1785/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 113/25-9-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κρωπίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 222/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5436/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί o αναιρεσείων με την από 20-9-2010 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1785/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.1 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και "όταν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1785 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1785/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή, Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Χ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γιάγκου Λαμπίρη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Χ. Δ. του Α., 2. Α. Δ. του Χ. και 3. Α. Δ. του Χ., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Μπάμπη Καραμπή, αφού ανακάλεσε την δήλωση του κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 113/25-9-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κρωπίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 222/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5436/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί o αναιρεσείων με την από 20-9-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιλτιάδης Σπυρόπουλος, ανέγνωσε την από 2-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.1 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και "όταν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς ...". Με την από 25.9.2007 αγωγή τους, που επιδόθηκε στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα μισθωτή στις 2.10.2007 (βλ. υπ' αριθ. 8.744β/2.10.2007 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ...), οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εκμισθωτές ζήτησαν α) την καταβολή των οφειλόμενων από το μισθωτή μισθωμάτων του χρονικού διαστήματος από 1.10.2000 και εφεξής μέχρι τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και β) την απόδοση του μισθίου εμπορικού καταστήματος λόγω καθυστερήσεως καταβολής μισθωμάτων από δυστροπία.
Επί της αγωγής αυτής, που κρίθηκε νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 15, 44 του ΠΔ 34/1995, 574, 595, 341 του ΑΚ και 66 του ΕισΝΚΠολΔ, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 222/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, που τη δέχθηκε κατ' ουσίαν. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση ο ήδη αναιρεσείων εναγόμενος, η οποία έγινε δεκτή κατά τύπους και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την προσβαλλομένη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Το ως Εφετείο δίκασαν δικαστήριο τούτο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "... Με το από 9-4-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, οι ενάγοντες συνεκμίσθωσαν στον εναγόμενο, κατά ποσοστό 50% ο πρώτος εξ αυτών και κατά 25% καθένας εκ των λοιπών, έναν ισόγειο χώρο του κτιρίου στο οποίο ανήκε και το προαναφερθέν κατάστημα, εμβαδού 46τ.μ., για να ασκήσει την ως άνω επαγγελματική του δραστηριότητα κατά το χρονικό διάστημα από 1-5-2000 έως 30-4-2006, αντί μηνιαίου μισθώματος 146,73 € (50.000 δραχμών), αναπροσαρμοζόμενου σταδιακά κατ' έτος 5%, καταβλητέου το πρώτο τριήμερο εκάστου μηνός, αποδεικνυομένης της σχετικής καταβολής αποκλειστικά και μόνο με έγγραφη απόδειξη ενός εκ των μισθωτών, αποκλειομένου ρητά κάθε άλλου αποδεικτικού μέσου (βλ.
όρο 2 του προσκομιζόμενου αντιγράφου του ως άνω μισθωτηρίου). Η μίσθωση δε αυτή, ως εμπορική, μετά τη λήξη του συμβατικού της χρόνου παρατάθηκε αναγκαστικά δυνάμει του άρθρου 5 του πδ.34/1995 για έξι ακόμη έτη. Παρά, ωστόσο, το ότι ο εναγόμενος έκτοτε προέβη σε ακώλυτη χρήση του μισθίου, από δυστροπία του δεν έχει καταβάλει στους ενάγοντες, κατά την αναλογία του καθενός, τα μισθώματα από την 1-5-2000 και εφεξής, ήτοι έως το χρόνο συζήτησης της αγωγής, ανερχόμενα α) για το χρονικό διάστημα από 1-5-2000 έως 30-4-2001 στα 1.760,76 € (12 μήνες Χ 146,73 €), β) για το χρονικό διάστημα από 1-5-2001 έως 30-4-2002 στα 1.848,72 € (12 μήνες Χ 154,06 €), γ) για το χρονικό διάστημα από 1-5-2002 έως 30-4-2003 στα 1.9941,12 € (12 μήνες Χ 161,76 €), δ) για το χρονικό διάστημα από 1-5-2003 έως 30-4-2004 στα 2.038,08 € (12 μήνες Χ 169,84 €), ε) για το χρονικό διάστημα από 1-5-2004 έως 30-4-2005 στα 2.139,96 € (12 μήνες Χ 178,336), στ) για το χρονικό διάστημα από 1-5-2005 έως 30-4-2006 στα 2.246,88 € (12 μήνες 187,24 €), ζ) για το χρονικό διάστημα από 1-5-2006 έως 30-4-2007 στα 2359,20 € (12 μήνες Χ 196,60 €), η) για το χρονικό διάστημα από 1-5-2007 έως 30-12-2007 (χρόνος συζήτησης της αγωγής στον πρώτο βαθμό) στα 1.651,44 € (8 μήνες Χ 206,43 €).
Από τα επικαλούμενα δε και προσκομιζόμενα στοιχεία δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του εναγομένου περί εξόφλησης των οφειλόμενων εκ μέρους του μισθωμάτων δια της προκαταβολής κατά τη σύναψη της ένδικης σύμβασης στον πρώτο ενάγοντα, ο οποίος ενεργούσε κατ' εντολή και για λογαριασμό και των υπολοίπων 35.216,43 € (12.000.000 δραχμών) που αντιστοιχούσε σε αυτά για το συμβατικό χρόνο διάρκειας της σύμβασης, με την επιπλέον ειδικότερη συμφωνία ότι κατά τη λήξη του συμβατικού χρόνου διάρκειας της μίσθωσης, ήτοι την 30-4-2006, θα του κατέβαλε επιπλέον το ίδιο ποσό για την εξασφάλιση παράτασης της μίσθωσης για μία ακόμη εξαετία, ήτοι έως τον Απρίλιο του 2012, πλην, όμως, ότι, κατόπιν πίεσης που του άσκησε ο πρώτος ενάγων, του κατέβαλε το δεύτερο ποσό τον Αύγουστο του 2004, έχοντας έτσι εξοφλήσει ολοσχερώς τα οφειλόμενα μισθώματα συνολικά για μία δωδεκαετία.
Ειδικότερα, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν αποδεικνύεται από κάποιο έγγραφο αποδεικτικό μέσο, παρά το ότι κατά τη συνήθη εφαρμοζόμενη έως τότε συναλλακτική τους πρακτική οι διάδικοι φρόντιζαν, προς εξασφάλιση των εκατέρωθεν δικαιωμάτων τους, να συντάσσουν έγγραφες συμφωνίες και παρά το ότι βάσει ρητά διαλαμβανόμενου στο μισθωτήριο όρου η καταβολή των μισθωμάτων θα έπρεπε να αποδεικνύεται αποκλειστικά και μόνο με έγγραφη απόδειξη ενός εκ των εκμισθωτών ούτε δε επί του μισθωτηρίου έγινε σχετική μνεία του εν λόγω γεγονότος, αν και η καταβολή του, κατά τους σχετικούς ισχυρισμούς του εναγομένου, προς εξόφληση των μελλοντικών μισθωμάτων που αντιστοιχούσαν στο συμβατικό χρόνο διάρκειας της μίσθωσης, ποσού των 35.216,43 € (12.000.000 δραχμών), έλαβε χώρα κατά το χρόνο σύναψης αυτού, ήτοι την 9-4-2000.
Άλλωστε η καταβολή του ως άνω ποσού στον πρώτο ενάγοντα, για λογαριασμό και των λοιπών, δεν θα μπορούσε να γίνει κατά τον ανωτέρω χρόνο, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο φωτοαντίγραφο του διαβατηρίου του, αυτός τυγχάνει μόνιμος κάτοικος του Καναδά και αφίχθη στην Ελλάδα στις 3-5-2000, ήτοι σε μεταγενέστερο χρόνο από την υπογραφή του ως άνω μισθωτηρίου.
Ακόμη δε και αν γινόταν δεκτός ο οψίμως προσδιορισμένος, με τις κατατεθείσες ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεις του, ισχυρισμός του περί εικονικότητας του επίδικου μισθωτηρίου ως προς το ύψος του αναγραφόμενου σε αυτό μισθώματος ενόψει φορολογικών λόγων, σε βάρος των δικών του οικονομικών συμφερόντων και προς επιπλέον διευκόλυνση των αντισυμβαλλομένων του, τους οποίους μάλιστα είχε ήδη στο μεταξύ ευεργετήσει συναινώντας στο να λυθεί η αρχική μίσθωση του καταστήματος των 200 τ.μ.
και στο να εκμισθωθεί αυτό στην Εμπορική Τράπεζα με υπερδιπλάσιο μίσθωμα, κρίνεται αντίθετο στα διδάγματα της κοινής πείρας και στις επικρατούσες συνήθειες των συναλλαγών το ότι αυτός δεν φρόντισε έστω κατά το ελάχιστο να διαφυλάξει τα έννομα συμφέροντά του με την εξασφάλιση εγγράφου από το οποίο να αποδεικνυόταν ότι τουλάχιστον προέβη στην καταβολή του ποσού που αντιστοιχούσε στα μελλοντικά μισθώματα έξι ετών βάσει του αναγραφόμενου επί του μισθωτηρίου μικρότερου μισθώματος.
Λαμβανομένων δε υπόψη των ανωτέρω, ελέγχεται η αξιοπιστία του μάρτυρα ανταπόδειξης, καθώς και των ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων που προσκομίζει μετ' επικλήσεως ο εναγόμενος, σύμφωνα με τις οποίες ο εναγόμενος τον Αύγουστο του 2004 κατέβαλε στον πρώτο ενάγοντα επιπλέον 35.216,43 € (12.000.000 δραχμές), χωρίς επίσης τη σύνταξη κάποιου αποδεικτικού εγγράφου, για την εξασφάλιση προκαταβολικά παράτασης της μίσθωσης για μία ακόμη εξαετία από τη λήξη του συμβατικού χρόνου, δεδομένου ότι εφόσον επρόκειτο για εμπορική μίσθωση ούτως ή άλλως η διάρκειά της ήταν εξαρχής δωδεκαετής δυνάμει του άρθρου 5 του π.δ. 34/1995.
Ειδικότερα, τα όσα ο εναγόμενος υποστήριξε με τις κατατεθείσες προτάσεις του περί καταβολής στον πρώτο ενάγοντα καταρχήν του ποσού των 12.000.000 δραχμών κατά τη σύναψη της σύμβασης στις 9-4-2000, τα οποία επιβεβαιώθηκαν με την υπ' αριθ. 5490/15-1-2008 ένορκη βεβαίωση της μητέρας του, καθώς και με την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, ο οποίος μάλιστα ενώ αρχικά κατέθεσε ότι το εν λόγω ποσό κάλυπτε τα μελλοντικά μισθώματα όλης της δωδεκαετίας, εν συνεχεία, αντιφάσκοντας,α νέφερε ότι καταβλήθηκαν σε μεταγενέστερο χρόνο επιπλέον 12.000.0000 δραχμές ως μελλοντικά μισθώματα, διαφοροποιούνται σε σχέση με εκείνα που ο ίδιος ο εναγόμενος κατέθεσε κατά την ανωμοτί εξέτασή του, στα πλαίσια συζήτησης της από 12-9-2008 αίτησής του περί αναστολής εκτέλεσης της κηρυχθείσης προσωρινά εκτελεστής εκκαλουμένης απόφασης, περιληφθέντα στα ταυτάριθμα με την υπ' αριθ. 593/2008 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, περί καταβολής του ποσού των 12.000.000 δραχμών όχι κατά τη σύναψη της σύμβασης, αλλά το καλοκαίρι του 2000 και περί αποστολής του μισθωτηρίου ταχυδρομικώς στον Καναδά τον Απρίλιο του ίδιου έτους για να υπογραφεί από τη δεύτερη και τον τρίτο των εναγόντων.
Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από μόνο το γεγονός, ότι στην από 23-8-2006 εξώδικη δήλωση των εναγόντων, απευθυνόμενη προς τον εναγόμενο, με την οποία οι προαναφερόμενοι του δήλωναν την πρόθεσή τους για ανοικοδόμηση δεν έκαναν καμία σχετική αναφορά για οφειλή εκ μέρους του μισθωμάτων, παράλειψη, εξάλλου, η οποία δικαιολογείται από την προσπάθεια εκ μέρους των προαναφερομένων να βρεθεί συμβιβαστική λύση, στα πλαίσια της οποίας να εκκενωθεί το επίδικο, που αποτελούσε τον πρωταρχικό τους στόχο, και να αποφευχθεί έτσι η διατάραξη των ομαλών, έως το χρόνο εκείνο, οικογενειακών τους σχέσεων με τον εναγόμενο με τη δημιουργία μεταξύ τους αντιδικίας.
Άλλωστε την εν λόγω αξίωσή τους προέβαλαν εκ των υστέρων, όταν διαπίστωσαν από την αδιάλλακτη στάση του εναγομένου ότι δεν υπήρχαν περιθώρια συνεννόησης, με την από 9-7-2007 εξώδικη καταγγελία τους λόγω ανοικοδόμησης και την εκ μέρους τους προσφορά της νόμιμης αποζημίωσης, που συνιστούσε απαραίτητη προϋπόθεση για το κύρος αυτής, προς αντίκρουση της οποίας ο εναγόμενος με την από 26-7-2007 εξώδικη απάντηση - δήλωσή του, περιορίστηκε στην παρατήρηση της μη αναφοράς σε αυτή των συγκεκριμένων οφειλόμενων μισθωμάτων, χωρίς περαιτέρω να εναντιωθεί ισχυριζόμενος, όπως κάνει εν προκειμένω, ότι έχει ήδη προκαταβάλει τα μισθώματα μιας δωδεκαετίας, συμπεριλαμβανομένων και των αιτουμένων, ότι έχει παραταθεί η μίσθωση έως το έτος 2012, είτε τουλάχιστον να ζητήσει να του αποδοθούν τα προκαταβληθέντα.
Περαιτέρω, με την καθυστέρηση των ως άνω μισθωμάτων, ο εναγόμενος κατέστη υπερήμερος μισθωτής από την παρέλευση της δήλης ημέρας καταβολής του μισθώματος, υποχρεούμενος, συνεπώς, στην απόδοση του μισθίου. Ενόψει των ανωτέρω, η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία δέχθηκε τα ίδια και έκανε δεκτή την αγωγή, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο αφενός μεν να καταβάλει σε καθένα των εναγόντων τα αιτούμενα εκ μέρους του ποσά, αφετέρου να τους αποδώσει ελεύθερη τη χρήση του επιδίκου μισθίου, ορθά εκτίμησε τις προσαχθείσες αποδείξεις, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα με τους σχετικούς λόγους της έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, όπως και η έφεση στο σύνολό της".
Ο αναιρεσείων με τον από το αρθρ. 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ μοναδικό λόγο αναιρέσεως πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι με τις παραδοχές της παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 167 ΑΚ και 66 του ΕισΝΚΠολΔ, προβάλλοντας τον ισχυρισμό, ότι κατά το χρόνο άσκησης της επίμαχης από 25.9.2007 αγωγής δεν υφίστατο ενεργός μίσθωση, αφού αυτή είχε ήδη καταγγελθεί για ανοικοδόμηση του μισθίου από 10.7.2007.
Ο ισχυρισμός αυτός, στον οποίο στηρίζεται ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος Ι) προεχόντως ως απαράδεκτος (αρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος εναγομένου ενώπιον του Ειρηνοδικείου και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, δεν προτάθηκε στα δικαστήρια της ουσίας και προτείνεται για πρώτη φορά με το αναιρετήριο, και ΙΙ) σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος, διότι κατ' άρθρο 44 του ΠΔ 34/1995 "Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων", "Οι μισθώσεις του παρόντος διατάγματος, εφόσον δεν ορίζεται κάτι άλλο σ' αυτό, διέπονται από τους συμβατικούς όρους τους και τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα" και ορίζεται κάτι άλλο στη διάταξη του άρθρου 28 παρ.1 του ΠΔ 34/1995, κατά την οποία "Τα έννομα αποτελέσματα της καταγγελίας κατά τα άρθρα 16 έως 17 (καταγγελία για ιδιόχρηση) και 23 παρ.1 (καταγγελία για ανοικοδόμηση) επέρχονται έξι (6) μήνες μετά από αυτή" και στη συγκεκριμένη περίπτωση υφίστατο ενεργός μίσθωση και δεν είχε λυθεί, διότι τα έννομα αποτελέσματα της καταγγελίας για ανοικοδόμηση θα επήρχοντο μετά πάροδο εξαμήνου μετά την από 10-7-2007 καταγγελία αυτή, ήτοι την 10-2-2008 και μάλιστα μετά τη συζήτηση της αγωγής στο Ειρηνοδικείο Κρωπίας (16-1-2008) και όχι (25-2-2008), που εσφαλμένα αναφέρεται στο αναιρετήριο και συνεπώς η αγωγή ήταν παραδεκτή και νόμιμη, στηριζόμενη στις φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις, αφού ασκήθηκε στις 2-10-2007 και συζητήθηκε στις 16-1-2008, όταν ήταν ενεργός η μίσθωση, ώστε οι ενάγοντες να δικαιούνται να ζητήσουν τα καθυστερούμενα από δυστροπία μισθώματα και όχι αποζημίωση χρήσης, καθώς και την για το λόγο αυτό απόδοση του μισθίου.
Επομένως, ο ως άνω μοναδικός λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 560 αριθ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, το δε με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος υποβληθέν αίτημα αυτού, περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, είναι άνευ αντικειμένου και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, που ηττάται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-9-2010 αίτηση για αναίρεση της 5436/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ