Legislator Case Law & Legislation
1785/2014 AI generated

1785/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1785/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1785/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω από το άρθρο 1710 ΑΚ προκύπτει, ότι αντικείμενο της κληρονομικής διαδοχής είναι το περιουσιακό σύνολο του αποβιώσαντος, δηλαδή το σύνολο των εννόμων σχέσεων (δικαιωμάτων και υποχρεώσεων) του αποβιώσαντος που είναι δεκτικές χρηματικής αποτίμησης και δεν συνδέονται αποκλειστικά με το πρόσωπο αυτού.

Keywords

AI generated
loss of financial support deportation despite health issues survivor benefits medical expenses entitlement to benefits claim for insurance benefits
AI generated
464/2023
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, τη 16η Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 108/2019 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 44/2021 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-5-2021 αίτησή της.
566/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες.
1904/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Ιωάννη Φιοράκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
1755/2022
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
427/2020
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/8/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 84/2018 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1785 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1785/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ά. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Πελέκη.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Ρ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Σταθάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-10-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 526/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 473/2013 του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 6-11-2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 21-3-2014 έκθεσή τoυ, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ.β' Κ.Πολ.Δ.: "Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς". Δηλαδή ιδρύεται ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνος δικαίου ή για να υπαγάγει σε αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς.

Διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν (Ολ.

Α.Π. 10/2005, Α. Π. 1404/2012). Εξ άλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 1 §§ 1 και 2 και 2 και 3 του ν. 5368/1932, όπως το άρθρο 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν.δ. 951/1971 και διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ στοιχ. α ν.δ. 118/1973, ορίζονται τα εξής: "1. Χρηματική κατάθεσις παρά τραπέζη εις ανοικτόν λογαριασμόν, επ' ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού (compte Joint, Joint account) είναι εν τη εννοία του παρόντος νόμου η περιέχουσα τον όρον ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνη χρήσιν εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε εις, είτε τινές και πάντες κατ' ιδίαν οι δικαιούχοι" (άρθρο 1 § 1). "Η χρηματική κατάθεσις περί ης η προηγουμένη παράγραφος επιτρέπεται να ενεργείται και εις κοινόν λογαριασμόν επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίησιν" (άρθρο 1 § 2). "Επί των καταθέσεων τούτων δύναται να τεθή προσθέτως ο όρος ότι άμα τω θανάτω οιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεσις και ο εκ ταύτης λογαριασμός περιέρχονται αυτοδικαίως εις τους λοιπούς επιζώντας μέχρι του τελευταίου τούτων.

Εν τη περιπτώσει ταύτη η κατάθεσις περιέρχεται εις αυτούς ελευθέρα παντός φόρου κληρονομιάς ή άλλου τέλους. Αντιθέτως η απαλλαγή αύτη δεν επεκτείνεται επί των κληρονόμων του τελευταίου απομείναντος δικαιούχου" (άρθρο 2). "Διάθεσις της καταθέσεως δια πράξεως είτε εν ζωή είτε αιτία θανάτου δεν επιτρέπεται οι δε κληρονόμοι του τελευτήσαντος, είτε εξ αδιαθέτου είτε, εκ διαθήκης, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκαίων τοιούτων, ως και της απόρου χήρας, ουδέν δικαίωμα κέκτηνται επί της καταθέσεως.

Επί των καταθέσεων τούτων αργούσιν αι περί απαγορεύσεως των δωρεών μεταξύ συζύγων διατάξεις" (άρθρο 3). Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 2 § 1 ν.δ. 17.7/13.8.1923, 411, 489, 490, 491 και 493 ΑΚ συνάγονται τα εξής: Σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό, στο όνομα δύο ή περισσοτέρων προσώπων ή στο όνομα του καταθέτη και τρίτων, και ανεξαρτήτως αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκουν σε όλους τους συνδικαιούχους του λογαριασμού ή σε μερικούς ή έναν από αυτούς, παράγεται μεταξύ ενός εκάστου δικαιούχου του λογαριασμού και της τράπεζας (δέκτη της κατάθεσης) ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη ολοκλήρου του ποσού της κατάθεσης ή μέρους αυτής από κάθε δικαιούχο του λογαριασμού, να γίνεται στο όνομά του και όχι ως αντιπροσώπου των λοιπών, η δε καταβολή του ποσού των χρημάτων της κατάθεσης σε έναν από τους δικαιούχους επιφέρει απόσβεση της απαίτησης έναντι του δέκτη (τράπεζας) και ως προς τους λοιπούς μη αναλαβόντες δικαιούχους, οι οποίοι (μη αναλαβόντες) όμως αποκτούν απαίτηση έναντι του αναλαβόντος, για την καταβολή είτε ολοκλήρου του ποσού της κατάθεσης, είτε τμήματος αυτής που προκύπτει από την μεταξύ τους σχέση.

Την απαίτηση αυτή έχει ο μη αναλαβών συνδικαιούχος και αν στο λογαριασμό έχει τεθεί ως αίρεση ο πρόσθετος όρος, σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 2 του ν. 5638/1932, ότι σε περίπτωση θανάτου οποιουδήποτε συνδικαιούχου το ποσό της κατάθεσης περιέρχεται στους λοιπούς επιζώντας μέχρι του τελευταίου, αφού στην περίπτωση αυτή, όταν δηλαδή η ανάληψη γίνεται πριν την πλήρωση της αίρεσης, το ποσό της κατάθεσης εξακολουθεί να ανήκει σε όλους τους συνδικαιούχους, κατά την μεταξύ τους εσωτερική σχέση.

Περαιτέρω από το άρθρο 1710 ΑΚ προκύπτει, ότι αντικείμενο της κληρονομικής διαδοχής είναι το περιουσιακό σύνολο του αποβιώσαντος, δηλαδή το σύνολο των εννόμων σχέσεων (δικαιωμάτων και υποχρεώσεων) του αποβιώσαντος που είναι δεκτικές χρηματικής αποτίμησης και δεν συνδέονται αποκλειστικά με το πρόσωπο αυτού.

Από αυτά παρέπεται, ότι η απαίτηση του μη αναλαβόντος έναντι εκείνου που ανέλαβε ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης, για την καταβολή του ανήκοντος σ' αυτόν από την μεταξύ τους σχέση ποσοστού της κατάθεσης, περιέρχεται στους κληρονόμους αυτού (εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης), οι οποίοι νομιμοποιούνται να ζητήσουν από τον αναλαβόντα την καταβολή σ' αυτούς, κατά το ποσοστό της κληρονομικής τους μερίδας, είτε ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης είτε ποσοστό αυτής, ανάλογο με το ανήκον στον κληρονομηθέντα, μη λειτουργούντος στην περίπτωση αυτή του τεθέντος στο λογαριασμό προσθέτου όρου, ότι το ποσό της κατάθεσης περιέρχεται στους λοιπούς μέχρι του τελευταίου επιζώντος, αφού στην περίπτωση που η ανάληψη έλαβε χώραν πριν την πλήρωση της αίρεσης (το θάνατο του συνδικαιούχου) ο αναλαμβάνων ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης δεν αναλαμβάνει αυτό με βάση τον άνω όρο που τέθηκε στο λογαριασμό (ΑΠ 486/2010,Α.Π. 1550/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Η Α. χήρα Γ. Κ., θετή μητέρα και θεία του ενάγοντος Δ. Ρ., απεβίωσε, χωρίς διαθήκη, στις 18-11-2000 και άφησε μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο της τον τελευταίο, ο οποίος, δυνάμει της 2481/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, έλαβε το με αριθ.

πρωτ. 110/2001 πιστοποιητικό κληρονομητηρίου. Η παραπάνω αποβιώσασα είχε ανοίξει στις 2-6-1997 και διατηρούσε με την εναγομένη, επίσης ανηψιά της, Ά. Μ. τον με αριθμό ... κοινό λογαριασμό, σύμφωνα με το Ν. 5638/1932, στο υποκατάστημα της "ALPHA Τράπεζας Πίστεως" στον Πειραιά. Στον εν λόγω λογαριασμό είχε τεθεί ο όρος του άρθρου 2 Ν. 5638/1932.

Στις 22-7-1998 η εναγομένη προέβη στην ανάληψη όλου του ποσού του εν λόγω λογαριασμού, που ανερχόταν σε 38.963.002 δρχ.. Με αυτά τα δεδομένα, ενόψει του ότι η ανάληψη του ποσού από την εναγομένη έγινε πριν από τον επισυμβάντα μεταγενέστερα θάνατο της συνδικαιούχου του ίδιου λογαριασμού θετής μητέρας του ενάγοντος, δεν αναιρείται η νομιμοποίηση του ενάγοντος να ζητήσει από την αναλαβούσα εναγομένη την καταβολή σ' αυτόν ολόκληρου του ποσού της κατάθεσης, που κατά την αγωγή ανήκε στην κληρονομηθείσα θετή μητέρα του.

Περαιτέρω, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύεται ότι πράγματι ολόκληρο το ποσόν της ένδικης κατάθεσης ανήκε στη θετή μητέρα του ενάγοντος Α. Κ. και ήταν (το ποσόν αυτό) προϊόν ρευστοποίησης τριάντα τεσσάρων (34) εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου, που ανήκαν στην τελευταία, κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-1994 μέχρι 2-5-1995.

Το γεγονός αυτό προκύπτει από τις οικείες γενικές λογιστικές εγγραφές της Τράπεζας Πίστεως, που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων, ο οποίος, άλλωστε, φέρει και το σχετικό βάρος αποδείξεως, ενώ τούτο συνομολογείται ρητά από την εναγομένη. Η τελευταία, ωστόσο, ισχυρίζεται ότι η Α. Κ. έθεσε στον παραπάνω λογαριασμό και το δικό της όνομα ως συνδικαιούχου σ' αυτόν, διότι της είχε εμπιστοσύνη και ήθελε ολόκληρο το ποσόν αυτού του λογαριασμού να περιέλθει σ' αυτήν (εναγομένη) και την αδελφή της τελευταίας Φ.

Μ., η οποία μάλλιστα ήταν ανασφάλιστη και χωρίς εισόδημα, προκειμένου μ' αυτό να εκτελέσουν ορισμένες επιθυμίες της και το υπόλοιπο να περιέλθει στην εναγομένη και στην προαναφερθείσα αδελφή της κοινά και αδιαίρετα και εξίσου στην καθεμία τους. Ότι έτσι η Α. Κ. ήθελε να την ανταμείψει για την ανθρώπινη συμπαράσταση και στις περιποιήσεις, που της προσέφερε, σε αντίθεση με τον θετό της υιό - ενάγοντα και τους λοιπούς πλησιέστερους συγγενείς της, και ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της (Α.

Κ.) στην κλινική "ΣΚΕΝΤΖΟΥ" του Πειραιά το έτος 1998 και στην συνέχεια, όταν το ίδιο έτος εγκαταστάθηκε στον οίκο ευγηρίας "ΓΑΛΗΝΟΣ" στον Πειραιά όπου και πέθανε στις 18-11-2000. Διατείνεται, επίσης, ότι η Α. Κ., συγκατατέθηκε ανεπιφύλακτα για την γενομένη στις 22-7-1998 ανάληψη του επίμαχου ποσού των 38.963.002 δραχμών από τον ένδικο κοινό λογαριασμό τους, από την εναγομένη, το οποίο μάλιστα, εν γνώσει της Α.

Κ. επένδυσαν σε αμοιβαία κεφάλαια από κοινού με την αδελφή της Φ. Μ.. Από κανένα, όμως, από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, δεν αποδεικνύεται η σύναψη μεταξύ της εναγομένης και της Α. Κ. εν ζωή δωρεάς, κατά το προαναφερθέν ποσόν και μάλιστα ανταποδοτικής δωρεάς σε ένδειξη ευγνωμοσύνης της φερομένης δωρήτριας, για τις έως τότε (22-7-1998) προαναφερθείσες ευεργεσίες της και την ανθρώπινη συμπαράσταση από την εναγομένη.

Ειδικότερα αποδεικνύεται ότι η θετή μητέρα του ενάγοντος Α. Κ., λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας, που αντιμετώπιζε, από το έτος 1995 (ηλικίας, τότε 83 ετών) διέμενε στην οικία των φυσικών γονέων του ενάγοντος ... Όλα τα έξοδα της νοσηλείας της, πλην της μικρής της σύνταξης, ανέλαβε ο ενάγων, ο οποίος κατέβαλε και τα έξοδα κηδείας της.

Υπό τα περιστατικά αυτά καθίσταται σαφές ότι κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής της η Α. Κ. είχε την αμέριστη συμπαράσταση του ενάγοντος, αλλά και της οικογένειάς του, η οποία υλοποιείτο τόσο με τη σταθερή προσφορά φροντίδων και υπηρεσιών, όσο και την πληρωμή των αναγκαίων δαπανών διαβίωσης και νοσηλείας της.

Αντίθετα, η συμμετοχή της εναγομένης, καθόλο το χρονικό αυτό διάστημα, εξαντλείτο σε σποραδικές επισκέψεις στην οικία των γονέων του ενάγοντος και στις προαναφερθείσες κλινικές, και δεν δικαιολογείται εν προκειμένω η βούληση της Α. Κ. να δωρήσει ατύπως ολόκληρο το ποσόν της κατάθεσης στη συνδικαιούχο του κοινού λογαριασμού εναγομένη (και στην αδελφή της τελευταίας Φ.

Μ.), λόγω ευγνωμοσύνης για παρασχεθείσες προς αυτήν (Α. Κ.) υπηρεσίες. Άλλωστε, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο ατομικό βιβλιάριο υγείας της θανούσας Α. Κ., στις 15-9-1998 αναφέρεται ως άτομο πάσχων από ανοϊκό σύνδρομο, ενώ, στο επίσης προσκομιζόμενο με αριθ. πρωτ. 46402/11-11-1998 έγγραφο του ΙΚΑ αναγράφεται ότι η Α.

Κ. εισήλθε την προαναφερθείσα 1-10-1998 εκτάκτως στην κλινική "ΣΚΕΝΤΖΟΣ" με άνοια, συγχυτικές και διεγερτικές κρίσεις και ορθοκυστικές διαταραχές. Σημειώνεται ότι δυνάμει της 2711/1999 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς η Α. Κ. τέθηκε σε κατάσταση πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, λόγω ανοϊκού συνδρόμου καθ' υποτροπή με συγχυτικοδιεγερτικές κρίσεις, διαταραχές μνήμης και προσανατολισμού σε τόπο, χρόνο, πρόσωπα, μειωμένη αντίληψη και δυσχέρεια στην επικοινωνία, ο δε ενάγων ορίστηκε ως οριστικός δικαστικός συμπαραστάτης της.

Επομένως, καθίσταται φανερό ότι κατά τον χρόνο ανοίγματος του ένδικου κοινού λογαριασμού (2-6-1997) η Α. Κ. παρουσίαζε ήδη συμπτώματα του μετέπειτα εκδηλωθέντος συνδρόμου, δηλαδή διαταραχές μνήμης και κυρίως σ' ένα σύνηθες σε άτομα προχωρημένης ηλικίας, με πνευματικές διαλείψεις αίσθημα ανασφάλειας, όσον αφορά τις συναλλαγές ενόψει και της δυσχέρειας μετακίνησής τους, που οδήγησε αυτήν στην ανάγκη να καταστήσει συνδικαιούχο του εν λόγω λογαριασμού την εναγομένη, που ήταν πρόσωπο, που της ενέπνεε εμπιστοσύνη, για να καλύπτει τις άμεσες ανάγκες της, πέραν των παρεχομένων σ' αυτήν από τον ενάγοντα και την οικογένειά του φροντίδων και οικονομικών ενισχύσεων και όχι η χαριστική βούληση να περιέλθει στην εναγομένη το σύνολο σχεδόν της εις χρήμα περιουσίας της.

Είναι χαρακτηριστικό, ότι ουδέποτε η εναγομένη ανακοίνωσε στον θετό υιό και μοναδικό κληρονόμο της Α. Κ. ενάγοντα την ύπαρξη του εν λόγω λογαριασμού, την δε ημέρα του ανοίγματος αυτού (2-6-1997) η εναγομένη παρέλαβε την Α. Κ. από την οικία των φυσικών γονέων του ενάγοντος, χωρίς να αποκαλύψει τον σκοπό της επισκέψεώς της.

Σημειώνεται, επίσης, ότι η εναγομένη έπαυσε να επισκέπτεται την Α. Κ., μετά την ανάληψη των χρημάτων από τον κοινό λογαριασμό (22-7-1998), ενώ, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το μεγαλύτερο μέρος του αναληφθέντος ποσού, επενδύθηκε από την εναγομένη και την αδελφή της σε αμοιβαία κεφάλαια και κατατέθηκε σε κοινό λογαριασμό και το μικρό μέρος αυτού μόνον, στην εκπλήρωση της φερόμενης επιθυμίας της Α.

Κ. για διάφορες δωρεές σε Ιερούς Ναούς στο χωριό της τελευταίας στην Κεφαλληνία και μάλιστα μετά πάροδο τριετίας περίπου από την ανάληψη των χρημάτων του κοινού λογαριασμού. Σύμφωνα με όλες τις προηγούμενες σκέψεις, λοιπόν, ο ενάγων έχει δικαίωμα αναγωγής, ως μόνος εξ αδιαθέτου κληρονόμος της συνδικαιούχου του ένδικου κοινού λογαριασμού Α.

Κ., εκ του νόμου, έναντι της εναγομένης, που ανέλαβε ολόκληρη την κατάθεση, για την καταβολή ποσού ίσου προς αυτήν, ήτοι των 114.344,83 ευρώ και συνεπώς, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στον ενάγοντα το εν λόγω ποσόν, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής...".

Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τους αναφερθέντες στην αρχή κανόνες δικαίου και δεν εχρησιμοποίησε εσφαλμένως διδάγματα της κοινής πείρας για να ερμηνεύσει αυτούς και ειδικότερα τον Ν.5368/1932, καθόσον η κατάθεση χρημάτων σε Τράπεζα, σε λογαριασμό επ' ονόματι δύο ή περισσοτέρων προσώπων από κοινού, δεν σημαίνει κατ' ανάγκην δωρεά του κατατεθέντος ποσού από τον ένα δικαιούχο προς τον άλλον και μάλιστα υπό τρόπον.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ. και ο τα αντίθετα υποστηρίζων τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο".

Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 581 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., μετά από την αναίρεση της αποφάσεως, η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα διαγραφόμενα με την αναιρετική απόφαση όρια και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή το αργότερον είκοσι (20) ημέρες πριν από την δικάσιμο, ενώ οι αμοιβαίες αντικρούσεις γίνονται με προσθήκη στις προτάσεις, η οποία κατατίθεται το αργότερον δέκα πέντε (15) ημέρες πριν από την δικάσιμο.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως ο οποίος στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, την οποία ώφειλε να λάβει υπ' όψιν του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, ο οποίος στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα, ότι είχε προταθεί νομίμως έστω και αν αυτός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπ' όψιν από το δικαστήριο της ουσίας.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Εξ άλλου, η έννοια της δημοσίας τάξεως διαμορφώνεται κατά τρόπον ανάλογο προς αυτήν των άρθρων 33 ΑΚ, 323 αριθ. 5, 897 αριθ. 6 και 905 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., καθώς και του άρθρου 27 σημείο 1 Συμβ.

Βρυξελλών. Έτσι δεν αρκεί, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να εξετασθεί αυτεπαγγέλτως, αλλά επί πλέον θα πρέπει να αφορούσε και στην αποτροπή έννομης συνέπειας μη ανεκτής από την κρατούσα στη χώρα ηθική, κοινωνική, πολιτειακή ή οικονομική τάξη (Α. Π. 948/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., η αναιρεσείουσα αιτιάται την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ισχυριζόμενη ειδικότερα επί λέξει: "...

ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ., διότι εδώ το Δικαστήριον, Εφετείον Πειραιώς, κατά την συζήτησιν της υποθέσεως άνευ καταθέσεως εμπροθέσμως κατά νόμον, προ πλήρους εικοσαημέρου, προτάσεων υπό του αντιδίκου μου έπρεπε να κηρύξει την αυτόδηλον και αυταπόδεικτον ακυρότητα της διαδικασίας όλης και το απαράδεκτον αυτής και ν' απορρίψει την κλήσιν και την αγωγήν του καθ' ου στο σύνολόν της και κατ' ουσίαν πλέον.

Με αυτά τα δεδομένα εξεδόθη ακύρως και παρανόμως κατά την δικάσιμον της 17ης Ιανουαρίου 2013 η προσβαλλομένη εφετειακή, η οποία και πρέπει δια τον λόγον αυτόν ν' αναιρεθή και εξαφανισθεί, απορριπτομένης και της αγωγής, του καθ' ου". 'Όπως προκύπτει από τα σχετικά δικόγραφα, η παρούσα υπόθεση δικάσθηκε στον 'Αρειο Πάγο και εξεδόθη η υπ' αριθ. 486/2010 απόφαση, με την οποία αναιρέθηκε η υπ' αριθ. 184/2008 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο.

Κατά την επαναφορά της υποθέσεως στο Εφετείο, στο οποίο και συζητήθηκε κατά την δικάσιμο της 17ης Ιανουαρίου 2013 και εκδόθηκε πλέον η προσβαλλομένη απόφαση, αμφότεροι οι διάδικοι δεν κατέθεσαν στο δικαστήριο τις προτάσεις των εμπροθέσμως, ήτοι το αργότερον 20 ημέρες πριν από την δικάσιμο. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την σχετική βεβαίωση του Γραμματέως επί των σχετικών δικογράφων ο εκκαλών και ήδη αναιρεσίβλητος κατέθεσε τις προτάσεις του κατά την ημέρα της συζητήσεως επί της έδρας και η εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα κατέθεσε τις προτάσεις της την 16-1-2013, δηλαδή μία ημέρα προ της συζητήσεως, αμφότεροι δε οι διάδικοι κατέθεσαν την προσθήκη επί των προτάσεών των 5 ημέρες μετά από την συζήτηση, ήτοι την 22-1-2013.

Περαιτέρω δε, η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει στην αίτηση αναιρέσεως, ότι είχε προτείνει τον ισχυρισμό της στο Εφετείο περί εκπροθέσμου καταθέσεως των προτάσεών του από τον αναιρεσίβλητο, ούτε και προκύπτει εν πάση περιπτώσει από τα δικόγραφα των προτάσεών της και της επ' αυτών προσθήκης της, ότι προέτεινε τον ισχυρισμό αυτόν στο Εφετείο.

Εκ του ότι όμως το Εφετείο δεν ερεύνησε αυτεπαγγέλτως την εκπρόθεσμη κατάθεση ενώπιόν του των προτάσεων του εκκαλούντος-αναιρεσίβλητου και ακολούθως δεν εδίκασε αυτόν ερήμην με την εκ της ερημοδικίας συνέπεια, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., αφού πρόκειται για απαράδεκτο, το οποίο μπορούσε να προβληθεί ενώπιόν του και η αναιρεσείουσα δεν το πρόβαλε κατά τα αναλυτικώς προεκτιθέμενα.

Δεν μπορεί δε να προβληθεί το απαράδεκτο αυτό το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, αφού δεν πρόκειται για σφάλμα το οποίο προκύπτει από την ίδια την απόφαση (το Εφετείο δεν απασχολήθηκε με αυτό το θέμα), ούτε για ισχυρισμό ο οποίος αφορά την δημοσία τάξη, αφού το σχετικό απαράδεκτο δεν αφορά στην αποτροπή επελεύσεως έννομης συνέπειας μη ανεκτής από την κρατούσα στην χώρα ηθική, κοινωνική, πολιτειακή ή οικονομική τάξη.

Η θέσπιση του άρθρου 237 Κ.Πολ.Δ. σχετικά με την κατάθεση των προτάσεων το αργότερον 20 ημέρες πριν από την δικάσιμο αφορά μόνον το συμφέρον του αντιδίκου και αναφέρεται στην μέριμνα του τελευταίου, ώστε να λάβει αυτός εγκαίρως γνώση των ισχυρισμών του άλλου διαδίκου και να έχει έτσι την δυνατότητα να αμυνθεί.

Επομένως, ο υποστηρίζων τα αντίθετα πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Κατά το άρθρο 559 αρ. 9, περιπτ. γ' Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη". Ως "αίτηση", κατά την έννοια αυτής της διάταξης, νοείται αφενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ένδικου μέσου, της ανακοπής, της τριτανακοπής, όχι όμως και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και γενικά εκείνη απόφανσης πάνω σε κάθε άλλου είδους "πράγματα", υπό την έννοια του άρθρου 559, αρ. 8, Κ.Πολ.Δ., αφετέρου δε κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και έτσι συντελεί στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης (Α.Π. 1450/2012, Α.Π. 1486/1997).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα αποδίδει με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ., διότι, επί λέξει: "... το Εφετείον ... ουδένα λόγον κάμνει περί των ως άνω εγγράφων, εκ των οποίων, με πλήρη στοιχεία αναγραφομένων στις προτάσεις μου, αποδεικνύω ότι κατά την αληθή βούλησιν της θανούσης αειμνήστου θείας μου, εξετέλεσα τις εντολές της με μέρος των χρημάτων, τα οποία μου εδώρησεν ατύπως, όταν μου επέτρεψε να λάβω ταύτα εκ του κοινού λογαριασμού ... 'Ητο μάλιστα υποχρεωμένον το Δικαστήριον να μου αναγνωρίσει, όπως και το εζήτησα δια των προτάσεων, το ποσόν των δαπανών τούτων και να τις αφαιρέσει από το ποσόν εις το οποίον, μη νομίμως με κατεδίκασε να καταβάλω εις τον καθ' ου, καταλιπόν έτσι αίτησίν μου αδίκαστον, μη λαβόν υπ' όψιν του τον σχετικόν πραγματικόν μου ισχυρισμόν ...".

Ο ισχυρισμός αυτός προβάλλεται αορίστως επειδή δεν αναφέρονται λεπτομερώς τα ποσά, τα οποία ενδεχομένως εδαπάνησε η αναιρεσείουσα για την εκτέλεση της επικαλουμένης εντολής της θείας της, και έτσι είναι ασαφές ποιό είναι το υποβληθέν στο ουσιαστικό δικαστήριο και φερόμενο ως αγνοηθέν αίτημα. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.

γ' Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπ' όψιν τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνον το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και ιδιαίτερη αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως καθίσταται απολύτως βέβαιον, ότι έχει ληφθεί τούτο υπ' όψιν από το δικαστήριο.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., ισχυριζομένη ειδικότερα, ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψιν τα επικληθέντα και προσκομισθέντα από εκείνην αποδεικτικά μέσα, ήτοι τα αναφερόμενα στην αίτηση αναιρέσεως ένδεκα (11) έγγραφα και δέκα τέσσερις (14) φωτογραφίες.

Τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα, κατά την αναιρεσείουσα, ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, καθόσον αποδεικνύουν 1) την οικονομική κατάσταση της θείας της, 2) την γενομένη, με την κατάθεση εκ μέρους της τελευταίας χρημάτων σε κοινό λογαριασμό της ιδίας και της αναιρεσειούσης, δωρεά υπό τρόπον των χρημάτων από την πρώτη προς την δεύτερη και 3) την εκτέλεση του τρόπου από την αναιρεσείουσα δωρεοδόχο, ήτοι των δωρεών σε ιερούς ναούς. 'Όμως, από την σχετική διαβεβαίωση του Εφετείου, σε συνδυασμό προς το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα ελήφθησαν υπ' όψιν και συνεκτιμήθηκαν μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.

Μάλιστα, στην προσβαλλομένη απόφαση, μεταξύ των άλλων, αναφέρονται χαρακτηριστικώς, όπως ήδη έχει αναφερθεί ανωτέρω, τα εξής: "... Σημειώνεται, επίσης, ότι η εναγομένη έπαυσε να επισκέπτεται την Α. Κ., μετά την ανάληψη των χρημάτων από τον κοινό λογαριασμό (22-7-1998), ενώ, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το μεγαλύτερο μέρος του αναληφθέντος ποσού, επενδύθηκε από την εναγομένη και την αδελφή της σε αμοιβαία κεφάλαια και κατατέθηκε σε κοινό λογαριασμό και το μικρό μέρος αυτού μόνον, στην εκπλήρωση της φερόμενης επιθυμίας της Α.

Κ. για διάφορες δωρεές σε Ιερούς Ναούς στο χωριό της τελευταίας στην Κεφαλληνία και μάλιστα μετά πάροδο τριετίας περίπου από την ανάληψη των χρημάτων του κοινού λογαριασμού...". Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση, να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-11-2013 αίτηση της Ά. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 473/2013 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Σεπτεμβρίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ