Supreme Court allows appeal against social security debt ruling due to insufficient evidence of permanent insolvency.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court accepted the appellant's appeal against a final judgment ordering social security debt repayment. The lower court failed to verify the appellant's specific monthly income and family expenses, which are necessary to prove permanent insolvency. Consequently, the appeal was allowed, and the case was remitted to a different judge in the First Instance Court for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 495, 560, 744, 759 of the Code of Civil Procedure; In voluntary jurisdiction cases, the court must independently verify facts regarding insolvency to justify a permanent inability to pay debts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1784 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1784/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Τ. Π. Κ. Δ." (Τ..Π..Κ..Δ..), που εδρεύει στην ……και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Σ. του Ν., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. E. Α." και ήδη "Τ. E. Α. Ε." και δ.τ. "E.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Ν. Τ. Τ. Ε. Α." (πρώην "Τ. Τ. Ε. Α.") και 3) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ο. Α. Ε. Δ." (ΟΑΕΔ) και ήδη "Δ. Υ. Α." (Δ.ΥΠ.Α.), που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ο. Ε. Κ." (ΟΕΚ), εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα Κουντούρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 2η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γαρυφαλλιά Γιαννακούρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία στην εν λόγω από 14-3-2023 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις της δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας και το 3ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περικλή Αγγελίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις (την ως άνω μεταβολή του αναιρεσιβλήτου τη δήλωσε με την από 20-2-2023 δήλωση του άρθρου 242 ΚΠολΔ).
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-4-2013 αίτηση του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κρωπίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 257/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2057/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-4-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 495 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, τα ένδικα μέσα, μεταξύ των οποίων και εκείνο της αιτήσεως αναιρέσεως, ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, το οποίο έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Για την κατάθεση συντάσσεται έκθεση, κατά δε το άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, "αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναιρέσεως είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη".
Με την ως άνω διάταξη καθιερώνεται η διετής καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως. Περαιτέρω, στην παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 ορίζεται ότι: "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.
Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες ασκήσεως ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ στην παρ.1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής αποφάσεως του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α' 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.
Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους".
Τέλος, κατά μεν την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν 4792/2021 "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορονοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β* 1194)", ήτοι η 6.4.2021", κατά δε τη μεταγενέστερη επίσης ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 49 του Ν."1.
Κατά την αληθή έννοια του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 (Α' 104) και του πρώτου εδάφιου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α'48) ως προθεσμίες ασκήσεως ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που ανεστάλησαν κατά το διάστημα από 13.3.2020 ως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας [π.δ. 503/1985, (Α' 182), ΚΠολΔ], 2.
Κατά την αληθή έννοια του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 και του τρίτου εδαφίου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 ως προθεσμίες ασκήσεως ενδίκων μέσων των οποίων παρατείνεται η λήξη νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ".
Είναι σαφές, επομένως, ότι οι παραπάνω διατάξεις εφαρμόζονται και στην καταχρηστική προθεσμία της ασκήσεως των ενδίκων μέσων και άρα και της αναιρέσεως και επομένως το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας δεν υπολογίζεται στην καταχρηστική προθεσμία ασκήσεως της αναιρέσεως (ΑΠ 632/2023, ΑΠ 987/2022, ΑΠ 1130/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 13-7-2021 και με αριθμό κατ. …./…/16-4-2021 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η με αριθ. 2057/18-2-2019 τελεσίδικη απόφαση του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, επί της από 11-4-2017 και με αριθμό κατ. …../…./20-4-2017 εφέσεως του αιτούντος- εκκαλούντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου και επί της από 15-4-2018 και με αριθμό κατ.
…./…./17-4-2018 εφέσεως του τρίτου καθ'ου η αίτηση εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμ. 257/2016 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Κρωπίας και αφορά υπόθεση του Ν. 3.869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", με την οποία η αίτηση έγινε δεκτή εν μέρει ως βάσιμη κατ'ουσίαν (ως προς την πρώτη και το τρίτο των καθ'ων και ήδη αναιρεσείον).
Με την προσβαλλομένη απόφαση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αφού συνεκδίκασε τις εφέσεις δέχθηκε αυτές τυπικά και στη συνέχεια απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος, δέχθηκε εν μέρει κατ'ουσίαν την έφεση του πρώτου αναιρεσιβλήτου ως προς τους πρώτη και τρίτο των εφεσιβλήτων, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ως προς τους προαναφερομένους εφεσίβλητους αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε αυτήν κατ' ουσίαν, δέχθηκε εν μέρει την αίτηση κατ'ουσίαν, ρύθμισε τα χρέη του αιτούντος, με μηνιαίες καταβολές του προς τους προαναφερθέντες πιστωτές του, εξαίρεσε από την εκποίηση το εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητάς του στην κύρια κατοικία του και υποχρέωσε αυτόν να καταβάλει για την διάσωσή της, στους πιστωτές του αναφερόμενο μηνιαίο ποσό για το αναφερόμενο χρονικό διάστημα.
Η ένδικη αίτηση αναιρέσεως του τρίτου καθ'ου η αίτηση και ήδη αναιρεσείοντος, που ασκήθηκε με την κατάθεσή της στις 16-4-2021 στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, δεδομένου ότι από την επομένη της δημοσίευσης της με αριθ. 2057/18-2-2019 αποφάσεως του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου (19-2-2019) άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, θα έληγε στις 19-2-2021, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13-3-2020 έως 31-5-2020 (2 μήνες και 18 ημέρες) και από 7-11-2020 έως 6-4- 2021 (5 μήνες) και συνολικώς χρονικού διαστήματος 7 μηνών και 18 ημερών, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 74 παρ.1 εδ.α του Ν. 4690/2020 και 83 παρ.1 εδ.α του Ν. 4790/2021, δεν είχε συμπληρωθεί αυτή (διετής προθεσμία) κατά την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον του Εφετείου Αθηνών στις 16-4-2021.
Συνακόλουθα, η ως άνω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπροθέσμως και νομοτύπως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1, 577,741 και 769 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, εφόσον η ένδικη από 17-4-2013 αίτηση του αναιρεσιβλήτου περί υπαγωγής του στις διατάξεις του νόμου 3869/2010 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κρωπίας κατατέθηκε στις 18-4-2013, ήτοι πριν την αντικατάστασή του με τον ως άνω νόμο 4336/2015], ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 2 του εν λόγω νόμου (όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το ν. 4336/2015), "αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές...το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητούμενων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή του οφειλέτη.
Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου, και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών (άρθρ. 16 παρ. 2 ν.4161/2013), ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο".
Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες θεσμοθετούν τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματα του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Η εξόφληση των χρηματικών απαιτήσεων των πιστωτών πραγματοποιείται κατά βάση με τις μηνιαίες καταβολές του άρθρου 8 παρ.2 για το αναφερόμενο εκεί χρονικό διάστημα που ορίζονται από το δικαστήριο. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειας του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.
Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας. Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ.
Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (Α.Π. 552/2020, ΑΠ 1379/2019, Α.Π. 882/2019, Α.Π. 52/2019, Α.Π. 551/2018). Επισημαίνεται ότι τα εισοδήματα από εργασία πρέπει να αναγράφονται στη σχετική δικαστική απόφαση καθαρά, καθώς μόνο το καθαρό εισόδημα διατίθεται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη (και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του). (Α.Π. 144/2023, Α.Π. 1678/2022, Α.Π. 552/2020).
Περαιτέρω, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσης του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 Π.Κ., που ορίζει ότι "Με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξεως. Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".
Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει αυτήν.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ. ΑΠ 4/2010, Ολ. ΑΠ 8/2005, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 297/2007).Επιπλέον, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφιο α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη αυτής. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωση του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017).
Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρο 1, άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναιρέσεως "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών και: α) έστω και συνοπτικά (Ολ Α.Π. Διοικ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ), οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια, επιπλέον, περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολ.
Α.Π. 20/2005). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπ' όψιν διατάξεως του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του Κ.Πολ.Δ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (Ολ.
Α.Π. 9/2016, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 1162/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2057/2019 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "...Ο αιτών και ήδη εκκαλών-εφεσίβλητος Α.
Σ. (ήδη αναιρεσίβλητος) είναι 46 ετών και έγγαμος με την Ε. Α.. Από το γάμο τους έχουν αποκτήσει δύο τέκνα, ηλικίας σήμερα 15 και 10 ετών. Είναι δημόσιος υπάλληλος και συγκεκριμένα εργάζεται στην Ε… (Ε…) με καθαρές μηνιαίες αποδοχές σήμερα 913 ευρώ, ενώ δεν διαθέτει άλλη πηγή εισοδήματος ούτε αναμένεται βελτίωση της οικονομικής του κατάστασης.
Η σύζυγος του, η οποία επίσης έχει υποβάλει αίτηση υπαγωγής στο Ν. 3869/2010, εργάζεται ως ιδιωτική υπάλληλος με την ειδικότητα της γραμματέως στην εταιρία με την επωνυμία "T. Ε. Α..Ε.." με μηνιαίες καθαρές αποδοχές 1.240 ευρώ, ενώ λαμβάνει και ετησίως το ποσό των 125 ευρώ από την εκμίσθωση ενός αγροτεμαχίου. Επομένως το μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα ανέρχεται περίπου στα 2.160 ευρώ.
Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την υποβολή της αιτήσεως, ο αιτών και ήδη εκκαλών-εφεσίβλητος είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία θεωρούνται κατά πλάσμα δικαίου μετά την κοινοποίηση της αιτήσεως ληξιπρόθεσμα, υπολογίζονται δε με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο αυτό, με εξαίρεση τα εμπραγμάτως εξασφαλισμένα, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της αποφάσεως .
Ειδικότερα: 1) Από την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τ. Τ. Ε. Α.Τ.Ε.", οιονεί καθολική διάδοχος της οποίας είναι η εφεσίβλητη "Τ. E. E. Α..Ε.." του χορηγήθηκαν α) στεγαστικό δάνειο με την υπ' αριθ. …… σύμβαση (νέος αριθμός σύμβασης …….) για το οποίο οφείλει συνολικό ποσό μαζί με τους τόκους 119.006,81 ευρώ και β) στεγαστικό δάνειο με την υπ' αριθ.
……σύμβαση (νέος αριθμός σύμβασης …….) για το οποίο οφείλει συνολικό ποσό, μαζί με τους τόκους, 54.362,01 ευρώ, όπως τα παραπάνω ποσά προκύπτουν από την από 21.10.2015 βεβαίωση οφειλών που προσκομίζει ο αιτών και ήδη εκκαλών-εφεσίβλητος, καθώς δεν προσκομίζονται στοιχεία για το ύψος των οφειλών κατά το χρόνο έκδοσης της εκκαλουμένης αποφάσεως .
Οι παραπάνω απαιτήσεις είναι εξασφαλισμένες με προσημειώσεις υποθήκης, στο ακίνητο του αιτούντος και ήδη εκκαλούντος-εφεσιβλήτου, που όπως κατωτέρω εκτίθεται αποτελεί την κύρια κατοικία του. 2) από το τρίτο καθ' ου και ήδη εφεσίβλητο (ήδη αναιρεσείον) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Τ. Π. Κ. Δ." χορηγήθηκε στον αιτούντα και ήδη εκκαλούντα-εφεσίβλητο δάνειο μικροεπισκευών, με την από 18.4.2011 σύμβαση (αριθ.
λογαριασμού ….), για το οποίο οφείλει συνολικό ποσό μαζί με τους τόκους 13.667,91 ευρώ, όπως το ποσό αυτό προέκυψε από την υπ' αριθ. …../17.11.2015 επιστολή του εν λόγω πιστωτή, που προσκόμισε ο αιτών και ήδη εκκαλών-εφεσίβλητος, απορριπτομένου του ισχυρισμού του καθ' ου και ήδη εκκαλούντος εφεσιβλήτου ΝΠΔΔ περί εσφαλμένης διάγνωσης του ύψους της οφειλής και συνακόλουθα του σχετικού λόγου εφέσεως .
Συνεπώς το σύνολο των οφειλών ανέρχεται στο ποσό των 187.036,73 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο αιτών και ήδη εκκαλών-εφεσίβλητος έχει περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία να πληρώνει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές του, η δε αδυναμία του αυτή οφείλεται στη μείωση που υπέστη στις αποδοχές του από το έτος 2012 καθώς και στη μείωση των αποδοχών της συζύγου του.
Ειδικότερα, το έτος 2009 προκύπτει ότι το ετήσιο εισόδημά του ανερχόταν σε 13.557,73 ευρώ (ήτοι 1.130 ευρώ μηνιαίως) ενώ το 2011 το μηνιαίο εισόδημα της συζύγου του ανερχόταν σε 1.406,15 ευρώ. Η αδυναμία του δεν οφείλεται επομένως σε δόλο, απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού ισχυρισμού περί δολιότητας αλλά και του ισχυρισμού περί μη αδυναμίας πληρωμής, και συνακόλουθα απορριπτομένων και των σχετικών λόγων εφέσεως του καθ' ου και ήδη εκκαλούντος-εφεσιβλήτου ΝΠΔΔ που επανέφερε τους εν λόγω ισχυρισμούς ...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο (εκτός των άλλων λόγων εφέσεως που δεν αποτελούν αντικείμενο της προκείμενης αναιρετικής δίκης) το λόγο εφέσεως περί μη συνδρομής στο πρόσωπο του αιτούντος της προϋποθέσεως της μόνιμης ανυπαίτιας αδυναμίας πληρωμής των χρεών του, που είχε προτείνει πρωτοδίκως και είχε επαναφέρει με την έφεσή του το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., στη συνέχεια, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία την από 15-4-2018 και με αρ.
κατάθ. …./…./16-4-2018 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. κατά της εκκαλούμενης υπ'αριθ. 257/2016 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Κρωπίας.
Ήδη με τον μοναδικό λόγο της της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ, παραθέτοντας τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως που ενδιαφέρουν στην παρούσα αναιρετική δίκη, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι χωρίς καμία άλλως ανεπαρκή αιτιολογία δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμο τον ισχυρισμό του αιτούντος (ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου) ότι αυτός περιήλθε σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρεών του, απέρριψε δε τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., τον οποίο αυτό ως εκκαλούν παραδεκτά επανέφερε με την έφεσή του, με τον οποίο υποστήριζε ότι αυτός (αιτών και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) δεν είχε περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των ληξιπροθέσμων χρεών του.
Ότι συγκεκριμένα στην προσβαλλόμενη ουδόλως αναφέρονται α) οι χρόνοι συνομολόγησης των δανείων του πρώτου αναιρεσιβλήτου (πλην του αναφερομένου στην προσβαλλομένη απόφαση χρόνου της συνάψεως της συμβάσεως με το αναιρεσείον Τ.Π.Κ.Δ.), καθώς και οι μηνιαίες δόσεις των δανείων κατά το χρόνο συνάψεως αυτών, β) τα εισοδήματα του αιτούντος κατά το χρόνο αναλήψεως των δανειακών του υποχρεώσεων και, ειδικώς, κατά το έτος 2011, χρόνο λήψεως του δανείου από το αναιρεσείον, 3) η μηνιαία δόση την οποία όφειλε να καταβάλει ο αιτών το έτος 2011 στους πιστωτές του, αλλά και κατά το χρόνο ασκήσεως της αιτήσεώς του, 4) η εξέλιξη των εισοδημάτων του από τον χρόνο δανεισμού του και, ιδίως, από το 2011, χρόνο λήψεως του δανείου από το αναιρεσείον έως το χρόνο συζητήσεως της αιτήσεως του στο ακροατήριο (Νοέμβριο 2015), 5) ποια είναι η ουσιώδης μείωση των εισοδημάτων του αιτούντος κατά το χρόνο ασκήσεως της αιτήσεώς του, η οποία να αιτιολογεί την μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των ληξιπροθέσμων χρεών του και 6) ποιο το ακριβές ύψος του κόστους διαβιώσεως του αιτούντος και της οικογενείας του (των προστατευομένων μελών του), κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, ώστε αυτό (δικαστήριο) συγκρίνοντας τα εισοδήματά του με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και τις οφειλόμενες μηνιαίως δόσεις που θα έπρεπε να καταβάλλει ο αιτών στους πιστωτές του, καθώς και το ποσό των βιοτικών του αναγκών να καταλήξει με πλήρη αιτιολογία στο συμπέρασμα κατά πόσο τα εισοδήματα αυτά ήταν ή όχι επαρκή για την εξυπηρέτηση των δανειακών του υποχρεώσεων.
Ότι συνεπεία των προαναφερομένων ελλείψεων δεν προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με πλήρη αιτιολογία εάν τα εισοδήματα του αιτούντος ήταν επαρκή ή όχι για την εξυπηρέτηση των δανειακών υποχρεώσεών του. Από το προεκτεθέν και αυτολεξεί παρατεθέν (κατά το μέρος που αφορά την παρούσα αναιρετική δίκη) περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι με τις ανωτέρω παραδοχές του το, ως Εφετείο δίκασαν, Δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ.
και τούτο διότι, ενώ προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη το ύψος των ετησίων εισοδημάτων του αιτούντος το έτος 2009 (και της συζύγου του το έτος 2011), ωστόσο δεν προσδιορίζεται αφενός το ύψος των βιοτικών αναγκών του αιτούντος και της οικογενείας του (συζύγου του και των δύο ανηλίκων τέκνων τους) και αφετέρου το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων του για την εξυπηρέτηση των δανειακών του υποχρεώσεων.
Κρίνοντας έτσι, το εν λόγω Δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικώς με το κρίσιμο ζήτημα της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών των χρεών του πρώτου αναιρεσιβλήτου, το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ανεπαρκείς αιτιολογίες, με επακόλουθο να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 3869/2010, που προπαρατέθηκε, την οποία, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας, με τον τρόπο αυτό, την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Και τούτο, διότι, αφού δεν προσδιορίζεται το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων του αιτούντος για την εξυπηρέτηση των δανειακών του υποχρεώσεων, ούτε άλλωστε και το ύψος των βιοτικών αναγκών του και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, δεν είναι δυνατός ο έλεγχος, προκειμένου να διακριβωθεί, από την αντιπαραβολή των καθαρών εισοδημάτων του (ρευστότητα), που διατίθενται μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του αιτούντος και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, ήτοι για την αξιοπρεπή διαβίωσή τους, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει, όπως έχει προεκτεθεί, να εξετάζεται η επίμαχη αδυναμία πληρωμών (βλ.
και ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 1208/2017), με τα χρηματικά ποσά που απαιτούνται, παράλληλα, για τη μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, αν ο πρώτος αναιρεσίβλητος - οφειλέτης μπορεί να ικανοποιήσει όλα αυτά, οπότε δεν υφίσταται αδυναμία πληρωμών και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, ή αν, αντίθετα, τα εισοδήματά του δεν επαρκούν, οπότε και υπάρχει πράγματι αδυναμία πληρωμής, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη.
Με άλλα λόγια, ενώ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχεται ότι οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ανέρχονταν, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της αποφάσεως , στο ποσό των 913 ευρώ και ότι δεν επαρκούσαν για την κάλυψη, αφενός μεν, των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, αφετέρου δε, των χρηματικών οφειλών του, που ανέρχονταν, επίσης κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της αποφάσεως, στο συνολικό ποσό των 187.036,73 ευρώ, δεν προσδιορίζει ωστόσο το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων του πρώτου αναιρεσιβλήτου - αιτούντος για την εξυπηρέτηση των δανειακών του υποχρεώσεων, ούτε το ύψος των βιοτικών αυτού (αιτούντος) και της οικογενείας τους (προστατευόμενων μελών του), με επακόλουθο να μη δικαιολογείται η κρίση του δικαστηρίου για το ότι ο αιτών έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών του.
Συνεπώς, ο σχετικός, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, μοναδικός λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, με την περαιτέρω επισήμανση ότι στις υποθέσεις (είτε γνήσιες είτε μη γνήσιες) της εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως είναι και η παρούσα (μη γνήσια, κατ' άρθρο 3 εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), καθιερώνεται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακριβώσεως πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 166/2022, Α.Π. 1050/2021, Α.Π. 552/2020, Α.Π. 438/2019, Α.Π. 636/2017).
Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή, ως βασίμου, του ως άνω (μοναδικού) λόγου της, να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συνθεσή του από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), ενώ διάταξη περί επιστροφής παραβόλου δεν ορίζεται διότι το αναιρεσείον ως Ν.Π.Δ.Δ. δεν υποχρεούται στην καταβολή παράβολου. Διάταξη περί επιστροφής παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρον 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998 (Α.Π. 1047/2021, Α.Π. 930/2021, Α.Π. 1150/2019). Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση, που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8, παρ. 6, εδάφ. β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Ολ. Α.Π. 4/2023, Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 658/2022).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2057/2019 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Οκτωβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Νοεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ