Legislator Case Law & Legislation
1785/2007 AI generated

1785/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1785/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Α. Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας διαχειρίσεως αμοιβαίων κεφαλαίων με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΤΡΑΣΤ Ανώνυμος Εταιρία Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων", λόγω συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως της δεύτερης από την πρώτη, δυνάμει της υπ' αριθμ. Κ2-4856/11-4-2006 απόφασης του Υπουργείου Ανάπτυξης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Μπιτσαξή.

Legislator headnote

AI generated

1785/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση που θεώρησε την αγωγή, σύμφωνα με το άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ, ορισμένη, ορθώς δεν την κήρυξε απαράδεκτη, και είναι αβάσιμος ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, πρώτος, κατά το υπό στοιχ. 1α΄μέρος του, λόγος των αιτήσεων.

Keywords

AI generated
investment security financing of accident insurance special scheme for investment gold pension buy-in mortgage insurance legal expenses insurance
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1785 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1785/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Α. Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας διαχειρίσεως αμοιβαίων κεφαλαίων με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΤΡΑΣΤ Ανώνυμος Εταιρία Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων", λόγω συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως της δεύτερης από την πρώτη, δυνάμει της υπ' αριθμ. Κ2-4856/11-4-2006 απόφασης του Υπουργείου Ανάπτυξης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Μπιτσαξή.

Των αναιρεσιβλήτων : 1)....., 2).... και 3)....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Ζευκιλή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Β. Της αναιρεσείουσας : Εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΖΩΗΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστράτιο Σταμούλη.

Των αναιρεσιβλήτων : 1)....., 2)..... και 3)....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Ζευκιλή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 4727/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2758/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν η υπό στοιχεία Α. αναιρεσείουσα με την από 30 Ιουνίου 2006 αίτησή της και η υπό στοιχεία Β. αναιρεσείουσα με την από 19 Ιουλίου 2006 της. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 11 Απριλίου 2007 κοινή έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν εν μέρει δεκτές οι αιτήσεις αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αντιστοίχων αιτήσεων τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Οι υπό κρίση κατά της αυτής αποφάσεως αιτήσεις αναιρέσεως από 19.7.2006 της εταιρείας "INTERAMΕRICAN Ελληνική Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής ΑΕ" και 30.6.2006 της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias ΑΕ", ως διαδόχου λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της αρχικώς εναγόμενης εταιρείας "ΙΝΤΕΡΤΡΑΣΤ Ανώνυμος Εταιρεία Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων ΑΕ", πρέπει να συνεκδικαστούν κατά τα άρθρα 573 παρ. 1 και 246 του ΚΠολΔ.

ΙΙ.- Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 922 ΑΚ προστήσας είναι εκείνος, ο οποίος με τη βούλησή του δέχεται τις υπηρεσίες του προστηθέντος, που απασχολείται διαρκώς ή παροδικά στη διεκπεραίωση υποθέσεως και γενικά στην εξυπηρέτηση επαγγελματικών, οικονομικών ή κοινωνικών συμφερόντων του προστήσαντος και συνήθως υπόκειται στον έλεγχο ή απλώς στις γενικές οδηγίες και εντολές ή στην επίβλεψη του προστήσαντος.

Ο προστήσας ευθύνεται αντικειμενικά προς αποζημίωση του τρίτου, ο οποίος ζημιώθηκε από αδικοπραξία που τελέστηκε από τον προστηθέντα και βρίσκεται σε εσωτερική αιτιώδη σχέση με την εκτέλεση της υπό διεκπεραίωση υποθέσεως του προστήσαντος. Αν με τη βούληση του προστήσαντος ο αρχικός προστηθείς έχει δυνατότητα να χρησιμοποιεί τρίτους (υποπροστηθέντες) στη διεκπεραίωση της υποθέσεως του προστήσαντος, ο τελευταίος ευθύνεται και για τις αδικοπραξίες των υποπροστηθέντων χωρίς να απαιτείται να ασκεί έλεγχο ή να δίδει οδηγίες και εντολές σ' αυτούς [ΑΠ 1570/06, 22/04].

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την άνω διάταξη σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 926 παρ. 2 ΑΚ, αν ο προστηθείς, απασχολείται συγχρόνως στις υποθέσεις περισσοτέρων προσώπων και κατά το χρόνο της ζημιογόνου πράξεως ενεργεί για το συμφέρον και προς όφελος συγχρόνως όλων των προστησάντων, αυτοί ευθύνονται όλοι, απέναντι στο ζημιωθέντα, εις ολόκληρο.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Τέτοια μη κήρυξη απαραδέκτου υφίσταται και όταν το δικαστήριο θεωρεί ορισμένη την ποσοτικώς ή ποιοτικώς αόριστη αγωγή, ήτοι τη μη εξειδικεύουσα με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα ή τη μνημονεύουσα απλώς τα στοιχεία του νόμου χωρίς αναφορά περιστατικών.

Στην ένδικη αγωγή, την οποία οι αναιρεσίβλητοι είχαν στρέψει κατά των δύο προαναφερόμενων εταιρειών και του Ζ1, που δεν μετέχει στην παρούσα δίκη, εκτίθεται λεπτομερώς ότι ο τελευταίος, ως χρηματοασφαλιστικός σύμβουλος, συνεργάστηκε από το 1990 έως 2001 με τις ανωτέρω εταιρείες οι οποίες του ανέθεσαν το έργο ανεύρεσης επενδυτών και της διαμεσολάβησης αντί προμήθειας για την πώληση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων της πρώτης (INTERAMERICAN) που διαχειριζόταν η δεύτερη (ΙΝΤΕΡΤΡΑΣΤ) και ότι ο εν λόγω προστηθείς υπ' αυτών, κατά το χρονικό διάστημα 1995 έως 2001, ενεργώντας επ' ευκαιρία της υπηρεσίας του, καθ' υπέρβαση των καθηκόντων και κατ' εσωτερική συνάφεια, ζημίωσε δολίως τους ενάγοντες, κατά τα αναλυτικά στην αγωγή αναφερόμενα για καθένα ποσά.

Επικουρικά, οι αναιρεσίβλητοι, ως προς τις ζημίες που υπέστησαν κατά το χρονικό διάστημα 1995 έως 1998, ισχυρίστηκαν ότι ο Ζ1 είχε την ιδιότητα του υποπροστηθέντος των εναγόμενων εταιρειών, διότι κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα το ανωτέρω έργο είχε ανατεθεί στην ασφαλιστική σύμβουλο Ζ2 σύζυγο του Ζ1, η οποία, έχοντας την εξουσία να χρησιμοποιεί τρίτους, ανέθεσε τη διεκπεραίωσή του σ' αυτόν, και ότι σύμφωνα με τα παραπάνω, για την αποκατάσταση της ζημίας τους ευθύνονται όλοι οι εναγόμενοι απέναντί τους εις ολόκληρο.

Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση που θεώρησε την αγωγή, σύμφωνα με το άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ, ορισμένη, ορθώς δεν την κήρυξε απαράδεκτη, και είναι αβάσιμος ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, πρώτος, κατά το υπό στοιχ. 1α΄μέρος του, λόγος των αιτήσεων.

ΙΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εκτός των αναφερομένων σ' αυτή εξαιρέσεων, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας. Εξάλλου η αοριστία λόγου εφέσεως ερευνάται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη και συνεπώς ο περί αοριστίας λόγου της εφέσεως ισχυρισμός για να ιδρύσει λόγο αναιρέσεως πρέπει να είχε προταθεί στο Εφετείο και να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι έγινε η σχετική πρόταση.

Επομένως ο πρώτος, κατά το υπό στοιχ. 1β΄μέρος του, λόγος των αιτήσεων, εκτιμώμενος ως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο ασχολήθηκε με αόριστους λόγους της εφέσεως των αναιρεσιβλήτων, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται ότι οι αναιρεσείουσες πρόβαλαν την αοριστία αυτή στο Εφετείο.

Περαιτέρω ο ίδιος πρώτος λόγος της αναιρέσεως κατά το υπό στοιχ. γ΄ μέρος του, εκτιμώμενος επίσης ως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την έφεση με την οποία προτάθηκαν οι νέοι μη περιεχόμενοι στην αγωγή ισχυρισμοί ότι "ο τρίτος εναγόμενος [Ζ1] αφενός μεν προέβη στην επένδυση ενός μέρους των άνω ποσών σε αμοιβαία κεφάλαια, πλην όμως εκ των υστέρων παρανόμως και εν αγνοία μας εξαγόρασε την αξία αυτών, αφετέρου το υπόλοιπο και μεγαλύτερο εξ αυτών ιδιοποιήθηκε παράνομα αρνούμενος να μας τα αποδώσει με αποτέλεσμα να υποστούμε ζημία" και ότι ως προς την αδικοπρακτική συμπεριφορά του επικαλέστηκαν και νέες πράξεις, ήτοι απάτη και πλαστογραφία, είναι σε κάθε περίπτωση απορριπτέος ως αβάσιμος διότι όλα τα παραπάνω περιστατικά αναφέρονταν στην ιστορική βάση της αγωγής, κατ' ορθή εκτίμησή της.

IV. - Κατά το άρθρο 20 ( 4 του ν. 1969/1991, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 ( 3 του π.δ. 433/1993 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 113 ( 5 του ν. 2533/1997, "η ανώνυμη εταιρία διαχειρίσεως μπορεί να διαθέτει τα μερίδια του αμοιβαίου κεφαλαίου και μέσω αντιπροσώπων της. Δύνανται να ενεργούν ως αντιπρόσωποι μόνον Τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρίες και επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών".

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι οι εταιρίες διαχείρισης χαρτοφυλακίου κινητών αξιών μπορούν να διαθέτουν τίτλους μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων είτε οι ίδιες απ' ευθείας είτε μέσω αντιπροσώπων τους. Ως αντιπρόσωποί τους όμως μπορούν να ενεργούν μόνον τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρίες και επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΕΠΕΥ).

Εντεύθεν, κατ' αντιδιαστολή έπεται ότι δεν συγχωρείται η εκπροσώπηση των εν λόγω εταιριών από φυσικά πρόσωπα. Τούτο βεβαίως δεν σημαίνει ότι τα πρόσωπα αυτά αποκλείονται οπωσδήποτε από το δίκτυο διάθεσης των τίτλων. Απλώς η ανάμειξή τους δεν επιτρέπεται να γίνει κατ' εκπροσώπηση της εταιρίας διαχείρισης, αφού τούτο αντίκειται στην ανωτέρω δημοσίας τάξεως διάταξη του άρθρου 20 ( 4 ν. 1969/1991.

Συνεπώς, η τελευταία δεν ευθύνεται συμβατικώς έναντι του τρίτου, που συνήψε σύμβαση αγοράς τέτοιων τίτλων με φυσικό πρόσωπο, ευθύνεται όμως κατά το άρθρο 922 ΑΚ, εφόσον συντρέχουν οι ανωτέρω αναφερόμενες προϋποθέσεις του [ΑΠ 1603/03]. Περαιτέρω, ο κατ' άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν υπάρχει παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου που εκφράζεται είτε με την ψευδή ερμηνεία είτε με την κακή εφαρμογή του κανόνα που αποτέλεσε τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ ο από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης συντρέχει όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί μη συνδρομής αυτών, που αποκλείει την εφαρμογή της.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την απόφασή του προκύπτει, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Ο τρίτος εναγόμενος Ζ1 με σύμβαση παραγωγικής συνεργασίας που κατήρτισε τον Δεκέμβριο του έτους 1999, με την πρώτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία (ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΖΩΗΣ Α.Ε.) ανέλαβε το έργο της διαμεσολαβήσεως μεταξύ αυτής και τρίτων για την κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων.

Παράλληλα όμως του ανατέθηκε από αυτή και τη δεύτερη εναγόμενη εταιρεία (ΙΝΤΕΡΤΡΑΣΤ) και το έργο της ανεύρεσης επενδυτών και η διαμεσολάβηση μεταξύ αυτών για την πώληση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων της πρώτης, που διαχειριζόταν η δεύτερη. Πριν από την κατάρτιση της σύμβασης αυτής, η σύζυγός του Ζ2 συνεργαζόταν με την πρώτη εναγομένη ως ασφαλιστικός της σύμβουλος, αλλά και ο ίδιος άτυπα, από το έτος 1990 μέχρι τον Μάιο του έτους 1999, όταν απέκτησε την άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του ασφαλιστικού συμβούλου, διενεργώντας παράλληλα και τη διαμεσολάβηση για την πώληση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων της πρώτης.

Με την ιδιότητά του αυτή έπεισε τους ενάγοντες να καταστούν μεριδούχοι αμοιβαίων κεφαλαίων της πρώτης εναγομένης που διαχειριζόταν η δεύτερη, διαβεβαιώνοντάς τους ότι η κατ' αυτόν τον τρόπο επένδυση των χρημάτων τους θα ήταν ιδιαίτερα επικερδής αφού τα αμοιβαία κεφάλαια της πρώτης είχαν υψηλή απόδοση.

Τις διαβεβαιώσεις του ενίσχυαν και οι διαβεβαιώσεις, μέσω αποσταλέντων εγγράφων, της πρώτης από αυτούς, ότι η εν λόγω επένδυση συνδύαζε την ασφαλή προστασία, την αποταμίευση και την υψηλή αποδοτικότητα. Έτσι κατέβαλαν στον Ζ1, σε μετρητά, για τον ανωτέρω σκοπό, οι μεν πρώτος και δεύτερη ενάγοντες από κοινού το συνολικό ποσό των 123.162.000 δρχ.

η δε τρίτη ενάγουσα το ποσό των 59.054.028 δρχ. Ειδικότερα οι δύο πρώτοι ενάγοντες κατέβαλαν στο χρονικό διάστημα 3.5.1996 μέχρι 23.11.199 και στις ημερομηνίες που αναφέρονται στην απόφαση, τα ποσά των 4.000.000, 2.500.000, 500.000, 1900.000, 1.100.000, 6.000.000, 2.000.000, 5.000.000, 3.000.000, 3.000.000, 3.000.000, 4.500.000, 6.000.000, 6.000.000, 500.000, 1.000.000, 1.000.000, 1.000.000, 1.000.000, 2.000.000 και 3.000.000 δρχ., [κονδύλια υπ' αριθ. 1 έως 21] τα δε υπόλοιπα από την 1.1.2000 έως 7.12.2001 [κονδύλια υπ' αριθ. 22 έως 39], μεταξύ των οποίων κατέβαλαν "την 8.8.2001 για μεταφορά 1815 μετοχών το ποσό των 12.826.000 δρχ.".

Η τρίτη δε ενάγουσα κατέβαλε στο χρονικό διάστημα 29.11.1995 έως 15.11.1999 και στις ημερομηνίες που αναφέρονται στην απόφαση, τα ποσά των 6.000.000, 4.085.751, 3.000.000 και 11.919.594 δρχ. [κονδύλια υπ' αριθ. 1 έως 4], τα δε υπόλοιπα από την 15.9.2000 έως 20.9.2000 [κονδύλια υπ' αριθ. 5 έως 7]. Στη συνέχεια δέχθηκε το Δικαστήριο ότι ο Ζ1 μετά την καταβολή κάθε ποσού και τη συμπλήρωση της σχετικής έντυπης αιτήσεως αγοράς μεριδίων από τους ενάγοντες, αυτός τους διαβεβαίωνε ότι αυτό είχε κατατεθεί σε λογαριασμό του αντίστοιχου αμοιβαίου κεφαλαίου και τους απέστελλε ενημερωτικό σημείωμα με το λογότυπο και το σήμα της πρώτης εναγομένης.

Έτσι τους έπειθε, ότι η συμπλήρωση της αιτήσεως αγοράς μεριδίων αποτελούσε τίτλο αγοράς, πράγμα όμως που ήταν ψευδές, καθόσον για την απόκτηση των αντιστοίχων μεριδίων, έπρεπε τα χρήματα να κατατεθούν σε τραπεζικό λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης και στη συνέχεια να εκδοθούν ονομαστικοί τίτλοι, τα γεγονότα δε αυτά τα απέκρυπτε από τους ενάγοντες, τα δε προαναφερόμενα χρηματικά ποσά που του οι ενάγοντες του κατέβαλαν για την αγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων για λογαριασμό τους τα ιδιοποιήθηκε παράνομα και αρνείται να τους τα αποδώσει, με αποτέλεσμα να υποστούν ισόποση περιουσιακή ζημία.

Τη ζημία τους δε αυτή την προκάλεσε κατά την υπηρεσία του - παράλληλης εκείνης του ασφαλιστικού συμβούλου - του διαμεσολαβητή και συνεργάτη των εναγόμενων εταιρειών για την πώληση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, για την οποία λάμβανε και ανάλογη προμήθεια, και ότι οι προστήσασες αυτόν ενάγουσες εταιρείες ευθύνονται για αυτή τη ζημία διότι υπάρχει εσωτερική συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου ενεργείας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί, αφού αυτή δεν ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση, δεδομένου ότι άλλως δεν θα μπορούσε επιτυχώς να τους πείσει να του εμπιστευθούν τα ανωτέρω χρηματικά ποσά.

Τέλος, δέχθηκε το Εφετείο ότι ο και πρωτοδίκως προβληθείς ισχυρισμός των εναγόμενων εταιρειών για αποκλειστική υπαιτιότητα άλλως για συνυπαιτιότητα των εναγόντων στην πρόκληση της ζημίας τους, διότι α] γνώριζαν ότι Ζ1 κατά τα έτη 1990 έως 1999 δεν ήταν ασφαλιστικός σύμβουλος, και β] γνώριζαν ότι για να καταστούν μεριδούχοι αμοιβαίων κεφαλαίων έπρεπε να καταθέσουν οι ίδιοι το ανάλογο χρηματικό ποσό στον τραπεζικό λογαριασμό της δεύτερης εναγόμενης εταιρείας, ήταν αβάσιμοι, αφού ο Ζ1 δεν λειτουργούσε αυτόνομα, αλλά βοηθώντας αρχικά την ασφαλιστική σύμβουλο της πρώτης εναγόμενης εταιρείας σύζυγό του, και μεταγενέστερα με την ίδια ιδιότητα [του ασφαλιστικού συμβούλου] έπειθε τους ενάγοντες να του καταβάλουν τα προαναφερθέντα χρηματικά ποσά με την προβολή της μεγάλης ευρωστίας των εναγόμενων εταιρειών και της εμπιστοσύνης με την οποία τον περιέβαλαν.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι ήταν βάσιμη η αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά τα ανωτέρω ποσά της θετικής ζημίας τους και κατά παραδοχή των σχετικών λόγων της εφέσεώς τους, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντιθέτως, υποχρέωσε τις αναιρεσείουσες να καταβάλουν εις ολόκληρο, στους αναιρεσίβλητους προς αποζημίωσή τους τα ανωτέρω ποσά, επιπλέον δε και χρηματική ικανοποίηση 5.000 ευρώ στον καθένα για την ηθική βλάβη που τους προκλήθηκε.

Έτσι που έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα της σχέσης προστήσεως μεταξύ του Ζ1 και των εταιρειών "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ" και "ΙΝΤΕΡΤΡΑΣΤ", κατά το χρονικό διάστημα 1995 έως το Δεκέμβριο του 1999, από την ύπαρξη της οποίας εξαρτάται και η αντικειμενική ευθύνη των εν λόγω εταιρειών για τη ζημία των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων κατά τα έτη 1996 έως 1999, και τη ζημία της τρίτης κατά τα έτη 1995 έως 1999, διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες.

Αφού ως προς μεν την πρώτη αναιρεσείουσα εταιρεία "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ", αναφέρει μόνο, σε σχέση προς το ζήτημα αυτό, ότι πριν από το Δεκέμβριο του 1999, όταν Ζ1 απέκτησε την άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του ασφαλιστικού συμβούλου, οπότε και κατάρτισε με αυτή σύμβαση παραγωγικής συνεργασίας και του ανέθεσε και το έργο της ανεύρεσης επενδυτών για την πώληση μεριδίων των αμοιβαίων κεφαλαίων της, η σύζυγός του Ζ2 συνεργαζόταν με την πρώτη εναγομένη ως ασφαλιστικός της σύμβουλος, αλλά και ο ίδιος άτυπα...διενεργώντας παράλληλα και τη διαμεσολάβηση για την πώληση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων", και αλλού ότι "ο ανωτέρω Ζ1 δεν λειτουργούσε αυτόνομα, αλλά βοηθώντας αρχικά την ασφαλιστική σύμβουλο της πρώτης εναγόμενης, σύζυγό του, και μεταγενέστερα με την ιδιότητα του ασφαλιστικού συμβούλου και αυτός...".

Από τα ανωτέρω όμως δεν προκύπτει αν το έργο της εξεύρεσης επενδυτών και διαμεσολάβησης στην πώληση των μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, για το άνω κρίσιμο διάστημα, είχε ανατεθεί σ' αυτόν από την πρώτη αναιρεσείουσα ή από την σύζυγό του, ενώ περαιτέρω, δεν αναφέρεται αν η τελευταία είχε την εξουσία από την προστήσασα αυτήν εταιρεία, αφενός μεν να διαμεσολαβεί και για την πώληση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, αφετέρου δε να αναθέτει το έργο αυτό και σε τρίτους.

Καθόσον δε αφορά τη δεύτερη αναιρεσείουσα εταιρεία "ΙΝΤΕΡΤΡΑΣΤ", η απόφαση δεν αναφέρει καθόλου αν για το πριν του Δεκεμβρίου του 1999 χρονικό διάστημα ο Ζ1 υπήρξε προστηθείς ή έστω υποπροστηθείς της. Περαιτέρω, η απόφαση έχει ανεπαρκή και ασαφή αιτιολογία και ως προς το ζήτημα της ζημίας των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων για το ποσό των 12.826.000 δρχ. (κονδύλιο υπ' αριθ. 32) ως προς την οποία αναφέρεται μόνο ότι οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι κατέβαλαν "την 8.8.2001 για μεταφορά 1815 μετοχών το ποσό των 12.826.000 δρχ.", χωρίς όμως να αναφέρεται η συγκεκριμένη αιτία από την οποία προέκυψε η ζημία αυτή, ώστε να μπορεί να κριθεί περαιτέρω αν η ζημία αυτή βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια προς την ανωτέρω υπηρεσία της διαμεσολάβησης στην πώληση αμοιβαίων κεφαλαίων που του είχε ανατεθεί από τις αναιρεσείουσες.

Επομένως το Εφετείο, με το να διαλάβει ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς τα άνω ουσιώδη ζητήματα, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ κατά τον βάσιμο, όπως εκτιμάται δεύτερο λόγο των αναιρέσεων, κατά το οικείο μέρος του, όπως ο λόγος αυτός συμπληρώνεται με την εισήγηση καθόσον αφορά την αναίρεση της πρώτης εταιρείας [ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΑΕ], ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός.

Κατά τα λοιπά, και ειδικότερα ως προς την ύπαρξη σχέσης προστήσεως μεταξύ του Ζ1 και των αναιρεσειουσών κατά το χρονικό διάστημα 2000 έως το 2002, και συνακόλουθα ως προς την αντικειμενική ευθύνη των αναιρεσειουσών για τις υπόλοιπες θετικές ζημίες που υπέστησαν οι αναιρεσίβλητοι στο διάστημα αυτό, η απόφαση δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 914, 922, 926 του ΑΚ που εφάρμοσε, ούτε κάποια διάταξη του ν. 1969/1991 και ιδίως τις διατάξεις των άρθρων 16 και 20 αυτού, τις οποίες δεν εφάρμοσε, ούτε και ήταν στην προκείμενη περίπτωση εφαρμοστέες, αφού οι διατάξεις αυτές, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν αποκλείουν τη δυνατότητα στις ΕΔΑΚ ή στις ασφαλιστικές εταιρείες, που διαμεσολαβούν ως αντιπρόσωποι των τελευταίων, να συνάπτουν με τρίτα πρόσωπα συμβάσεις με αντικείμενο τη διάθεση σε τρίτους και μεριδίων των ανωτέρω αμοιβαίων κεφαλαίων.

Εξάλλου, η απόφαση έχει νόμιμη βάση διότι διαλαμβάνει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 305 αρ. 4 και 340 εδ. β΄ του ΚΠολΔ αιτιολογία, η οποία δεν είναι αντιφατική ή ανεπαρκής, αφού αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου, και δη περί συνδρομής των στοιχείων α) της επ' ευκαιρία της υπηρεσίας και καθ' υπέρβαση των ορίων των καθηκόντων του προστηθέντος ενέργειας, β) της εσωτερικής συνάφειας μεταξύ της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί και της ζημιογόνου συμπεριφοράς του και γ) της ως προς την πραγματική κατάσταση άγνοιας των αναιρεσιβλήτων.

Κατ' ακολουθίαν, είναι αβάσιμοι, οι αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, δεύτερος και τρίτος, όπως ο τελευταίος εκτιμάται, κατά το οικείο μέρος τους, λόγοι των αιτήσεων.

ΙΙΙ.- Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά δε τη διάταξη του αρ. 19 του ίδιου άρθρου, επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" κατά τη διάταξη του αρ. 8 και ως "ζήτημα" κατά τη διάταξη του αρ. 19 του άνω άρθρου, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση [επομένως στηρίζουν το αίτημα] αγωγής ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής.

Επί αγωγής αποζημιώσεως από αδικοπραξία προστηθέντος, που τελέστηκε με απάτη, οι ισχυρισμοί του εναγόμενου προστήσαντος, ότι α] η ζημία του εξαπατηθέντος δεν προήλθε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του προστήσαντος αλλά από δραστηριότητα του προστηθέντος που δεν εμπίπτει στον επιχειρηματικό, επαγγελματικό ή κοινωνικό κύκλο δράσης του προστήσαντος, και β] ο εξαπατηθείς ενάγων γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν αποτελούν πράγμα, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της βάσεως της αγωγής (ΑΠ 574/06).

Επομένως, είναι απαράδεκτος ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 και 19 ΚΠολΔ τρίτος, κατά το οικείο μέρους του, λόγος των αιτήσεων, που μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν έλαβε υπόψη, άλλως διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τους ισχυρισμούς των εναγόμενων - αναιρεσειουσών, α] ότι η ζημία των εναγόντων προήλθε από ιδιωτική συναλλαγή του Ζ1 με αυτούς [σύμβαση δανείου], και 2] ότι αποκλειστικά υπαίτιοι άλλως συνυπαίτιοι της ζημίας τους ήταν οι ενάγοντες διότι λόγω της συναλλακτικής εμπειρίας τους, γνώριζαν την πραγματική κατάσταση (ο Ζ1 δεν επιτρεπόταν να παραλαμβάνει χρήματα).

VI.-Μετά από τα παραπάνω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, εν μέρει, και δη ως προς τα προσβαλλόμενα με τις αιτήσεις αναιρέσεως κεφάλαιά της σε σχέση με την ύπαρξη πρόστησης (ή υποπρόστησης) μεταξύ των αναιρεσειουσών και του Ζ1 κατά τα προαναφερόμενα χρονικά διαστήματα, και της ζημίας των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων για το ποσό των 12.826.000 δρχ., και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2758/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, στη σύνθεση του οποίου θα μετάσχουν άλλοι δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών εκ χιλίων πεντακοσίων [1.500] ευρώ για καθεμία.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιουλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ