Supreme Court dismisses appeal for non-appearance and procedural defects in civil litigation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a lower court's decision to set compensation for damages. The appellant failed to appear at the hearing without legal representation, violating procedural rules, while the appellees argued the appeal lacked merit due to vague grounds and procedural errors. The court ruled that the appellant's absence justified an ex officio examination and rejected the appeal for being indefinite, superfluous, and inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(2), 88, 559(8), 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal must be specific and admissible, and the court may proceed ex officio if a party fails to appear after proper summons.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1783 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1783/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Απριλίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Σταθόπουλου και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κουλουρούδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/9/2005 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως της πρώτης των ως άνω αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 8245/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16/4/2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου, ανέγνωσε την από 23/3/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της πρώτης αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία του. Στην παρούσα περίπτωση η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως επισπεύδεται από την α' αναιρεσίβλητο. Όπως δε προκύπτει από την προσκομιζομένη υπ' αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών, ..., ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη, με την οποία ορίσθηκε αρμοδίως δικάσιμος η 19-9-2008 και κλήση προς εμφάνιση, κατά τη δικάσιμο αυτή, για την συζήτησή της, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, προς τον αναιρεσείοντα, Χ. Κατά την ανωτέρω δικάσιμο, η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε, γι' αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με επισημείωση επί του πινακίου, η οποία επέχει θέση κλητεύσεως για όλους τους διαδίκους. Επομένως, εφ' όσον ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε, κατά την δικάσιμο αυτή, στο ακροατήριο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε, νομίμως, από το πινάκιο, στη σειρά της και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο, ούτε με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία του.
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένως.
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 39§1 εδ. α' του ΑΝ 1731/1939, όπως κωδικοποιήθηκε με το ΒΔ της 29/30.4.1953 και τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως (που εφαρμόζεται εν προκειμένω, κατ' άρθρο 29§5 του Κ.Α.Α.Α), μετά πενταετία από τον τελεσίδικο προσδιορισμό της αποζημιώσεως, ή από την δημοσίευση στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως της καταθέσεως στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων της προσωρινής ή οριστικής αποζημιώσεως, παραγράφεται η προς απόληψη της αποζημιώσεως αξίωση (πλην των εις αυτή εξαιρέσεων).
Κατά την παράγραφο 2 δε του αυτού άρθρου η ανωτέρω βραχυπρόθεσμη παραγραφή δεν χωρεί κατά του δικαιώματος για δικαστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών, συνάγεται ότι, επί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, το δικαίωμα, για δικαστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως, υπόκειται μεν στην κατά το άρθρο 349 ΑΚ γενική εικοσαετή παραγραφή, πλην όμως παραμένει ενεργό στην περίπτωση που ο κύριος του απαλλοτριωθέντος ακινήτου διατηρεί το επ' αυτού δικαίωμα κυριότητός του, διότι αυτό, αν δεν αποσβέστηκε στο μεταξύ από άλλο λόγο, διατηρείται απαραβίαστο μέχρι την καταβολή σε αυτόν ή την παρακατάθεση της αποζημιώσεως που καθορίσθηκε με νόμιμο τρόπο, μόνο δε έκτοτε μετάγεται τούτο στο υπέρ ού η απαλλοτρίωση (ΑΠ 800/1999).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 7§1 του αυτού ΑΝ 1731/1939, η συντέλεση της απαλλοτριώσεως, δια μεταβιβάσεως της ιδιοκτησίας εις αυτόν υπέρ του οποίου ενεργήθη αυτή, επέρχεται μόνον από της καταβολής στον δικαιούχο της ορισθείσας προσωρινής ή οριστικής αποζημιώσεως ή από της δημοσιεύσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της γενομένης, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, κατά το άρθρο 24 του παρόντος νόμου, καταθέσεως της δικαστικώς προσδιορισθείσας αποζημιώσεως.
Από τον συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς τις διατάξεις των άρθρων 2§1, 32 έως 35, 37, 42, 46 έως 48 του ΝΔ της 17.7.1923 "Περί σχεδίου πόλεων, κωμών και συνοικισμών του κράτους και οικοδομής αυτών", των μετέπειτα ισχυουσών πολεοδομικών διατάξεων, μεταξύ των οποίων και αυτή του άρθρου 2 του Ν. 5269/1931 "Περί αδειών οικοδομής κλπ επί ρυμοτομουμένων ακινήτων και του άρθρου 6§1, 2, 3 του ιδίου νόμου, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 του ΑΝ 625/1968 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του Ν. 633/1977, προκύπτει ότι, σε περίπτωση απαλλοτριώσεως ακινήτου, λόγω ρυμοτομίας και προσκυρώσεως έστω και αν πρόκειται για διαιρετό και ενιαίο ακίνητο, που ανήκει εξ ολοκλήρου σε ένα ιδιοκτήτη, δεν απαγορεύεται η τμηματική εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου, ούτε και η μερική για το σκοπό αυτό συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως του εν λόγω ακινήτου, ως προς ορισμένους μόνον εκ των περισσοτέρων υποχρέων προς αποζημίωση (ΑΠ 1669/1977).
Τούτο, όμως, προϋποθέτει ότι οι συγκεκριμένοι ή ο συγκεκριμένος υπόχρεος κατέβαλε ολόκληρη την αποζημίωση που αναλογεί στην έκταση που προσκυρώθηκε στην ιδιοκτησία του και γενικώς ότι εξεπλήρωσε εξ ολοκλήρου την υποχρέωση που βαρύνει την ιδιοκτησία του, σύμφωνα με την οικεία πράξη αναλογισμού αποζημιώσεως του αρμοδίου πολεοδομικού γραφείου.
Και τούτο, διότι το απαλλοτριούμενο ακίνητο, λόγω εφαρμογής του σχεδίου πόλεως, είναι ενιαίο, ανεξαρτήτως του ότι μέρος αυτού ρυμοτομήθηκε και άλλο προσκυρώθηκε στην ιδιοκτησία παροδίου ιδιοκτήτου, έτσι δε πληρούται η έννοια της πλήρους αποζημιώσεως κατά το άρθρο 17 του Συντάγματος, που προστατεύει την ιδιοκτησία.
Στην παρούσα περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά, κατά το ενδιαφέρον εδώ μέρος της: "... Σε εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου ... το οποίο εγκρίθηκε με το από 9.12.1961 β.δ/μα "Περί εγκρίσεως του ρυμοτομικού σχεδίου ...
και καθορισμού των όρων και περιορισμών δομήσεως των οικοπέδων αυτού (ΦΕΚ 147/Δ/23.12.1961) εκδόθηκε η υπ'αριθμ. ... πράξη προσκύρωσης, τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημίωσης της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής, η οποία κυρώθηκε, ως προς τα επίδικα, με την υπ' αριθμ 37925/2666/77 απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής, που νόμιμα μεταγράφτηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου στον τόμο ...
και με αριθμό ... . Με την πράξη αυτή απαλλοτριώθηκαν τμήματα των ως άνω ιδιοκτησιών, εν μέρει λόγω προσκύρωσης και εν μέρει λόγω ρυμοτομίας. Ειδικότερα, από το ως άνω υπ' αριθμ. ... ακίνητο, τμήμα αυτού, με τα στοιχεία 10-11-12-13-41-10, επιφανείας 131,30 τμ, όπως απεικονίζεται στο από 17.8.1977 τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε η τοπογράφος μηχανικός ...
και συνοδεύει την πράξη, προσκυρώθηκε σε όμορη ιδιοκτησία του ΑΑ (απώτερου δικαιοπαρόχου του καθού), ενώ τμήμα του ιδίου ακινήτου, εμφαινόμενο με τα στοιχεία 13-14-15-9-10-41-13 στο ίδιο διάγραμμα, επιφανείας 221,20 τ.μ, ρυμοτομήθηκε. Επίσης, με την ίδια πράξη ρυμοτομήθηκε τμήμα και του δεύτερου ως άνω ακινήτου (υπ'αριθμ ...
ακίνητο), εμφαινόμενο με τα στοιχεία 31-28-35-30-29-31 στο ίδιο ως άνω διάγραμμα, επιφανείας 72,60 τ.μ. Σύμφωνα με την πράξη προσκύρωσης, τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημιώσεως, υπόχρεος προς αποζημίωση των ως άνω επιδίκων φέρεται ο ΑΑ, ιδιοκτήτης τότε του ωφελούμενου από την προσκύρωση και τη ρυμοτομία ακινήτου, ο οποίος, σύμφωνα με την πράξη, οφείλει να αποζημιώσει τους κληρονόμους του ΒΒ (άμεσους και απώτερους δικαιοπαρόχους της αιτούσας), για ολόκληρο το προσκυρούμενο τμήμα, ήτοι για 131,30 τ.μ.
και για το ήμισυ των ρυμοτομηθέντων τμημάτων, ήτοι για 110,60 τμ και 36,30 τμ, αντίστοιχα. Στην πράξη προσκύρωσης-τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημίωσης αναφέρεται ως δικαιούχος της αποζημίωσης του ρυμοτομούμενου τμήματος του υπ' αριθμ. ... ακινήτου ο ΓΓ, ο οποίος ήταν ένας από τους συγκληρονόμους του αποβιώσαντος αρχικού εμφυτευτή ΔΔ και απώτερος δικαιοπάροχος της αιτούσας κατά ποσοστό 4/24.
Το γεγονός όμως αυτό δεν επηρεάζει το κύρος της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ούτε παραβλάπτει τα δικαιώματα των αληθών δικαιούχων για τον δικαστικό καθορισμό της αποζημίωσης. Ο απώτερος δικαιοπάροχος του καθού και υπόχρεος για την καταβολή της αποζημίωσης ΑΑ, με την από 22.7.1978 αίτησή του προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κατά της ΕΕ (απώτερης δικαιοπαρόχου της αιτούσας κατ' ιδανικό μερίδιο 1/24), ζήτησε τον καθορισμό της προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης για όλα τα επίδικα τμήματα (προσκυρούμενο και ρυμοτομούμενα).
Με την υπ' αριθμ. 770/1978 απόφασή του το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε αντιμωλία της ως άνω καθής, χωρίς να κληθούν ή να λάβουν μέρος οι λοιποί συνδικαιούχοι της αποζημίωσης (κληρονόμοι του αρχικού εμφυτευτή ή οι κληρονόμοι των κληρονόμων του), καθόρισε την προσωρινή τιμή για τα τρία ως άνω τμήματα (και όχι για το προσχυρούμενο μόνο τμήμα, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αιτούσα, στο ποσό των 1.500 δραχμών/τ.μ.
Μετά την έκδοση της απόφασης αυτής, ο ΑΑ παρακατάθεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων την αποζημίωση που αντιστοιχούσε στο προσκυρούμενο μόνο τμήμα των 131,30 τ.μ και όχι και την αποζημίωση για το ρυμοτομούμενο τμήμα του ιδίου ακινήτου, αλλά και για το ρυμοτομούμενο τμήμα του άλλου ακινήτου, ήτοι παρακατέθεσε το ποσό μόνο των 196.950 δραχμών.
Ειδοποίηση, δε, για την παρακατάθεση αυτή στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων δημοσιεύθηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 98Δ/17.2.1979) ...
Στην προκειμένη περίπτωση, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι καταβλήθηκε, όπως ισχυρίζεται ο καθού, η καθορισθείσα προσωρινή αποζημίωση. Παρακατατέθηκε μόνο μέρος αυτής που αντιστοιχούσε στο προσκυρούμενο εδαφικό τμήμα. Εφόσον, όμως, δεν παρακατατέθηκε και η αποζημίωση για το ρυμοτομούμενο τμήμα του ιδίου ακινήτου, αλλά και η αποζημίωση για το ρυμοτομούμενο τμήμα του άλλου ακινήτου, ήτοι η πλήρης αποζημίωση που καθορίσθηκε προσωρινά, δεν συντελέσθηκε η απαλλοτρίωση και δεν μεταβιβάσθηκε η κυριότητα των απαλλοτριούμενων ακινήτων (προσκυρούμενου και ρυμοτομούμενων).
Κατά συνέπεια, αν και από την κύρωση το έτος 1977 της πράξης προσκύρωσης, τακτοποίησης και αναλογισμού μέχρι την κατάθεση οπωσδήποτε της αίτησης καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης, στις 13.10.2003, που άσκησε η αιτούσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έχει παρέλθει 20ετία, το δικαίωμα καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, εφόσον δεν έχει συντελεσθεί η απαλλοτρίωση, παραμένει, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ενεργό και δεν έχει υποκύψει σε παραγραφή, έχει δε η αιτούσα έννομο συμφέρον να ζητήσει τον οριστικό καθορισμό της αποζημιώσεως ...".
Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο απέρριψε τον προταθέντα, από τον καθ' ού η αίτηση-αναιρεσείοντα, ισχυρισμό, περί εικοσαετούς παραγραφής του δικαιώματος καθορισμού της οριστικής αποζημιώσεως της αιτούσας, ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου και προέβη περαιτέρω στον καθορισμό της αποζημιώσεως αυτής, κατά μερική παραδοχή της αιτήσεως.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 39§1, 2, 7§1 του ΑΝ 1731/1939 και 249 του ΑΚ, εφόσον οι παραδοχές του στηρίζουν την διαγνωσθείσα έννομο συνέπεια. Ειδικότερα, δέχεται ότι δεν επήλθε συντέλεση της απαλλοτριώσεως, ως προς αμφότερα τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα, λόγω μη καταβολής εξ ολοκλήρου της αναλογούσας και βαρύνουσας την ιδιοκτησία του ήδη αναιρεσείοντος αποζημιώσεως, σύμφωνα με την οικεία πράξη αναλογισμού, τακτοποιήσεως και αποζημιώσεως του αρμοδίου πολεοδομικού γραφείου και επομένως ορθώς κρίνει ότι δεν επήλθε παραγραφή του, προς καθορισμό της οριστικής αποζημιώσεως, δικαιώματος της αιτούσας - α' αναιρεσιβλήτου, καίτοι παρήλθε εικοσαετία από της κυρώσεως της πράξεως αναλογισμού της αποζημιώσεως που επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της παραβιάσεως των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Η αιτίαση δε που περιέχεται στον αυτό λόγο αναιρέσεως, ότι το Εφετείο έπρεπε να κάνει δεκτό ότι η αιτούσα- α' αναιρεσίβλητος απώλεσε τα δικαιώματά της επί των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και επομένως δεν είχε έννομο συμφέρον, προς άσκηση της ενδίκου αιτήσεως, επειδή ο δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος από του έτους 1979 κατέλαβε και κατείχε το προσκυρούμενο τμήμα του ενός ακινήτου και απελάμβανε τα οφέλη από τα ρυμοτομούμενα τμήματα αμφοτέρων, πρέπει να απορριφθεί, ως αόριστος, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι ο αναιρεσείων προέβαλε ενώπιον του Εφετείου τον ισχυρισμό αυτό (ο οποίος θα ήταν νόμιμος μόνον ως προς το προσκυρούμενο τμήμα και όχι και ως προς τα ρυμοτομούμενα τμήματα των ακινήτων (ΑΠ 1428/1996, ΑΠ 670/1983). 'Αλλως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το δικόγραφο των από 8-5-2006 προτάσεων του αναιρεσείοντος, ενώπιον του Εφετείου, το οποίο επιτρεπτώς επισκοπεί ο 'Αρειος Πάγος (άρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), αυτός δεν προέβαινε, ενώπιον του Εφετείου, τον ανωτέρω ισχυρισμό.
Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 202 ΑΚ, συνάγεται ότι η διαλυτική αίρεση πληρώνεται μόλις συμβεί το γεγονός από το οποίο εξαρτήθηκε η ανατροπή των αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας και η επάνοδος στην προηγούμενη κατάσταση. Από την έννοια δε και το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας θα κριθεί αν επήλθε ή όχι το γεγονός, από το οποίο εξαρτήθηκε η ανατροπή των αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας και αν η επέλευση αυτού είναι όπως προβλέφθηκε στη δικαιοπραξία.
Όταν υπάρξει αμφισβήτηση, ως προς την πλήρωση της αιρέσεως και επομένως ως προς την ανατροπή των αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας, είναι δυνατή η έγερση αναγνωριστικής αγωγής. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και έτσι ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε.
Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ανεπάρκεια της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο ποιά περιστατικά λείπουν, τα οποία είναι αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας. Στην παρούσα περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως νομίμου βάσεως της αποφάσεως, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, επειδή το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεώς του, σύμφωνα με τον οποίο υποστήριξε ότι η σύμβαση αγοραπωλησίας που περιέχεται στο υπ' αριθ. ...
συμβόλαιο της Συμβ/φου Αθηνών, με το οποίο αυτός αγόρασε το βαρυνόμενο με την αποζημίωση ακίνητο από την β' αναιρεσίβλητο (απώτερος δικαιοπάροχος της οποίας ήταν ο ΑΑ), τελούσε υπό τη διαλυτική αίρεση, την οποία ενεργοποίησε το τελευταίο με την υπ' αρ. ... πράξη της Συμβ/φου Αθηνών Μαρίας Σιδέρη, με την αιτιολογία, ότι αυτός αμφισβήτησε την πλήρωση της αιρέσεως, με την υπ' αρ. 134770/2005 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της β' αναιρεσιβλήτου.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ποια πραγματικά περιστατικά λείπουν, τα οποία ήσαν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας. 'Αλλως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως αλυσιτελής, διότι η ένδικος αίτηση, επί της οποίας εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, περιείχε μόνον αίτημα, περί καθορισμού της οριστικής αποζημιώσεως και όχι και αίτημα, περί υποχρεώσεως του αναιρεσείοντος προς καταβολή του καθοριζομένου ποσού.
Η αιτίαση δε που περιέχεται στον αυτό λόγο αναιρέσεως, περί μη αναφοράς στην απόφαση της διατάξεως,που εφαρμόσθηκε, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι με αυτή πλήττεται η μείζων πρόταση της αποφάσεως, εν σχέσει προς το ανωτέρω ζήτημα, ως προς την οποία δεν στοιχειοθετείται ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. (ΑΠ 349/1995).
Επειδή, αν ασκηθεί προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητού, κατά την διάταξη του άρθρου 88 ΚΠολΔ, χωρίς να σωρευθεί σ' αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως, τότε, μετά την παραδοχή της κυρίας αγωγής, η απόφαση δεν θα ασχοληθεί καθόλου με την προσεπίκληση. Και τούτο, διότι η προσεπίκληση δεν είναι επιτευκτική αλλά διαμορφωτική διαδικαστική πράξη, δηλαδή διευρύνει τα υποκειμενικά όρια της εννόμου σχέσεως της δίκης.
Το δικονομικό δε αυτό αποτέλεσμα επέρχεται αμέσως, μετά την άσκηση της προσεπικλήσεως, ενώ αυτή δεν περιέχει ίδιο αίτημα το οποίο να πρέπει να δεχθεί ή να απορρίψει ούτε καν σιγή το δικαστήριο. Επί τη βάσει τούτων, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο "άφησε αδίκαστη" την ασκηθείσα από τον αναιρεσίβλητο προσεπίκληση της δευτέρας αναιρεσιβλήτου, ως δικονομικής εγγυήτριας, συνεπεία του περιεχομένου εις αυτή βάρους του πωληθέντος στο ίδιο ακινήτου, την οποία (προσεπίκληση) απλώς έκρινε νόμιμα κατ' άρθρο 88 του ΚΠολΔ και τον συνεκδίκασε με την αίτηση της πρώτης αναιρεσιβλήτου, άλλως από τον αριθμό 8, άλλως από τον αριθμό 19 του αυτού άρθρου του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος.
Κατόπιν τούτων, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να απορριφθεί, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσιβλήτου, εφ' όσον η δευτέρα αναιρεσίβλητος δεν υπέβαλε σχετικό, περί δικαστικών εξόδων, αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-4-2007 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως της 8245/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ