1783/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1783/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 31-8-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης .
Full text
Απόφαση 1783 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1783/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σωτήριο Κατσαρό.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. Λ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, Γρηγόριο Πασχάλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-9-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28/2011 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 39/2013 του Εφετείου Αιγαίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-11-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 31-8-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης .
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή η κρινόμενη αναίρεση έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και κατά τους νομίμους τύπους (άρθρα 495 παρ. 1, 552 επ. ΚΠολΔ) πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της. Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1033, 1041 επ, 1094 του ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔικ, συνάγεται ότι ο κατά της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου προβαλλόμενος από τον εναγόμενο ισχυρισμός ότι απέκτησε αυτός την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία αποτελεί ένσταση μεν αν η αγωγή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας (διάφορος τρόπος αποκτήσεως) ή και σε πρωτότυπο τρόπο, εφόσον όμως τα πραγματικά περιστατικά που προτείνονται από τον τελευταίο, με βάση την οποία απέκτησε την κυριότητα είναι μεταγενέστερα εκείνων της αγωγής ή ο χρόνος της νομής που περιέχεται σ’ αυτά είναι επαρκής για τη συμπλήρωση διπλής χρησικτησίας, άρνηση δε της αγωγής αν τα περιστατικά αυτά συμπίπτουν ή είναι προγενέστερα εκείνων που περιέχονται στην αγωγή (ΑΠ 242/2017, ΑΠ 20/2017, ΑΠ 1402/2015, ΑΠ 610/2014).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, αν το δικαστήριο αξιολόγησε το αποδεικτικό μέσο διαφορετικά από ότι ο αναιρεσείων υποστηρίζει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔικ στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 20/2017).
Εξ ετέρου καμμιά διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (έγγραφα, μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις, πραγ/νη κλπ). Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ ΑΠ 2/2008) ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ ΑΠ 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Περαιτέρω ο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης"), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου. (Ολ.
ΑΠ 2/2008). Τέλος ο από τη διάταξη του αριθμού 8 εδ. γ του ίδιου άρθρου αναιρετικός λόγος δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό (ή τον αφορώντα σε αυτοτελή ισχυρισμό λόγο εφέσεως) και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 2/2008). Η απόρριψη μπορεί να είναι ρητή, είτε σιωπηρή, να προκύπτει δηλαδή από τις περί του αντιθέτου παραδοχές της αποφάσεως, ως προς τα συγκροτούντα την ιστορική βάση του ισχυρισμού πραγματικά περιστατικά (Ολ ΑΠ 14/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ’ αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς την ένδικη αρνητική αγωγή της αναιρεσίβλητης, την σωρευομένη σ’ αυτήν αναγνωριστική κυριότητας αγωγή και την κατ’ αυτήν υποβληθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση ιδίας κυριότητας: "Το επίδικο ακίνητο (οικόπεδο) καλούμενο "...", βρίσκεται στη θέση "..." και εντός του οικισμού της ...
της κτηματικής περιφέρειας του Δημοτικού Διαμερίσματος ..., έχει έκταση 2.000,03 τ.μ., είναι άρτιο και οικοδομήσιμο σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις και εμφαίνεται στο από Οκτώβριο 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ. Π., με τα στοιχεία ..., και συνορεύει, σύμφωνα μ’ αυτό ( τοπογραφικό διάγραμμα ), βόρεια σε πλευρά ...
του διαγράμματος, συνολικού μήκους 45,77 μ., με ιδιοκτησία Ε. Κ., ανατολικά σε πλευρά ... του διαγράμματο, συνολικού μήκους 64,95 μ. με ιδιοκτησία Α. Κ., νότια σε πλευρά ... του διαγράμματος, συνολικού μήκους 47,47 μ. με χωμάτινη οδό και δυτικά σε πλευρά ... του διαγράμματος, συνολικού μήκους 57,62μ. με ασφαλτοστρωμένη κοινοτική οδό, ..., πλάτους 7,50 μ.
Το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε στην εφεσίβλητη - ενάγουσα, δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../09-07-2007 δημόσιας διαθήκης του αποβιώσαντος στις 10-1-2008 παππού της, Ι. Κ. του Α., που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Νάξου, Σ. Β., και δημοσιεύθηκε νόμιμα από το Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου με το με αριθμό ...-4-2008 πρακτικό δημοσίευσής του.
Την κληρονομία αυτή αποδέχθηκε η εφεσίβλητη - ενάγουσα με την υπ’ αριθμ. ...02-2009 πράξη αποδοχής κληρονομίας, του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγραμμένη στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Νάξου (τόμος … και αριθμό ...). Στον δικαιοπάροχο της ενάγουσας, Ι. Κ. του Α., το επίδικο ακίνητο περιήλθε δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../24-07-1937 δωρητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Νάξου, Β.
Δ., λόγω δωρεάς εν ζωή του πατρός του, Α. Κ. του Α., νομίμως μεταγραμμένου στα οικεία βιβλία του τέως Δήμου Βίβλου (τόμος … και αριθμό …). Έκτοτε, ο εν λόγω δικαιοπάροχος της ενάγουσας, κατείχε και νεμόταν το ακίνητο αυτό για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 20ετίας, και δη μέχρι μεν την εισαγωγή του ΑΚ [23-2-1946] με διάνοια κυρίου, δηλαδή με τη θέληση να το έχει σαν δικό του και με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του δεν προσβάλλεται κατ’ ουσίαν το επ’ αυτού δικαίωμα κυριότητας άλλων, έκτοτε δε με διάνοια κυρίου, ενεργώντας σ’ αυτήν όλες τις εμφανείς υλικές πράξεις νομείς που προσιδίαζαν στη φύση και στη θέση του, με τις οποίες εκδηλωνόταν η περί εξουσιάσεως βούληση του, έχοντας αποκτήσει την κυριότητα του επ’ αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Ειδικότερα, ασκούσε αυτοπροσώπως όλες τις πράξεις νομής που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του επιδίκου και μάλιστα κατά τρόπο φανερό και ανεμπόδιστο κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1937 έως το έτος 2008 που απεβίωσε. Συγκεκριμένα αυτός διέμενε με την οικογένειά του στην πέτρινη αγροικία, η οποία καταλάμβανε το βόρειο τμήμα του επιδίκου, στο υπόλοιπο δε (νότιο τμήμα) διατηρούσε και έβοσκε τα ζώα του, ενώ αργότερα όταν απομάκρυνε τα ζώα του, λόγω της τουριστικής ανάπτυξης της περιοχής, το επισκεπτόταν, το φρόντιζε, το καθάριζε και το επέβλεπε.
Ο Ι. Κ., ο οποίος απεβίωσε στις 10-01-2008, με την υπ’ αριθμ. .../09-07-2007 δημόσια διαθήκη του, όπως προαναφέρθηκε, κατέλιπε μοναδική κληρονόμο του στο επίδικο ακίνητο την ενάγουσα, εγγονή του, η οποία και αποδέχθηκε την εν λόγω κληρονομία κατά τα προαναφερθέντα. Από τον θάνατο του δικαιοπαρόχου παππού της η ενάγουσα συνέχισε να νέμεται το επίδικο ακίνητο, με καλή πίστη, διάνοια κυρίου και νόμιμο τίτλο, άλλως με διάνοια κυρίου, ασκώντας σ’ αυτό όλες τις πράξεις νομής, που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του πράγματος και μάλιστα, συνεχώς και αδιαλείπτως, κατά τρόπο φανερό και ανεμπόδιστο μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής.
Συγκεκριμένα, η ενάγουσα ανέθεσε στον πολιτικό μηχανικό Σ. Π. την τοπογράφηση του επιδίκου, υπέβαλε στην αρμόδια ΔΟΥ το έτος 2010 την απαιτούμενη δήλωση φόρου κληρονομιάς, συμπεριέλαβε αυτό στη δήλωση της ακίνητης περιουσίας της στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. το έτος 2010, αμέσως, δηλαδή, μετά την αποδοχή της εν λόγω κληρονομίας, που έγινε με την προαναφερόμενη με αριθμό ...2-2009 συμβολαιογραφική πράξη, το επισκέπτονταν, το φρόντιζε και το επέβλεπε.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω, η ενάγουσα κατέστη κυρία του επιδίκου, τόσο με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή), όσο και με πρωτότυπο, (τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία), προσμετρώντας στη δική της νομή, αυτή του ανωτέρω δικαιοπαρόχου της, αφού τόσο αυτή όσο και ο δικαιοπάροχός της το νεμήθηκαν με καλή πίστη, νόμιμο τίτλο, και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα από το 1937 μέχρι την άσκηση της αγωγής (Οκτώβριος 2009), ήτοι μεγαλύτερο της δεκαετίας, άλλως με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας.
Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του εκκαλούντος - εναγομένου, ότι το μεγαλύτερο τμήμα του επιδίκου και συγκεκριμένα επιφανείας 1235,20 τμ, ανήκει στη δική του κυριότητα. Ειδικότερα, ο εκκαλών -εναγόμενος, που τυγχάνει ιδιοκτήτης του όμορου, στη νότια πλευρά του επιδίκου, ακινήτου, ισχυρίστηκε στο πρωτόδικο δικαστήριο, που επαναφέρει και ως λόγο έφεσης, ότι στην εφεσίβλητη - ενάγουσα (και στο δικαιοπάροχο της Ι.
Κ.) ανήκει μόνο ένα μικρό τμήμα και συγκεκριμένα το βόρειο τμήμα του επίδικου, συνολικής επιφανείας 60-70 τ.μ., εξού και το όνομα "...", το οποίο εκτείνεται έως το σημείο ..., του ανωτέρου τοπογραφικού διαγράμματος, όπου υπάρχει μεγάλος βράχος που τον ονομάζουν, λόγω του μεγάλου όγκου του "...", ο οποίος αποτελεί το φυσικό όριο της ιδιοκτησίας αυτής της ενάγουσας με τη δική του, η οποία (δική του ιδιοκτησία) εκτείνεται από το βράχο αυτό και νότια έως τον δημοτικό δρόμο.
Ως τίτλο κτήσης αυτού, ο εκκαλών - εναγόμενος επικαλείται και προσκομίζει το υπ’ αριθμ. .../05-12-1956 συμβόλαιο δωρεάς του συμβολαιογράφου Νάξου, Β. Δ., το οποίο έχει νόμιμα μεταγραφεί στο βιβλίο μεταγραφών του Δήμου Νάξου (τόμο … και αριθμό …). Με το εν λόγω δωρητήριο συμβόλαιο, προκύπτει ότι ο πατέρας του εκκαλούντος - εναγομένου, Γ.
Κ. του Κ., δωρίζει εν ζωή και μεταβιβάζει στον εκκαλούντα-εναγόμενο, μεταξύ άλλων ακινήτων και "ένα τεμάχιο βουνώδους αγρού, καλούμενου "...", κείμενον στην ομώνυμη θέση της κοινότητας ..., εκτάσεως ενός και ημίσεως περίπου στρέμματος πλέον ή έλασσον, συνορεύον πέριξ ανατολικώς με αγρόν Α. Κ. Κ. και εξ όλων των άλλων πλευρών με δημόσιο δρόμο", στον δε δικαιοπάροχο του εκκαλούντος αυτό είχε περιέλθει από διανομή της κληρονομίας του πατρός του, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../21-1-1924 διανεμητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Νάξου Α.
Μ., νομίμως μεταγεγραμμένου. Από την στον ανωτέρω τίτλο όμως περιγραφή του ακινήτου, που δωρίζει ο πατέρας του εκκαλούντος στον τελευταίο, στην οποία δεν αναφέρεται ότι το ακίνητο συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Ι. Κ. (δικαιοπαρόχου της ενάγουσας), αλλά με δρόμο, ούτε ότι υπάρχει ως διαχωριστικό όριο μεταξύ των εν λόγω ιδιοκτησιών ο βράχος - χάλαρο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών, συνάγεται ότι το ακίνητο που μεταβίβασε ο πατέρας του εναγομένου σ’ αυτόν με το παραπάνω δωρητήριο συμβόλαιο, δεν ταυτίζεται με το επίδικο, ούτε με τμήμα αυτού, αλλά είναι το όμορο στα νότια αυτού ακίνητο, το οποίο, όπως προκύπτει εναργώς από τη δορυφορική φωτογραφία, που προσκομίζει ο εκκαλών - εναγόμενος, συνορεύει πράγματι ανατολικά με ιδιοκτησία Α.
Κ. (νυν Α. Κ.), και ως προς όλες τις άλλες πλευρές με δρόμο. Ο ισχυρισμός περαιτέρω του εκκαλούντος - εναγομένου ότι το επίδικο, επιφανείας 1235,20 τμ. αποτελεί τμήμα μείζονος έκτασης 4757,20 τμ, που απέκτησε από δωρεά από τον πατέρα του με το προαναφερόμενο συμβόλαιο (.../1956), στον οποίο (δικαιοπάροχο πατέρα του) είχε περιέλθει εν μέρει δυνάμει του παραπάνω με αριθμό .../1924 συμβολαίου διανομής κληρονομιαίων ακινήτων και εν μέρει δυνάμει της με αριθμό .../1945 δημόσιας διαθήκης της μητέρας του Ά.
Κ. είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον από το προαναφερόμενο, με αριθμό .../1956 δωρητήριο συμβόλαιο, που επικαλείται ως τίτλο κυριότητας του επιδίκου ακινήτου ο εναγόμενος, προκύπτει ότι αυτό που μεταβιβάζει λόγω δωρεάς με το εν λόγω συμβόλαιο ο δικαιοπάροχος του εκκαλούντος στον τελευταίο, είναι συνολικής επιφανείας 1.500 τμ περίπου, με τα προαναφερόμενα όρια και ότι το παραπάνω ακίνητο περιήλθε σ’ αυτόν (δωρητή) μόνο από διανομή της κληρονομίας του πατρός του, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../21-1-1924 διανεμητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Νάξου Α.
Μ., νομίμως μεταγεγραμμένου. Για τα ανωτέρω κατέθεσε, έχουσα γνώση εξ ιδίας αντιλήψεως, η με επιμέλεια της ενάγουσας εξετασθείσα στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μάρτυρας μητέρα της, η κατάθεση της οποίας δεν αναιρείται από αυτήν των μαρτύρων του εναγομένου, οι οποίοι κατέθεσαν ότι το ακίνητο του τελευταίου έχει έκταση 4.000 τ.μ.
και εκτείνεται βόρεια έως την ιδιοκτησία του Ε. Κ., δηλαδή περιλαμβάνει όλο το επίδικο ακίνητο, γεγονός όμως που έρχεται σε αντίθεση με όσα ισχυρίζεται ο εναγόμενος, ότι δηλαδή το ακίνητο του βόρεια συνορεύει με ιδιοκτησία της ενάγουσας - εφεσίβλητης (πρώην Ι. Κ.). Άλλωστε, αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο χωριζόταν ανέκαθεν, νότια, από το ακίνητο του εναγομένου με χωμάτινο μικρό μονοπάτι ("που υπήρχε πάντα" όπως καταθέτει και ο μάρτυρας του εναγομένου στο ακροατήριο), που ενισχύεται και από το ότι και στο ως άνω δωρητήριο συμβόλαιο (.../1956), που επικαλείται ως τίτλο ο εκκαλών, αναφέρονται ως όρια αυτού που μεταβιβάζει στον εκκαλούντα, "ανατολικά με αγρόν Α.
Κ. (νυν Α. Κ.) και εξ όλων των άλλων πλευρών με δημόσιο δρόμο. Το χωμάτινο αυτό μονοπάτι διαπλατύνθηκε από τον εκκαλούντα - εναγόμενο το 2008, μετά τον θάνατο του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας - εφεσίβλητης, με την παραχώρηση λωρίδας γης από το δικό του ακίνητο, προκειμένου να εξυπηρετείται ο συγγενής του Α. Κ., ιδιοκτήτης του ακίνητου, που συνορεύει ανατολικά, εν μέρει με το επίδικο και εν μέρει με το ακίνητο του εκκαλούντος - εναγομένου.
Επομένως, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ή τμήμα αυτού εμπεριέχεται στον ανωτέρω τίτλο ιδιοκτησίας του εναγομένου, ο τελευταίος δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με τον επικαλούμενο ως άνω παράγωγο τρόπο, ούτε με τακτική χρησικτησία, καθόσον ελλείπει ένα από τα βασικά στοιχεία αυτής, ήτοι ο νόμιμος τίτλος.
Ούτε προέκυψε άτυπη μεταβίβαση της νομής του επιδίκου ή τμήματος αυτού στον εκκαλούντα - εναγόμενο από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε και ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος του εκκαλούντος - εναγομένου ή ο ίδιος ο εναγόμενος ασκούσαν στο επίδικο ή σε τμήμα του εμφανείς πράξεις νομής δηλωτικές εξουσιάσεώς του.
Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι οι επικαλούμενες, αυτοπροσώπως ή δια αντιπροσώπων τελούμενες, πράξεις νομής του δικαιοπαρόχου του εναγομένου και του τελευταίου, ήτοι η καλλιέργεια, αφορούσαν το ως άνω ακίνητο του εναγομένου (και συγκεκριμένα το νότιο καλλιεργήσιμο του τμήμα), το οποίο βρίσκεται, νότια του επιδίκου και όχι το επίδικο, το οποίο είναι σ’ όλη την έκτασή του βραχώδες, ξηρικό και μη καλλιεργήσιμο, όπως προκύπτει από τους παραπάνω αναφερόμενους διαδοχικούς τίτλους της ενάγουσας και το από Οκτώβριο του 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ.
Π., που επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα - εφεσίβλητη και την ως άνω δορυφορική φωτογραφία, που επικαλείται και προσκομίζει ο εκκαλών - εναγόμενος. Το γεγονός ότι ο τελευταίος προέβη σε κατάτμηση οικοπεδικής έκτασης της κυριότητάς του στην ως άνω περιοχή, μεταξύ της οποίας συμπεριέλαβε και το επίδικο ακίνητο, για το σχηματισμό οικοπέδων και παραχώρηση έκτασης για τη δημιουργία κοινοχρήστων οδών, με την με αριθμό .../1997 πράξη ενώπιον του συμβολαιογράφου Νάξου Σ.
Β. και το από 8-8-1988 σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Π. Κ., το οποίο θεωρήθηκε από την αρμόδια Νομαρχία, δεν μπορεί να προσπορίσει στον εκκαλούντα - εναγόμενο κυριότητα στο επίδικο ακίνητο, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, αυτό (επίδικο) δεν περιλαμβάνεται στον τίτλο κτήσης κυριότητας του εκκαλούντος (.../56 δωρητήριο συμβόλαιο).
Επομένως η ένσταση ιδίας κυριότητας που υπέβαλλε στο πρωτόδικο δικαστήριο και επανέλαβε με σχετικό λόγο έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών - εναγόμενος το Σεπτέμβριο του έτους 2009, εισήλθε επί του επίδικου ακινήτου της ενάγουσας- εφεσίβλητης και με σκαπτικό μηχάνημα διάνοιξε χάνδακα, στο βόρειο τμήμα του και συγκεκριμένα από το σημείο ...
του ως άνω τοπογραφικού διαγράμματος και με κατεύθυνση από δύση προς την ανατολή, θέλοντας να δημιουργήσει διαχωριστικό όριο και να οικειοποιηθεί το τμήμα του επιδίκου, που εκτείνεται νότια αυτού (χάντακα). Με την ως άνω πράξη του ο εκκαλών - εναγόμενος εμποδίζει την ενάγουσα - εφεσίβλητη στην ελεύθερη και ανενόχλητη χρησιμοποίηση και εκμετάλλευση του επίδικου ακινήτου της, καθώς η διατήρηση του χάντακα, με τον οποίο επιδιώκει να δημιουργήσει νέο όριο μεταξύ των ιδιοκτησιών τους, χωρίς να έχει δικαίωμα νομής ή κυριότητας επί του επιδίκου, συνεπάγεται τη διαρκή και εξακολουθητική παρενόχληση της ενάγουσας- εφεσίβλητης, νομέα στην άσκηση της νομής της επί του επίδικου ακινήτου και συνιστά προσβολή της κυριότητας της.
Περαιτέρω, δεν κρίνεται απαραίτητη η διενέργεια αυτοψίας, αίτημα που υπέβαλαν οι διάδικοι στο πρωτόδικο δικαστήριο, το οποίο απορρίφθηκε, καθόσον δεν υφίσταται ανάγκη να αντιληφθεί το Δικαστήριο το αντικείμενο απόδειξης με τις δικές του αισθήσεις, διότι από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδεικνύονται πλήρως τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά.
Σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές: 1) εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ή τμήμα αυτού εμπεριέχεται στον ανωτέρω τίτλο ιδιοκτησίας του εναγομένου, ο τελευταίος δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με τον επικαλούμενο ως άνω παράγωγο τρόπο και ουδέποτε αυτός άσκησε με διανοία κυρίου πράξεις νομής επί του επιδίκου και επομένως δεν αποδείχθηκε ο επικαλούμενος από αυτόν πρωτότυπος τρόπος κτήσης κυριότητας στο επίδικο ακίνητο και 2) αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα - εφεσίβλητη κατέστη κυρία του επιδίκου με τον παραπάνω παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή), αλλά και με τον επικαλούμενο στην αγωγή της πρωτότυπο τρόπο.
Κατά συνέπεια, απορριπτόμενης, ως ουσιαστικά αβάσιμης, της σχετικής ένστασης ίδιας κυριότητας του εκκαλούντος - εναγομένου, έπρεπε να γίνει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και αφενός μεν να αναγνωρισθεί το δικαίωμα κυριότητας της ενάγουσας- εφεσίβλητης στο προαναφερόμενο επίδικο ακίνητο, αφετέρου δε να υποχρεωθεί δε ο εναγόμενος να παύσει να εισέρχεται επί του επιδίκου με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικές κράτησης".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, μετά από συμπλήρωση των οικείων αιτιολογιών (άρθρ. 534 ΚΠολΔικ) επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως, απορρίψαν ως ουσιαστικά αβάσιμη την κατ’ αυτής ασκηθείσα, από τον αναιρεσείοντα-εναγόμενο, έφεση. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, κατά την οποία το Εφετείο ως προς το ζήτημα της από παράγωγο τρόπο αποκτήσεως της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, αφενός μεν αξιολόγησε εσφαλμένα τον κτητικό τίτλο του αναιρεσείοντα-εναγομένου, ήτοι το υπ’ αριθμ. .../1956 δωρητήριο συμβόλαιο του συμβ/φου Νάξου Β.
Δ., αφετέρου δε αρκέστηκε σε διηγηματική αναφορά του κτητικού τίτλου του δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης ενάγουσας παππού της Ι. Κ., ήτοι του υπ’ αριθμ. .../1937 δωρητηρίου συμβολαίου του ίδιου συμβ/φου, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε αξιολόγησή του ή σε συγκριτική του αξιολόγηση με τον προαναφερθέντα τίτλο του αναιρεσείοντα.
Οι αιτιάσεις αυτές δεν στοιχειοθετούν τον επικαλούμενο αναιρετικό λόγο, αφού δεν αποδίδουν στην προσβαλλομένη παράλειψη λήψεως υπόψη αποδεικτικών μέσων, αλλά σε ελλειπή ή εσφαλμένη, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, εκτίμηση αυτών, η οποία όμως εκτίμηση, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, είναι ανέλεγκτη και δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ κατά την οποία το Εφετείο ως προς το ίδιο ζήτημα της από παράγωγο τρόπο αποκτήσεως της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου "κατά κατάδηλη παραμόρφωση" του νοήματος του προαναφερθέντος υπ’ αριθμ. .../1937 κτητικού τίτλου του άμεσου δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης ενάγουσας, δέχθηκε ότι ο δικαιοπάροχος αυτός "διέμενε με την οικογένειά του στην πέτρινη αγροικία, η οποία καταλάμβανε το βόρειο τμήμα του επιδίκου, στο υπόλοιπο δε (νότιο) τμήμα διατηρούσε και έβοσκε τα ζώα του, ενώ αργότερα όταν απομάκρυνε τα ζώα του, λόγω της τουριστικής ανάπτυξης της περιοχής, το επισκεπτόταν, το φρόντιζε, το καθάριζε και το επέβλεπε".
Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, κατά την οποία το Εφετείο έδωσε στον κτητικό τίτλο του αναιρεσείοντα-εναγομένου, ήτοι στο προαναφερθέν υπ’ αριθμ. .../1956 δωρητήριο συμβόλαιο άλλο νόμιμα από εκείνο που είχε με το να δεχθεί ότι "από την στον ανωτέρω τίτλο περιγραφή του ακινήτου, που δωρίζει ο πατέρας του εκκαλούντος στον τελευταίο, στην οποία δεν αναφέρεται ότι το ακίνητο συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Ι.
Κ. (δικαιοπαρόχου της ενάγουσας), αλλά με δρόμο, ούτε ότι υπάρχει ως διαχωριστικό όριο μεταξύ των εν λόγω ιδιοκτησιών ο βράχος-χάλαρο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών, συνάγεται ότι το ακίνητο που μεταβίβασε ο πατέρας του εναγομένου σ’ αυτόν με το παραπάνω δωρητήριο συμβόλαιο δεν ταυτίζεται με το επίδικο ...".
Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, γιατί δεν αφορούν σε "διαγνωστικό λάθος" των εγγράφων, τα οποία ορθά αναγνώσθηκαν, αλλά σε λανθασμένη, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος εκτίμηση του νοήματός τους, ήτοι του περιεχομένου τους, από την οποία (εκτίμηση) το δικαστήριο, κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Δηλαδή οι επικαλούμενες αιτιάσεις αφορούν σε παράπονο αναγόμενο στην ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων και του περιεχομένου των εγγράφων. Ενόψει τούτων οι λόγοι αυτοί (δεύτερος και τρίτος) πρέπει να απορριφθούν.
Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως και κατά το πρώτο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 8 εδ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, κατά την οποία το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος-εναγομένου περί ιδίας κυριότητάς του επί του επιδίκου και συγκεκριμένα κατά το μέρος που ο ισχυρισμός αυτός συνιστούσε ένσταση περί αποκτήσεως της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία λόγω ασκήσεως από τον εναγόμενο πράξεων νομής επί του επιδίκου από του χρόνου παραδόσεως σ’ αυτόν της νομής του (1956) μέχρι του χρόνου ασκήσεως της αγωγής (16.10.2009) και σε κάθε περίπτωση από της 8.8.1988, που κατ’ εντολή του συνετάγη το υπό ιδία ημεροχρονολογία τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Π.
Κ., που παραλαμβάνει και το επίδικο, και το οποίο συνετάγη προκειμένου να εγκριθεί η κατάτμηση της περιλαμβάνουσας και το επίδικο μεγαλυτέρου ακινήτου του αναιρεσείοντος. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, η επίμαχη ένσταση λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε, ενώ η απόρριψη των επί μέρους ισχυρισμών του ενισταμένου-αναιρεσείοντος εμπεριέχεται στις περί του αντιθέτου παραδοχές της αποφάσεως, περί ασκήσεως, επί του επιδίκου κατά το επικαλούμενο διάστημα πράξεων νομής από την δικαιοπάροχο της ενάγουσας και παππού της Ι.
Κ.. Περαιτέρω ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του, κατά τον οποίο δεν λήφθηκε υπόψη και δεν συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα το προαναφερθέν διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Π. Κ. ως προς το ζήτημα του περί ιδίας κυριότητας αυτοτελούς ισχυρισμού του εναγομένου είναι αβάσιμος, γιατί από το περιεχόμενο της αποφάσεως και τις ειδικότερες παραπομπές της στις σελ. 8 και 14 στο αποδεικτικό αυτό μέσο, δεν καταλείπεται καμμιά αμφιβολία ότι τούτο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε με τις λοιπές αποδείξεις.
Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός (τέταρτος) ως προς όλες τις αιτιάσεις του, καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔικ), ενώ προσέτι ο τελευταίος, λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 183 και 176 ΚΠολΔικ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-11-2013 αίτηση του Κ. Κ. του Γ. κατά της Μ. Λ. του Γ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 39/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ