Legislator Case Law & Legislation
1783/2010 AI generated

1783/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1783/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου.

Legislator headnote

AI generated

1783/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης, αφού παραπέμπει την κατηγορούμενη στο ακροατήριο για κακούργημα. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθεί ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης.

Keywords

AI generated
handwriting sample reproduction and imitation of banknotes original signature forgery of official marks registration of construction lien liability for stamp duty
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1783 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1783/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 1 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ε. Θ. του Σ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2453/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ν. Β. του Κ..

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιανουαρίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 194/2010.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 187/6-5-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

Εισάγω στο Δικαστήριό Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ.1 ΚΠΔ, την με αριθμό 11/21-1-2010 αίτηση αναίρεσης της Ε. Θ. του Σ., σύζυγος Η. Β., κατοίκου ..., ... (ασκηθείσα δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Επαμεινώνδα Παπαδέα, κατόπιν της από 12/1/2010 σχετικής εξουσιοδότησης) και στρέφεται κατά του με αριθμό 2453/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα:

Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το με αριθμό 2307/2009 βούλευμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη για να δικασθεί ως υπαίτια της αξιόποινης πράξης της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση τελεσθείσα από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 €.

Κατά του βουλεύματος αυτού η αναιρεσείουσα άσκησε έφεση. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε το με αριθμό 2453/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο έκανε τυπικά δεκτή και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεσή της, επικυρώνοντας το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον με την κρινόμενη αίτησή της, η οποία ασκήθηκε εμπρόθεσμα, νομότυπα και παραδεκτά, η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη.

Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στην κατηγορούμενη και στον διορισθέντα αντίκλητο δικηγόρο της, στις 12/1/2010 και στις 20/1/2010 αντίστοιχα, η δε αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 21/1/2010 (εντός της νόμιμης προθεσμίας) ενώπιον του Γραμματέα βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, συνετάγη δε από εκείνον η με αριθμό 11/2009 σχετική έκθεση, στην οποία διατυπώνεται και ο λόγος για τον οποίο ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.

Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης, αφού παραπέμπει την κατηγορούμενη στο ακροατήριο για κακούργημα. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθεί ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης.

ΙΙ. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.δ ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή της κατηγορούμενης στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους, και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα εκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ' ολοκλήρου στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, στην οποία όμως αναφέρονται τα ανωτέρω στοιχεία με τα οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου (ΑΠ 1596/07, 1151/06, ΑΠ 501/06).

Περαιτέρω από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ.1-3 ΠΚ, προκύπτει ότι για την θεμελίωση της κακουργηματικής πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικά μεν η εξ' αρχής κατάρτιση εγγράφου πλαστού, ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικά δε δόλος του δράστη συνιστάμενος στη γνώση και τη θέληση των περιστατικών που θεμελιώνουν την πράξη και ακόμη σκοπός αυτού όπως με τη χρήση του πλαστού εγγράφου παραπλανηθεί άλλος για γεγονός δυνάμενο να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση εννόμως προστατευμένου δικαιώματος με την πρόσθετη επιδίωξη του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλο περιουσιακό όφελος, εφ' όσον το όφελος ή η ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 €, ή αν ο υπαίτιος διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν τα 15.000€. Κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, η από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείου της προσωπικότητάς του. (βλ. ΑΠ 881/09, ΑΠ 747/09, ΑΠ 459/09).

ΙΙΙ. Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών που το εξέδωσε, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα τα οποία μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο εγκαλών - πολιτικώς ενάγων, ο οποίος διατηρεί ατελιέ γραφικών τεχνών στην Θεσσαλονίκη, συνεργάζονταν από το έτος 1990 με την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "CONTROLGRAPH ΕΠΕ", της οποίας διαχειρίστρια ήταν η εκκαλούσα κατηγορουμένη. Από την ως άνω εταιρεία, η οποία είχε ως αντικείμενο δραστηριότητας την εμπορία, κατασκευή και συντήρηση ηλεκτρονικών μηχανημάτων, ο εγκαλών είχε προμηθευθεί το σύνολο του επαγγελματικού εξοπλισμού της επιχείρησης που διατηρεί.

Η ανωτέρω εκκαλούσα κατηγορουμένη γνωρίζοντας από την πολύχρονη συνεργασία της με τον εγκαλούντα την υπογραφή αυτού, αλλά και τα στοιχεία της επαγγελματικής του σφραγίδας ενήργησε ως εξής: Την 1-10-2005 στην με αριθ. ... τραπεζική επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία περιήλθε στην κατοχή της με άγνωστο τρόπο, έθεσε στην ένδειξη του τόπου έκδοσης τη λέξη "Κορωπί", στην ένδειξη της ημερομηνίας έκδοσης την "1-10-2005", στην ένδειξη του ποσού το ποσό των "16350 "Ευρώ, το οποίο ανέγραψε και ολογράφως, δίπλα από την φράση "Πληρώστε με την επιταγή αυτή σε διαταγή" ανέγραψε το όνομα "Ι.

Τ.", στην θέση της υπογραφής του εκδότη έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του εκδότη C. Τ. F., καθώς και σφραγίδα με τα στοιχεία της στο Κορωπί Αττικής επιχείρησης αυτού "Γενικό Εμπόριο Εμπόριο Τροφίμων - Ποτών και Αγροτικών Προϊόντων", στην θέση της υπογραφής του πρώτου οπισθογράφου έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του λήπτη της επιταγής και ακολούθως στην θέση της επόμενης οπισθογράφησης έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του εγκαλούντος, ο οποίος φέρονταν ότι οπισθογραφούσε την επιταγή στην εταιρεία "CONTROLGRAPH ΕΠΕ", στην συνέχεια δε η κατηγορουμένη, ως διαχειρίστρια της ως άνω εταιρείας, έκανε χρήση της επιταγής μεταβιβάζοντας αυτήν με οπισθογράφηση στην Τράπεζα Πειραιώς, ως αξία σε ενέχυρο, προκειμένου να την πείσει να παραλάβει ως γνήσια την επιταγή πιστώνοντάς την με το ποσό της επιταγής , πλην όμως η επιταγή δεν πληρώθηκε κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή της στην πληρώτρια τράπεζα, την 5-10-2005, λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων.

Με βάση την ως άνω επιταγή εκδόθηκε, κατόπιν αιτήσεως της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", η με αριθ. 11314/2005 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του C. T. F., του εγκαλούντος και της εταιρείας "CONTROLGRAPH ΕΠΕ". Επίσης στην με αριθ. ... τραπεζική επιταγή της EUROBANK, η οποία έφερε ημερομηνία έκδοσης την "25-6-2005", ποσού 7380 Ευρώ, την οποία είχε εκδώσει στην Αθήνα ο Α.

Β., σε διαταγή της Α. Β. (αδελφής της κατηγορουμένης), η οποία την μεταβίβασε με λευκή οπισθογράφηση στην κατηγορουμένη, αυτή (κατηγορουμένη) έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του εγκαλούντος και την σφραγίδα της επιχείρησης αυτού, ο οποίος φερόταν ότι την μεταβίβαζε με οπισθογράφηση στην εταιρεία "CONTROLGRAPH ΕΠΕ", στην συνέχεια δε αυτή ως διαχειρίστρια της ανωτέρω εταιρείας έκανε χρήση της επιταγής μεταβιβάζοντας αυτήν, ως αξία σε ενέχυρο, στην "Τράπεζα PROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με σκοπό να την πείσει να την παραλάβει ως γνήσια πιστώνοντάς την με το αναφερόμενο στην επιταγή ποσό.

Η επιταγή αυτή αν και εμφανίσθηκε εμπροθέσμως για πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα την 27-6-2005 δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων. Με βάση την ως άνω επιταγή εκδόθηκε, κατόπιν αιτήσεως της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας "Τράπεζα PROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η με αριθ. 29621/2005 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αθηνών κατά του Α.

Β. και του εγκαλούντος. Περαιτέρω την 15-7-2005, αφού έλαβε στην κατοχή της με άγνωστο τρόπο την με αριθ. ... τραπεζική επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας έθεσε στην ένδειξη του τόπου έκδοσης τη λέξη "Φιλιππιάδα", στην ένδειξη της ημερομηνίας έκδοσης την "15-7-2005", στην ένδειξη του ποσού το ποσό των "4510"Ευρώ, το οποίο ανέγραψε και ολογράφως, δίπλα από την φράση "Πληρώστε με την επιταγή μου αυτή σε διαταγή" ανέγραψε το όνομα "Π.

Α.", στην θέση της υπογραφής του εκδότη έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή της "K. L." καθώς και σφραγίδα με τα στοιχεία της στην Φιλιππιάδα Ιωαννίνων επιχείρησης εμπορίου ζωοτροφών, που αυτή διατηρεί, στην θέση της υπογραφής του πρώτου οπισθογράφου έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του λήπτη της επιταγής και ακολούθως στην θέση της επόμενης οπισθογράφησης έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του εγκαλούντος, μαζί με την σφραγίδα της επιχείρησής του, ο οποίος φέρονταν ότι οπισθογραφούσε την επιταγή στην εταιρεία "CONTROLGRAPH ΕΠΕ", στην συνέχεια δε η κατηγορουμένη, ως διαχειρίστρια της εταιρείας αυτής, έκανε χρήση της επιταγής μεταβιβάζοντας αυτήν με οπισθογράφηση στην εταιρεία "INFO QUEST A.E.B.E.", πλην όμως και αυτή η επιταγή κατά την εμπρόθεσμη εμφάνιση της για πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα δεν πληρώθηκε "λόγω ανύπαρκτου ή κλεισμένου λογαριασμού", όπως βεβαιώνεται στο σώμα της επιταγής.

Με βάση την ως άνω επιταγή εκδόθηκε, κατόπιν αιτήσεως της εταιρείας "INFO QUEST A.E.Β.E.", η με αριθ. 41/2006 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου κατά των K. L., Α. Π.., του εγκαλούντος και της εταιρείας "CONTROLGRAPH ΕΠΕ". Τέλος την 30-7-2005, αφού έλαβε στην κατοχή της με άγνωστο τρόπο την με αριθ. 15949688-8 τραπεζική επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, έθεσε στην ένδειξη του τόπου έκδοσης τη λέξη "Κορωπί", στην ένδειξη της ημερομηνίας έκδοσης την "30-7-2005", στην ένδειξη του ποσού το ποσό των "12550 "Ευρώ, το οποίο ανέγραψε και ολογράφως, δίπλα από την φράση "Πληρώστε με την επιταγή μου αυτή σε διαταγή" ανέγραψε το όνομα "Ι.

Μ.", στην θέση της υπογραφής του εκδότη έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του C. T. F., καθώς και σφραγίδα με τα στοιχεία της στο Κορωπί Αττικής επιχείρησης αυτού "Γενικό Εμπόριο Εμπόριο Τροφίμων - Ποτών και Αγροτικών Προϊόντων", στην θέση της υπογραφής του πρώτου οπισθογράφου έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του λήπτη της επιταγής και ακολούθως στην θέση της επόμενης οπισθογράφησης έθεσε κατ' απομίμηση της υπογραφής του εγκαλούντος, καθώς και την σφραγίδα της επιχείρησής του, ο οποίος φέρονταν ότι οπισθογραφούσε στην εταιρεία "CONTROLGRAPH ΕΠΕ", στην συνέχεια δε η κατηγορουμένη έκανε χρήση της επιταγής μεταβιβάζοντας αυτήν, ως διαχειρίστρια της ανωτέρω εταιρείας("CONTROLGRAPH ΕΠΕ"), με οπισθογράφηση, ως αξία λόγω ενεχύρου, στην "Τράπεζα PROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με σκοπό να την πείσει να την παραλάβει ως γνήσια πιστώνοντάς την με το αναφερόμενο στην επιταγή ποσό, πλην όμως η επιταγή δεν πληρώθηκε κατά την εμπρόθεσμη εμφάνιση της στην πληρώτρια τράπεζα, την 1-8-2005 λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων.

Με βάση την ως άνω επιταγή εκδόθηκε, κατόπιν αιτήσεως τραπεζικής εταιρείας "Τράπεζα PROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η με αριθ. 11257/2005 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των C. Τ. F. και του εγκαλούντος.

Από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, αλλά και από την υποδομή που η εκκαλούσα έχει διαμορφώσει (προμήθεια πλαστής σφραγίδας, προμήθεια με άγνωστο τρόπο λευκών φύλλων επιταγών) με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός της για πορισμό εισοδήματος, αλλά και σταθερή ροπή αυτής προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας της.

Η κατηγορουμένη στην ανακριτική της απολογία και στο υπόμνημα της αρνείται την πράξη που της αποδίδεται ισχυριζόμενη ότι λόγω των επαγγελματικών, οικογενειακών και φιλικών σχέσεων που διατηρούσε αυτή και ο σύζυγός της Β. Η. με τον εγκαλούντα και της εμπιστοσύνης που είχε ο τελευταίος σ' αυτούς, της είχε δοθεί εντολή από τον εγκαλούντα να θέτει την υπογραφή του, ως οπισθογράφου, και την σφραγίδα της επιχείρησης του επί όλων των αξιόγραφων.

Μάλιστα ισχυρίζεται ότι προς τούτο ο εγκαλών της είχε αποστείλει την σφραγίδα του με τα στοιχεία της επιχείρησής του. Πλην όμως ο ισχυρισμός της αυτός δεν επιβεβαιώνεται από κανένα στοιχείο της δικογραφίας. Η μάρτυς Α. Β., αδελφή της κατηγορουμένης, σχετικά με την με αριθ. ... τραπεζική επιταγή, την οποία είχε δώσει σ' αυτήν (αδελφή της κατηγορουμένης) ο Α.

Β. προς διευκόλυνση της, στην από 2-9-2008 ένορκη κατάθεση της αναφέρει ότι δεν γνωρίζει υπό ποίες συνθήκες τέθηκε στην επιταγή αυτή η υπογραφή και η σφραγίδα του εγκαλούντος. Σημαντικό επίσης είναι και το γεγονός ότι σε βάρος της εκκαλούσης έχουν υποβληθεί εγκλήσεις για την πράξη της πλαστογραφίας (διαφόρων επιταγών) και από άλλους παθόντες και έχουν σχηματισθεί αντίστοιχες δικογραφίες.

Έτσι, όπως συνάγεται από τα από 19-10-2006 δύο πιστοποιητικά της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, μετά από έγκληση της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "SUN HELLAS ΑΝΤΙΚΛΕΠΤΙΚΑ ΕΠΕ", σχηματίσθηκε η δικογραφία με στοιχεία ΑΒΜ Β 2006/2745, μετά δε από έγκληση των Ζ. Ε. και Κ. Κ. έχει σχηματισθεί η με στοιχεία ΑΒΜ Β 2006/2135 δικογραφία.

Ενόψει των προαναφερθέντων, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών δεχθέν ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος της εκκαλούσης κατηγορουμένης για την ανωτέρω πράξη προέβη σε ορθή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και σε ορθή ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων.

IV. Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει, ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, αναφορικά με την πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας που αποδίδεται σ' αυτή, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια και λογική ακολουθία χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση και συγκροτούν υποκειμενικά και αντικειμενικά το έγκλημα για το οποίο αυτή κρίθηκε παραπεμπτέα, εξειδικεύοντας το σκοπό καθώς και το όφελος που επεδίωκε αυτή, χωρίς να απαιτείται όπως προαναφέρθηκε για την πληρότητα της αιτιολογίας η λεπτομερής αναφορά εκάστου αποδεικτικού μέσου χωριστά αρκούντος του κατ' είδος προσδιορισμού τους.

Κατά συνέπεια, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας στερούνται ουσιαστικής βασιμότητας και ως εκ τούτου τυγχάνουν απορριπτέες.

V. Κατ' ακολουθίαν όλων των προεκτεθέντων πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και να επιβληθούν σε βάρος της τα δικαστικά έξοδα.

Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να απορριφθεί η με αριθμό 17/21-1-2010 αίτηση αναίρεσης της Ε. Θ. του Σ. σύζυγος Η. Β., κατοίκου ..., κατά του με αριθμό 2453/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα. Αθήνα 15/3/2010

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ΓΕΩΡΓΙΟΣ Π. ΠΑΝΤΕΛΗΣ

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίσταση. Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημοσίας ή ιδιωτικής φύσης.

Η πλαστογραφία προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο δράστης σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ.

Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες (κατάρτιση, νόθευση) κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ (άρθρο 216 παρ. 3 ΠΚ). Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.

Ι στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως όταν αναφέρονται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.

Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογία αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους. και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα εκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.

Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωθείσα στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση στην οποία εκτίθενται τα ανωτέρω στοιχεία με τα οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση με το 23077 2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, η αναιρεσείουσα παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για το κακούργημα ης πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ.

Μετά από έφεση της αναιρεσείουσας εκδόθηκε το προσβαλλόμενο 24537 2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση της κατ' ουσίαν, επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα κατά τις παραπεμπτικές διατάξεις του και επαναδιατύπωσε το διατακτικό του εκκαλουμένου βουλεύματος εν μέρει. Με το βούλευμα αυτό, το Συμβούλιο Εφετών με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σε αυτό πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών, αφού αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος προσδιορίζονται, δέχτηκε ανελέγκτως ότι:

Ο εγκαλών - πολιτικώς ενάγων, ο οποίος διατηρεί ατελιέ γραφικών τεχνών στην Θεσσαλονίκη, συνεργάζονταν από το έτος 1990 με την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "CONTROLGRAPH ΕΠΕ", της οποίας διαχειρίστρια ήταν η εκκαλούσα κατηγορουμένη. Από την ως άνω εταιρεία, η οποία είχε ως αντικείμενο δραστηριότητας την εμπορία, κατασκευή και συντήρηση ηλεκτρονικών μηχανημάτων, ο εγκαλών είχε προμηθευθεί το σύνολο του επαγγελματικού εξοπλισμού της επιχείρησης που διατηρεί.

Η ανωτέρω εκκαλούσα κατηγορουμένη γνωρίζοντας από την πολύχρονη συνεργασία της με τον εγκαλούντα την υπογραφή αυτού, αλλά και τα στοιχεία της επαγγελματικής του σφραγίδας ενήργησε ως εξής: Την 1-10-2005 στην με αριθ. ... τραπεζική επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία περιήλθε στην κατοχή της με άγνωστο τρόπο, έθεσε στην ένδειξη του τόπου έκδοσης τη λέξη "Κορωπί", στην ένδειξη της ημερομηνίας έκδοσης την "1-10-2005", στην ένδειξη του ποσού το ποσό των "16350"Ευρώ, το οποίο ανέγραψε και ολογράφως, δίπλα από την φράση "Πληρώστε με την επιταγή αυτή σε διαταγή" ανέγραψε το όνομα "Ι.

Τ.", στην θέση της υπογραφής του εκδότη έθεσε κατ1 απομίμηση την υπογραφή του εκδότη C. T. F., καθώς και σφραγίδα με τα στοιχεία της στο Κορωπί Αττικής επιχείρησης αυτού "Γενικό Εμπόριο Εμπόριο Τροφίμων - Ποτών και Αγροτικών Προϊόντων", στην θέση της υπογραφής του πρώτου οπισθογράφου έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του λήπτη της επιταγής και ακολούθως στην θέση της επόμενης οπισθογράφησης έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του εγκαλούντος, ο οποίος φέρονταν ότι οπισθογραφούσε την επιταγή στην εταιρεία "CONTROLGRAPH ΕΠΕ", στην συνέχεια δε η κατηγορουμένη, ως διαχειρίστρια της ως άνω εταιρείας, έκανε χρήση της επιταγής μεταβιβάζοντας αυτήν με οπισθογράφηση στην Τράπεζα Πειραιώς, ως αξία σε ενέχυρο, προκειμένου να την πείσει να παραλάβει ως γνήσια την επιταγή πιστώνοντας την με το ποσό της επιταγής , πλην όμως η επιταγή δεν πληρώθηκε κατά την εμπρόθεσμη εμφάνιση της στην πληρώτρια τράπεζα, την 5-10-2005, λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων.

Με βάση την ως άνω επιταγή εκδόθηκε, κατόπιν αιτήσεως της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", η με αριθ. 11314/2005 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του C. T. F., του εγκαλούντος και της εταιρείας "CONTROLGRAPH ΕΠΕ". Επίσης στην με αριθ. ... τραπεζική επιταγή της EUROΒΑΝΚ, η οποία έφερε ημερομηνία έκδοσης την "25-6-2005", ποσού 7380 Ευρώ, την οποία είχε εκδώσει στην Αθήνα ο Α.

Β., σε διαταγή της Α. Β. (αδελφής της κατηγορουμένης), η οποία την μεταβίβασε με λευκή οπισθογράφηση στην κατηγορουμένη, αυτή (κατηγορουμένη) έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του εγκαλούντος και την σφραγίδα της επιχείρησης αυτού, ο οποίος φερόταν ότι την μεταβίβαζε με οπισθογράφηση στην εταιρεία "CONTROLGRAPH ΕΠΕ", στην συνέχεια δε αυτή ως διαχειρίστρια της ανωτέρω εταιρείας έκανε χρήση της επιταγής μεταβιβάζοντας αυτήν, ως αξία σε ενέχυρο, στην "Τράπεζα ΡRΟΒΑΝΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με σκοπό να την πείσει να την παραλάβει ως γνήσια πιστώνοντας την με το αναφερόμενο στην επιταγή ποσό.

Η επιταγή αυτή αν και εμφανίσθηκε εμπροθέσμως για πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα την 27-6-2005 δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων. Με βάση την ως άνω επιταγή εκδόθηκε, κατόπιν αιτήσεως της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας "Τράπεζα ΡRΟΒΑΝΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η με αριθ. 29621/2005 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αθηνών κατά του Α.

Β. και του εγκαλούντος. Περαιτέρω την 15-7-2005, αφού έλαβε στην κατοχή της με άγνωστο τρόπο την με αριθ. ... τραπεζική επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας έθεσε στην ένδειξη του τόπου έκδοσης τη λέξη "Φιλιππιάδα", στην ένδειξη της ημερομηνίας έκδοσης την "15-7-2005", στην ένδειξη του ποσού το ποσό των "4510" Ευρώ, το οποίο ανέγραψε και ολογράφως, δίπλα από την φράση "Πληρώστε με την επιταγή μου αυτή σε διαταγή" ανέγραψε το όνομα "Π.

Α.", στην θέση της υπογραφής του εκδότη έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή της "K. L." καθώς και σφραγίδα με τα στοιχεία της στην Φιλιππιάδα Ιωαννίνων επιχείρησης εμπορίου ζωοτροφών, που αυτή διατηρεί, στην θέση της υπογραφής του πρώτου οπισθογράφου έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του λήπτη της επιταγής και ακολούθως στην θέση της επόμενης οπισθογράφησης έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του εγκαλούντος, μαζί με την σφραγίδα της επιχείρησής του, ο οποίος φέρονταν ότι οπισθογραφούσε την επιταγή στην εταιρεία "CONTROLGRAPH ΕΠΕ", στην συνέχεια δε η κατηγορουμένη, ως διαχειρίστρια της εταιρείας αυτής, έκανε χρήση της επιταγής μεταβιβάζοντας αυτήν με οπισθογράφηση στην εταιρεία "INFO QUEST Α.Ε.Β.Ε.", πλην όμως και αυτή η επιταγή κατά την εμπρόθεσμη εμφάνιση της για πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα δεν πληρώθηκε "λόγω ανύπαρκτου ή κλεισμένου λογαριασμού", όπως βεβαιώνεται στο σώμα της επιταγής.

Με βάση την ως άνω επιταγή εκδόθηκε, κατόπιν αιτήσεως της εταιρείας "INFO QUEST Α.Ε.Β.Ε.", η με αριθ. 41/2006 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου κατά των K. L., Α. Π.., του εγκαλούντος και της εταιρείας "CONTROLGRAPH ΕΠΕ". Τέλος την 30-7-2005, αφού έλαβε στην κατοχή της με άγνωστο τρόπο την με αριθ. 15949688-8 τραπεζική επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, έθεσε στην ένδειξη του τόπου έκδοσης τη λέξη "Κορωπί", στην ένδειξη της ημερομηνίας έκδοσης την "30-7-2005", στην ένδειξη του ποσού το ποσό των "12550" Ευρώ, το οποίο ανέγραψε και ολογράφως, δίπλα από την φράση "Πληρώστε με την επιταγή μου αυτή σε διαταγή" ανέγραψε το όνομα "Ι.

Μ.", στην θέση της υπογραφής του εκδότη έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του C. T. F., καθώς και σφραγίδα με τα στοιχεία της στο Κορωπί Αττικής επιχείρησης αυτού "Γενικό Εμπόριο Εμπόριο Τροφίμων - Ποτών και Αγροτικών Προϊόντων", στην θέση της υπογραφής του πρώτου οπισθογράφου έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του λήπτη της επιταγής και ακολούθως στην θέση της επόμενης οπισθογράφησης έθεσε κατ' απομίμηση της υπογραφής του εγκαλούντος, καθώς και την σφραγίδα της επιχείρησής του, ο οποίος φέρονταν ότι οπισθογραφούσε στην εταιρεία "CONTROLGRAPH ΕΠΕ", στην συνέχεια δε η κατηγορουμένη έκανε χρήση της επιταγής μεταβιβάζοντας αυτήν, ως διαχειρίστρια της ανωτέρω Εταιρείας ("CONTROLGRAPH ΕΠΕ"), με οπισθογράφηση, ως αξία λόγω ενεχύρου, στην "Τράπεζα ΡRΟΒΑΝΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με σκοπό να την πείσει να την παραλάβει ως γνήσια πιστώνοντας την με το αναφερόμενο στην επιταγή ποσό, πλην όμως η επιταγή δεν πληρώθηκε κατά την εμπρόθεσμη εμφάνιση της στην πληρώτρια τράπεζα, την 1-8-2005 λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων.

Με βάση την ως άνω επιταγή εκδόθηκε, κατόπιν αιτήσεως τραπεζικής εταιρείας "Τράπεζα ΡRΟΒΑΝΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η με αριθ. 11257/2005 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των C. T. F. και του εγκαλούντος.

Από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, αλλά και από την υποδομή που η εκκαλούσα έχει διαμορφώσει (προμήθεια πλαστής σφραγίδας, προμήθεια με άγνωστο τρόπο λευκών φύλλων επιταγών) με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός της για πορισμό εισοδήματος, αλλά και σταθερή ροπή αυτής προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς της.

Η κατηγορουμένη στην ανακριτική της απολογία και στο υπόμνημα της αρνείται την πράξη που της αποδίδεται ισχυριζόμενη ότι λόγω των επαγγελματικών, οικογενειακών και φιλικών σχέσεων που διατηρούσε αυτή και ο σύζυγος της Β. Η. με τον εγκαλούντα και της εμπιστοσύνης που είχε ο τελευταίος σ' αυτούς, της είχε δοθεί εντολή από τον εγκαλούντα να θέτει την υπογραφή του, ως οπισθογράφου, και την σφραγίδα της επιχείρησης του επί όλων των αξιόγραφων.

Μάλιστα ισχυρίζεται ότι προς τούτο ο εγκαλών της είχε αποστείλει την σφραγίδα του με τα στοιχεία της επιχείρησης του. Πλην όμως ο ισχυρισμός της αυτός δεν επιβεβαιώνεται από κανένα στοιχείο της δικογραφίας. Η μάρτυς Α. Β., αδελφή της κατηγορουμένης, σχετικά με την με αριθ. ... τραπεζική επιταγή, την οποία είχε δώσει σ' αυτήν (αδελφή της κατηγορουμένης) ο Α.

Β. προς διευκόλυνση της, στην από 2-9-2008 ένορκη κατάθεση της αναφέρει ότι δεν γνωρίζει υπό ποίες συνθήκες τέθηκε στην επιταγή αυτή η υπογραφή και η σφραγίδα του εγκαλούντος. Σημαντικό επίσης είναι και το γεγονός ότι σε βάρος της εκκαλούσης έχουν υποβληθεί εγκλήσεις για την πράξη της πλαστογραφίας (διαφόρων επιταγών) και από άλλους παθόντες και έχουν σχηματισθεί αντίστοιχες δικογραφίες.

Έτσι, όπως συνάγεται από τα από 19-10-2006 δύο πιστοποιητικά της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, μετά από έγκληση της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "SUN HELLAS ΑΝΤΙΚΛΕΠΤΙΚΑ ΕΠΕ", σχηματίσθηκε η δικογραφία με στοιχεία ΑΒΜ Β 2006/2745, μετά δε από έγκληση των Ζ. Ε. και Κ. Κ. έχει σχηματισθεί η με στοιχεία ΑΒΜ Β 2006/2135 δικογραφία.

Ενόψει των προαναφερθέντων, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών δεχθέν ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος της εκκαλούσης κατηγορουμένης για την ανωτέρω πράξη, προέβη σε ορθή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και σε ορθή ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καθόσον σε αυτή αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος τούτου, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο τούτο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άνω άρθρου ως και των άρθρων 13 στ' και 98 ΠΚ που εφάρμοσε και ορθά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία, κρίνοντας ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή της κατηγορουμένης στο ακροατήριο.

Ειδικότερα διαλαμβάνεται ο τρόπος τελέσεως αντικειμενικώς και υποκειμενικώς του εγκλήματος τούτου από την αναιρεσείουσα εξειδικεύοντας το σκοπό καθώς και το όφελος που αυτή επεδίωκε χωρίς να απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας η λεπτομερής αναφορά κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά αφού αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους.

Εξάλλου, κατά τις παραδοχές οι πράξεις της αναιρεσείουσας δεν έγιναν με γνώση και συναίνεση του εγκαλούντος. Όθεν ο τα αντίθετα υποστηρίζων μοναδικός εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγος της αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος, συνακολούθως είναι αβάσιμη και απορριπτέα η αίτηση αναίρεσης.

Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αριθ. 11/21-01-2010 αίτηση της Ε. Θ. του Σ., κατοίκου ..., για αναίρεση του 2453/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2010. Και,

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2010.-

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ