Legislator Case Law & Legislation
1784/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against High Court awarding damages for unfair contract termination and consumer protection violations.

Case Number 1784/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the High Court's final judgment awarding damages to Nestle Greece for unfair contract termination. The appellant argued procedural errors regarding the application of consumer protection laws and the calculation of trade commission fees, while the High Court had already considered all evidence and applied the relevant statutes. The court found the High Court's reasoning sufficient and its assessment of the evidence correct, leading to the dismissal of the appeal and a ruling against the appellant for legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 8, 19 of the Code of Civil Procedure; Article 2 of Law 703/1977; Article 178 of the Civil Code; Article 288 of the Civil Code; Article 288A of the Civil Code: The Supreme Court reviews appeals against final judgments for procedural errors or misapplication of law, upholding the lower court's decision if the reasoning is sound and the evidence was properly evaluated.

Keywords

AI generated
contract termination damages unfair contract terms consumer protection law trade commission fees civil procedure appeal legal costs award Supreme Court review

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1), 8, 19 of the Code of Civil Procedure
Article 2 of Law 703/1977
Article 178 of the Civil Code
Article 288 of the Civil Code
Article 288A of the Civil Code
Article 176 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1784 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1784/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη Γεώργιο Κοντό, και Δημήτριο-Στέφανο Βόσκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουτσούκη.

Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας με την επωνυμία "ΝESTLE ΕΛΛΑΣ ΠΑΓΩΤΑ ΑΕ" (πρώην ΔΕΛΤΑ Βιομηχανία Παγωτού ΑΕ), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Τεγόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-2-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3903/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 4510/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την 18-2-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος-Στέφανος Βόσκας, ανέγνωσε την από 6-1-2012 έκθεση, της κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Στυλιανής Γιαννούκου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του 2ου λόγου του αναιρετηρίου κατά το υπό στοιχ. Δ' σκέλος αυτού και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτού.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με τη κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 4510/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε τις αντίθετες εφέσεις που είχαν ασκήσει οι διάδικοι κατά της 3903/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με αυτήν είχε γίνει μερικώς δεκτή η από 26-7-2007 αγωγή του αναιρεσείοντος και:

Α] Αναγνωρίσθηκε ότι η αναιρεσίβλητη εταιρία οφείλει να καταβάλει σ' αυτόν: α] το ποσό των 64.747,46 ευρώ ως αποζημίωση (διαφυγόντα κέρδη) λόγω απροειδοποίητης καταγγελίας συμβάσεως αποκλειστικής διανομής αορίστου χρόνου που είχαν συνάψει μεταξύ τους, και λόγω αποζημιώσεως πελατείας [28.728,11+36.019,34 αντίστοιχα], β] το ποσό των 40.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ανόρθωση της ηθικής βλάβης που αυτός υπέστη από την αδικοπρακτική της συμπεριφορά.

Β] Υποχρεώθηκε η αναιρεσίβλητη να καταβάλει στον αναιρεσείοντα το ποσό των 25.000 ευρώ, στο οποίο αυτός είχε παραδεκτά περιορίσει το με στοιχ. α' πιο πάνω αρχικά καταψηφιστικό του αίτημα. Γ] απερρίφθησαν τα κονδύλια της αγωγής α] για την καταβολή ποσού 25.636,76 ευρώ που αντιστοιχεί στην παρακρατηθείσα από την αναιρεσείουσα διαφορά μεταξύ του συμφωνηθέντος για τα έτη 2002 έως 2006 ποσοστό προμηθειών 9,5% για την παράδοση παγωτών στα Super Markets και της αυθαίρετης και καταχρηστικής μειώσεως αυτής σε ποσοστό 5%, β] για την καταβολή ποσού 13.128 ευρώ ως αποζημίωσης αναπόσβεστων επενδυτικών δαπανών.

Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και συνεπώς είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔικ], πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ].

2. Κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίον περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή [ΟλΑΠ 7/2006].

Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου, κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανακοπής κλπ ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Ο λόγος αυτός δεν συντρέχει, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό [ΑΠ 1378/ 2010].

3. Με το άρθρο 8 παρ.2, 3 και 4 του ΠΔ/τος 219/1991, "περί εμπορικών αντιπροσώπων", ορίζονται τα εξής: "... 2. Σύμβαση ορισμένου χρόνου, την οποία τα δύο μέρη συνεχίζουν να εκ τελούν μετά την λήξη της, θεωρείται ότι μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου. 3.Οταν η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, κάθε ένας από τους συμβαλλόμενους μπορεί να την καταγγείλει, με τήρηση ορισμένης προθεσμίας. 4.

Η προθεσμία καταγγελίας είναι ένας μήνας για το πρώτο έτος της σύμβασης, δύο μήνες από την αρχή του δεύτερου έτους, τρείς μήνες από την αρχή του τρίτου έτους, τέσσερις μήνες από την αρχή το τέταρτου έτους, πέντε μήνες από την αρχή του πέμπτου έτους και έξη μήνες από την αρχή του έκτου και τα επόμενα έτη. Δεν είναι δυνατόν να οριστούν μικρότερες προθεσμίες, με συμφωνία των συμβαλλομένων".

Εξ άλλου, με το άρθρο 9 παρ.1 του ιδίου Π Δ/τος ορίζεται: ... α) Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή τη αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, β)Το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου, γ) η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα".

Από τις διατάξεις αυτές που ισχύουν στις συμβάσεις εμπορικής αντιπροσωπείας αλλά εφαρμόζονται κατά περίπτωση αναλογικά, δηλαδή όταν υπάρχουν τα στοιχεία που δικαιολογούν εξ αντικειμένου την επέκταση και σ’ αυτήν, των ρυθμίσεων του ως άνω π.δ/τος και σε άλλες μορφές εμπορικών διαμεσολαβητικών δραστηριοτήτων, όπως είναι η σύμβαση αποκλειστικής διανομής ή παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας [ΟλΑΠ 16/2013], προκύπτει ότι ο εμπορικός αντιπρόσωπος, σε περίπτωση πρόωρης λύσης της σύμβασης, δικαιούται να ζητήσει σωρευτικά με την αποζημίωση πελατείας και αποζημίωση για την ανόρθωση κάθε περαιτέρω ζημίας, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, η οποία [ζημία], έχει τη μορφή του διαφυγόντος κέρδους και συνίσταται στις κάθε φύσεως προμήθειες και αμοιβές που θα εισέπραττε ο εμπορικός αντιπρόσωπος, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, στο υπόλοιπο χρονικό διάστημα, μέχρι δηλαδή να συμπληρωθεί ο συμβατικά καθοριζόμενος χρόνος διάρκειας της συμβάσεως, αφαιρουμένων των εξόδων, που αυτός ενδεχομένως εξοικονόμησε από την πρόωρη λήξη της συνεργασίας του με τον αντιπροσωπευόμενο.

Στην περίπτωση όμως που δεν υπάρχει συμβατικά καθορισμένος χρόνος διάρκειας της συμβάσεως, δηλαδή στην περίπτωση της συμβάσεως αορίστου διαρκείας, η προς ανόρθωση ζημία περιλαμβάνει τα διαφυγόντα κέρδη, που με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκέρδαινε ο αντιπρόσωπος από τις πωλήσεις, μέχρι να συμπληρωθεί η κατά περίπτωση προθεσμία, που έπρεπε να τηρηθεί για την καταγγελία της.

Είναι δε προφανές ότι ο νομοθέτης, έχοντας υπόψη τις συνέπειες της καταγγελίας της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας για τον εμπορικό αντιπρόσωπο, διαβάθμισε την προθεσμία αυτή, ανάλογα με την διάρκεια της, αξιολογώντας ότι η κατ' ανώτατο όριο προθεσμία των 6 μηνών, είναι ικανή να προστατεύσει τα συμφέροντα του εμπορικού αντιπροσώπου.

Με την έννοια δε αυτή, δεν καταλείπονται περιθώρια παρεκκλίσεως από την νομοθετική αυτή ρύθμιση με την επίκληση παραβίασης διατάξεων άλλων νόμων, όπως του Ν. 146/1914 "περί αθέμιτου ανταγωνισμού", του άρθρου 281 ΑΚ σε συνδυασμό με 914 ΑΚ, του άρθρου 919 ΑΚ, του άρθρου 4 γ ν. 703/77 σε συνδυασμό με το άρθρο 914 ΑΚ, του άρθρου 2α ν. 703/77, ούτε άλλωστε της Συνταγματικής Αρχής της ισότητας και της αναλογικότητας.

Εξάλλου, μεταξύ των διατάξεων περί εντολής, που εφαρμόζονται στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, είναι και αυτή του άρθρου 725 ΑΚ, κατά την οποία, λύση της συμβάσεως εντολής επιφέρει και η καταγγελία της εκ μέρους του εντολέα, η οποία επίσης είναι δυνατή κατά πάντα χρόνο και χωρίς επίκληση λόγου ή θέση προθεσμίας.

Το δικαίωμα δε του εντολέα προς ανάκληση ή καταγγελία της εντολής ως σχέσεως εμπιστοσύνης που συνδέει τους συμβαλλόμενους ασκείται μεν ελευθέρως, αλλά πάντοτε υπό τον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ. Λόγω όμως της φύσεως της συμβάσεως εντολής ως σχέσεως εμπιστοσύνης, η ανάκληση ή η καταγγελία της και αν ακόμα είναι καταχρηστική, δεν είναι ποτέ άκυρη, χορηγεί όμως στον εντολοδόχο το δικαίωμα να ζητήσει την αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας που υπέστη από την ανάκληση ή την καταγγελία της εντολής.

Το ίδιο δε δικαίωμα αποζημίωσης έχει ο εντολοδόχος (άρθρο 723 ΑΚ) αν υπάρχουν περιστατικά αναγόμενα στη σφαίρα ευθύνης του εντολέα, ιδιαίτερα δε όταν η καταγγελία είναι άκαιρη και η ανάκληση έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο [ΑΠ 881/2010]. Έτσι, στη περίπτωση της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, στην οποία εφαρμόζονται αναλογικώς οι διατάξεις των άρθρων 724 και 725 ΑΚ, καθώς και αυτή του άρθρου 8 του π.δ/τος 219/ 1991, [κατά τα προαναφερθέντα], ισχύει, λόγω της ιδιαίτερης σχέσης εμπιστοσύνης που διέπει τους συμβληθέντες, η άκαιρη ή καταχρηστική καταγγελία της εν λόγω συμβάσεως, δεν είναι ποτέ άκυρη και επιφέρει πάντα την λύση της, παρέχεται δε στον αποκλειστικό διανομέα (εντολοδόχο) δικαίωμα να ζητήσει αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας που υπέστη από αυτήν, όχι όμως και να αξιώσει την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και την εκπλήρωση της συμβάσεως, αφού εκλείπουν πλέον οι προϋποθέσεις της σχέσης εμπιστοσύνης, που αξιώνει η άνω σύμβαση.

4. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "... Με βάση την από 1 -11-2003 έγγραφη σύμβαση συνεργασίας που καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος-εφεσιβλήτου και της εναγομένης-εκκαλούσας, με την τότε επωνυμία της "ΔΕΛΤΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΑΓΩΤΟΥ Α.Ε", η οποία το Μάρτιο του 2006 μετονομάστηκε σε "NESTLE ΕΛΛΑΣ ΠΑΓΩΤΑ Α.Ε", μετά από εξαγορά ποσοστού 96, 53% του μετοχικού της κεφαλαίου από την εταιρεία NESTLE ΕΛΛΑΣ Α.Ε, ο ενάγων-εφεσίβλητος, έχοντας όλη την απαραίτητη υποδομή ...

ανέλαβε και η εκκαλούσα του ανέθεσε, για το χρονικό διάστημα από 1/1/2003 έως 31/10/2003 [σημ. προφανώς 31-10-2006], τη διάθεση και διανομή των παγωτών, αποκλειστικώς της ΔΕΛΤΑ, σε κάθε σημείο λιανικής πώλησης (φούρνους, υπεραγορές, περίπτερα κλπ), σε συγκεκριμένη περιοχή της περιφέρειας Αττικής, που του είχε παραχωρηθεί, αποκλειστικά και περιλάμβανε την περιοχή Ζωγράφου, Γουδή και Άνω Ιλισίων.

Κατά τη σύμβαση ο ενάγων-εφεσίβλητος ήταν υποχρεωμένος να παραλαμβάνει το φορτηγό αυτοκίνητο του, φορτωμένο με τα εμπορεύματα κάθε ημέρας από τις εγκαταστάσεις της εκκαλούσας, τα οποία θα έπρεπε να είχε παραγγείλει την προηγουμένη, παραδίδοντας σ' αυτήν τα αντίστοιχα δελτία παραγγελίας, φροντίζοντας να καλύπτονται πλήρως η αγορά της περιοχής του και οι ανάγκες των εντός αυτής πελατών, καθώς και να υπογράφει και να σφραγίζει τα συνοδευτικά του εν λόγω φορτίου επ' ονόματι του εκδιδόμενα δελτία αποστολής ή τιμολόγια, τα οποία όφειλε να εξοφλεί στην εκκαλούσα αμέσως πριν τη φόρτωση του αυτοκινήτου του.

Ως αμοιβή του συμφωνήθηκε ποσοστό 9,5% επί της καθαρής τιμολογούμενης αξίας των εμπορευμάτων, που μεταπουλούσε αυτός στους λιανοπωλητές, εκδίδοντας τιμολόγια στο όνομα του, ως ανεξάρτητος επαγγελματίας, που έφερε ο ίδιος τα έξοδα της επιχείρησης του. Η εν λόγω αμοιβή καταβαλλόταν σ' αυτόν είτε με έκπτωση επί των εκδιδόμενων στο όνομα του τιμολογίων, είτε ως προμήθεια επί του δελτίου αποστολής ή τιμολογίου, εκκαθαριζόμενη ανά μήνα και καταβαλλόμενη τότε σ' αυτόν, με ταυτόχρονη εκ μέρους του έκδοση του αντίστοιχου φορολογικού στοιχείου.

Ο ενάγων - εφεσίβλητος ήταν υποχρεωμένος να φέρει, στο φορτηγό του αυτοκίνητο, τα χρώματα και σήματα της εναγομένης-εκκαλούσας, να αποφεύγει οποιαδήποτε πράξη ανταγωνισμού έναντι αυτής, ακόμα και ένα έτος μετά τη λύση της σύμβασης, να επιτυγχάνει τους ποσοτικούς στόχους, που εκείνη έθετε με τις εγκυκλίους της, οπότε και αμειβόταν με πρόσθετη αμοιβή(πριμ), να έχει καταχωρημένο πελατολόγιο σε Η/Υ, που ήταν τοποθετημένος στο φορτηγό του, να επισκέπτεται τους λιανοπωλητές, ελέγχοντας την εύρυθμη λειτουργία τους, την επάρκεια των προϊόντων τους και τη σωστή τοποθέτησή τους στα κατάλληλα ψυγεία της εκκαλούσας, καθώς και την ύπαρξη επαρκούς διαφημιστικού υλικού σε αυτά και γενικά ήταν υποχρεωμένος να προβαίνει σε κάθε πράξη, που θα προωθούσε τα συμφέροντα της εκκαλούσας.

Έτσι, η όλη λειτουργία της επιχειρήσεως του ήταν οργανωμένη κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι πλήρως, ενταγμένη στο δίκτυο διανομής της εκκαλούσας, πουλώντας αποκλειστικά τα προϊόντα της μόνο στις περιοχές που εκείνη του είχε υποδείξει έχοντας, μάλιστα, χωρίσει προς τούτο το λεκανοπέδιο Αττικής σε 53 περιοχές, όπου χρησιμοποιούσε ισάριθμους διανομείς.

Με τον τρόπο αυτό λειτούργησε η επίδικη σύμβαση μέχρι τον συμβατικά προσδιορισθέντα χρόνο της, που έληγε στις 30/10/2006, οπότε η εκκαλούσα, δια του νομίμου εκπροσώπου της Γ. Κ., πρότεινε στο εφεσίβλητο και εκείνος αποδέχτηκε τη παράταση της σύμβασης από 1/11/06 μέχρι 31/12/2006, όπως και έγινε. Μετά την ανωτέρω παράταση η εκκαλούσα γνωστοποίησε στον εφεσίβλητο, με το από 22/12/06 έγγραφο της, τη λήξη της μεταξύ τους συνεργασίας, στις 31/12/06, έκτοτε δε δραστηριοποιείται στην περιοχή ευθύνης του εφεσίβλητου άλλος διανομέας.

Με βάση τα παραπάνω περιστατικά αποδεικνύεται, ότι η επιχείρηση του ενάγοντος-εφεσιβλήτου ενεργούσε, ουσιαστικά, ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της εναγομένης-εκκαλούσας, έχοντας την ίδια ασθενή θέση και έντονη εξάρτηση από την τελευταία, αλλά και τον αυτό βαθμό ένταξης στο δίκτυο διανομής της με τον τύπο του εμπορικού αντιπροσώπου, ώστε να καθίσταται επιτρεπτή και στην ένδικη περίπτωση η αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του πδ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων" και ιδίως εκείνων του άρθρου 9, για την αποζημίωση πελατείας, κατά τα παρακάτω εκτιθέμενα ...

Ο εφεσίβλητος συνεργαζόταν με την εκκαλούσα ήδη από το έτος 1987, οπότε είχε καταρτιστεί μεταξύ τους σύμβαση ορισμένου χρόνου, με βάση την οποία είχε συμφωνηθεί, με παρόμοιους με την από 1/11/03 σύμβαση όρους, η διανομή των προϊόντων της εκκαλούσας, υπό την τότε επωνυμία της "ΔΕΛΤΑ ΠΑΓΩΤΑ". Η συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων συνεχίστηκε, έκτοτε, αδιάκοπα, με τους ίδιους κατά τα ουσιώδη για τη λειτουργία της όρους, με τις από 20/1/90, 20/2/95, 30/10/98, 5/6/2000 αλλεπάλληλες διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου και τέλος με την από 1/11/03 σύμβαση, που παρατάθηκε κατά τα ανωτέρω.

Έτσι, μεταξύ των διαδίκων υπήρξε και λειτούργησε, στην πραγματικότητα μία μακροχρόνια συμβατική σχέση αορίστου χρόνου, κατά τη διάρκεια της οποίας καταρτιζόντουσαν μεταξύ τους αλυσιδωτές, μερικότερες συμβάσεις ορισμένου χρόνου, με ταυτόσημο ή κυρίως ίδιο περιεχόμενο, χωρίς να αποτελούν κάθε φορά αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών, όλοι οι διέποντας την συνεργασία το ουσιώδεις συμβατικοί όροι, αλλά εξακολουθούσαν, να ισχύουν οι περιεχόμενοι στις προγενέστερες συμβάσεις, οι οποίες τροποποιούνταν με τις μεταγενέστερες, σε ορισμένα σημεία τους.

Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το γεγονός και μόνον, ότι στις συμβάσεις του 2000 και 2003 συμφωνήθηκε προμήθεια του εφεσίβλητου 5% για τα πωλούμενα παγωτά στις υπεραγορές, έναντι 9, 5% που ίσχυε μέχρι τότε. Τούτο, διότι πρόκειται για μεμονωμένο συμβατικό όρο, που τροποποιήθηκε κατά το ποσοστό της προμήθειας και όχι κατά το ουσιώδες στοιχείο του τρόπου αμοιβής και αφορούσε μόνο τις πωλήσεις σε υπεραγορές.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε, ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρξε μία μακροχρόνια (από το 1987 έως το Δεκέμβριο του 2006) ενιαία συμβατική σχέση αόριστης διάρκειας, η οποία διακόπηκε, με την εκ μέρους της εκκαλούσας, κατά τον παραπάνω τρόπο, καταγγελία της, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε, ώστε είναι απορριπτέοι, ως ουσιαστικά αβάσιμοι όλοι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της εκκαλούσας, που διαλαμβάνονται στον 3° λόγο της εφέσεως της ...

Ο ενάγων εκκαλών με την ένδικη αγωγή του επικαλούμενος την ξαφνική [χωρίς τήρηση της προθεσμίας για την καταγγελία] διακοπή της εκτιμώμενης ως αορίστου χρόνου συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, που τον συνέδεε με την εφεσίβλητη, ζήτησε κατά τον Αστικό Κώδικα, αντίστοιχη με τα διαφυγόντα κέρδη του κατά την πενταετία μετά την καταγγελία της συμβάσεως του, δηλαδή ισόποσα με τις προμήθειες, που θα απεκέρδαινε κατά την επίμαχη πενταετία, εάν δεν μεσολαβούσε η εν λόγω καταγγελία, με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, εφόσον εξυπηρετούσε απόλυτα και ικανοποιητικά τα συμφέροντα της εφεσίβλητης, διέθετε τον απαραίτητο εξοπλισμό και είχε λάβει όλα τα αναγκαία προπαρασκευαστικά μέτρα (αυτοκίνητο-ψυγείο, πελατεία, οργάνωση επιχειρήσεως).

Προς στοιχειοθέτηση της εν λόγω αξιώσεως του, (ο ενάγων - εκκαλών και ήδη αναιρεσείων) επικαλέστηκε παράνομο χαρακτήρα της εκ μέρους της εφεσίβλητης καταγγελίας της συμβάσεως του, με διαδοχικές επικουρικές θεμελιώσεις του παράνομου χαρακτήρα της και ειδικότερα σε παράβαση του ν. 146/2014 περί αθέμιτου ανταγωνισμού, άλλως σε παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ σε συνδυασμό με 914 ΑΚ, άλλως σε παράβαση του άρθρου 919 ΑΚ, άλλως σε παράβαση του άρθρο 4γ ν. 703/77 σε συνδυασμό με 914 ΑΚ, άλλως σε παράβαση του άρθρου 2α ν. 703/77.

Επίσης επικουρικότερα ισχυρίστηκε ότι λόγω αντιθέσεως της καταγγελίας στο άρθρο 281 ΑΚ, η εν λόγω καταγγελία υπήρξε άκυρη, με αποτέλεσμα η σύμβαση να συνεχίσει έκτοτε να ισχύει και αυτός να δικαιούται τις προμήθειες της άνω πενταετίας, λόγω υπερημερίας της εφεσίβλητης. Όμως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη αναφορικά με την, κατά τον ΑΚ, ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας του εμπορικού αντιπροσώπου (ή αποκλειστικού διανομέα) σε περίπτωση καταγγελίας της αορίστου χρόνου συμβάσεως του από τον αντισυμβαλλόμενο (αντιπροσωπευόμενο ή παραγωγό, αντίστοιχα), κατά τρόπο αδικοπρακτικό, με οποιαδήποτε θεμελίωση του τυχόν παράνομου χαρακτήρα της, χωρίς τήρηση της προθεσμίας για την καταγγελία, η προς ανόρθωση ζημία του αντιπροσώπου (διανομέα) περιλαμβάνει, κατ' αρχάς, τα διαφυγόντα κέρδη, που με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων αυτός θα απεκέρδαινε από τις πωλήσεις, όχι για όσο χρόνο επιθυμεί αυτός, αλλά μόνο μέχρι να συμπληρωθεί η κατά περίπτωση προθεσμία, που έπρεπε να τηρηθεί για την καταγγελία της, η οποία στην ένδικη περίπτωση ήταν 6 μηνών, κατά τους ορισμούς των παραπάνω νομικών διατάξεων και όχι ενός έτους, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, κατ' ορθή εφαρμογή του νόμου δέχτηκε την αγωγή, κατά το παραπάνω κονδύλιο της, ως νόμιμη και μερικώς ουσιαστικά βάσιμη αναφορικά με τα διαφυγόντα κέρδη του εκκαλούντος, για χρονικό διάστημα έξι μηνών από τη καταγγελία της συμβάσεως και την απέρριψε, ως μη νόμιμη, για το μετά την παρέλευση του εξαμήνου χρονικό διάστημα.

Ανεξάρτητα από τα παραπάνω πρέπει, να σημειωθεί, επί πλέον ότι τα περιστατικά που επικαλείται ο ενάγων στην αγωγή του, ότι δηλαδή εξυπηρετούσε απόλυτα και ικανοποιητικά τα συμφέροντα της εφεσίβλητης, διέθετε τον απαραίτητο εξοπλισμό και είχε λάβει όλα τα αναγκαία προπαρασκευαστικά μέτρα (αυτοκίνητο - ψυγείο, πελατεία, οργάνωση επιχειρήσεως) και αληθή υποτιθέμενα, συναπτόμενα με την οφειλόμενη καλόπιστη εκ μέρους του εκπλήρωση της παροχής του (άρθρο 288 ΑΚ) δεν μπορούν, χωρίς την επίκληση περαιτέρω ειδικών περιστάσεων, να στοιχειοθετήσουν κρίση, περί προσδοκίας για την εξακολούθηση της επίδικης σύμβασης και μετά την παρέλευση του εξαμήνου, κατ' αποκλεισμό του δικαιώματος της εφεσίβλητης να προβεί στη νομότυπη και εμπρόθεσμη καταγγελία της μετά την παρέλευση του, εφόσον αυτή, κατά νόμο, είχε το δικαίωμα να καταγγείλει την επίδικη αορίστου χρόνου σύμβαση ελευθέρως οποτεδήποτε.

Επιπροσθέτως και αναφορικά με την επιχειρούμενη επικουρικότερη θεμελίωση του ανωτέρω αγωγικού κονδυλίου, για το χρονικό διάστημα μετά την παρέλευση του εξαμήνου, σε ακυρότητα της επίμαχης καταγγελίας και εντεύθεν στη συνέχιση έκτοτε της ισχύος της ένδικης σύμβασης, οι σχετικοί αγωγικοί ισχυρισμοί επαναφερόμενοι ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, καθόσον έρχονται σε ευθεία αντίφαση με την κύρια βάση της αγωγής, που έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, χωρίς να προσβάλλεται, βέβαια, με την έφεση του εκκαλούντος και αφορά το κονδύλιο της αποζημίωσης πελατείας, που έχει, ως προϋπόθεση του, τη λύση της επίδικης σύμβασης και όχι τη συνέχιση της.

Ενόψει τούτων, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε την αγωγή, κατά το παραπάνω κονδύλιο, ως μη νόμιμη, για το μετά την παρέλευση του εξαμήνου χρονικό διάστημα, χωρίς να διαλάβει ειδικότερες αιτιολογίες, ως προς τις παραπάνω διαδοχικές επικουρικές θεμελιώσεις του οδηγήθηκε σε ορθό κατ' αποτέλεσμα διατακτικό.

Επομένως, πρέπει να συμπληρωθούν οι αιτιολογίες της εκκαλούμενης με τις σχετικές αιτιολογίες της παρούσας και ν' απορριφθούν, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του εκκαλούντος, που διαλαμβάνονται στον 1ο λόγο της εφέσεως του." Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ως άνω διατάξεις των άρθρων που εφάρμοσε, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, όταν η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου με διαδραμόντα χρόνο άνω της εξαετίας, όπως ανέλεγκτα δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, καθένας από τους συμβαλλομένους μπορεί να την καταγγείλει, με την τήρηση ορισμένης προθεσμίας, η οποία ορίζεται σε έξι (6) μήνες από την αρχή του έκτου και τα επόμενα έτη της συμβάσεως αποτελεί δε και το ανώτατο όριο υπολογισμού της αποζημιώσεως για διαφυγόντα κέρδη.

Επομένως, κατ' ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 8 §§3, 4, 9 § 1 εδ. Γ, 4 του π.δ. 219/1991, και των λοιπών ως άνω διατάξεων, η προσβαλλόμενη απόφαση αξιολόγησε ως μη νόμιμη την αξίωση αποζημιώσεως του αναιρεσείοντος από διαφυγόντα κέρδη, για το μετά την παρέλευση του εξαμήνου χρονικό διάστημα ερειδόμενη στον κύριο, ως άνω, αγωγικό ισχυρισμό, ότι ήταν άκαιρη και παράνομη η καταγγελία της συμβάσεως του και στις προεκτεθείσες διαδοχικές επικουρικές θεμελιώσεις του παράνομου χαρακτήρα αυτής, προς στήριξη του αγωγικού κονδυλίου των διαφυγόντων κερδών πενταετίας (άλλως τριετίας) τις οποίες έλαβε υπόψη, καθώς και τα λοιπά θεμελιωτικά της αγωγής πραγματικά περιστατικά (μη αναιρουμένου του τελευταίου από την επεξηγηματική παράθεση ορισμένων).

Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αίτησης με τον οποίο ο αναιρεσείων επικαλούμενος τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 8 ΚΠολΔικ, υποστηρίζει ότι παραβιάσθηκαν ευθέως οι παραπάνω διατάξεις και ότι δεν ελήφθησαν υπόψη οι, θεμελιωτικοί της εν λόγω αξιώσεως του, αγωγικοί ισχυρισμοί. Αβάσιμη είναι επίσης η προβαλλόμενη με τον ίδιο λόγο πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔικ, αναφορικά με την απορριπτική επάλληλη κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η αξίωση διαφυγόντων κερδών είναι μη νόμιμη για το πέραν του εξαμήνου χρονικό διάστημα.

Τούτο δε καθόσον, με βάση τα θεμελιωτικά της αγωγής πραγματικά περιστατικά που το Εφετείο έλαβε υπόψη, δεν αποκλείσθηκε το δικαίωμα της αναιρεσίβλητης να προβεί σε νομότυπη και εμπρόθεσμη καταγγελία της ένδικης σύμβασης, μετά την παρέλευση του εξαμήνου, εφόσον αυτή, κατά τον νόμο είχε το δικαίωμα να καταγγείλει την ένδικη αορίστου χρόνου σύμβαση, οποτεδήποτε με την τήρηση της εξάμηνης προθεσμίας.

Τo διατυπωθέν δε στα πλαίσια του πρώτου λόγου αίτημα για παραπομπή προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΚ σχετικά με την ερμηνεία των διατάξεων της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, που ενσωματώθηκε το ΠΔ 219/1991, προβάλλεται αλυσιτελώς, καθόσον στα πλαίσια εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, ο παραγγελιοδόχος αντιπρόσωπος, καθώς και άλλα πρόσωπα που διαμεσολαβούν στο εμπόριο κατά την πώληση προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών (όπως είναι και ο διανομέας) δεν εμπίπτουν ευθέως στο πεδίο εφαρμογής των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων της παραπάνω Οδηγίας για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών, ούτε είναι δυνατόν να επιβληθεί στα κράτη μέλη η αναλογική εφαρμογή αυτής στα λοιπά πρόσωπα μέσω της νομολογίας του ΔΕΚ [βλ ΟλΑΠ 16/2013].

5. Το Εφετείο δέχθηκε περαιτέρω, τα ακόλουθα: "... Οι διάδικοι, με τις από 5/6/2000 και 1/11/03 μερικότερες συμβάσεις συμφώνησαν προμήθεια του εφεσίβλητου 5% για τα πωλούμενα παγωτά στις υπεραγορές, έναντι 9, 5% που ίσχυε μέχρι τότε. Η εν λόγω διαφοροποίηση, αποκλειστικά και μόνο για τις πωλήσεις στις υπεραγορές, ήταν απόρροια της ιδιαιτερότητας του συγκεκριμένου τμήματος της αγοράς, όπου το ποσοστό κέρδους της εφεσίβλητης ήταν μικρότερο, ενώ και η ενασχόληση του εκκαλούντος, εκεί, με το αντικείμενο ήταν σε μικρότερη κλίμα κα, έναντι εκείνης, που σχετιζόταν με τους λοιπούς λιανοπωλητές.

Η επίμαχη ρύθμιση υπήρξε συμβατική, όπως έγινε και με τους λοιπούς διανομείς της Αττικής και δεν επιβλήθηκε μονομερώς από την εφεσίβλητη, ούτε απεδείχθη, ότι υπήρχαν άλλοι συγκεκριμένοι διανομείς του δικτύου της εφεσίβλητης, που τελούσαν κάτω από τις ίδιες με τον εκκαλούντα συνθήκες οι οποίοι συνέχισαν, να λαμβάνουν για τις πωλήσεις στις υπεραγορές ποσοστό προμήθειας 9, 5%.

Περαιτέρω, δεν αποδεικνύεται, ότι ο συμβατικός προσδιορισμός της επίμαχης προμήθειας στο εν λόγω ποσοστό δεν επέτρεπε την ευπρεπή διαβίωση του εκκαλούντος και της οικογένειας του, ενόψει μάλιστα του ότι τούτο αφορούσε μόνο τις πωλήσεις σε υπεραγορές και όχι τις πωλήσεις προς τους λοιπούς λιανοπωλητές.

Εξάλλου, στην ως άνω γεωγραφική περιοχή του εκκαλούντος, στην αγορά του παγωτού, δραστηριοποιούνταν και άλλες μεγάλης εμβέλειας προμηθεύτριες εταιρείες ... οπότε αυτός μπορούσε, σε περίπτωση που θεωρούσε μη ανταποκρινόμενη στα συμφέροντα του τη συνεργασία του με την εφεσίβλητη, να την διακόψει και να επιδιώξει τη συνεργασία του με άλλη προμηθεύτρια.

Ενόψει τούτων, ο εκκαλών, κατά τους αντίστοιχους χρόνους των σχετικών συμφωνιών του με την εφεσίβλητη, δεν είχε αποστερηθεί από ισοδύναμες εναλλακτικές λύσεις, ούτε άλλωστε αποδεικνύεται, ότι αυτός δεν θα μπορούσε να προμηθεύεται τα ίδια προϊόντα από τις εν λόγω άλλες πηγές ή θα τα προμηθευόταν με δυσμενέστερους όρους.

Με βάση τα παραπάνω περιστατικά δεν στοιχειοθετείται ακυρότητα του σχετικού συμβατικού όρου, λόγω παράβασης του άρθρου 2α του νόμου 703/77, ούτε λόγω παράβασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης, ούτε λόγω αντίθεσης του προ τα χρηστά ήθη (άρθρο 178 ΑΚ), αλλ' ούτε και κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 6 του ν. 2251/94 "προστασία του καταναλωτή", που δεν βρίσκει έδαφος εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση.

Εντεύθεν, δεν θεμελιώνεται αξίωση του εκκαλούντος για διαφορά δικαιούμενων προμηθειών από τις πωλήσεις σε υπεραγορές, ποσού 27.040,14 ευρώ, που αντιστοιχεί στη διαφορά του ποσοστού 4%, κατά το οποίο είχαν μειωθεί συμβατικά οι ως άνω προμήθειες του, κατά τα έτη 2002 έως 2006. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το αντίστοιχο αγωγικό κονδύλιο, ως ουσιαστικά αβάσιμο, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε, ώστε είναι απορριπτέοι, ως ουσιαστικά αβάσιμοι, όλοι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του εκκαλούντος , που διαλαμβάνονται στον 2° λόγο της εφέσεως του.

Κατόπιν τούτων, ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνυπολόγισε τις ως άνω διαφορές (που δεν έλαβε, ούτε είχε δικαίωμα να λάβει ο εκκαλών), στις ληφθείσες από τον εκκαλούντα προμήθειες της τελευταίας πενταετίας, κατά τον προσδιορισμό της δικαιούμενης από αυτόν πιο πάνω αποζημίωσης πελατείας, ώστε όλοι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του, που διαλαμβάνονται στον 4° αρ. 1 λόγο της εφέσεως του, είναι απορριπτέοι, ως ουσιαστικά αβάσιμοι.

Επίσης, ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά τον προσδιορισμό της οφειλόμενης στον εκκαλούντα αποζημίωσης πελατείας, δεν συμπεριέλαβε και ποσά αντιστοιχούντα σε Φ.Π.Α (9%) επί των κατ' έτος ληφθεισών προμηθειών του της τελευταίας πενταετίας, με βάση τις οποίες υπολογίστηκε ο μέσος ετήσιος όρος των εν λόγω προμηθειών, εφόσον από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδεικνύεται η καταβολή οποιουδήποτε ποσού για ΦΠΑ, ώστε οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του εκκαλούντος, που διαλαμβάνονται στον 4° αρ. 2 λόγο της εφέσεως του, είναι απορριπτέοι, ως ουσιαστικά αβάσιμοι ...

Η ένδικη σύμβαση, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, δεν ήταν ορισμένου, αλλά αορίστου χρόνου και συνεπώς δεν υπήρχε δήλη ημέρα λήξεως της και λύθηκε με την εκ μέρους της εφεσίβλητης καταγγελία της, κατά τον προαναφερθέντα τρόπο. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του π.δ 219/1991, που εφαρμόζεται αναλόγως και στην ένδικη περίπτωση, ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται, μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, αποζημίωση (πελατείας), εφόσον συντρέχουν οι οριζόμενες στο εν λόγω άρθρο προϋποθέσεις, χωρίς να ορίζεται στο νόμο δήλη ημέρα καταβολής της.

Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε την οφειλή των τόκων επί του ποσού της οφειλόμενης αποζημίωσης πελατείας, από 11/1/2007, οπότε η εφεσίβλητη οχλήθηκε για την καταβολή της και όχι από 1/1/2007, οπότε λύθηκε με καταγγελία η σύμβαση, ορθώς εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε, ώστε είναι απορριπτέοι, ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του εκκαλούντος".

Με τις παραδοχές του αυτές σε συνδυασμό και με τις προαναφερθείσες, το Εφετείο προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα, στις εφαρμοσθείσες ως άνω διατάξεις, τις οποίες και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή.

Διέλαβε δε στην απόφαση του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές διατυπώσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθότητα ή μη των νομικών αυτών κανόνων, με βάση τους οποίους δεν στοιχειοθετείται η ακυρότητα του σχετικού συμβατικού όρου για προμήθεια του αναιρεσείοντος 5% έναντι του 9,5% που ίσχυε μέχρι τότε από την μεταξύ τους σύμβαση, ούτε ο υπολογισμός του νόμιμου ποσοστού ΦΠΑ επί των κατ' έτος ληφθεισών προμηθειών του της τελευταίας πενταετίας, με βάση τις οποίες υπολογίστηκε ο μέσος ετήσιος όρος των εν λόγω προμηθειών που του επιδίκασε, ενώ επί πλέον, έλαβε υπόψη τους προταθέντες από τον αναιρεσείοντα πραγματικούς ισχυρισμούς, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να απαιτήσει λιγότερα από ό, τι απαιτεί το πραγματικό της διατάξεως του άρθρου 2 α' Ν. 703/1977.

Επίσης προέβη σε ορθή υπαγωγή των περιστατικών που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στις ως άνω εφαρμοσθείσες διατάξεις των άρθρων 341 (345) ΑΚ και 9 παρ.1 π.δ 219 /1991, καθόσον με το τελευταίο, που εφαρμόζεται αναλόγως και στην ένδικη περίπτωση, ο εμπορικός αντιπρόσωπος (και ο διανομέας, όπως προεκτέθηκε) δικαιούται, μετά τη λύση της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας, και όχι "με την λύση" αυτής αποζημίωση πελατείας, με συνέπεια να μην καθορίζεται με την προπαρατεθείσα διάταξη δήλη ημέρα για την έναρξη της τοκοφορίας της σχετικής αξιώσεως.

Τέλος από την σχετική βεβαίωση του Εφετείου και από το συνολικό περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι είτε προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη, μερικά από τα οποία κατονόμασε ειδικώς, με βάση δε την συνεκτίμηση όλων οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα.

Συνεπώς είναι αβάσιμοι: α] Ο δεύτερος λόγος της αίτησης, με τον οποίο ο αναιρεσείων επικαλούμενος τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1, 8.11γ' και 19 ΚΠολΔικ, ισχυρίζεται: αα] ότι το Εφετείο απαίτησε λιγότερα από ό, τι απαιτεί το πραγματικό της διατάξεως του άρθρου 2 α' Ν. 703/1977 στην περίπτωση της επιβολής μη εύλογων συναλλακτικών όρων, για την εξειδίκευση της έννοιας του εύλογου της αμοιβής, καθώς επίσης το πραγματικό της διατάξεως του άρθρου 178 ΑΚ, για την εξειδίκευση της προϋπόθεση της αντίθεσης προς τα χρηστά ήθη, την αρχή της ίσης μεταχείρισης και του άρθρου 288ΑΚ για την απορρέουσα υποχρέωση του προμηθευτή για την προστασία των εύλογων συμφερόντων του αποκλειστικού διανομέα.

Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, πρέπει να λεχθεί , ότι κατά τον χρόνο κατάρτισης της επίμαχης συμφωνίας για μειωμένο ποσοστό προμήθειας όσον αφορά τις πωλήσεις σε υπεραγορές, [5-6-2000 και 1-11-2003] είχε καταργηθεί η διάταξη του άρθρου 2α του ν. 703/1977 [άρθρο 1 παρ.1 ν. 2837/2000], η οποία στην συνέχεια επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 ν. 3375 /2005 και καταργήθηκε εκ νέου με το άρθρο 1 ν. 3784/2009.

ββ] ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης στο ακροατήριο καθώς και την 9631/2007 ένορκη βεβαίωση, β] Ο τρίτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1, 8 και 19 ΚΠολΔικ, ισχυρίζεται αα] ότι το Εφετείο ουδεμία κρίση εξέφερε επί του IV.3 λόγου της έφεσης και το σχετικό αγωγικό αίτημα όσον αφορά τη συμπερίληψη του ΦΠΑ (9%) στις ετήσιες αμοιβές των πέντε τελευταίων ετών κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης πελατείας ββ] ότι, υπό την εκδοχή ότι απέρριψε το αγωγικό αίτημα και τον υπό IV λόγο της έφεσης με τον οποίον επαναφέρθηκε στο Εφετείο το αίτημα για συμπερίληψη και του ΦΠΑ 9% που αναλογεί στις ετήσιες αμοιβές των πέντε τελευταίων ετών (2002 έως 2006) στον υπολογισμό της αποζημίωσης πελατείας, κατέστησε αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο με το να μην διαλάβει καμία αιτιολογία, γγ] ότι το Εφετείο αφενός μεν εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη του ποσοστό προμήθειας 9% για τις πωλήσεις στις υπεραγορές κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης πελατείας που του επιδίκασε και αφετέρου ότι εσφαλμένα δεν υπολόγισε τόκους επ' αυτής από την επομένη της λύσεως της συμβάσεως.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, [άρθρο 176 ΚΠολΔικ], όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση του Γ. Σ. για αναίρεση της 4510/2009 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2.700] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Σεπτεμβρίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ