Supreme Court dismisses appeal on equal treatment claim, ruling distinct employment statuses negate constitutional violation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal against a lower court decision awarding a pension increase to certain bank employees. Plaintiffs argued this violated constitutional equality by excluding them from the increase granted to colleagues who had not yet met retirement conditions. The court found no violation because the plaintiffs had already left their employment before the increase was set, placing them in a legally distinct category from those still employed.
Legislator headnote
AI generatedArt. 4 para. 1 of the Constitution; The principle of equality does not require identical treatment for persons in legally distinct situations, such as those who have terminated their employment versus those who remain employed, thereby justifying the exclusion of the former from benefits intended for the latter.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1785 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1785/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Β. του Λ., κατοίκου ..., 2) Π. (εκ παραδρομής στο αναιρετήριο αναφέρεται "Π.") Κ. του Α., κατοίκου ..., 3) Μ. Κ. του Π., κατοίκου ... και 4) Γ. Π. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Στρίμπερη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο - Σέργιο Σακαλή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-9-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1930/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3942/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-6-2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λυκούδης διάβασε την από 25-2-2010 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι δεσμεύει και το νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην αντιμετωπίζει κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας διακρίσεις ή εξαιρέσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, τη συνδρομή των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια.
Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.
Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, πρέπει να εφαρμοσθεί και για εκείνους, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση. Όμως, η ανωτέρω αρχή της ισότητας δεν έχει εφαρμογή και στην περίπτωση κατά την οποία είναι άλλος ο ρυθμιστικός παράγοντας, που καθορίζει τη μισθολογική κατάσταση μιας κατηγορίας υπαλλήλων, από εκείνον που ρυθμίζει την ίδια κατάσταση άλλης κατηγορίας υπαλλήλων, αφού η ρύθμιση του εν λόγω θέματος από τον ένα παράγοντα, μη δυνάμενη να υπερβεί το πεδίο ισχύος της, δεν μπορεί να θεωρηθεί με την παράλειψη ρυθμίσεως του ιδίου θέματος της άλλης κατηγορίας υπαλλήλων ως παραβιάζουσα την ως άνω αρχή της ισότητας (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1515/2008, 931/2008).
Η αρχή της ισότητας καταλαμβάνει και τους κανονιστικούς όρους των ΣΣΕ και ΔΑ, αφού και οι όροι αυτοί έχουν ισχύ νόμου και εφαρμόζονται άμεσα και αναγκαστικά, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του Ν. 1876/1990. Εξάλλου, με την από 24-12-2004 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, που υπεγράφη μεταξύ της αναιρεσίβλητης Τράπεζας και του Συλλόγου Υπαλλήλων της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Σ.Υ.Ε.Τ.Ε.), αποφασίσθηκε η αύξηση του επιδόματος βαθμού - θέσης ευθύνης από 1-12-2004.
Στις τελικές διατάξεις της ως άνω Ε.Σ.Σ.Ε. ορίσθηκε ότι αυτή ισχύει από 1-1-2004, εκτός από τις περιπτώσεις που από τις επιμέρους διατάξεις ρητώς οριζόταν διαφορετική ημερομηνία έναρξης ισχύος, όπως συνέβη και με τη διάταξη για την αύξηση του παραπάνω επιδόματος.
Στην προκειμένη περίπτωση οι ήδη αναιρεσείοντες, ως ενάγοντες, με την από 1-9-2005 αγωγή τους, ενώπιον του ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ισχυριζόμενοι ότι υπηρέτησαν στην εναγομένη - εφεσίβλητη τράπεζα ως υπάλληλοι, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μέχρι την 30-11-2004 οπότε αποχώρησαν από την υπηρεσία τους, κατέχοντας όλοι το βαθμό του Λογιστή ζήτησαν με βάση την αρχή της ισότητας και επικουρικά με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης, όπως το δικόγραφό τους εκτιμήθηκε από το Δικαστήριο, να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει να χορηγήσει και σ' αυτούς την αναφερόμενη στην αγωγή αύξηση του επιδόματος βαθμού από 1-12-2004, την οποία χορήγησε σε άλλους υπαλλήλους της.
Επί της αγωγής αυτής το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση και την απέρριψε, ως μη νόμιμη, κατά τη βάση της ίσης μεταχείρισης και ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά τη βάση της ισότητας, ενώ δέχθηκε ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνται την αύξηση του αιτούμενου επιδόματος που χορηγήθηκε με την από 24-12-2004 Επιχειρησιακή ΣΣΕ.
Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε και από το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα, ως προς το ενδιαφέρον για την παρούσα υπόθεση μέρος της, δηλαδή ως προς την κατ' ουσίαν απόρριψη της αγωγής τη στηριζόμενη στην παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της Επιχειρησιακής ΣΣΕ: "Με την από 2.9.2004 απόφαση του Δ.Σ.
της εναγομένης Ε.Τ.Ε., που γνωστοποιήθηκε στο προσωπικό αυτής με την υπ' αριθμ. 184/13.9.2004 υπηρεσιακή εγκύκλιο, εγκρίθηκε η παροχή κινήτρων εθελουσίας αποχώρησης σε όσους από το προσωπικό είχαν δικαίωμα άμεσης λήψης σύνταξης μέχρι την 31.12.2004 (εξαιρουμένων των αποχωρούντων υποχρεωτικά στις 31.12.2004 λόγω καταλήψεώς τους από το όριο ηλικίας, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από το άρθρο 33 του Κανονισμού Εργασίας), υπό την προϋπόθεση ότι η παραίτησή τους θα γινόταν αποδεκτή από την εναγομένη, επιλέγοντας διαζευκτικά μία από τις παρακάτω παροχές, ήτοι, α) προαγωγή στον επόμενο βαθμό του κλάδου στον οποίον ανήκουν, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι έχουν συμπληρώσει την 1.7.2004 τον απαιτούμενο προς προαγωγήν χρόνο, κατά τον ισχύοντα Κανονισμό Εργασίας, στον κατεχόμενο βαθμό, ή β) αποζημίωση καθοριζομένη ανάλογα με τις αναφερόμενες στην απόφαση περιπτώσεις.
Όσοι ενδιαφέρονταν να υπαχθούν στις ανωτέρω ρυθμίσεις, έπρεπε να υποβάλουν μέχρι την 1.10.2004 μη ανακλητή δήλωση υπαγωγής τους στις ως άνω διατάξεις για την εθελουσία έξοδο, δήλωση παραίτησης και δήλωση επιλογής μιας από τις προαναφερόμενες παροχές, ενώ η Τράπεζα δεσμευόταν να αποφασίσει μέχρι τις 8.10.2004 κατά την απόλυτη κρίση της για την αποδοχή ή μη κάθε δηλώσεως.
Με την ίδια ως άνω απόφαση του Δ.Σ. της εναγομένης Ε.Τ.Ε., ορίστηκε ότι "η σύμβαση εργασίας όλων των υπαλλήλων, οι οποίοι θα υπαχθούν στις ρυθμίσεις της παρούσης, θα λυθεί το αργότερο μέχρι την 31.12.2004, οπότε είτε θα χορηγηθεί η προαγωγή του όρου ΙΑ' με ημερομηνία 1.7.2004, είτε θα καταβληθεί το προβλεπόμενο στον όρο ΙΒ' χρηματικό ποσό.
Ειδικότερα, η σύμβαση εργασίας όσων έχουν μέχρι την 1.11.2004 δικαίωμα άμεσης λήψης σύνταξης, θα λυθεί την 1.11.2004, ενώ των υπολοίπων θα λύεται την ημερομηνία που θα θεμελιώνει καθένας δικαίωμα άμεσης λήψης σύνταξης και όχι αργότερα από την 31.12.2004". Οι ενάγοντες υπέβαλαν δήλωση, με την οποία γνωστοποίησαν την επιθυμία τους να υπαχθούν στην ρύθμιση της εθελουσίας εξόδου και κατήγγειλαν μονομερώς την σύμβαση εργασίας τους με την Τράπεζα, ώστε, εφόσον γίνει αποδεκτή η παραίτησή τους, να ολοκληρωθεί η λύση της σχέσης εργασίας τους μέχρι την 1.12.2004 όσον αφορά τον πρώτο και στις 30.10.2004 όσον αφορά τους λοιπούς των εναγόντων.
Οι παραιτήσεις των εναγόντων έγιναν δεκτές και έτσι λύθηκε η υφιστάμενη σύμβαση εργασίας καθενός από αυτούς με την εναγόμενη στις 30-11-2004 όσον αφορά τον πρώτο και στις 30-10-2004 όσον αφορά τους λοιπούς των εναγόντων οπότε, όπως συνομολογείται, οι ανωτέρω απεχώρησαν εθελουσίως από την υπηρεσία της εναγομένης, με τον βαθμό του Λογιστή Α'.
Μετά τη λύση κατά τα ανωτέρω της σύμβασης εργασίας των εναγόντων, με την από 24.12.2004 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, που υπεγράφη μεταξύ της εναγομένης Τράπεζας και του Συλλόγου Υπαλλήλων της ΕΤΕ (ΣΥΕΤΕ), αποφασίσθηκε η αύξηση του επιδόματος βαθμού - θέσης ευθύνης από 1.12.2004. Στις τελικές διατάξεις της ως άνω ΕΣΣΕ ορίστηκε ότι αυτή ισχύει από 1.1.2004, εκτός από τις περιπτώσεις που από τις επί μέρους διατάξεις ρητώς ορίζεται διαφορετική ημερομηνία έναρξης ισχύος, όπως συνέβη και με τη διάταξη για την αύξηση του παραπάνω επιδόματος.
Σε εκτέλεση της ως άνω ΕΣΣΕ, η εναγομένη χορήγησε την προαναφερόμενη αύξηση στους υπαλλήλους αυτής που παρέμειναν στην υπηρεσία τους και μετά την 1.12.2004 (χρόνος χορήγησης της αύξησης), καθώς και σε εκείνους από τους υπαλλήλους της οι οποίοι, όπως και οι ενάγοντες, είχαν υποβάλει δήλωση περί υπαγωγής τους στις διατάξεις της ρύθμισης για την εθελουσία αποχώρησή τους, πλην όμως δεν είχαν αποχωρήσει από την υπηρεσία τους, διότι δεν είχε λυθεί ακόμη η σύμβαση εργασίας τους, αφού συμπλήρωναν μετά την 1.12.2004 τις προϋποθέσεις θεμελίωσης δικαιώματος άμεσης λήψης σύνταξης, ενόψει της σχετικής πρόβλεψης της από 2.9.2004 απόφασης του Δ.Σ.
της εναγομένης ότι η σύμβαση εργασίας όσων έχουν μέχρι την 1.11.2004 δικαίωμα άμεσης λήψης σύνταξης θα λυθεί την 1.11.2004, "ενώ των υπολοίπων θα λύεται την ημερομηνία που θα θεμελιώνει ο καθένας δικαίωμα άμεσης λήψης σύνταξης και όχι αργότερα από την 31.12.2004". Αντίθετα, δέχεται το Εφετείο, η ως άνω αύξηση δεν χορηγήθηκε στους ενάγοντες.
Όμως, με βάση τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, η μη χορήγηση της ένδικης αύξησης του επιδόματος βαθμού και στους ενάγοντες δεν συνιστά αδικαιολόγητη εξαίρεση, αφού αυτοί δεν αποκλείστηκαν από την ένδικη αύξηση, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση έναντι των λοιπών υπαγομένων στις ρυθμίσεις της εθελουσίας εξόδου υπαλλήλων της εναγομένης Τράπεζας, οι οποίοι έλαβαν την αύξηση αυτή, δεδομένου ότι οι τελευταίοι δεν υπάγονταν στην ίδια κατηγορία με τους ενάγοντες, ούτε και τελούσαν κατά τον κρίσιμον χρόνον (1.12.2004) υπό τις ίδιες με αυτήν συνθήκες, δεδομένου ότι οι συμβάσεις εργασίας των εναγόντων κατά τον ανωτέρω χρόνον είχαν ήδη λυθεί, ενώ αντίθετα οι συμβάσεις εργασίας των πιο πάνω (αναφερομένων στην αγωγή) συναδέλφων τους, οι οποίοι είχαν και αυτοί υπαχθεί στις ρυθμίσεις για την εθελουσία έξοδο δεν είχαν ακόμη λυθεί, όχι διότι η εναγομένη καθυστέρησε απλώς να κάνει δεκτές τις δηλώσεις παραιτήσεώς τους, αλλά γιατί συμπλήρωναν, όπως αναφέρθηκε, μετά την 1.12.2004 τις προϋποθέσεις θεμελίωσης δικαιώματος άμεσης λήψης σύνταξης, με αποτέλεσμα αυτοί, σε αντίθεση με τους ενάγοντες, να εξακολουθούν κατά τον κρίσιμο χρόνο (1.12.2004) να συνδέονται με την εναγομένη με ενεργό σύμβαση εργασίας.
Υπήρχε συνεπώς μεταξύ των εναγόντων και των ανωτέρω συναδέλφων τους διαφορά ως προς τον χρόνο θεμελίωσης του συνταξιοδοτικού δικαιώματός τους, ο οποίος αποτελούσε προϋπόθεση για την λύση της σύμβασης εργασίας εκάστου αποχωρούντος, σύμφωνα με την από 2.9.2004 (προγενέστερη της ΕΣΣΕ) απόφαση του Δ.Σ. της εναγομένης, η οποία οριοθετούσε το χρονικό σημείο λύσης της σύμβασης εργασίας των υπαγομένων στη ρύθμιση της εθελουσίας εξόδου υπαλλήλων της εναγομένης.
Εξ άλλου, όπως προκύπτει από την ως άνω από 24.12.2004 ΕΣΣΕ, η ένδικη παροχή της εναγομένης δεν αναγόταν σε όλο το έτος 2004, ήτοι σε χρόνο που η σύμβαση των εναγόντων ήταν ενεργός, αφού ρητά ορίστηκε μ' αυτήν ως ημερομηνία καταβολής της παραπάνω αύξησης η 1.12.2004, κατά την οποία η σύμβαση εργασίας των εναγόντων με την εναγομένη είχε ήδη λυθεί.
Ενόψει αυτών, η εν λόγω διάταξη, με την οποία καθορίστηκε από 1.12.2004 η ένδικη αύξηση του επιδόματος βαθμού για τους υπηρετούντες υπαλλήλους της εναγομένης, δεν εισήγαγε δυσμενή διάκριση σε βάρος των εναγόντων, αποκλείοντας αυτούς αυθαίρετα από την χορήγηση της εν λόγω αύξησης, και συνεπώς αυτή δεν είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική, ώστε προς αποκατάσταση της ισότητας να επεκταθεί και στους ενάγοντες η σχετική ρύθμιση" .
Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, ως ουσιαστικά αβάσιμη, η αγωγή των αναιρεσειόντων και κατά τη νομική της βάση για παραβίαση της από 24-12-2004 ΕΣΣΕ και κατά τη νομική της βάση από την αρχή της ισότητας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος καθώς και τις διατάξεις της πιο πάνω ΕΣΣΕ, γιατί οι αναιρεσείοντες δεν ανήκαν στην ίδια κατηγορία με τους συναδέλφους τους στους οποίους χορηγήθηκε η πιο πάνω αύξηση του επιδόματος και γιατί η ίδια αύξηση χορηγήθηκε την 1-12-2004, όταν οι αναιρεσείοντες είχαν αποχωρήσει από την υπηρεσία και διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
Επομένως, ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλεται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των πιο πάνω διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, όπως απορριπτέα είναι και η αίτηση για αναίρεση στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-6-2007 αίτηση των: 1) Π. Β. του Λ., 2) Π. Κ. του Α., 3) Μ. Κ. του Π. και 4) 1, για αναίρεση της 3942/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 6η Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ