Supreme Court dismisses appeal against lawyer fee award, ruling abuse of rights clause inapplicable due to lack of facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by Societe Generale against the Athens Court of Appeal's decision awarding fees to a lawyer. The lower court found that the lawyer, who was the sole legal advisor for years, could not justify receiving a fee lower than the statutory minimum without a valid agreement for reduced work. The court held that the abuse of rights provision under Article 281 of the Civil Code was inapplicable because the factual prerequisites for its application were absent in this case.
Legislator headnote
AI generatedArticle 281 of the Civil Code; Articles 92 and 94 of the Code of Lawyers; The abuse of rights clause is a matter of public order applicable to lawyer fee claims, but it does not apply when the factual prerequisites for its invocation are not met.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1783 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Η διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., έχει έντονο τον χαρακτήρα δημοσίας τάξεως και εφαρμόζεται και επί των δικαιωμάτων που πηγάζουν από τις δημοσίας τάξεως διατάξεις των άρθρων 92 και 94 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), για τις αξιώσεις των δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με πάγια αντιμισθία, προς καταβολή τουλάχιστον της ελάχιστης αμοιβής που ορίζεται σ' αυτές, καθώς και της αποζημιώσεως απολύσεως, που προσδιορίζεται με βάση την ελάχιστη αυτή αμοιβή, σε περίπτωση καταγγελίας, από τον εντολέα τους, της σύμβασης της έμμισθης με πάγια αντιμισθία εντολής. Το Δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι, κατά τις παραδοχές της απόφασης του, δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής της.
Αριθμός 1783/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "SOCIETE GENERALE", που εδρεύει στο Παρίσι (Γαλλία) και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ισμήνη Δωρή.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Πίκουλα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-4-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 906/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-11-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 18-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., κατά την οποία "Η άσκηση του δικαιώµατος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονοµικός σκοπός του δικαιώµατος", έχει έντονο τον χαρακτήρα δηµοσίας τάξεως και εφαρµόζεται και επί δικαιωµάτων που πηγάζουν από άλλες διατάξεις, επίσης δηµοσίας τάξεως.
Εφαρµόζεται επομένως και επί των δικαιωµάτων που πηγάζουν από τις δηµοσίας τάξεως διατάξεις των άρθρων 92 και 94 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), για τις αξιώσεις των δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους µε πάγια αντιμισθία, προς καταβολή τουλάχιστον της ελάχιστης αµοιβής που ορίζεται σ' αυτές, καθώς και της αποζημιώσεως απολύσεως, που προσδιορίζεται µε βάση την ελάχιστη αυτή αµοιβή, σε περίπτωση καταγγελίας, από τον εντολέα τους, της σύµβασης της έµµισθης µε πάγια αντιμισθία εντολής (Ολ.ΑΠ 33 και 34/2005).
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι το δικαίωµα του δικηγόρου, που έχει προσληφθεί για να παρέχει υπηρεσίες στον εντολέα του µε πάγια αντιμισθία, να απαιτήσει, αντί της συμφωνημένης μικρότερης, την κατά το άρθρο 92Α του ν.δ. 3026/1954, μεγαλύτερη νόµιµη μηνιαία αµοιβή του, παρόλο που αυτή πηγάζει από τις ως άνω διατάξεις δηµοσίας τάξεως, υπόκειται στους περιορισµούς του άρθρου 281 Α.Κ.
Κατά την έννοια δε αυτής της διατάξεως, μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση δικαιώµατος, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου, ότι δεν υπάρχει το δικαίωµα κατ' αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί κατ' αρχήν για να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος.
Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις, που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος μεταβάλλοντας τη στάση του επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης, που ήδη έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες αλλά αρκεί απλώς να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις.
Στην περίπτωση αυτή, η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση δικαιώματός του μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη. Τέτοια περίπτωση υπάρχει, όταν ο δικηγόρος, ενώ γνωρίζει ότι η νόμιμη μηνιαία αμοιβή για την παροχή των νομικών υπηρεσιών του είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν και την καθορίζουν, μεγαλύτερη, παρόλα αυτά ζητά από τον εντολέα του, που αγνοεί το γεγονός αυτό, καθώς και τη σχετική για την καταβολή της νόμιμης αμοιβής υποχρέωσή του και εισπράττει χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή αντίρρηση μικρότερη κατά μήνα αντιμισθία, επιτυγχάνοντας έτσι την κατάρτιση και συνέχιση της συμβάσεως και δημιουργώντας, με τη συμπεριφορά του αυτή, αφενός μεν την εύλογη πεποίθηση στον εντολέα του, ότι δεν οφείλει για την αμοιβή του άλλο ποσό από εκείνο που συμφωνήθηκε, αφετέρου δε μια πραγματική κατάσταση, η ανατροπή της οποίας, με την πληρωμή του αιτούμενου ποσού, θα προκαλούσε στον τελευταίο απρόβλεπτη και αδικαιολόγητη οικονομική ζημία.
Εξάλλου, η αμοιβή του δικηγόρου, που αμείβεται με πάγια αντιμισθία, µπορεί να συμφωνηθεί να υπολείπεται των ελαχίστων ορίων, τα οποία ορίζει η υπό του άρθρου 92 παρ. 2 του Κώδικα περί Δικηγόρων προβλεπόμενη απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, εάν η επαγγελµατική απασχόληση του εµµίσθου δικηγόρου παρέχεται µεν σε καθημερινή βάση αλλά περιορισµένως και συγκεκριμένα, κατά τρόπο που δεν απορροφά μεγάλο µέρος της επαγγελµατικής του δραστηριότητας, υπό την έννοια ότι η εφαρμογή των ανωτέρω αποφάσεων του Υπουργείου Δικαιοσύνης περί των ελαχίστων αµοιβών των εµµίσθων δικηγόρων προϋποθέτουν πλήρη απασχόληση του δικηγόρου.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, ύστερα από έφεση της αναιρεσείουσας, κατά του ήδη αναιρεσίβλητου, δέχθηκε, ανελέγκτως, με την προσβαλλομένη απόφασή του τα εξής: Η εκκαλούσα τραπεζική εταιρία είναι εγκατεστημένη στην Ελλάδα από το έτος 1980 και το έτος 1989 ξεκίνησε να λειτουργεί Υποκατάστηµα στη Θεσσαλονίκη.
Στο Υποκατάστηµα αυτό της εκκαλούσας προσλήφθηκε µε σύµβαση έµµισθης εντολής ο εφεσίβλητος, που είναι δικηγόρος, ενταγμένος στο δικηγορικό σύλλογο Θεσσαλονίκης, προκειμένου να παρέχει τις νοµικές του υπηρεσίες, αµειβόµενος µε πάγια αντιμισθία. Παράλληλα η εκκαλούσα διέθετε δύο καταστήματα στην Αθήνα, κατά τον χρόνο δε της προσλήψεως του εφεσίβλητου απασχολούσε, ως δικηγόρο -νοµικό της σύµβουλο στην Αθήνα, τον Η.
Ρ., που επίσης αμειβόταν µε πάγια αντιμισθία, από τον οποίο και ενημερώθηκε ο εφεσίβλητος για τις υποθέσεις αυτής. Για τα εργασιακά θέµατα, που απαιτούσαν αντιμετώπιση, η εκκαλούσα συνεργαζόταν µε δικηγόρους εξειδικευμένους στα ζητήματα αυτά. Η κύρια απασχόληση του εφεσίβλητου στην εκκαλούσα εταιρία αφορούσε τον έλεγχο των συµβάσεων, που κατάρτιζε η τελευταία µε άλλες εταιρίες, παράλληλα όµως ο ίδιος παρείχε τις νοµικές του συμβουλές σε οποιαδήποτε περίπτωση παρουσιάζονταν προβλήματα σχετικά µε τις τραπεζικές υπηρεσίες που παρείχε η εκκαλούσα στους πελάτες της και την εκπροσωπούσε εξώδικα ή δικαστικά ενώπιον των δικαστηρίων.
Ο εφεσίβλητος εξακολούθησε να παρέχει τις νοµικές του υπηρεσίες στην εκκαλούσα εταιρία µέχρι την 27.10.2004, οπότε η τελευταία κατήγγειλε τη σύµβαση έµµισθης εντολής, που τους συνέδεε. Ήδη δε από τις αρχές του έτους 2004 η εκκαλούσα είχε αγοράσει το πλειοψηφικό πακέτο μετοχών της Γενικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε., ενώ στη συνέχεια η τελευταία αγόρασε µέρος των τραπεζικών δραστηριοτήτων της πρώτης, ενόψει δε της αναµενόµενης εξαγοράς αυτής και της ενοποίησης των ως άνω τραπεζικών εταιριών, η εκκαλούσα είχε ζητήσει από τους εργαζομένους σ' αυτήν να αποχωρήσουν εθελοντικά, µε την καταβολή πολλαπλασίων των νοµίµων αποζημιώσεων.
Στα πλαίσια της ενοποίησης αυτής, η εκκαλούσα έκλεισε το υποκατάστηµα που διατηρούσε στη Θεσσαλονίκη, όπως και υποκατάστηµα που διατηρούσε στην Αθήνα, κατήγγειλε δε, εκτός από τη σύµβαση έµµισθης εντολής του εφεσίβλητου και τις αντίστοιχες συµβάσεις των δικηγόρων - νοµικών συμβούλων της στην Αθήνα, Ά.
Γ. και Α. Ρ., καθώς εξέλιπε ο λόγος, για τον οποίο είχαν προσληφθεί, δεδομένου ότι η Γενική Τράπεζα διέθετε πλήρως οργανωμένη υπηρεσία, όχι µόνο στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, αλλά και σε άλλες μεγάλες πόλεις της Ελλάδας, αποτελούμενη από μεγάλο αριθµό δικηγόρων. Κατά την κατάρτιση της συµβάσεως έµµισθης εντολής του εφεσίβλητου, η πάγια αµοιβή, που θα λάµβανε αυτός μηνιαίως, είχε συμφωνηθεί µεταξύ του ίδιου και του διευθυντή του υποκαταστήματός της στη Θεσσαλονίκη, Θεοδωρίδη, είχε δε καθορισθεί σύµφωνα µε τα κατώτατα όρια, που προβλέπει ο Κώδικας περί Δικηγόρων.
Καθόλη δε τη διάρκεια της απασχολήσεώς του στην εκκαλούσα, με την προαναφερόμενη ιδιότητα, ο εφεσίβλητος συνέχισε να λαμβάνει μηνιαίες πάγιες αποδοχές τουλάχιστον ίσες ή ελάχιστα μεγαλύτερες από τα κατώτατα όρια, που προέβλεπε ο ίδιος Κώδικας, όπως αυτά ορίζονταν από τις εκδιδόμενες περί τούτου υπουργικές αποφάσεις, γεγονός που δεν αμφισβητείται ειδικά από την εκκαλούσα.
Και ενώ αυτή η κατάσταση σχετικά με το ζήτημα της αμοιβής του εφεσίβλητου συνεχίσθηκε επί δεκαετία, από το έτος 2000 μέχρι την καταγγελία της συμβάσεώς του η εκκαλούσα του κατέβαλλε ως πάγια μηνιαία αντιμισθία το ποσό των 880 ευρώ, ενώ η προβλεπόμενη από τις υπουργικές αποφάσεις, που εκδίδονταν σύμφωνα με το άρθρο 92 παρ. 2 του Κώδικα περί Δικηγόρων, ανερχόταν στα ποσά των 1.146,67 ευρώ, 1.204,72 ευρώ, 1.204,76 ευρώ, 1.486,68 ευρώ και 1.588,18 ευρώ για τα έτη 2000, 2001, 2002, 2003 και 2004, αντίστοιχα, το ύψος της οποίας επίσης δεν αμφισβητείται από την εκκαλούσα εταιρία.
Έτσι, από το έτος 2000 ουδεμία αύξηση έγινε στην πάγια αντιμισθία του εφεσίβλητου, ώστε να προσαρμόζεται στις αντίστοιχες αυξήσεις των προβλεπομένων κατωτάτων ορίων για τους δικηγόρους που αμείβονταν με πάγια αντιμισθία. Ήδη, όμως, τον Δεκέμβριο του 2000 ο εφεσίβλητος ενημέρωσε τον ως άνω διευθυντή του υποκαταστήματος της εκκαλούσας στη Θεσσαλονίκη για τις αλλαγές που επήλθαν στις νόμιμες κατώτατες αποδοχές του, αφού έλαβε γνώση τούτων από το Δικηγορικό Σύλλογο, ο τελευταίος δε με τη σειρά του επικοινώνησε με τον Γενικό διευθυντή της ίδιας τραπεζικής εταιρίας και νόμιμο εκπρόσωπό της στην Ελλάδα Κ., ο οποίος ήταν υπεύθυνος για τη μισθοδοσία των εργαζομένων σ' αυτήν και του έθεσε υπόψη το σχετικό ζήτημα.
Εκείνος ήρθε σε επαφή με τον εφεσίβλητο και του ανέφερε, ότι στο στάδιο αυτό η εκκαλούσα βρισκόταν σε κατάσταση αναδιοργάνωσης και ανακατατάξεων για την εξαγορά άλλης τράπεζας, όπως και πράγματι συνέβη στη συνέχεια και του ζήτησε, λόγω του γεγονότος αυτού, να αναµείνει την ολοκλήρωση της επικείμενης αυτής διαδικασίας εξαγοράς, µετά την οποία θα ικανοποιούνταν οι απαιτήσεις του.
Από τα παραπάνω περιστατικά, που αποδείχθηκαν, ουδόλως προέκυψε ότι οι ένδικες αξιώσεις του εφεσίβλητου ασκούνται καταχρηστικά, όπως αβάσιµα ισχυρίζεται η εκκαλούσα εταιρία. Ειδικότερα, η τελευταία, προς θεμελίωση της προβαλλόμενης από το άρθρο 281 Α.Κ. ένστασής της, ισχυρίσθηκε ότι η ίδια δεν είχε γνώση της σχετικής νοµοθεσίας, που διέπει τη σχέση πάγιας αντιμισθίας µεταξύ αυτής και του δικηγόρου της, εφεσίβλητου, ο οποίος είχε ιδιαίτερο καθήκον να την ενηµερώσει περί του ζητήματος αυτού, ώστε, ενόψει και του περιορισμένου σε νοµικές υποθέσεις αντικειμένου της, να συγκρίνει τα οικονοµικά δεδομένα και αναλόγως να επιλέξει ή να δέχεται τις υπηρεσίες του εφεσίβλητου ή να προβεί στην ανάθεση της διεκπεραιώσεως των υποθέσεών της σε άλλο δικηγόρο, εξωτερικό συνεργάτη, µε μικρότερο κόστος.
Παράλληλα ισχυρίσθηκε η εκκαλούσα, ότι ο εφεσίβλητος εισέπραττε ανεπιφύλακτα τις αµοιβές του χωρίς να προβάλλει οποιαδήποτε διαμαρτυρία περί γενικών διαφορών της μισθοδοσίας του και των εξ αυτής απαιτήσεών του, ενώ ανέµενε σκοπίµως την καταγγελία της συµβάσεώς του, για να τα αναζητήσει, καθώς ο ίδιος µε την παραµονή του σε συνεργασία μαζί της απέβλεπε και σε άλλα οφέλη, όπως η άντληση πελατείας για το προσωπικό δικηγορικό γραφείο που τηρούσε, λόγω των γνωριμιών που δημιουργούσε στον χώρο της εκκαλούσας, µε τη συμπεριφορά του δε αυτή της δημιούργησε αφόρητες οικονομικές συνέπειες, τις οποίες, αν γνώριζε, θα είχε αποφύγει κατά τον προαναφερόμενο τρόπο.
Οι νόµιµοι όµως αυτοί ισχυρισµοί της εκκαλούσας, που µπορούν να θεμελιώσουν την προβλεπόμενη από το ως άνω άρθρο 281 Α.Κ. κατάχρηση δικαιώµατος του εφεσίβλητου για τη διεκδίκηση των επίδικων αξιώσεων, αποδείχθηκαν ουσιαστικά αβάσιμοι. Τούτο δε διότι, κατ' αρχήν, η εκκαλούσα είχε εγκατασταθεί στην Ελλάδα από το έτος 1980 και διέθετε νομικό σύμβουλο στην Αθήνα επί σειρά ετών, τον οποίο μάλιστα άμειβε με πάγια αντιμισθία, οπότε είναι προφανές, ότι αυτός της είχε καταστήσει γνωστά τα περί ελαχίστων ορίων αμοιβής των δικηγόρων στη συγκεκριμένη περίπτωση και τα όσα προβλέπονταν για τη σύμβαση έμμισθης εντολής δικηγόρου, αμειβόμενου με το καθεστώς της πάγιας αντιμισθίας, ενώ ήδη από την εγκατάσταση υποκαταστήματός της στην Ελλάδα μέχρι την πρόσληψη του εφεσίβλητου μεσολάβησαν εννέα έτη, κατά τα οποία η ίδια απασχόλησε άλλους δύο δικηγόρους στα υποκαταστήματά της στην Αθήνα.
Βασικό στοιχείο δε, που επιβεβαιώνει τη γνώση αυτή της εκκαλούσας, είναι το γεγονός ότι επί σειρά δέκα ετών παρείχε στον εφεσίβλητο νόμιμη αμοιβή, ενώ το συγκεκριμένο πρόβλημα εμφανίσθηκε μόνο την τελευταία πενταετία, οπότε η ίδια αντιμετώπιζε την επικείμενη εξαγορά άλλης τράπεζας. Επί πλέον, ουδόλως αδράνησε ο εφεσίβλητος στη διεκδίκηση των αξιώσεών του κατά τα προαναφερόμενα, λάμβανε δε τις μειωμένες αποδοχές, ενόψει αναμονής της τελεσφόρησης της αναμενόμενης τραπεζικής εξαγοράς.
Άλλωστε, ο ίδιος ανέμενε, ότι στη συνέχεια θα επακολουθούσε πρόσληψή του από την Γενική Τράπεζα Α.Ε., παρά το γεγονός, ότι η τελευταία αρνείται ότι του είχε γνωστοποιηθεί τέτοια πρόθεσή της. Εξάλλου, το σύνολο των υπαλλήλων της εκκαλούσας, όσων δεν είχαν ακολουθήσει την οδό της εθελουσίας εξόδου, ανεξαρτήτως ειδικότητας, προσλήφθηκαν στην Γενική Τράπεζα, οπότε ήταν εύλογο και θεμιτό ο εφεσίβλητος, ως ο μοναδικός νομικός σύμβουλος αυτής στο υποκατάστημα της Θεσσαλονίκης επί σειρά δεκαπέντε ετών και γνώστης των νομικών τραπεζιτικών της θεμάτων, με ευδόκιμη συνεργασία μ' αυτήν, να αναμένει να συνεχίσει την παροχή των νομικών του υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία, αυτή δε ήταν και η αρχική πρόθεση της εκκαλούσας, η οποία μετέβαλε γνώμη στη συνέχεια, λόγω του ότι η Γενική Τράπεζα, μέσω της οποίας η ίδια ασκούσε πλέον το μεγαλύτερο μέρος των τραπεζιτικών δραστηριοτήτων της στην Ελλάδα, απασχολούσε ικανό αριθμό δικηγόρων.
Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, ανεξάρτητα από το ότι η εκκαλούσα επικαλείται μειωμένη απασχόληση του εφεσίβλητου, παραθέτοντας τα στοιχεία των υποθέσεων που διεκπεραίωνε ο τελευταίος, είναι γεγονός, ότι τέτοια συμφωνία μεταξύ τούτου και της ίδιας δεν υπήρξε, αφού ο εφεσίβλητος δεν λάμβανε μειωμένη αμοιβή αλλά την προβλεπόμενη κάθε φορά από τις εν λόγω υπουργικές αποφάσεις, μόνο δε τα τελευταία έτη οι αποδοχές του ήταν μειωμένες, γεγονός που όμως δεν οφείλεται σε κάποια τροποποιητική συμφωνία μεταξύ του ίδιου και της εκκαλούσας, πράγμα που άλλωστε και η τελευταία δεν επικαλείται, αλλά στα όσα ήδη ειπώθηκαν παραπάνω στα πλαίσια της εξετάσεως της βασιμότητας της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως των αξιώσεων του εφεσίβλητου, που πρότεινε η εκκαλούσα.
Κατά συνέπεια, ανεξάρτητα από το αν ο εφεσίβλητος παρείχε ή όχι μειωμένη εργασία, ζήτημα που πάντως δεν προέκυψε βάσιμο, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, σε συνδυασμό και με το γεγονός, ότι ο εφεσίβλητος ήταν ο μοναδικός νομικός σύμβουλος της εκκαλούσας στη Θεσσαλονίκη επί σειρά ετών, οπότε δεν δικαιολογείται η μειωμένη απασχόλησή του με τα νομικά της θέματα, δεν προέκυψε ότι είχε συναφθεί μεταξύ των διαδίκων μερών συμφωνία για παροχή μειωμένης αμοιβής, οπότε σε κάθε περίπτωση ο εφεσίβλητος δεν ήταν επιτρεπτό να λαμβάνει πάγια αμοιβή μικρότερη από την οριζόμενη στις εν λόγω υπουργικές αποφάσεις.
Τέλος, το Εφετείο, κατέληξε στην κρίση ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με βάση τα παραπάνω απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την ένσταση του άρθρου 281 Α.Κ. για τη διεκδίκηση όλων των αγωγικών αξιώσεών του, καθώς και τον ισχυρισμό της εκκαλούσας περί μειωμένης απασχόλησης του εφεσίβλητου και δέχθηκε ότι η τελευταία υποχρεούται να καταβάλει στον εφεσίβλητο τις διαφορές μεταξύ των νομίμων αποδοχών του και εκείνων που λάμβανε, εφόσον, σύμφωνα και με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν παρίσταται καταχρηστική η άσκηση των σχετικών δικαιωμάτων του στη συγκεκριμένη περίπτωση, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το Νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι, ο δεύτερος περί του αντιθέτου λόγος της εφέσεως, καθώς και ο πρώτος, κατά το μέρος του που αναφέρεται στην απόρριψη της ως άνω ενστάσεως εκ του άρθρου 281 Α.Κ.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ως αβάσιμη την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής του αναιρεσίβλητου και στη συνέχεια δέχθηκε, κατά ένα μέρος, την αγωγή. Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας δεν παρεβίασε, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι, κατά τις παραπάνω παραδοχές της απόφασής του, δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής της.
Εξάλλου διέλαβε στην απόφασή του, πλήρεις, σαφείς και δίχως αντιφάσεις, αιτιολογίες οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχό της, ως προς την μη εφαρμογή της παραπάνω διάταξης. Επομένως είναι αβάσιμοι οι, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, περί του αντιθέτου, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους γίνεται, αντίστοιχα, επίκληση των σχετικών πλημμελειών.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 30-11-2010, αίτηση της αναιρεσείουσας "SOCIETE GENERALE" ATE, για την αναίρεση της 906/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 6η Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ