1784/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ παραγραφή των αξιώσεων των υπαλλήλων του Δήμου, κατ’ αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, είναι διετής και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της, η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης. Το επίδομα ειδικής απασχόλησης, που καταβάλλεται στους εργαζομένους στην τοπική αυτοδιοίκηση, δεν παρεμποδίζει την γέννηση της αξίωσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3016/2002. Μη συμψηφιστέα είναι και η χορηγούμενη χρηματική παροχή των εξόδων κίνησης.
Legislator headnote
AI generated1784/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα της έναρξης της παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του δημοσίου κ.λπ. από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη, ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, που διατυπώνονται στο άρθρο 91 εδ.
Full text
Απόφαση 1784 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Η παραγραφή των αξιώσεων των υπαλλήλων του Δήμου, κατ’ αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, είναι διετής και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της, η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης. Το επίδομα ειδικής απασχόλησης, που καταβάλλεται στους εργαζομένους στην τοπική αυτοδιοίκηση, δεν παρεμποδίζει την γέννηση της αξίωσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3016/2002. Μη συμψηφιστέα είναι και η χορηγούμενη χρηματική παροχή των εξόδων κίνησης.
Αριθμός 1784/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Κ. του Α., κατοίκου ..., έως και 27) Γ. Λ. του Β., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Επαμεινώνδα Τσάντη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Πρωτοβάθμιου ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ" (ΝΠΔΔ), που εδρεύει στην Αγία Παρασκευή Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Μπάτσου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-11-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χαλανδρίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 367/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5951/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-6-2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 8-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 "περί δημοσίου λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", που εφαρμόζεται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 56 ν.δ. 496/1974, 3 ν.δ. 31/1968 και 304 του κυρωθέντος με το π.δ. 410/1995 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ως εκ του κρισίμου εδώ χρόνου), η απαίτηση οποιουδήποτε των, με σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από τη γένεση της, ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 91 εδ.
α' του ίδιου νόμου, με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του νόμου αυτού, η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων σαφώς προκύπτει, ότι με την πρώτη απ' αυτές ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των, με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως.
Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα της έναρξης της παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του δημοσίου κ.λπ. από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη, ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, που διατυπώνονται στο άρθρο 91 εδ.
α' και επομένως κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2005, Ολ.ΑΠ 29/2006). Η προβλεπόμενη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου και των ΟΤΑ βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής, που ισχύει κατ' άρθρο 250 αρ. 6 και 17 Α.Κ.
για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθρο 937 Α.Κ. χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων (Ολ.ΑΠ 3/2006) και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των σχετικών αξιώσεων και των αντίστοιχων υποχρεώσεων του Δημοσίου και των ΟΤΑ, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής καταστάσεως αυτών στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι δημότες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών υπέρ αυτού (ΟΤΑ) επιβαρύνσεων (πρβλ.
Ολ.ΑΠ 38/ 2005) και συνεπώς η διάταξη αυτή δεν αντίκειται, 1) στην κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας (πρβλ. ΑΕΔ 9/2009 για την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διατάξεως του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974, που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις αντίστοιχες αξιώσεις των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ κατ' αυτών), 2) στη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 Συντ.), γιατί η με την ανωτέρω διάταξη ρύθμιση δεν συνιστά υπέρβαση των ακραίων ορίων που επιβάλλονται από την αρχή της αναλογικότητας, 3) στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και ορίζει ότι, "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει, είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως ..." και 4) στις διατάξεις του άρθρου 1 του (επίσης κυρωθέντος με το ν.δ. 53/1974 και την αυτή υπερνομοθετική ισχύ έχοντος) Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, στην οποία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.ΑΠ 40/1988), αφού οι διατάξεις αυτές εμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί ακόμη και ενοχικά δικαιώματα και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος του.
Εξάλλου, και από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ως άνω Πρωτοκόλλου προκύπτει, ότι μ' αυτό αναγνωρίζεται ευθέως το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, εάν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ευλόγου χρόνου προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτεθέντα, και η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου και των ΟΤΑ (Ολ.ΑΠ 31/2007, ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διατάξεως του άρθρου 48 παρ. 3 ν.δ. 496/1974).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 42 του ν. 2683/1999 (ήδη άρθρο 42 ν. 3528/2007), ο μισθός των δημοσίων υπαλλήλων και των ν.π.δ.δ. προκαταβάλλεται στην αρχή του κάθε δεκαπενθημέρου.
Στην προκείμενη περίπτωση το δικάσαν, ως Εφετείο, Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κρίνοντας επί αγωγής των αναιρεσειόντων, δέχθηκε ότι η αξίωσή τους, για την ειδική παροχή του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3016/2002 και της, κατ' εξουσιοδότηση αυτής, εκδοθείσας ΚΥΑ, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 31-12-2003 υπέπεσε στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 και τούτο διότι οι ενάγοντες, για πρώτη φορά, με τις από 22-12-2005 αιτήσεις τους προς τον εναγόμενο ζήτησαν να τους καταβληθεί η παραπάνω παροχή αναδρομικά από 1-1-2002, και η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στον εναγόμενο την 1η Δεκεμβρίου 2006. Κρίνοντας έτσι το, ως Εφετείο, δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995. Η ειδικότερη αιτίαση των αναιρεσειόντων, ότι, σε κάθε περίπτωση, η αξίωσή των, για το χρονικό διάστημα από 22-12-2003 έως 31-12-2003, δεν παρεγράφη, είναι αβάσιμη, και τούτο διότι αυτή, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, κατά το νόμο (και δοθέντος ότι οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται διαφορετική ρύθμιση), γεννήθηκε στην αρχή του δεύτερου δεκαπενθημέρου του έτους 2003 και συνεπώς η παραγραφή άρχισε από αυτήν, συμπληρώθηκε δε η διετία πριν την υποβολή των παραπάνω αιτήσεων.
Συνεπώς, οι, ενιαίως κρινόμενοι, πρώτος δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτήν, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επιβάλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτήν και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών, που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επ.
και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 87 παρ. 1 και 2, 93 παρ. 4 και 120 παρ. 2 του Συντάγματος, να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου, που περιέχει την ευμενή ρύθμιση.
Αν τα δικαστήρια περιορίζονταν να κηρύξουν μόνο την αντισυνταγματικότητα της διάταξης, που εισάγει τη δυσμενή διάκριση, χωρίς να μπορούν να επεκτείνουν την ειδική ευμενή ρύθμιση και υπέρ εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση, τότε θα παρέμενε η αντισυνταγματική ανισότητα και δεν θα είχε ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία.
Αυτό δε δεν αντίκειται στο άρθρο 80 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο "μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο", διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή διάταξη (ΑΠ (Ολ.) 28/1992, 13/91, ΑΠ 60/ 2002). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 2738/99, (ο οποίος εισήγαγε τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων), η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία.
Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α.: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς, βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρυθμίσεως των θεμάτων της συμφωνίας.
Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: "1.
Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμοδίου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών, που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπογράφηκαν κατά το έτος 2001. 2.
Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται ολικά ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.
Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.
Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβανομένου υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών του συνολικού ποσού των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους ...
Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων (όπως προαναφέρθηκε, με την ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3016/2002, η ρύθμιση της παρ. 1, δηλαδή της χορήγησης της ειδικής παροχής, μπορούσε να επεκτείνεται και στο προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών, του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999), εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους, με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" και ειδικότερα, εκδόθηκαν, εκτός άλλων, και οι αναφερόμενες λεπτομερώς στην προσβαλλόμενη, με την κρινόμενη αναίρεση, απόφαση κοινές υπουργικές αποφάσεις.
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η μισθολογική αυτή παροχή χορηγήθηκε σε όλους τους ως άνω μόνιμους και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/97, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, Ο.Τ.Α. και λοιπά Ν.Π.Δ.Δ.
Όλες οι προαναφερθείσες Κ.Υ.Α. έχουν ουσιωδώς όμοιο περιεχόμενο: Επικαλούνται τις διατάξεις των άρθρων 14 του Ν. 3016/2002 και 1 του Ν. 3029/2002, καθορίζουν το ποσό της ειδικής παροχής σε 88 ευρώ από 1-1-2002 και σε 176 ευρώ από 1-7-2002, ορίζουν ότι η καταβολή αυτής εξακολουθεί και κατά το χρονικό διάστημα των θεσμοθετημένων αδειών (κανονικών, συνδικαλιστικών, εκπαιδευτικών, λοχείας, κινήσεως κ.λπ.), ότι υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων και ότι συνεντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές των δικαιούχων και αναφέρουν ως δικαιούμενους της παροχής όλους τους υπαλλήλους της αντίστοιχης υπηρεσίας που αφορά η απόφαση, χωρίς μνεία κάποιου λόγου ή αιτίας, που δικαιολογεί τη χορήγησή της ειδικά στους εν λόγω υπαλλήλους.
Ενώ δηλαδή η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 προβλέφθηκε προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λαμβάνουν πρόσθετες μισθολογικές παροχές, με τις προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις χορηγήθηκε η ειδική αυτή παροχή, χωρίς να γίνεται στις διατάξεις τους η συγκεκριμένη αναφορά, ότι δεν λαμβάνουν πράγματι πρόσθετες μισθολογικές παροχές.
Έτσι με τη χορήγηση της αμοιβής αυτής και μάλιστα σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, που αφενός δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την εν λόγω προϋπόθεση και αφετέρου ευρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές συνθήκες, η παροχή αυτή απέκτησε τον χαρακτήρα μισθολογικής παροχής που προσαυξάνει, χωρίς άλλη προϋπόθεση, το μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, Ο.Τ.Α.
και ΝΠΔΔ, που αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης. Εξάλλου, με το άρθρο 24 παρ. 2 του Ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου, από της ενάρξεως δε ισχύος του νόμου αυτού (1-1-2004) οι ανωτέρω Κ.Υ.Α.
καταργούνται (βλ. και άρθρ. 28 παρ. 4 του ίδιου νόμου). Επομένως, η διαδοχική χορήγηση της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 σε όλους σχεδόν τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των Ν.Π.Δ.Δ. που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, αδιακρίτως του φορέα, της φύσεως, του είδους και των συνθηκών εργασίας αυτού, κατέστησε την παροχή αυτήν προσαύξηση του μισθού.
Έτσι, κάθε υπάλληλος αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, δικαιούται, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την εν λόγω παροχή, την οποία μόνο από 1-1-2004 (έναρξη ισχύος του Ν. 3205/2003) και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο απόδοσης.
Ειδικά, όμως, το επίδομα ειδικής απασχόλησης, που καταβάλλεται στους εργαζόμενους στην τοπική αυτοδιοίκηση, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 10 του ν. 2470/1997, 30 παρ. 2 του ν. 2768/1999 και 6 παρ. 1 του ν. 3146/2003, δεν παρεμποδίζει την γέννηση της ένδικης αξίωσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3016/2002, καθώς οι εν λόγω παροχές είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το είδος και τις συνθήκες της παρεχόμενης εργασίας.
Συνεπώς τυγχάνουν απολύτως και καταφανώς ετεροειδείς ως προς την επίδικη, η οποία αποτελεί γενική μισθολογική παροχή και συνεπώς είναι ανεπίδεκτες αλληλοκαλύψεως και συμψηφισμού, κατά την ειδική έννοια του άρθρου 14 του ν. 3016/2002. Εξίσου μη συμψηφιστέα είναι και η χορηγούμενη στους ίδιους υπαλλήλους χρηματική παροχή των εξόδων κίνησης, η οποία καταβάλλεται σε μηνιαία βάση, δεν υπόκειται δε σε φόρο εισοδήματος, αφού αντιμετωπίζεται από τον νομοθέτη ως δαπάνη για την απόκτηση εισοδήματος και αποτελεί αποζημίωση για την κάλυψη δαπανών, στις οποίες υποβάλλονται οι υπάλληλοι των ΟΤΑ, λόγω της φύσεως των καθηκόντων τους και όχι τακτική εισοδηματική παροχή, όπως η επίδικη του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3016/2002 (ΑΠ 946/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες) µε την αγωγή τους εκθέτουν ότι συνδέονται µε τον εναγόµενο (ήδη αναιρεσίβλητο), µε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και ότι αμείβονται βάσει του εκάστοτε ισχύοντος μισθολογίου για τους απασχολούμενους στο Δημόσιο. Ότι με πλείστες υπουργικές αποφάσεις, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, χορηγήθηκε το προβλεπόµενο από το ίδιο άρθρο ποσό των 176 ευρώ σε πολλές και διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων, µόνιµων αλλά και ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, του Δημοσίου και άλλων ΝΠΔΔ, αλλά δεν χορηγήθηκε σ' αυτούς, γιατί ποτέ δεν εκδόθηκε για αυτούς αντίστοιχη υπουργική απόφαση.
Ζητούν δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 15-11-2006 να καταβάλει στον καθένα τα ειδικότερα προσδιοριζόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή και το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζοντας κατόπιν ασκηθείσας έφεσης από τον εναγόμενο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, αφού απέρριψε, λόγω παραγραφής, την αξίωση των εναγόντων, για το χρονικό διάστημα που προαναφέρθηκε, δέχθηκε και ότι, με το παραπάνω περιεχόμενο, η αγωγή δεν είναι νόμιμη, κατά τα λοιπά, διότι η ένδικη παροχή για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 και εντεύθεν αποτελεί προσωπική διαφορά και δεν καταβάλλεται σωρευτικά μαζί με τις πρόσθετες παροχές, που λαμβάνουν οι ενάγοντες, ήτοι α) το επίδομα ειδικής απασχόλησης, που προσδιοριζόταν σε τρεις κατηγορίες και συγκεκριμένα σε 33.000, 27.500 και 16.500 δρχ.
από 1-3-2000 μέχρι 28-2-2003 (άρθρο 30 παρ. 2 του Ν. 2768/1999), σε 131,85, 115,70 και 83,42 ευρώ μέχρι τις 31-12-2003 (άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 3146/2003) και σε 132, 116 και 84 ευρώ από 1-1-2004 (άρθρο 8 παρ. 6 του Ν. 3205/2005), αντίστοιχα, για κάθε κατηγορία και β) το ποσό που, από 1-4-1998 καταβάλλεται στους υπαλλήλους όλων των Ο.Τ.Α., πρώτης βαθμίδας, με την υπ' αριθμό 2040222/4110/0022/19.6.1998 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών, κατ' εξουσιοδότηση αρχικά του Ν. 2346/1995 και στη συνέχεια της παρ. 3 του άρθρου 5 του Ν. 2685/1999 (και το οποίο από 1-1-2002 ανήλθε σε 176 ευρώ και χαρακτηρίζεται ως "εφάπαξ ετήσια αποζημίωση για την κάλυψη των δαπανών κίνησης".
Με τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή, ως μη νόμιμη, για το από 1-1-2004 κι' εντεύθεν χρονικό διάστημα. Σύμφωνα, όμως με όσα προαναφέρθηκαν, με το να απορρίψει το Πολυμελές Πρωτοδικείο την αγωγή των αναιρεσειόντων για το από 1-1-2004 και εντεύθεν χρονικό διάστημα, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 2470/1997, 1 παρ. 1 του ν. 3205/2003, 14 παρ. 2, 3 και 4 του ν. 3016/2002 και 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1, 80 του Συντάγματος.
Επομένως ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβίασης των αμέσως πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί, ως προς τους αναιρεσείοντες, η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της με το οποίο απορρίφθηκε η αγωγή των για το από 1-1-2004 και εντεύθεν χρονικό διάστημα, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση (κατά την αληθή έννοια του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 παρ. 4 Ν. 4055/2012) προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος αυτό, στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την ως άνω απόφαση και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος Δήμος, ως ηττώμενος, σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, μειωμένα, σύμφωνα με τα άρθρα 178, 183 ΚΠολΔ και 281 του ν. 3463/2006 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, ως προς τους αναιρεσείοντες, την 5951/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ