1784/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1784/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1784 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1784/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Κ., συζύγου Θ. Κ., το γένος Γ. Λ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Ανδρέα Γαβαλά.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Γ. Κ., του Θ., κατοίκου ... 2) Δ. Κ., του Θ., κατοίκου ..., ως κληρονόμων του αποβιώσαντος Θ. Κ. που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8626/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1346/2014 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-1-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ’ αριθμ. .../13-7-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Π. Ν. και την υπ’ αριθμ. ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Λάρισας Σ. Χ.-Λ., που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 7-1-2017 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1346/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς τους αναιρεσίβλητους για να παραστούν κατά τη συζήτησή της για την παρούσα δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σ’ αυτούς. Όμως, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α’ και γ’ ΚΠολΔ.).
Κατά το άρθρο 498 εδ. β’ Α.Κ., η δωρεά κινητού πράγματος για την οποία δεν συντάχθηκε συμβολαιογραφικό έγγραφο ισχυροποιείται αφότου ο δωρητής παραδώσει το πράγμα στο δωρεοδόχο, κατά δε το άρθρο 513 του ίδιου Κώδικα, με τη σύμβαση της πώλησης ο πωλητής έχει την υποχρέωση να μεταβιβάσει την κυριότητα του πράγματος ή το δικαίωμα, που αποτελούν το αντικείμενο της πώλησης, και να παραδώσει το πράγμα και ο αγοραστής έχει την υποχρέωση να πληρώσει το τίμημα που συμφωνήθηκε.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1034 Α.Κ., για τη μεταβίβαση της κυριότητας κινητού απαιτείται παράδοση της νομής του από τον κύριο σε αυτόν που αποκτά και συμφωνία των δύο ότι μετατίθεται η κυριότητα. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η εμπράγματη σύμβαση για μεταβίβαση της κυριότητας κινητού νοείται ως αναιτιώδης ή αφηρημένη, δηλαδή επάγεται τη μετάθεση της κυριότητας, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή το κύρος της αιτίας.
Τέλος, κατά το άρθρο 1094 Α.Κ., ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της (Ολ.
Α.Π. 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Εξάλλου, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.
Α.Π. 9/2016, Ολ. Α.Π. 15/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι τέλεσαν, μεταξύ τους, νόμιμο γάμο, στην Αθήνα, το έτος 1965, από τον οποίο απέκτησαν δύο τέκνα, τη Γ.
και τον Δ., που γεννήθηκαν τα έτη 1966 και 1970, αντίστοιχα. Το μήνα Αύγουστο 2006, ο εναγόμενος απεχώρησε από τη συζυγική οικία (...) και έκτοτε, μέχρι και το χρόνο συζήτησης της ένδικης αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, οι διάδικοι βρίσκονται σε διάσταση. Πριν από τον άνω γάμο τους και συγκεκριμένα από το έτος 1960, η ενάγουσα διατηρούσε στην Αθήνα, μαζί με την αδελφή της Ν.
Α., ινστιτούτο αισθητικής (αρχικά, στην οδό ... και αργότερα στην οδό ...), στο οποίο εργάστηκε μέχρι το έτος 1966, οπότε, λόγω του επελθόντος γάμου της, έπαυσε να εργάζεται. Ο εναγόμενος ήταν μέτοχος και μέλος του ΔΣ της εταιρίας με την επωνυμία "..." και ήταν ανέκαθεν οικονομικά εύρωστος. Μετά το γάμο της, η ενάγουσα άρχισε να επιδεικνύει ενδιαφέρον (που εξελίχθηκε σε αγάπη) για την τέχνη (ζωγραφική, γλυπτική κλπ), απέκτησε και ειδικές γνώσεις σχετικά με αυτή, γνωρίστηκε με καλλιτέχνες, επισκεπτόταν τις εκθέσεις τους και γενικά, συμμετείχε σε καλλιτεχνικά δρώμενα.
Αντίθετα, ο εναγόμενος δεν διέθετε γνώσεις σχετικά με την τέχνη, ούτε επεδείκνυε ιδιαίτερο ενδιαφέρον γι’ αυτή (δεν διέθετε, άλλωστε, λόγω της εργασίας του, και τον απαιτούμενο χρόνο να ασχοληθεί σχετικά). Πλην, όμως, επηρεαζόμενος, μερικές φορές από την σύζυγό του (ενάγουσα), προέβαινε στην αγορά έργων τέχνης και άλλων αντικειμένων, κυρίως για λόγους επένδυσης και μάλιστα για τα δύο τέκνα του.
Κατά την άνω αποχώρησή του από τη συζυγική οικία, ο εναγόμενος έλαβε μαζί του διάφορα αντικείμενα (έργα τέχνης κ.α.), διατεινόμενος ότι ανήκουν στη δική του κυριότητα. Μεταξύ των πραγμάτων αυτών, είναι και μία συλλογή από πορσελάνη του οίκου "...", που αγοράστηκε κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1969 μέχρι το έτος 1976 και αποτελείται από είκοσι τέσσερα (24) συλλεκτικά κομμάτια αφαιρετικής τέχνης, ζωγραφισμένα με σμάλτο στο χέρι και συγκεκριμένα από: 1) δύο (2) μέτρια πιάτα κινεζικής τεχνοτροπίας, με πράσινα χρώματα δανδελέ, αφηρημένης τέχνης, αξίας, κατά τον χρόνο της αγοράς τους, 10.000 δραχμών (και τα δύο), 2) τρία (3) μεγάλα πιάτα, με σχήμα πουλιών, χρώματος κόκκινου ανοικτού, αφηρημένης τέχνης, αξίας, κατά τον χρόνο της αγοράς τους, 33.000 δραχμών (και τα τρία), 3) ένα (1) μεγάλο πιάτο, κινέζικης τεχνοτροπίας, με διάφορα χρώματα, αφηρημένης τέχνης, αξίας, κατά τον χρόνο της αγοράς του, 11.000 δραχμών, 4) τέσσερα (4) μικρά πιάτα, με διάφορα σχήματα που μοιάζουν με φρούτα ζωγραφισμένα επάνω τους, δανδελέ, αξίας, κατά το χρόνο της αγοράς τους, 8.000 δραχμών (και τα τέσσερα), 5) δύο (2) "κουπ" κινέζικης τεχνοτροπίας, με πράσινα χρώματα, με καπάκι αφηρημένης τέχνης, αξίας, κατά τον χρόνο της αγοράς τους, 16.000 δραχμών (και τα δύο), 6) δύο (2) "κουπ", με σχήματα που ομοιάζουν με λουλούδια, σε κόκκινο ανοικτό χρώμα, με καπάκι, αξίας, κατά τον χρόνο της αγοράς τους, 16.000 δραχμών (και οι δύο), 7) δύο (2) "κουπ" μικρές, με καφέ δράκους και καπάκι, αξίας, κατά το χρόνο της αγοράς τους, 4.000 δραχμών(και οι δύο), 8) δύο (2), μικρού μεγέθους, βάζα, κινέζικης τεχνοτροπίας με διάφορα χρώματα, αφηρημένης τέχνης, αξίας, κατά το χρόνο της αγοράς τους, 6.000 δραχμών (και τα δύο) 9) δύο (2) μικρά βάζα, με σχήματα που ομοιάζουν με λουλούδια, σε ροζ χρώμα, αφηρημένης τέχνης, αξίας κατά το χρόνο αγοράς τους, 4.000 δραχμών (και τα δύο), 10) δύο (2) μεγάλες λάμπες, με διάκοσμο γκρι δράκους, με καπέλο από ολομέταξο ύφασμα λευκού χρώματος, αξίας, κατά το χρόνο της αγοράς τους, 8.000 δραχμών (και οι δύο) και 11) δύο (2) βάζα, μέτριου μεγέθους, ζωγραφισμένα με πράσινο και διάφορα άλλα χρώματα, αφηρημένης τέχνης, αξίας, κατά το χρόνο αγοράς τους, 8.000 δραχμών (και τα δύο).
Την ως άνω συλλογή αγόρασε η ενάγουσα από το κατάστημα του άνω οίκου, που βρίσκεται επί της οδού ... (στην Αθήνα), η οποία (ενάγουσα) και κατέβαλε το συνολικό τίμημα της συλλογής (124.000 δραχμές), σε δόσεις, κατά το άνω χρονικό διάστημα (1969-1976), με δικά της χρήματα, όπως και η ίδια ισχυρίζεται. Ειδικότερα, προς απόδειξη του ισχυρισμού της αυτού, η ενάγουσα προσκομίζει και επικαλείται, μεταξύ άλλων, μια επιστολή - βεβαίωση, με την ημερομηνία 27-9-2006, στο επάνω μέρος της οποίας υπάρχει το λογότυπο του άνω οίκου "..." και το σήμα αυτού (δύο σταυρωτά σπαθιά) και στο κάτω μέρος υπάρχει η σφραγίδα της εταιρίας με την επωνυμία "...
ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑ ΠΟΡΣΕΛΑΝΩΝ" (αντιπροσώπου του άνω οίκου), χωρίς υπογραφή. Στο κείμενο της επιστολής αυτής, αναγράφεται, επί λέξει, η φράση "η Κα Κ. Κ. (ενάγουσα) κατά τη χρονική περίοδο 1969-1976 αγόρασε από το κατάστημα ... με μακροπρόθεσμες δόσεις τις εξής πορσελάνες και στη συνέχεια παρατίθενται τα παρακάτω τεμάχια της συλλογής, με την τιμή αγοράς καθενός απ’ αυτά.
Εξάλλου, στην προηγηθείσα δίκη περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων για την προστασία την νομής της ενάγουσας επί των επίδικων κινητών πραγμάτων και προς πιθανολόγηση της, εκ μέρους της, αγοράς της άνω συλλογής, η ενάγουσα προσκόμισε μία άλλη επιστολή, χωρίς ημερομηνία σύνταξης, με το ίδιο περιεχόμενο προς την παραπάνω (χωρίς να αναγράφεται η αξία των επί μέρους τεμαχίων της συλλογής), κάτω από το οποίο (περιεχόμενο) υπάρχει η σφραγίδα της ίδιας παραπάνω εταιρίας (εις διπλούν) και η υπογραφή της Κ.
Η., υπαλλήλου της τελευταίας. Την τελευταία αυτή επιστολή, ήδη, προσκομίζει ο εναγόμενος στην παρούσα δίκη, σε συνδυασμό με την υπ’ αριθμ..../4-5-2010 ένορκη βεβαίωση της, ως άνω, Κ. Η. (υπογράφουσας την επιστολή), με την οποία (ένορκη βεβαίωση) η τελευταία βεβαιώνει ότι στην (άνω) επιστολή, την οποία, αυτή, πράγματι, παρέδωσε στην ενάγουσα (κατόπιν αιτήματός της), το έτος 2007, με την υπογραφή της και τη σφραγίδα της άνω εταιρίας (εις διπλούν), με σκοπό την εκτίμηση της αξίας των αναγραφόμενων σ’ αυτή τεμαχίων της συλλογής, δεν υπήρχε η, ήδη, αναγραφόμενη, παραπάνω φράση ότι η ενάγουσα αγόρασε τα εν λόγω τεμάχια από το κατάστημα της "...", καθώς και ότι δεν θα μπορούσε να βεβαιωθεί κάτι τέτοιο, αφού η εταιρία δεν διατηρούσε στοιχεία των πελατών της για το άνω χρονικό διάστημα.
Σε αντίκρουση της ένορκης αυτής βεβαίωσης της Κ. Η., η ενάγουσα προσκομίζει και επικαλείται την υπ’ αριθμ. .../19-5-2010 ένορκη βεβαίωση του Α. Γ. (ενώπιον του ειρηνοδίκη Αθηνών), ο οποίος, ως διευθυντής πωλήσεων στο άνω κατάστημα της πωλήτριας εταιρίας (...), κατά το χρονικό διάστημα 1973-2007, βεβαιώνει ότι, στις 27-9-2006 (αναγραφόμενη στην άνω πρώτη επιστολή ημερομηνία), επισκέφτηκε το κατάστημα η ενάγουσα και του ζήτησε να εκτιμήσει τις αξίες των παραπάνω τεμαχίων της συλλογής (πράγμα που αποτυπώθηκε στην άνω επιστολή), τα οποία αυτή (ενάγουσα) είχε αγοράσει από το κατάστημα, με δόσεις, κατά το άνω χρονικό διάστημα.
Πρέπει να σημειωθεί ότι, με αφορμή την άνω ένορκη βεβαίωση της Κ. Η., ανταλλάχθηκαν εξώδικες δηλώσεις μεταξύ αυτής και της ενάγουσας, η οποία προχώρησε και σε υποβολή μηνύσεως κατά της πρώτης, για ψευδορκία και συκοφαντική δυσφήμιση. Ανεξάρτητα, όμως, από το αν είναι αληθές ή όχι το περιεχόμενο της άνω ένορκης βεβαίωσης της Κ.
Η. (για το ότι, όταν παρέδωσε την άνω επιστολή στην ενάγουσα, δεν υπήρχε η φράση περί αγοράς της συλλογής από την τελευταία), από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι τα τεμάχια της συλλογής αγόρασε η ενάγουσα, η οποία εμφανιζόταν, ως αγοράστρια, στο άνω κατάστημα (ενεργώντας για τον εαυτό της) και κατέβαλε, σε μακροπρόθεσμες δόσεις, το τίμημα, με δικά της χρήματα.
Για τούτο, σαφώς κατέθεσε και η μάρτυρας της ενάγουσας (φίλη των διαδίκων), που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, καθώς επίσης βεβαίωσαν και οι Μ. Γ. και Ν. Π. (φίλες των διαδίκων) στην προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωσή τους. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα διέθετε τα απαιτούμενα χρήματα για την καταβολή των δόσεων του τιμήματος της συλλογής, οι οποίες (δόσεις), όπως προαναφέρθηκε, ήταν μακροπρόθεσμες και καταβλήθηκαν εντός του άνω χρονικού διαστήματος των οκτώ περίπου ετών.
Συγκεκριμένα, το έτος 1965, η ενάγουσα πώλησε στον Σ. Α. (σύζυγο της αδελφής της) το κληρονομιαίο μερίδιο της επί της εταιρικής μερίδας (50%) του, αποβιώσαντος το έτος 1965, πατέρα της Γ. Λ. στην ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... ΟΕ", που είχε αντικείμενο την εμπορία ξυλείας και εισέπραξε από την εν λόγω πώληση το ποσό των 180 χρυσών λιρών, το οποίο αποταμίευσε.
Επίσης, η ενάγουσα εξοικονόμησε χρήματα και από την πώληση ακινήτων, ιδιοκτησίας της, όπως το έτος 1960, ενός διαμερίσματος, ευρισκομένου στην Αθήνα (...), με τίμημα 100.000 δραχμών, το έτος 1972, του 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός διαμερίσματος, ευρισκόμενου στην Αθήνα (Παγκράτι), με τίμημα 200.000 δραχμών και το έτος 1972, επίσης, του 1/4 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου, ευρισκόμενου στον ..., με το δικαίωμα ανέγερσης διαμερίσματος επ’ αυτού, με τίμημα 40.000 δραχμών (βλ.
υπ’ αριθμ. ...1960, ...1972 και ...1972 αγοραπωλητήρια συμβόλαια των συμβολαιογράφων Αθηνών Δ. Γ., Γ. Κ. και Ε. Κ., αντίστοιχα). Σημειωτέον, ότι δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα πώλησε, το έτος 1966, το μερίδιό της επί της άνω επιχείρησης (ινστιτούτο αισθητικής) που διατηρούσε με την αδελφή της, όπως η ίδια υποστηρίζει. Μέρος των χρημάτων που εισέπραξε από τις άνω πωλήσεις, η ενάγουσα διέθεσε για την αγορά των παραπάνω τεμαχίων της ένδικης συλλογής (...).
Σύμφωνα, λοιπόν, με τα παραπάνω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα της εν λόγω συλλογής, λόγω αγοράς της, με δικά της χρήματα. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που, με την εκκαλούμενη απόφασή του, έκανε δεκτό το σχετικό αγωγικό αίτημα, ως βάσιμο και κατ’ ουσίαν, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον εναγόμενο, με τον πρώτο λόγο της ένδικης έφεσής του, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, από τις αρχές του έτους 1983 μέχρι και το έτος 1985, εργάστηκε, με αμοιβή, στην εταιρία με την επωνυμία "... ΕΠΕ", η οποία ιδρύθηκε το έτος 1983, είχε έδρα το ... και αντικείμενο τη δημιουργία εκθεσιακού κέντρου, προς πραγματοποίηση παντός είδους εκθέσεων. Συγκεκριμένα, η ενάγουσα, λόγω και των ως άνω ειδικών γνώσεων που είχε αποκτήσει για την τέχνη, ασχολείτο με τις δημόσιες σχέσεις της επιχείρησης και τη διοργάνωση των εκθέσεων έργων τέχνης (πινάκων ζωγραφικής, γλυπτών κλπ) που πραγματοποιούνταν σ’ αυτή, ερχόμενη, συνεχώς, σε επαφή με καλλιτέχνες και εκθέτες (βλ.
για την εν λόγω απασχόληση της ενάγουσας, την οποία αρνείται ο εναγόμενος, και τις προσκομιζόμενες, με επίκληση, απ’ αυτή, επτά αποδείξεις είσπραξης, των ετών 1984 και 1985, με έντυπη (στο επάνω μέρος) την επωνυμία της άνω εταιρίας, οι οποίες αφορούν στην είσπραξη χρηματικών ποσών από πελάτες της επιχείρησης και φέρουν την υπογραφή της ενάγουσας (ως λαβούσας), ενεργούσας για λογαριασμό της άνω εταιρίας, χωρίς τούτο να αμφισβητείται από τον εναγόμενο).
Στο πλαίσιο της άνω εργασιακής της απασχόλησης, αλλά και πριν απ’ αυτή (λόγω της σχέσης της με την τέχνη), καθώς και της ενασχόλησής της με τη διακόσμηση οικιών φίλων της (δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε αμοιβή για την ενασχόλησή της αυτή), η ενάγουσα γνωρίστηκε με διάφορους καλλιτέχνες (ζωγράφους, γλύπτες), μερικούς από τους οποίους, μάλιστα, βοήθησε να ανελιχθούν στο χώρο τους, με τη διοργάνωση εκθέσεων των έργων τους και τη μεσολάβησή της για τη διακόσμηση οικιών με έργα τους.
Κατά καιρούς, δε, προέβαινε στην αγορά έργων τέχνης (πινάκων ζωγραφικής, γλυπτών), τα οποία τοποθετούσε στην συζυγική οικία των διαδίκων. Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα αγόρασε, με δικά της χρήματα, τα οποία προέρχονταν από την άνω εργασία της, τις παραπάνω πωλήσεις των ακινήτων της και τα χρήματα που της έδινε ο σύζυγός της (εναγόμενος) για τις ανάγκες της, τα παρακάτω έργα τέχνης:
Πίνακες ζωγραφικής: 1) πίνακα ακρυλικό νεορεαλιστικής τέχνης σε πανί με θέμα "πέτρες", διαστάσεως 0,90Χ 105 εκ. περίπου, χρώματος λευκού και μαύρου, έργο του ζωγράφου Σ. Σ., τον οποίο η ενάγουσα αγόρασε το έτος 1983 από τον τελευταίο, αντί του τμήματος των 50.000 δραχμών, 2) πίνακα ακρυλικό νεορεαλιστικής τέχνης σε πανί με θέμα " μαύρη τρύπα σε πέτρες", διαστάσεων 0,90 Χ 100 εκ.
περίπου, χρώματος λευκού και μαύρου, έργο του ζωγράφου Σ. Σ., τον οποίο αγόρασε, επίσης το έτος 1983, από τον τελευταίο, αντί του τιμήματος των 50.000 δραχμών, 3) πίνακα αφηρημένης τέχνης, με plexiglass κορνίζα σκούρα καφέ - πράσινα χρώματα, με τίτλο "...", διαστάσεων 110 Χ 0,82 εκ. περίπου, έργο του ζωγράφου Α. Τ., τον οποίο αγόρασε το έτος 1980 από τον τελευταίο, αντί του τιμήματος των 40.000 δραχμών, 4) πίνακα αφηρημένης τέχνης, μαύρου και λευκού χρώματος, " μικτή τεχνική", διαστάσεων 58 Χ 52 εκ.
περίπου, με λευκή κορνίζα και περιθώριο λευκό, έργο του ζωγράφου Γ. Α., τον οποίο αγόρασε αντί του τιμήματος των 12.500 δραχμών, το έτος 1983, 5) πίνακα αφηρημένης τέχνης μαύρου και λευκού χρώματος, με λευκή κορνίζα και περιθώριο λευκό, επίσης" μικτή τεχνική", διαστάσεων 58 Χ 52 εκ. περίπου, έργο του ζωγράφου Γ. Α., τον οποίο αγόρασε αντί του τιμήματος των 12.500 δραχμών, το έτος 1983, 6) πίνακα (μορφή τέχνη" κονστρουκτιβισμός"), ..., σε ξύλο με χαράξεις, χρώματος καφέ ανοιχτού, με ένθετο μεταλλικό σύρμα μαύρο διαστάσεων 158 Χ 51 εκ.
περίπου, έργο του ζωγράφου και γλύπτη Δ. Φ., τον οποίο αγόρασε το έτος 1985, από τον τελευταίο, αντί του τιμήματος των 25.000 δραχμών, 7) πίνακα αφηρημένης τέχνης, χρώματος κίτρινου και λευκού με μαύρες πινελιές στο κέντρο, χωρίς κορνίζα, με τίτλο " ήχος του αρχιπελάγους", διαστάσεων 118 Χ 100 εκ. περίπου, έργο της ζωγράφου Ε.
Ν., τον οποίο αγόρασε, το έτος 1983, από την τελευταία, αντί του τιμήματος των 70.000 δραχμών. Η αγορά των παραπάνω πινάκων ζωγραφικής από την ενάγουσα, με δικά της χρήματα αποδείχθηκε από τις προσκομιζόμενες απ’ αυτή σχετικές επιστολές των άνω πωλητών - ζωγράφων (βλ. από 19-10-2006, 12-10-2006, 8-11-2006,7-11-2006 και 14-10-2006 επιστολές - βεβαιώσεις, αντίστοιχα), σε συνδυασμό με την κατάθεση της, εξετασθείσας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μάρτυρος της ενάγουσας, αλλά και την προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωση των Μ.
Γ. και Ν. Π.. Αντίθετα, από τα παραπάνω, προσκομιζόμενα, αποδεικτικά μέσα, δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος αγόρασε τους ως άνω πίνακες ζωγραφικής, είτε εμφανιζόμενος ο ίδιος ως αγοραστής είτε μέσω της ενάγουσας, ενεργούσας για λογαριασμό του και με δικά του αποκλειστικά χρήματα, όπως αυτός ισχυρίζεται (σημειωτέον, ότι, όπως προαναφέρθηκε, η προσκομιζόμενη από τον εναγόμενο από 17-5-2010 επιστολή της ως άνω ζωγράφου Ε.
Ν. δεν λαμβάνεται υπόψη). Επομένως, η ενάγουσα κατέστη κυρία των ως άνω πινάκων ζωγραφικής, με τον προαναφερθέντα, παράγωγο τρόπο. Από τα παραπάνω όμως, αποδεικτικά μέσα, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα αγόρασε και τις, αναφερόμενες στην αγωγή της, δύο μεταξοτυπίες, έργα των Γ. Μ. και Δ. Μ., με τίτλους " το κορίτσι που κάθεται" και " κιονόκρανο" αντίστοιχα, όπως η ίδια ισχυρίζεται.
Τα προσκομιζόμενα, προς τούτο, απ’ αυτή δύο δελτία λιανικής πώλησης των Α. Ζ. και Τ. Ζ. (υπ’ αριθμ. ...25-1-1980 και .../22-4-1981 αντίστοιχα) δεν αποδεικνύουν, χωρίς άλλο, την αγορά των εν λόγω μεταξοτυπιών από την ενάγουσα, καθόσον σ’ αυτά (δελτία) δεν αναγράφονται ούτε το όνομα του αγοραστή ούτε τα, προσδιοριστικά, των πωληθέντων (με αυτά) τεμαχίων, στοιχεία, ώστε να προκύπτει ότι πρόκειται για τις επίδικες μεταξοτυπίες.
Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα αγόρασε τους αναφερόμενους στην αγωγή, δύο πίνακες ζωγραφικής της ζωγράφου Μ. Σ., με τίτλους (τελετουργικό) και (θριαμβικό), όπως η ίδια ισχυρίζεται. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος αγόρασε, το έτος 1985, τους εν λόγω πίνακες από την αίθουσα τέχνης "..." (σε επίσκεψή του μαζί με την ενάγουσα), καταβάλλοντας το τίμημα αυτών, με δικά του αποκλειστικά χρήματα.
Η προσκομιζόμενη από την ενάγουσα, από 17-10-2006, επιστολή της Μ. Δ., ιδιοκτήτριας της άνω αίθουσας τέχνης, στην οποία αναφέρεται ότι η ενάγουσα αγόρασε τους ως άνω πίνακες (μεταξύ άλλων), δεν είναι ικανή να οδηγήσει το Δικαστήριο σε πλήρη δικανική πεποίθηση για το εν λόγω ζήτημα, καθόσον, μάλιστα, αυτή αντικρούεται από την ένορκη κατάθεση της, εξετασθείσας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μάρτυρα του εναγομένου, θυγατέρας των διαδίκων και έχουσας ιδία και άμεση σχετική αντίληψη, η οποία κατέθεσε, κατηγορηματικά, ότι τους επίδικους πίνακες αγόρασε ο εναγόμενος (πατέρας της) από την άνω αίθουσα τέχνης, καταβάλλοντας το τίμημα αυτών.
Στην άνω κρίση συνηγορεί και το ότι το τίμημα που καταβλήθηκε για τους εν λόγω πίνακες ζωγραφικής (200.000 δραχμές για τον καθένα) ήταν ιδιαίτερα σημαντικό για την εποχή της αγοράς τους, έτσι ώστε να θεωρείται δύσκολο να διέθεσε η ενάγουσα την οικονομική ευχέρεια να καταβάλει τούτο, λαμβανομένου υπόψη και του ότι αυτή αγόρασε (τότε) άλλα έργα τέχνης, καταβάλλοντας το τίμημά τους.
Σύμφωνα, λοιπόν, με τα παραπάνω, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατέστη κυρία των προαναφερθέντων έργων τέχνης (δύο μεταξοτυπιών και δύο πινάκων ζωγραφικής της Μ. Σ.) και, μάλιστα, με τον αναφερόμενο στην αγωγή της, παράγωγο τρόπο (αγορά). Επίσης, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα αγόρασε (με δικά της χρήματα) τα ακόλουθα έργα γλυπτικής: 1) δύο γλυπτά από σπάνιο μαύρο μάρμαρο Αγίου Πέτρου, αφαιρετικού σχήματος, μέτριου μεγέθους, με ενδιάμεσα λευκές ρίζες από ειδικό υλικό, με τίτλο "πουλιά συνθέσεις" έργα του γλύπτη Θ.
Π., τα οποία αγόρασε το έτος 1982 από τον ίδιο γλύπτη αντί του τιμήματος των 47.500 δραχμών το καθένα, 2) γλυπτό από ορείχαλκο 1/7, ύψους 40 εκ. με νούμερο 5/7 ένθετο με τίτλο "ζευγάρι", έργο του γλύπτη Θ. Π., το οποίο αγόρασε, από τον ίδιο το γλύπτη, το έτος 1999, αντί του τιμήματος των 80.000 δραχμών, 3) μικρο γλυπτό από ορείχαλκο, πολλαπλό, 1/50, ένθετο, με τίτλο "καθιστό αγκαλιαστά", έργο του γλύπτη Θ.
Π., το οποίο αγόρασε από τον ίδιο, το έτος 1999, αντί του τιμήματος των 50.000 δραχμών, 4) μικρογλυπτό από ορείχαλκο, πολλαπλό 1/100, ένθετο, με νούμερο 80/100, έργο του γλύπτη Θ. Π.,, το οποίο αγόρασε από τον ίδιο, το έτος 2003, αντί του τιμήματος των 150 ευρώ, 5) γλυπτό αφαιρετικού σχήματος, με αντένες ατσάλινες, από σπάνιο μαύρο μάρμαρο Αγίου Πέτρου, τοποθετημένο με πίρους σε βάση μασίφ plexi glass, η οποία κάθεται σε τετράγωνο plexi glass κύβο με τίτλο "κινητικό", έργο του γλύπτη Χ.
Ρ., το οποίο αγόρασε από τον ίδιο το έτος 1984, αντί του τιμήματος των 200.000 δραχμών, 6) γλυπτό μεγάλους μεγέθους κεραμικό, ρεαλιστικής τέχνης, σε "μπέζ" χρώμα, με τίτλο "ζευγάρι αγκαλιαστό" τοποθετημένο με πίρους σε ένα μαύρο ξύλινο ψηλό κύβο, έργο της γλύπτριας Ρ. Κ., το οποίο αγόρασε από την ίδια, το έτος 1982, αντί του τιμήματος των 54.000 δραχμών, 7) τρεις (3) επίτοιχες κεραμικές πλάκες, αφηρημένης τέχνης, σε γήινα χρώματα, καφέ - πράσινο αφαιρετικές με τίτλο "σύνθεση", που αποτελούν ένα έργο, και οι τρεις, έργο της γλύπτριας Ρ.
Κ., το οποίο αγόρασε από την ίδια, το έτος 1981, αντί του τιμήματος των 9.500 δραχμών, 8) γλυπτό από στιλβωμένο ορείχαλκο με σχήματα λουλουδιών στο κέντρο, στηριζόμενο σε μαύρη μαρμάρινη πλάκα, μικρού μεγέθους, περίοπτο 1/7, έργο του γλύπτη Κ. Α., το οποίο αγόρασε, το έτος 1982, από την αίθουσα τέχνης "επίπεδα" αντί του τιμήματος των 60.000 δραχμών, 9) γλυπτό από στιλβωμένο ορείχαλκο, στηριζόμενο σε μαύρη μαρμάρινη πλάκα, μικρού μεγέθους, περίοπτο, με αφαιρετικά σχήματα στο κέντρο 1/7, έργο του γλύπτη Κ.
Α., το οποίο αγόρασε, το έτος 1982, από την άνω αίθουσα τέχνης, αντί του τιμήματος των 60.000 δραχμών, 10) δύο γλυπτά από στιλβωμένο ορείχαλκο, μικρού μεγέθους αφηρημένης τέχνης, 1/7 έργα της γλύπτριας Ρ. Η., τα οποία αγόρασε το έτος 1982, από την αίθουσα τέχνης "..." αντί του τιμήματος των 10.000 δραχμών το καθένα και στηρίζονται σε plexi glass μικρή βάση και 11) γλυπτό από ορείχαλκο μασίφ με τίτλο "σύνθεση" μικρού μεγέθους, αφαιρετικού σχήματος, έργο του γλύπτη Κ.
Δ., το οποίο αγόρασε, το έτος 1982, αντί του τιμήματος των 12.000 δραχμών. Η αγορά των παραπάνω γλυπτών από την ενάγουσα (με δικά της χρήματα) αποδείχθηκε από τις προσκομιζόμενες απ’ αυτή επιστολές των Θ. Π., Ρ. Κ., Μ. Δ. (για την ...), και Κ. Δ. (βλ. από 15-10-2006, χωρίς ημερομηνία σύνταξης, από 17-10-2006 και από 18-10-2006 επιστολές, αντίστοιχα της προσκομιζόμενες ...-8-1981 και ...-6-1982 αποδείξεις λιανικής πώλησης για τα άνω έργα της Ρ.
Κ., την από 12-2- 1982 απόδειξη είσπραξης του Δ. Γ. (αίθουσα τέχνης "επίπεδα") για τα άνω έργα του Κ. Α. και την επίσης προσκομιζόμενη από την ενάγουσα υπ’ αριθμ. .../11-11-2009 ένορκη βεβαίωση του Χ. Ρ., σε συνδυασμό με την κατάθεση της, εξετασθείσας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μάρτυρος της ενάγουσας (για τα γλυπτά των Θ.
Π. και Ρ. Κ.) και την προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωση της Ν. Π. (για τα γλυπτά των Ρ. Κ. και Κ. Α.). Όπως προαναφέρθηκε, η προσκομιζόμενη από τον εναγόμενο από 14-5-2010 επιστολή του Θ. Π., που χορηγήθηκε στον πρώτο, δεν λαμβάνεται υπόψη, κατά τα ανωτέρω. Εξάλλου, όσον αφορά στα ως άνω γλυπτά του Θ. Π., τα οποία αγόρασε η ενάγουσα τα δύο το έτος 1999 και το ένα το έτος 2003, αποδείχθηκε ότι αυτή είχε (τότε) την οικονομική ευχέρεια για να προβεί στην αγορά τους και να καταβάλει το αντίστοιχο τίμημα, καθόσον κατά τα έτη 1994, 1997, και 2000, προέβη σε πωλήσεις ακινήτων της, για τα οποία εισέπραξε τίμημα 2.500.000, 1.000.000 και 1.000.000 δραχμών, αντίστοιχα (βλ.
υπ’ αριθμ. .../1994 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Γ., .../1997 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πατρών Α. Δ. και .../2000 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πατρών Ε. Π.). Επομένως, η ενάγουσα κατέστη κυρία των ως άνω έργων γλυπτικής, με τον προαναφερθέντα, παράγωγο τρόπο (αγορά). Από τα ίδια, όμως, παραπάνω αποδεικτικά μέσα, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα προέβη στην αγορά και των υπολοίπων, αναφερόμενων στην αγωγή της;
έργων γλυπτικής. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι αυτή αγόρασε τα τέσσερα (από τα πέντε που ζητεί) έργα του γλύπτη Χ. Ρ., δηλαδή 1) γλυπτό σφαιρικό, αφαιρετικού σχήματος από μαύρο μάρμαρο Αγίου Πέτρου, ..., 2) γλυπτό στιλβωμένο, αφαιρετικού σχήματος, από ορείχαλκο κούφιο, τοποθετημένο σε βάση μαρμάρινη γκρι χρώματος, με τίτλο "κόρη", 3) γλυπτό στιλβωμένο, αφαιρετικού σχήματος, από ορείχαλκο κούφιο, σφαιρικό, με τίτλο "ερωτικό" και 4) γλυπτό, αφαιρετικού πεπλατυσμένου σχήματος, από μαύρο μάρμαρο Αγίου Πέτρου, μικρού μεγέθους.
Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι τα εν λόγω γλυπτά αγόρασε το έτος 1984 ο εναγόμενος, που κατέβαλε και το αντίστοιχο τίμημα, όταν ο άνω γλύπτης επισκέφθηκε την οικία των διαδίκων, προς επίδειξη των έργων του, προσκληθείς από την ενάγουσα, με την οποία είχε γνωριστεί το έτος 1983, όταν η τελευταία εργαζόταν στην ως άνω εταιρία "..." και μάλιστα τον είχε βοηθήσει στην ανέλιξή του, διοργανώνοντας εκθέσεις των έργων του στον εκθεσιακό χώρο της εταιρίας.
Η αγορά των άνω (τεσσάρων) γλυπτών από τον εναγόμενο αποδείχθηκε, κατά κύριο λόγο, από την κατάθεση της, εξετασθείσας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μάρτυρος αυτού, θυγατέρας των διαδίκων, η οποία είχε ιδία και άμεση αντίληψη για την εν λόγω αγοραπωλησία, αφού ήταν παρούσα στη σχετική συναλλαγή, που έγινε στην οικία τους.
Ειδικότερα, η μάρτυρας αυτή κατέθεσε, με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα, ότι ο πατέρας της (εναγόμενος) αγόρασε τα παραπάνω τέσσερα έργα από τον ίδιο τον γλύπτη (Χ. Ρ.), ο οποίος είχε μεταβεί, για το σκοπό αυτό, στην οικία τους, μετά από συνεννόησή του με τη μητέρα της. Η εν λόγω κατάθεση, η οποία είναι λεπτομερής και πειστική, δεν αναιρείται από την προσκομιζόμενη (το πρώτον στην παρούσα κατ’ έφεση δίκη) από την ενάγουσα ένορκη βεβαίωση του ως άνω Χ.
Ρ., (υπ’ αριθμ. .../11-11-2009 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών), στην οποία αυτός, εμμένοντας σε προηγούμενη ένορκη βεβαίωσή του (υπ’ .../2007 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Καλαμάτας), αναφέρει ότι τα ως άνω τέσσερα έργα του αγόρασε από αυτόν η ενάγουσα, η οποία του κατέβαλε το τίμημα, με δόσεις. Βεβαιώνει, πάντως, ότι είχε γνωρίσει τον εναγόμενο σε επίσκεψη που είχε πραγματοποιήσει στην οικία των διαδίκων, προς επίδειξη σχεδίων των έργων του στην ενάγουσα.
Πρέπει να αναφερθεί ότι, μετά την προσκόμιση από την ενάγουσα της ως άνω, προηγούμενης, ένορκης βεβαίωσης του Χ. Ρ. στη δίκη ασφαλιστικών μέτρων νομής (των επιδίκων), ο εναγόμενος απέστειλε, αμέσως, στον τελευταίο την από 12-4-2007 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση (που κοινοποιήθηκε σ’ αυτόν στις 17-4-2007), με την οποία διαμαρτυρήθηκε για τα όσα αυτός ανέφερε στην εν λόγω ένορκη βεβαίωση του, ότι, δηλαδή, η ενάγουσα αγόρασε τα ως άνω γλυπτά του, του υπενθύμισε ότι ο ίδιος (εναγόμενος) αγόρασε τα έργα αυτά, κατά την επίσκεψη του γλύπτη στην οικία τους, καταβάλλοντας του το αντίστοιχο τίμημα, την ίδια ημέρα, και τον κάλεσε να ανακαλέσει τα όσα παραπάνω είχε ενόρκως βεβαιώσει.
Επίσης, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα αγόρασε και τα αναφερόμενα στην αγωγή της δύο γλυπτά από σίδερο μαύρο με τρεις αντένες κινούμενες, στις κορυφές των οποίων υπάρχουν αντικείμενα, με τον τίτλο "...", έργα του γλύπτη "T.", όπως αυτή ισχυρίζεται. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι και τα εν λόγω έργα αγόρασε ο εναγόμενος, μαζί με τους ως άνω πίνακες ζωγραφικής της Μ.
Σ., σε επίσκεψή του (μαζί με την ενάγουσα) στην αίθουσα τέχνης "...", καταβάλλοντας και το αντίστοιχο τίμημα αυτών. Η προσκομιζόμενη από την ενάγουσα, από 17-10-2006, επιστολή της Μ. Δ. (ιδιοκτήτριας της άνω αίθουσας τέχνης), περί αγοράς από την ίδια (ενάγουσα) των παραπάνω δύο γλυπτών, δεν κρίνεται επαρκής από το Δικαστήριο για τον σχηματισμό της, σχετικής, πλήρους δικανικής πεποίθησης, καθόσον, μάλιστα, αυτή (επιστολή) αντικρούεται από την κατάθεση της άνω μάρτυρος του εναγομένου (θυγατέρας των διαδίκων), η οποία, έχουσα ιδία και άμεση αντίληψη, κατέθεσε ότι τα γλυπτά αυτά αγόρασε ο πατέρας της (εναγόμενος) από την άνω αίθουσα τέχνης (μαζί με τους πίνακες της Μ.
Σ.), ο οποίος κατέβαλε και το τίμημά τους. Στην, ως άνω, δε κρίση του Δικαστηρίου συνηγορεί και το ιδιαίτερα υψηλό για την εποχή της αγοράς τους τίμημα των εν λόγω γλυπτών (2.000.000 δραχμές συνολικά), το οποίο η ενάγουσα δεν θα είχε, τότε, την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει. Τέλος, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα αγόρασε και τα αναφερόμενα στην αγωγή της τέσσερα poster (δύο του Γ.
Μ. και δύο του P.). Το προσκομιζόμενο, προς τούτο, απ’ αυτή υπ’ αριθμ. ...25-1-1980 δελτίο λιανικής πώλησης της Α. Ζ. δεν κρίνεται επαρκές αποδεικτικό στοιχείο, καθόσον, μάλιστα, δεν αναγράφονται σ’ αυτό τα ειδικότερα προσδιοριστικά στοιχεία των posters και, κυρίως, το όνομα του αγοραστή αυτών. Σύμφωνα, με τα παραπάνω, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατέστη κυρία των προαναφερθέντων έργων (4 γλυπτών του Χ.
Ρ., δύο γλυπτών του "Τ." και 4 posters των Μ. και P.) και, μάλιστα, με τον αναφερόμενο στην αγωγή της, παράγωγο τρόπο (αγορά). Σχετικά με τα ανωτέρω έργα τέχνης (πίνακες ζωγραφικής και έργα γλυπτικής),το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, έκανε δεκτά στο σύνολό τους, τα σχετικά αγωγικά αιτήματα και επεδίκασε στην ενάγουσα όλα τα παραπάνω έργα που αυτή ζητεί με την αγωγή της.
Κρίνοντας, όμως, έτσι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε, εν μέρει, στην εκτίμηση των προσαχθεισών σ’ αυτό αποδείξεων και συγκεκριμένα για όσα μεν από τα άνω έργα δέχεται και το παρόν Δικαστήριο (κατά τα ανωτέρω) ότι η ενάγουσα είναι κυρία αυτών ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, για όσα, δε, τούτο (παρόν Δικαστήριο) δέχεται ότι η ενάγουσα δεν κατέστη κυρία αυτών, έσφαλε (το πρωτοβάθμιο δικαστήριο) στην εκτίμηση των σχετικών αποδείξεων.
Επομένως, πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτοί, ως βάσιμοι και κατ’ ουσίαν, οι σχετικοί δεύτερος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος λόγοι της ένδικης έφεσης του εναγομένου και στο σύνολό του δεκτός ο έβδομος λόγος αυτής (αφορά στα έργα Σ. και "T.", ενιαίως κρινόμενοι. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ορισμένοι καλλιτέχνες, αναγνωρίζοντας την αγάπη και την προσφορά της ενάγουσας προς την τέχνη, αλλά και την βοήθεια που αυτή παρείχε στους νέους καλλιτέχνες (κυρίως κατά την περίοδο εργασίας της στην άνω εταιρία "...), δώρισαν σ’ αυτή τα παρακάτω έργα τους, των οποίων η ενάγουσα απέκτησε, με τον τρόπο αυτό, την κυριότητα και συγκεκριμένα: 1) δύο (2) πίνακες ζωγραφισμένους σε ξύλο, χωρίς κορνίζα (μορφή τέχνης "κονστρουκτιβισμός") έργα του ζωγράφου Δ.
Φ., τα οποία ο ίδιος της δώρισε το έτος 1987 και από τους οποίους πίνακες ο ένας είναι χρώματος κίτρινου στο κέντρο με κυκλικές χαράξεις, περικλείεται από λευκό χρώμα, διαστάσεων 165 Χ 119 εκ. περίπου και ο άλλος είναι χρώματος ανοικτού γαλάζιου, ελαφρώς ανάγλυφος με κόκκινη γραμμή στο κέντρο, περικλείεται από λευκό χρώμα, διαστάσεων 169 Χ 119 εκ περίπου, 2) πίνακα αφηρημένης τέχνης με plexi glass κορνίζα και θαμπό κρύσταλλο, διαφόρων χρωμάτων κανελλί, μαύρο, λευκό, διαστάσεων 95 Χ 70 εκ.
περίπου, μικτής τεχνικής με τίτλο "στέγες", έργο της ζωγράφου Π. Κ., το οποίο η ίδια της δώρισε το έτος 1983, 3) τρεις (3) πίνακες αφηρημένης τέχνης, διαστάσεων 96 Χ 125 εκ περίπου, μαύρου χρώματος, με γκρίζο και λευκό, χωρίς κορνίζα, με τίτλο "...", έργα του ζωγράφου Γ. Α., τα οποία ο ίδιος της δώρισε το έτος 1989, 4) γλυπτό από ορείχαλκο μασίφ, αφηρημένη μορφή γυναίκας ξαπλωτής, πολλαπλό, μικρού μεγέθους, έργο του γλύπτη Θ.
Π., το οποίο ο ίδιος της δώρισε το έτος 1983, 5) γλυπτό σφαιρικού αφαιρετικού σχήματος, από σπάνιο μαύρο μάρμαρο Αγίου Πέτρου, με άνοιγμα στο κέντρο, ύψους 45 εκ. περίπου, ..., έργο του γλύπτη Χ. Ρ., το οποίο ο ίδιος της δώρισε το έτος 1985, καθώς και μικρή βάση από μασίφ plexi glass , που κάθεται επί μικρού κύβου 40 εκ. με τρύπες για να εισχωρούν οι πύροι στήριξης του άνω γλυπτού, με ατσάλινες αντένες και δύο μικρές μπίλιες στην κορυφή των αντενών για να στερεώνεται και με διαστάσεις 20 Χ 15 εκ., δώρο και αυτή του άνω γλύπτη προς την ενάγουσα, 6) τέσσερις (4) κύβους για τη στήριξη των έργων τέχνης (γλυπτών) και ειδικότερα τρεις plexi glass περίπου 80 εκ.
ο ένας 70 εκ. ο δεύτερος και 40 εκ. ο τρίτος, με καπάκι που αφαιρείται και ένα ξύλινο κύβο μαύρου χρώματος, 80 εκ. τους οποίους της δώρισε η άνω εταιρία "... " εκπροσωπούμενη από την Ε. Κ., κατά την αποχώρηση της ενάγουσας απ’ αυτή, το έτος 1985 και 7) δύο στρογγυλές πλάκες, πολύ μικρού μεγέθους, διαμέτρου 5 εκ. περίπου από ορείχαλκο, του γλύπτη Θ.
Π. ως αναμνηστικό της αναδρομικής έκθεσης αυτού στο μουσείο Π., οι οποίες της προσφέρθηκαν από τον τελευταίο. Οι ως άνω δωρεές προς την ενάγουσα αποδεικνύονται από τις προσκομιζόμενες απ’ αυτή επιστολές (βλ. από 7-11-2006 επιστολή του Δ. Φ., από 1-12-2006 επιστολή της Π. Κ., από 2-11-2006 επιστολή του Γ. Α., από 15-10-2006 επιστολή του Θ.
Π. και από 1-10-2002 επιστολή της Ε. Κ.), την ως άνω υπ’ αριθμ. .../2009 ένορκη βεβαίωση του Χ. Ρ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, την υπ’ αριθμ. .../20-3-2007 ένορκη βεβαίωση του Δ. Φ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών (δικαστικό τεκμήριο), την υπ’ αριθμ. .../2008 ένορκη βεβαίωση των Μ. Γ. και Ν. Π. και την ένορκη κατάθεση της άνω μάρτυρος της ενάγουσας.
Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε βάσιμος ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι αυτός αγόρασε τα παραπάνω έργα τέχνης, αφού από κανένα από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε κάτι τέτοιο. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που, με την εκκαλούμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ίδια παραπάνω και επεδίκασε στην ενάγουσα τα ως άνω έργα τέχνης, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον εναγόμενο, με τον τρίτο λόγο της έφεσής του, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Επίσης, από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα (βλ. ειδικότερα, ως άνω ένορκη βεβαίωση των Μ. Γ. και Ν. Π. και κατάθεση μάρτυρος ενάγουσας) αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος κατά την άνω αποχώρησή του από τη συζυγική οικία, πήρε μαζί του και ήδη κατέχει, πέραν των προαναφερθέντων αντικειμένων (κυριότητας της ενάγουσας), και τα επιδικασθέντα στην ενάγουσα κινητά πράγματα που αναφέρονται στο διατακτικό της εκκαλουμένης απόφασης με τους αριθμούς από 43 εως 60 και 64 και αφορούν σε α) έξι κουτάκια από ασήμι 950° , β) δύο βάζα, μικρά από ασήμι 950° , γ) δύο τασάκια με σχέδιο δαντέλα, δ) ένα τασάκι με σχέδιο δαντέλα, ε) έξι μεγάλες στρογγυλές πιατέλες φίρμας Λ., στ) δύο μικρότερες πιατέλες της ίδιας φίρμας, ζ) ένα μεγάλο δίσκο με χερούλια της ίδιας φίρμας, η) μια σαμπανιέρα, θ) ένα μπωλ σούπας, ι) μια ψωμιέρα επάργυρη, ια) ένα μπωλ christofl, ιβ) σερβίτσιο μαχαιροπήρουνων της φίρμας ΟΚΑ, ιγ) τρία μπωλ φίρμας Λ., ιδ) δύο πιατέλες οβάλ, ιε) δύο σπάτουλες για χαβιάρι, ιστ) μια πιάστρα για ψωμί, ιζ) μια πιάστρα για μακαρόνια, ιη) ένα ορείχαλκο σερβίτσιο μαχαιροπήρουνα και ιθ) ένα ασημένιο αναπτήρα cartier, τα οποία αυτός (εναγόμενος) αρνείται ότι τα πήρε από τη συζυγική οικία, χωρίς, όμως, να προσκομίζει κάποιο αποδεικτικό μέσο, με το οποίο να αντικρούονται τα παραπάνω αποδειχθέντα.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που, με την εκκαλούμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ίδια παραπάνω και επεδίκασε στην ενάγουσα τα εν λόγω κινητά πράγματα, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και γι’ αυτό τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον όγδοο (και τελευταίο) λόγο της ένδικης έφεσης του εναγομένου είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Περαιτέρω, και όσον αφορά στην ένδικη έφεση της ενάγουσας, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι αυτή, εκτός από τα ασημικά αντικείμενα που της επιδικάστηκαν με την εκκαλουμένη απόφαση, είναι κυρία και των εξής αντικειμένων (ασημικών): 1) δύο υψηλών κηροπηγίων (ασήμι 950°) κούφιων, που της δώρισε στο γάμο της η Ν.
Κ., 2) ενός παλαιού ..., art deco (οικογενειακό κειμήλιο), που της δώρισε στο γάμο της η μητέρα της και 3) τριών μεγάλων κορνιζών (ασήμι 950° ), που της δώρισε η φίλη της Ό. Ν. (μάρτυράς της). Τα παραπάνω αποδεικνύονται από την κατάθεση της εν λόγω μάρτυρας της ενάγουσας η οποία, σαφώς, κατάθεσε και για τον τρόπο περιέλευσης των άνω αντικειμένων στην ενάγουσα.
Δεν αποδείχθηκε, δε, ότι τα συγκεκριμένα αυτά ασημικά είχαν περιέλθει στον εναγόμενο μετά από διανομή, των ασημικών που υπήρχαν στην πατρική του οικία, όπως αυτός υποστηρίζει. Εκτός από τα παραπάνω τρία αντικείμενα, δεν αποδείχθηκε ότι στην κυριότητα της ενάγουσας περιήλθαν και τα υπόλοιπα ασημικά και επάργυρα που αυτή διεκδικεί (και δεν της επιδικάστηκαν με την εκκαλουμένη απόφαση), αφού από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε κάτι τέτοιο.
Εξάλλου, από το περιεχόμενο των προτάσεων που κατέθεσε ο εναγόμενος τόσον στο πρωτοβάθμιο όσον και στο παρόν Δικαστήριο, σαφώς προκύπτει ότι αυτός αμφισβητεί την κυριότητα της ενάγουσας και επί των αναφερομένων στην αγωγή της ασημικών και δεν συνάγεται απ’ αυτές οποιαδήποτε ομολογία (της κυριότητας), παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από την ενάγουσα, με το δεύτερο λόγο της έφεσής της, ο οποίος είναι, για το λόγο αυτό, απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατόπιν των ανωτέρω, έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που, με την εκκαλούμενη απόφασή του, δεν επιδίκασε στην ενάγουσα και τα παραπάνω τρία ασημικά και γι’ αυτό οι σχετικοί πρώτος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της ένδικης έφεσής της πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτός ως βάσιμοι και κατ’ ουσίαν".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμες τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει αντίθετη κρίση, και, αφού εξαφάνισε αυτήν (εκκαλούμενη απόφαση), κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ’ ουσία, δέχθηκε κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας, αναγνώρισε αυτήν κυρία των αναφερόμενων στο διατακτικό της κινητών πραγμάτων και υποχρέωσε τον αρχικώς εναγόμενο να της τα αποδώσει.
Από το περιεχόμενο των εν λόγω ανέλεγκτων ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, που στηρίζουν πλήρως το διατακτικό της, προκύπτει ότι με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις δέχθηκε ως κατά ένα μέρος κατ’ ουσία βάσιμη την ένδικη αγωγή, επιδικάζοντας στην ενάγουσα τα αναφερόμενα στο διατακτικό της κινητά πράγματα ως προς τα οποία αποδείχθηκε η κυριότητά της, χωρίς να αντιπαρέρχεται κάποιο αποδεικτικό στοιχείο σχετικά με την αγορά από την ίδια των επίδικων έργων τέχνης ως προς τα οποία δεν αποδείχθηκε ότι αυτή κατέστη κυρία.
Ενόψει τούτων, το αποδεικτικό πόρισμα διατυπώνεται πλήρως και σαφώς, η δε απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης και περιέχει πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη απόκτησης της κυριότητας της ενάγουσας στα επίδικα ως προς τα οποία απορρίφθηκε κατ’ ουσία η αγωγή της, πράγμα το οποίο επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των πιο πάνω ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 498 εδ.
β’ , 513, 1034 και 1094 Α.Κ. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ., εκ πλαγίου παραβίαση των πιο πάνω διατάξεων, της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη απόκτησης της κυριότητας της ενάγουσας στα επίδικα ως προς τα οποία απορρίφθηκε κατ’ ουσία η αγωγή της, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ., αιτιάσεις ότι το Εφετείο, αναφορικά με τις επιμέρους αγορές των επίδικων έργων τέχνης, δέχθηκε τα εξής : 1) "Ότι, δήθεν, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα αγόρασε τις αναφερόμενες στην αγωγή δύο μεταξοτυπίες, έργα των Γ. Μ. και Δ.
Μ., και τούτο γιατί τα προσκομιζόμενα απ’ αυτήν δύο δελτία λιανικής πώλησης των πωλητών Α. Ζ. και Τ. Ζ. (με αριθμ. ...25-1-1980 και .../22-4-1981) δεν αποδείκνυαν χωρίς άλλο την αγορά τους απ’ αυτήν, καθόσον δεν αναγράφονται σ’ αυτά το όνομα του αγοραστή και τα προσδιοριστικά στοιχεία". 2) "Ότι, δήθεν, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα αγόρασε τους αναφερόμενους στην αγωγή δύο πίνακες ζωγραφικής της Μ.
Σ. με τίτλους ‘ ‘ ... ‘ το έτος 1985, αν και είχε στην κατοχή της την οικεία απόδειξη λιανικής πωλήσεως". 3) " Ότι τα 4 έργα του γλύπτη Χ. Ρ. τα αγόρασε το 1984 ο εναγόμενος, που κατέβαλε και το αντίστοιχο τίμημα, σύμφωνα με την κατάθεση της θυγατέρας των διαδίκων, παραβλέποντας άλλα αποδεικτικά στοιχεία ". 4) " Ότι τα δύο γλυπτά από σίδερο, έργο του γλύπτη ‘ ‘ Τ.‘ ‘ , τα αγόρασε ο εναγόμενος σε επίσκεψη του με την ενάγουσα στην αίθουσα τέχνης ‘ ‘ ...‘ ‘ , καταβάλλοντας και το αντίστοιχο τίμημα αυτών και ότι η προσκομιζόμενη από την ενάγουσα με ημερομηνία 17-10-2006 επιστολή της Μ.
Δ., ιδιοκτήτριας της αίθουσας τέχνης, περί αγοράς απ’ αυτήν των εν λόγω γλυπτών αντικρούεται από την κατάθεση της, άνω, μάρτυρος ανταποδείξεως" και 5) " Ότι δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα αγόρασε και τα αναφερόμενα στην αγωγή τέσσερα Poster, δύο του Γ. Μ. και δύο του P., και τούτο γιατί το προσκομισθέν από την ενάγουσα υπ’ αριθμ. ...25-1-1980 δελτίο λιανικής πώλησης της Α.
Ζ., δεν κρίθηκε επαρκές αποδεικτικό στοιχείο, καθόσον δεν αναφέρονται σ’ αυτό τα ειδικότερα προσδιοριστικά στοιχεία των Poster και κυρίως το όνομα του αγοραστή τους", πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, καθόσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και επί πλέον αφορούν ελλείψεις αναγόμενες στην ανεπάρκεια της αιτιολόγησης του αποδεικτικού πορίσματος σε σχέση με την απόκτηση της κυριότητας των επιδίκων από τον αρχικώς εναγόμενο, καθώς και σε απλά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς στήριξη των απόψεών της ότι τα επίδικα αυτά, ως προς τα οποία απορρίφθηκε η αγωγή της, περιήλθαν στην κυριότητά της με αιτία την πώληση και τη δωρεά, που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) αλλά και σε αντίκρουση των επιχειρημάτων του δικαστηρίου της ουσίας, που δε συνιστούν αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν". Για τη βασιμότητα του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.
Α.Π. 2/2008). Ο λόγος είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθησαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως ενός εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα. Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ’ ΚΠολΔ. πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο νομίμως ενώπιόν του προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδεικνύεται η βασιμότητα του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί αγοράς των επίμαχων επίδικων κινητών (γλυπτών έργων του γλύπτη Χ.
Ρ. και γλυπτών αφηρημένης τέχνης του γλύπτη ‘ ‘ Τ.‘ ‘ ) απ’ αυτήν, και ειδικότερα: α) η από 9-5-2007 βεβαίωση του ως άνω Γλύπτη Χ. Ρ. και β) οι φωτογραφίες των έργων του γλύπτη "Τ.". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή σχετική βεβαίωση, που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα με αριθμό 8628/2008 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, οι ένορκες βεβαιώσεις, που προσκομίσθησαν από τους διαδίκους και αναφέρονται ιδιαιτέρως στην απόφαση καθώς και όλα τα νομίμως παρά των διαδίκων προσκομισθέντα έγγραφα και φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως και δη από τις σκέψεις και παραδοχές της, που αφορούν τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, για την απόδειξη των οποίων επικαλείται τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης, μεταξύ των οποίων και οι παραπάνω φωτογραφίες, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.
Εξάλλου, η αιτίαση, που εμπεριέχεται στον ίδιο, ως άνω, λόγο, ότι το Εφετείο δεν απέδωσε στα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα ότι αυτά έχουν, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον, με την επίκληση αυτή, πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ., αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση αυτών.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 9 περ. α’ και β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα παραδεκτώς (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκοπούμενα έγγραφα προέκυψαν τα εξής: Η αναιρεσείουσα με την ένδικη αγωγή της ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι είναι κυρία των περιγραφόμενων σ’ αυτήν κινητών πραγμάτων, τα οποία απέκτησε κατά τον αναφερόμενο σ’ αυτήν τρόπο και ο αρχικώς εναγόμενος τα κατακρατεί παράνομα, και να υποχρεωθεί ο τελευταίος να της τα αποδώσει.
Το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει κατ’ ουσία τις ασκηθείσες εφέσεις των αρχικώς διαδίκων κατά της πρωτόδικης απόφασης και ακολούθως, αφού την εξαφάνισε επειδή είχε κρίνει αντίθετα, δικάζοντας την ένδικη αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως βάσιμη κατ’ ουσία, αναγνωρίζοντας την αναιρεσείουσα κυρία των αναφερόμενων στο διατακτικό της κινητών πραγμάτων και υποχρεώνοντας τον αρχικώς εναγόμενο να της τα αποδώσει.
Η μερική, όμως, ως άνω παραδοχή του αγωγικού αιτήματος δεν συνιστά επιδίκαση μη αιτηθέντος, πολύ περισσότερο πλέον του αιτηθέντος, γι’ αυτό και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, Κατ’ ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-1-2017 αίτηση της Κ. τέως συζ. Θ. Κ., το γένος Γ. Λ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1346/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2017.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2017 .
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ