Legislator Case Law & Legislation
1784/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of legal grounds and failure to cite violated substantive law provisions.

Case Number 1784/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's final decision regarding property ownership. The appellant argued that the lower court violated substantive law by considering facts not presented, but the court found this argument inadmissible due to its vagueness and lack of specific legal citations. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the alleged violation of substantive law is inadmissible if it fails to cite the specific provision violated and does not provide the necessary premises for the lower court's decision.

Keywords

AI generated
appeal admissibility substantive law violation legal reasoning property ownership legal costs Code of Civil Procedure fact-finding review

Cited Legislation

AI generated
Article 495, 552, 553, 556, 558, 560, 564 para. 1, 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 560 no. 5 of the Code of Civil Procedure
Article 106, 335 and 338 of the Code of Civil Procedure
Article 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1784 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1784/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κ. Ε., συζύγου Κ. Σ., το γένος Μ. Χ. και Φ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Μπορδόκα, που ανακάλεσε την από 1-10-2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Τ. Σ. του Σ. και της Ν., συζύγου Ρ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παναγιωτίδη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-2-2020 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 16-9-2020 προσεπίκληση της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Διδυμοτείχου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 26/522/15/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-3-2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 9-3-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η κατά την τακτική διαδικασία και κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθμ. 26/522/15/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας, που δίκασε ως Εφετείο, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 9-8-2021 έφεση της αναιρεσείουσας, κατά της υπ' αριθμ. 18/2021 απόφασης του Ειρηνοδικείου Διδυμοτείχου, που απέρριψε την από 16-2-2020 (αριθμ.καταθ. 16/2020) περί διεκδικητικής κυριότητας αγωγή της ενάγουσας -αναιρεσείουσας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495, 552, 553, 556, 558, 560, 564 παρ. 1 566παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (577παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά το άρθρο 560 αριθ. 5 Κ.Πολ.Δ., που είναι ταυτόσημο με τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ίδιου κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη, λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβάσιμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.

Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων.

Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.ΑΠ 3/1997, Α.Π. 1153/2020).

Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη, ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ1103/2011).

Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Α.Π. 348/2023, ΑΠ 550/2017).

Συνακόλουθα η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ.), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (Κ.Πολ.Δ. 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παράβαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό είτε αν τα πραγματικά γεγονότα, που συγκροτούν ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.

Για το ορισμένο αυτού του λόγου, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 1551/2018, ΑΠ 319/2017).

Και τούτο, διότι, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο μπορεί να κριθεί αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται τελικά, κατά τα προεκτιθέντα, η ευδοκίμηση της αναίρεσης. Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 1551/2018), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος αλλά ούτε από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση, που προσβάλλεται με αναίρεση, διότι, εκτός των άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που να μην συνιστούν σφάλμα και να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως το ανωτέρω αποτέλεσμα να ήταν διαφορετικό ( Α.Π. 348/2023, ΑΠ 972/2022, ΑΠ 892/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. και επί λέξει όπως διατυπώνεται στο αναιρετήριο ότι "Ως προς το πραγματικό γεγονός που αναφέρεται στο χρόνο αποκλειστικής χρήσεως από μέρους εμού και της οικογενείας μου του επιδίκου οικοπεδικού τμήματος εκτάσεως 300,73 τ.μ.

μετά της ισογείου οικίας εμβαδού 40,34 τ.μ. (1995 και μετέπειτα) που βρίσκεται εντός του οικισμού Αγριάνης Π.Ε. Έβρου, το οποίο περιήλθε σε εμέ δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-2017 συμβολαίου δωρεάς της Συμβολαιογράφου Διδυμοτείχου Φ. Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα στο Υποθηκοφυλακείο Διδυμοτείχου (τόμος 1063 και αυξ. αριθμ.46).

Το γεγονός αυτό απεδείχθη πλήρως από τις προσκομιζόμενες με επίκληση: 1) υπ' αριθμ. ...-2020 ένορκη βεβαίωση......... 2) την υπ' αριθμ. ...-2021 ένορκη βεβαίωση....... 3) την υπ' αριθμ. ...-2021 ένορκη βεβαίωση...... και 4) την υπ' αριθμ. ...-2021 ένορκη βεβαίωση........ Δεδομένης την επίκλησή τους δε από μέρους της προσβαλλομένης ως νόμιμα αποδεικτικά μέσα, διότι δεν υπήρξε άλλωστε κανένας αντίλογος από μέρους της αντιδίκου και χωρίς την προσκομιδή κανενός αποδεικτικού νόμιμου μέσου από μέρους της για την αντίκρουση αυτών και της επίδικης αγωγής μου και από το περιεχόμενό τους προέκυπτε ρητά και ανεπιφύλακτα η δωρεά που τελέστηκε στο πρόσωπο του συζύγου μου Κ.

Σ. από τον πατέρα του Χ. Κ. που εγένετο το έτος 1995 και η αποκλειστική χρήση αυτού έκτοτε από την οικογένειά του. Η δε οικογένεια της αντιδίκου ουδέποτε είχε σχέση με το επίδικο ακίνητό μου, αφού η αντίδικος και ο σύζυγός της Ρ. Κ. για μια ολόκληρη ζωή ζούσαν σε άλλη γειτονιά και όχι στο επίδικο ακίνητο μαζί με την Ν.

Δ., που είχε τον σύζυγό της ως "ψυχοπαίδι", εν αντιθέσει με τις προσκομιζόμενες από μέρους της αντιδίκου υπεύθυνες δηλώσεις του Ν. 1599/1986............ οι οποίες εκρίθηκαν από την προσβαλλομένη ανεπίτρεπτα αποδεικτικά μέσα. Η προσβαλλομένη παραβιάζοντας ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 106 Κ.Πολ.Δ. (το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν), έκρινε παντελώς αυθαίρετα και χωρίς να γίνει χρήση από μέρους της αντιδίκου κανενός νόμιμου αποδεικτικού μέσου και δη μάρτυρες ότι δεν τελέστηκε δωρεά στον δικαιοπάροχο σύζυγό μου το επίδικο ακίνητο από τον πατέρα του το έτος 1995, με το σκεπτικό ότι αυτός ζούσε εντός του επιδίκου μέχρι και το έτος 2001, γιατί εγώ και η οικογένειά μου ήμασταν κάτοικοι Γερμανίας και διαμέναμε εντός αυτού για μικρό χρονικό διάστημα και οι λογαριασμοί για τις κοινωφελείς παροχές ήταν αμελητέοι ως προς το ύψος τους και ως εκ τούτου δεν τίθεται ζήτημα κτήσης από μέρους μου του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία.".

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, είναι απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος, διότι οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, αλλά ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το δικαστήριο της ουσίας και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης από τον αρ. 6 του 560 Κ.Πολ.Δ., η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών αιτιολογιών και επί λέξει όπως διατυπώνεται στο αναιρετήριο ότι "Παρά το γεγονός ότι η προσβαλλομένη εδέχθη παντελώς αυθαίρετα ότι ήτο αδύνατη η δωρεά στον δικαιοπάροχο σύζυγό μου Κ.

Σ. από τον πατέρα του Χ. Κ. γιατί ο τελευταίος ζούσε επί της επίδικης κατοικίας μέχρι και το έτος 2001, στο ίδιο περιεχόμενό της δέχεται αβίαστα και χωρίς κανένα στοιχείο ότι επ' αυτής ζούσε η οικογένεια της αντιδίκου (παρά το ότι αυτή διέμενε σε άλλη γειτονιά) κάνοντας επίκληση του υπ'αριθμ. ...-2018 συμβολαίου.

Στο συμβόλαιο αυτό φέρεται ότι μεταβιβάζει προς την αντίδικο την κυριότητα η Ν. Δ., κυριότητα που δήθεν απέκτησε η ίδια με έκτακτη χρησικτησία, την οποία εν τέλει στην προκειμένη περίπτωση δέχθηκε η προσβαλλομένη ότι ο αρχικός ιδιοκτήτης της επίδικης κατοικίας δεν το δώρησε στο δικαιοπάροχο σύζυγό μου το επίδικο ακίνητο, γιατί αυτός ζούσε μέχρι και το έτος 2001 όπου και απεβίωσε αλλά στην έτερη θυγατέρα του Ν.

Δ. προφανώς το εδώρησε, κρίνοντας ότι η αντίδικος απέκτησε αυτό δι' εκτάκτου χρησικτησίας.

Συνεπώς από τα ανωτέρω προκύπτει ευθέως η αντιφατική κρίση και το αντιφατικό περιεχόμενο της προσβαλλομένης που δέχεται τη χρήση του επιδίκου από το Χ. Κ. μέχρι το έτος 2001 και ταυτόχρονα κτήση του δικαιώματος της αντιδίκου με το υπ' αριθμ. συμβόλαιο και τίτλο κτήσεως με χρησικτησία της δικαιοπαρόχου της Ν.

Δ., είναι προφανές ότι οι σκέψεις της προσβαλλομένης εμπεριέχουν αντιφατικούς συλλογισμούς διότι τα δικαιώματα αυτά, ήτοι της αποκλειστικής χρήσης του ακινήτου από τον δικαιοπάροχο του ενός (Χ. Κ.) μέχρι το έτος 2001 αυτοδίκαια αποκλείει τη χρήση από την δικιαοπάροχο της αντιδίκου (Ν. Δ.) με έκτακτη χρησικτησία κατά τα έτη από 1980 έως το 2018 που προέβη στην δωρεά στην αντίδικο δυνάμει του .../2018 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Διδυμοτείχου Φ.

Σ. Η προσβαλλομένη συνεπώς χρησιμοποιεί προφανώς δύο μέτρα και δύο σταθμά τα οποία έρχονται ευθέως σε αντίφαση και αντίθεση". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, καθώς στο οικείο δικόγραφο, δεν γίνεται μνεία της διατάξεως, ή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκαν, ούτε το περιεχόμενο αυτής ή αυτών, ούτε παρατίθενται σε αυτό με πληρότητα οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, αλλά αντίθετα σε αυτόν διαλαμβάνονται, εντελώς περιορισμένες και αποσπασματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, και όχι, έστω και συνοπτικά, όλες οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για την μη κτήση κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από την αναιρεσείουσα υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε αναφέρεται το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή ουσιαστικού νόμου, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ.

λόγου αναίρεσης. Πέραν τούτου υπό το πρόσχημα της θεμελίωσης του λόγου αυτού αναιρέσεως πλήττεται αποκλειστικά η εκτίμηση από το Μονομελές Πρωτοδικείο πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση) καθ' εαυτή δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Συνακόλουθα, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της 226/2022 τελεσίδικης απόφασης του δικάσαντος ως Εφετείο Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης κατά το σχετικό αίτημά της (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) και κατά τα οριζόμενα στον διατακτικό.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 9-3-2023 αίτηση για αναίρεση της 26/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας που δίκασε ως Εφετείο.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ