινόχρηστος ο δρόμος στον οποίο καταλήγει η αιτούμενη δίοδος. Εξάλλου, με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου), που είναι ταυτόσημος με το άρθρο 559 ΚΠολΔ., ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή ή η ένσταση ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ. Α.Π. 10/2011, Ολ. Α.Π. 7/2006). Τέλος, κατά το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ., όπως τροπ/κε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ως ζητήματα δε, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του ασκούμενου δικαιώματος, όπως είναι και τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (Ολ.
Α.Π. 9/2016). Επομένως, ο λόγος αυτός από το άρθρο 560 αρ.6 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται εάν το σφάλμα της ελάσσονος πρότασης αναφέρεται σε γεγονότα που δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς, καθώς και εκείνα που θεμελιώνουν αλυσιτελή ισχυρισμό, δηλαδή ισχυρισμό, που και αν δεν τον λάμβανε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας θα κατέληγε στο ίδιο διατακτικό (Ολ.
Α.Π. 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, τα οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με την απευθυνόμενη στο Ειρηνοδικείο Ελευσίνας από 5-6-2012 (αριθ. εκθ. καταθ. ...6-2012) αγωγή του ισχυρίστηκε ότι είναι κύριος του περιγραφόμενου ακινήτου (αγρού), εκτάσεως ενός (1) στρέμματος περίπου, το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." του Δήμου ...
και συνορεύει: βόρεια με ιδιοκτησία Χ. Α., νότια με ιδιοκτησία Μ. Ν., βορειοανατολικά με ρέμα και δυτικά με ιδιοκτησία Χ. Π.. Ότι το εν λόγω ακίνητό του, το οποίο είναι μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο και βρίσκεται εκτός Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου, είναι περίκλειστο, καθόσον δεν έχει την αναγκαία δίοδο προς το δημόσιο δρόμο, που περνάει σε απόσταση 25 περίπου μέτρων από τη ΒΑ γωνία του, το γεγονός δε αυτό καθιστά αδύνατη την εκμετάλλευσή του για τους αναφερόμενους στην αγωγή λόγους.
Ότι μεταξύ αυτού και του προς τα ανατολικά διερχόμενου αγροτικού δρόμου μεσολαβεί το ακίνητο (αγρός) της εναγομένης, που περιγράφεται στην αγωγή λεπτομερώς κατά θέση, έκταση και όρια. Ότι η κατάλληλη και προσφορότερη δίοδος είναι εκείνη που διέρχεται από τη νότια πλευρά και στην άκρη αυτής του κτήματος της εναγομένης, όπου ήδη είναι διαμορφωμένη η δίοδος, θα αρχίζει από τον προς τα ανατολικά διερχόμενο αγροτικό χωματόδρομο και κατευθυνόμενη δυτικά σε μήκος είκοσι πέντε (25) μέτρων περίπου και πλάτος τριών (3) μέτρων, (συνολική έκταση 75 τ.μ.), φθάνει μέχρι την ανατολική πλευρά του ακινήτου του ενάγοντος, χωρίς να επέρχεται καμιά απολύτως βλάβη στο ακίνητο της εναγόμενης.
Ακολούθως, ο ενάγων ζήτησε α) να υποχρεωθεί η εναγομένη να παραχωρήσει την απαραίτητη για τη διέλευσή του δίοδο για το περίκλειστο ακίνητό του από το αναφερόμενο στην αγωγή κτήμα αυτής προς τον ως άνω δρόμο, ώστε να διέρχεται πεζή και με τροχοφόρα μέσα, έναντι καταβολής ανάλογης αποζημίωσης, β) να απειληθεί εναντίον της εναγομένης προσωπική κράτηση έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τριακοσίων (300) ευρώ για κάθε μελλοντική παράβαση της απόφασης που θα εκδοθεί και γ) να κηρυχθεί η τελευταία προσωρινά εκτελεστή.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 21/2013 οριστική απόφασή του, αφού έκρινε ότι η ένδικη αγωγή, με το ως άνω περιεχόμενο, είναι ορισμένη, γιατί περιέχει όλα τα στοιχεία, που αξιώνουν οι διατάξεις των άρθρων 1012 και 1013 ΑΚ κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ., και νόμιμη, ως ερειδόμενη στις εν λόγω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, απορρίπτοντας ως μη νόμιμα τα παρεπόμενα αιτήματά της, ακολούθως δέχθηκε αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη, υποχρεώνοντας αφενός την εναγόμενη να παραχωρήσει από το ακίνητό της εδαφική λωρίδα πλάτους τριών (3) μέτρων και μήκους 25 μέτρων, συνολικής επιφάνειας 75 τ.μ.
και αφετέρου τον ενάγοντα να καταβάλει σ’ αυτήν ως αποζημίωση το ποσό των επτακοσίων πενήντα (750) ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής η εναγόμενη άσκησε την από 17-4-2013 έφεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, παραπονούμενη για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, ζητώντας να απορριφθεί αυτή στο σύνολό της.
Το εν λόγω Δικαστήριο, που δίκασε κατ’ έφεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι, από τα κατ’ είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με την ένδικη αγωγή παροχής διόδου, κατ’ άρθρο 1012 Α.Κ., του αναιρεσίβλητου : "Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...1979 συμβολαίου δωρεάς του συμβολαιογράφου Ελευσίνας Μ.
Α., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Ελευσίνας, κατέστη συγκύριος κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός αγρού, εκτάσεως ενός (1) περίπου στρέμματος, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ... τέως ..., και συνορεύει ανατολικά με ρέμα, πέραν του οποίου κείται η ιδιοκτησία της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας, δυτικά με ιδιοκτησία Χ.
Π., βόρεια με ιδιοκτησία Χ. Α. και νότια με ιδιοκτησία Μ. Ν.. Δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../2011 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Ελευσίνας Α. Κ. - Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Ελευσίνας, ο εκκαλών κατέστη κύριος και του λοιπού 1/2 εξ αδιαιρέτου ποσοστού επί του προεκτεθέντος ακινήτου, καθιστάμενος πλέον αποκλειστικός κύριος, κάτοχος και νομέας αυτού, όπως αυτό (ακίνητο) εμφαίνεται στο νεότερο τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ι.
Κ., και δη εκτάσεως 1.176,91 τ.μ., που συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Χ. Α., νότια με ιδιοκτησία Μ. Ν., βορειοανατολικά με ρέμα και δυτικά με ιδιοκτησία Χ. Π.. Περαιτέρω, δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...1966 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ελευσίνας Α. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Ελευσίνας, η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα κατέστη αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος ενός αγρού, εκτάσεως ενός (1) περίπου στρέμματος, που συνορεύει ανατολικά με βουνό και ήδη αγροτικό δρόμο, δυτικά με ρέμα, βόρεια με ιδιοκτησία Μ.
Κ. και νότια με ιδιοκτησία Σ. Κ.. Το ως άνω ακίνητο της εκκαλούσας βρίσκεται βορειοανατολικά του προεκτεθέντος ακινήτου του εφεσιβλήτου, τις δε ιδιοκτησίες των διαδίκων χωρίζει το ανωτέρω ρέμα, που αποτελεί και το κοινό όριο αυτών. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε, ότι το ακίνητο του εφεσιβλήτου είναι περίκλειστο, στερούμενο της αναγκαίας διόδου, προκειμένου να καταστεί δυνατή η επικοινωνία αυτού με τον δημόσιο δρόμο.
Ως καταλληλότερη και προσφορότερη δίοδος για την επικοινωνία του ακινήτου του εφεσιβλήτου, λαμβανομένων υπόψη ιδίως των προσαγομένων τοπογραφικών διαγραμμάτων, αλλά και των διδαγμάτων της κοινής πείρας και λογικής, κρίνεται, ότι πρέπει να παρασχεθεί το τμήμα, που βρίσκεται στη νότια πλευρά της ιδιοκτησίας της εκκαλούσας, αρχίζει από τον διερχόμενο με κατεύθυνση προς τα ανατολικά αγροτικό χωματόδρομο "...", κατευθύνεται δυτικά σε πλάτος τριών (3) μέτρων και μήκος είκοσι πέντε (25) μέτρων, έχει επιφάνεια περίπου 75 τ.μ.
και καταλήγει μέχρι την ανατολικά πλευρά του ακινήτου του εφεσιβλήτου. Τούτο δε, δεδομένου ότι η ανωτέρω δίοδος κρίνεται επαρκής για τις ανάγκες του ακινήτου του εφεσιβλήτου, ενόψει του ότι είναι ευκόλως προσβάσιμη και βατή, χωρίς να απαιτείται χωματουργική διαμόρφωση, αποκοπή δέντρων ή απομάκρυνση λοιπών εμποδίων, χρησιμοποιείται δε ήδη από τον εφεσίβλητο, προκειμένου να αποκτήσει το προεκτεθέν ακίνητο του πρόσβαση στον ανωτέρω δρόμο.
Περαιτέρω, από κανένα ως άνω αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε, ότι υφίστανται έτερα όμορα ακίνητα, εκ των οποίων μπορεί να παρασχεθεί αφενός μεν προσφορότερη για το δεσπόζον ακίνητο του εφεσιβλήτου και αφετέρου λιγότερο επαχθής για το τυχόν δουλεύον ακίνητο δίοδος, όπως αβασίμως η εκκαλούσα ισχυρίζεται, και δη η υπ’ αυτής (εκκαλούσας) προτεινόμενη δίοδος, που καταλήγει στον αγροτικό δρόμο "...", λαμβανομένου ιδίως υπόψη του η μέσω αυτής αναγκαία διανυόμενη απόσταση είναι περίπου 124 μέτρα, ήτοι πιο επιβαρυντική και δυσχερής για την εξυπηρέτηση των αναγκών του δουλεύοντος ακινήτου.
Εξάλλου δε, από κανένα από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε, ότι το αγωγικό αίτημα ασκείται καταχρηστικώς, ενόψει του ότι, όπως προελέχθη, η αναγκαία δίοδος για το ακίνητο του εφεσίβλητου πρέπει να δίδει πρόσβαση στο δημόσιο δρόμο και όχι σε έτερο αγροτικό ή άλλου είδος δρόμο, ο οποίος δεν δύναται να εξυπηρετήσει επαρκώς τις ανάγκες του ακινήτου, και δη μέσω της πλέον ευχερούς και σύντομης διαδρομής.
Τέλος, ενόψει των όσων προεκτέθηκαν, η εύλογη αποζημίωση, την οποία οφείλει να καταβάλει ο εφεσίβλητος στην εκκαλούσα, λαμβανομένης υπόψη της όλης εκτάσεως του δουλεύοντος ακινήτου, της φύσεως αλλά και του εν γένει τρόπου εκμεταλλεύσεως αυτού, καθώς επίσης και του βαθμού κατά το οποίο η παροχή της ενδίκου διόδου επηρεάζει τα ανωτέρω, κρίνεται στο ποσό των 10 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο εκτάσεως, ήτοι εν συνόλω στο ποσό των (75 Χ 10) 750 ευρώ.
Οι ανωτέρω παραδοχές ενισχύονται και από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος του εφεσιβλήτου Α. Κ. και δεν αναιρούνται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε την αγωγή ως ορισμένη και δέχθηκε τα ίδια, ορθώς ερμήνευσε τις νομικές διατάξεις, που εφάρμοσε, και δεν έσφαλε, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, και, συνεπώς, οι σχετικοί λόγοι εφέσεως πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι".
Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ’ ουσία βάσιμη και απέρριψε των ισχυρισμό της εκκαλούσας, τον οποίο με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε προβάλει προς απόκρουση της αγωγής και επανέφερε στο δικαστήριο της ουσίας με σχετικό λόγο έφεσης, ότι η αγωγή είναι αόριστη, ακολούθως δε απέρριψε την έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη, επικυρώνοντας την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει την ίδια κρίση.
Με το να αποφανθεί έτσι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1012 και 1013 Α.Κ., τις οποίες εφάρμοσε προκειμένου να εκτιμήσει το ορισμένο και το νόμω βάσιμο της αγωγής, αφού δέχθηκε ότι το δικόγραφο αυτής περιέχει όλα τα υπό των προεκτεθεισών διατάξεων του ΑΚ και των άρθρων 118 εδ.4 και 216 ΚΠολΔ απαιτούμενα στοιχεία του αξιούμενου δικαιώματος, δηλαδή ακριβή περιγραφή κατά θέση και όρια τόσο του επιδεχόμενου διόδου περίκλειστου κτήματος του αναιρεσίβλητου ενάγοντος, όσο και του γειτονικού κτήματος της παρεμβαλλόμενης μεταξύ του κτήματος του αναιρεσίβλητου και ότι, υπό τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά πραγματικά περιστατικά, συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, δεδομένου ότι το ακίνητο του ενάγοντος είναι περίκλειστο, με την έννοια που προεκτέθηκε στη νομική σκέψη, όλα δε τα προαναφερθέντα γενόμενα δεκτά και κατ’ ουσίαν, αποτέλεσαν και περιεχόμενο της ένδικης αγωγής προς παροχή διόδου του αναιρεσίβλητου και, συνεπώς, η αγωγή είναι νομικά ορισμένη στο πλαίσιο εφαρμογής των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και η προσβαλλόμενη απόφαση έχει πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή αυτών.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης και ο συναφής δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, ως προς τα δύο σκέλη τους, από το άρθρο 560 αρ.1 και 6 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι η ένδικη αγωγή είναι αόριστη, γιατί από το περιεχόμενό της δημιουργείται σύγχυση ως προς τη φύση, το είδος και το χαρακτήρα του δρόμου προς τον οποίο ο αναιρεσίβλητος επιζητεί πρόσβαση και τον οποίο (δρόμο) άλλοτε εμφανίζει ως δημόσιο και άλλοτε ως αγροτικό χωματόδρομο, αλλά και νομικά αβάσιμη, επειδή δεν αναφέρονται σ’ αυτήν με πληρότητα οι νόμιμες ιδρυτικές περιστάσεις του αγροτικού δρόμου, στον οποίο καταλήγει η αιτούμενη δίοδος, ως κοινόχρηστου, καθώς και ‘ ‘ καταψηφιστική με κριτήριο τη μορφή της ζητούμενης προστασίας και όχι διαπλαστική’ ‘ είναι αβάσιμοι, αφού εκτίθενται λεπτομερώς τα, ως άνω, απαιτούμενα για τη θεμελίωση της ιστορικής βάσης αυτής περιστατικά και δεν ήταν αναγκαία για τη νομική της επάρκεια η αναφορά του τρόπου με τον οποίο απέκτησε ο δρόμος αυτός την ιδιότητα του κοινόχρηστου.
Οι περιεχόμενες στον πρώτο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις, που πλήττουν την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτες, γιατί υπό την επίκληση της παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 1012 Α.Κ., πλήττεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη αναιρετικά επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Τέλος, σε εσφαλμένη προϋπόθεση στηρίζεται η αποδιδόμενη πλημμέλεια με τους ίδιους, ως άνω, λόγους, από το άρθρο 560 αρ.1 και 6 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 967 ΑΚ, του άρθρου 947 παρ. 1 ΚΠολΔ και του π.δ. 25/28-11-1929, αφού από την απόφαση προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν ασχολήθηκε με την εφαρμογή τους και δεν ήταν εφαρμοστέες με βάση τις παραδοχές του.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, όπως αντικ. με το άρθρο 3 του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. (Ολ.
Α.Π. 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ. Α.Π. 469/1984). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 5 περ.β’ του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε κατ’ ουσία την κατ’ αυτής ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου, χωρίς να λάβει υπόψη τους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς, που προτάθηκαν από αυτήν με τους λόγους της εφέσεώς της :
α) ότι μεταξύ των επίδικων ιδιοκτησιών των διαδίκων παρεμβάλλονται αφενός ρέμα (με υπερχειλίζοντα ύδατα) βάθους 0,70 μ. και πλάτους 1 μ. και αφετέρου δημόσια δασική έκταση συνολικής επιφάνειας 361.861 τ.μ., β) ότι η παραχωρηθείσα στον αναιρεσίβλητο δίοδος έχει κατωφέρεια 5 %, ανωφέρεια 30 % και στα μέσα της επίδικης διόδου υπάρχουν αιωνόβια πεύκα καθώς και χείμαρρος στο τέλος του κτήματος, που καθιστά τη δοθείσα δίοδο άβατη και άκρως επικίνδυνη και γ) ότι η οδός "..." είναι δημόσιος δρόμος (και όχι αγροτικός, όπως αναληθώς ισχυρίζεται ο αναιρεσίβλητος και πλημμελώς δέχθηκε η αναιρεσιβαλλομένη) και ο αναιρεσίβλητος έχει δυνατότητα πρόσβασης σ’ αυτόν από γειτονικό ακίνητο και σε κάθε περίπτωση αποκτά πρόσβαση νομίμως σε δημόσιο δρόμο.
Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι αναφέρεται σε ισχυρισμούς, που αποτελούν άρνηση της ένδικης αγωγής και δεν αποτελούν "πράγμα" με την προδιαληφθείσα έννοια, παρεκτός του ότι είναι αβάσιμος, αφού λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, και απορρίφθηκαν.
Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι οι με αυτόν προβαλλόμενες αιτιάσεις αφορούν την εκτίμηση των πραγμάτων και την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για την άσκηση αίτησης αναίρεσης, όπως και για καθένα λόγο αυτής από τους περιοριστικά αναφερόμενους στα άρθρα 559 και 560 ΚΠολΔ., απαιτείται να έχει ο αναιρεσείων έννομο συμφέρον, τη συνδρομή του οποίου πρέπει να επικαλείται στο οικείο δικόγραφο και το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως.
Έννομο συμφέρον συντρέχει όταν η προσβαλλόμενη απόφαση λόγω της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας βλάπτει συγκεκριμένα δικαιώματα ή νόμιμα συμφέροντα του αναιρεσείοντος, όταν δηλαδή αναπτύσσει δυσμενείς συνέπειες για τη νομική του κατάσταση, ουσιαστική ή δικονομική. Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ., προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 947 παρ. 1 ΚΠολΔ και 1012 επ.
Α.Κ., δέχθηκε ότι ελλείπουν οι προϋποθέσεις καταδίκης σε χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση παρά το γεγονός ότι δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα σε παροχή διόδου επιφάνειας 75 τετρ. μέτρων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως λόγω έλλειψης έννομου συμφέροντος της αναιρεσείουσας, η οποία δεν υφίσταται βλάβη από την αποδιδόμενη πλημμέλεια στην πληττόμενη απόφαση, αφού απορρίφθηκε το σχετικό αίτημα του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου περί απειλής προσωπικής κράτησης και χρηματικής ποινής και κατά συνέπεια η αναιρεσείουσα είναι νικήσασα διάδικος.
Κατ’ ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης και οι από 10-7-2017 πρόσθετοι επ’ αυτής λόγοι να απορριφθούν στο σύνολό τους, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-4-2017 αίτηση και τους από 10-7-2017 πρόσθετους επ’ αυτής λόγους της Α. συζ. Ι. Κ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 2726/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ