1783/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/3/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2770/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2545/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23/7/2007 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated1783/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν ισχύει όμως η τελευταία αυτή παραγραφή όταν ο παθών θεμελιώνει την κατά του ασφαλιστή αγωγή του για αποζημίωση στη σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους, που [προβάλλεται παραδεκτά και αποδεικνύεται. Στην περίπτωση αυτή η έκταση ευθύνης του αναδοχέα ρυθμίζεται από τις γενικές διατάξεις των άρθρων 472 έως 475 ΑΚ, άρα ο ασφαλιστής υπέχει έναντι του παθόντος όμοια υποχρέωση με εκείνη του οφειλέτη ζημιώσαντος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1783 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1783/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Στην Αθήνα εδρεύουσας ανωνύμου ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΛΑΝΤΙΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΑΕΓΑ" νομίμως εκπροσωπουμένης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Ζουπάνο και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, 3) Ψ3, 4) Ψ4, 5) Ψ5, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/3/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2770/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2545/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23/7/2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 1/10/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ' αριθ. ....., ....., ....., ..... και ..... εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας ....., αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους Ψ1, Ψ2, Ψ3, Ψ4 και Ψ5. Όμως, αυτοί δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν δήλωση του άρθρου242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Η αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου κατά του υπόχρεου σε αποζημίωση προσώπου υπόκειται σε διετή (άρθρο 7 ν. ΓπΝ/1911) ή πενταετή (άρθρ 937 ΑΚ) παραγραφή, ανάλογα σε ποια διάταξη στηρίζεται. Για την αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου κατά του ασφαλιστή ισχύει η ειδική ρύθμιση του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, που ορίζει ότι "η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, με την επιφύλαξη των κειμένων διατάξεων για αναστολή και διακοπή της παραγραφής".
Δεν ισχύει όμως η τελευταία αυτή παραγραφή όταν ο παθών θεμελιώνει την κατά του ασφαλιστή αγωγή του για αποζημίωση στη σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους, που [προβάλλεται παραδεκτά και αποδεικνύεται. Στην περίπτωση αυτή η έκταση ευθύνης του αναδοχέα ρυθμίζεται από τις γενικές διατάξεις των άρθρων 472 έως 475 ΑΚ, άρα ο ασφαλιστής υπέχει έναντι του παθόντος όμοια υποχρέωση με εκείνη του οφειλέτη ζημιώσαντος.
Έτσι αν η απαίτηση του ζημιωθέντος προσώπου στηρίζεται σε αδικοπραξία που υπόκειται σε πενταετή παραγραφή (άρθρο 937 ΑΚ), ο συμβατικός αναδοχέας ασφαλιστής αυτή την παραγραφή της απαίτησης μπορεί να προτείνει. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 43 παρ. 6 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), που είναι πανομοιότυπη με την ταυτάριθμη του άρθρου 43 παρ. 6 του ν. 614/1977 (παλιού Κ.Ο.Κ), συνάγεται, ότι η από τον οδηγό ζημιογόνου αυτοκινήτου κατάθεση βεβαίωσης ασφάλισης αυτοκινήτου από αναγνωρισμένη στην Ελλάδα ασφαλιστική εταιρία αποτελεί κατά πλάσμα του νόμου πρόταση της εταιρίας, η οποία εξέδωκε τη βεβαίωση, με την αποδοχή της οποίας (που μπορεί να γίνει και με την έγερση της αγωγής από τον ενδιαφερόμενο), καταρτίζεται σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους, που ιδρύει, σύμφωνα με τα άρθρα 361 και 477 ΑΚ, άμεση ευθύνη του αναδεχομένου απέναντι στο πρόσωπο που ζημιώθηκε από το ατύχημα μέχρι του ασφαλιστικού ποσού (σχ.
ΟλΑΠ 516/2005, ΑΠ 1168/2004). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου συνίσταται στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή του, η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν και δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή, στην αντίθετη περίπτωση, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας δικαίου, ενώ υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του, σύμφωνα με τα όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.
Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης.
Ο λόγος δεν ιδρύεται, όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στην αιτιολόγηση απλά του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο, απορρίπτοντας την προβληθείσα από εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία ένσταση διετούς παραγραφής κατ' άρθρο 10 παρ. 2 του ν. 489/1976 δέχθηκε ανελέγκτως ότι απεδείχθησαν τα εξής : " ... Στην προκειμένη περίπτωση, αποδεικνύεται ότι το αυτοκινητικό ατύχημα εξ αιτίας του οποίου φέρονται ότι προέκυψαν οι ένδικες αξιώσεις και κατά της ασφαλιστικής εταιρείας "ΑΤΛΑΝΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΕΓΑ" η οποία είχε καταρτίσει σύμβαση ασφαλίσεως μετά της δεύτερης εναγομένης Χ2, κυρίας του ζημιογόνου αυτοκινήτου υπ' αριθ.
ΥΙΟ ..... ΙΧΕ (τζιπ), έλαβε χώρα στις 25.3.2003. Η ως άνω ασφαλίστρια εξέδωσε τότε βεβαίωση ασφαλίσεως την οποία ο πρώτος εναγόμενος προσκόμισε στην Τροχαία Αργοστολίου που επιλήφθηκε του ενδίκου ατυχήματος, αμέσως μετά το ατύχημα, γεγονός άλλωστε που (η ασφαλίστρια) δεν αρνείται. Κατόπιν αυτού η αυτή ασφαλίστρια αποδέχθηκε την απαίτηση των εναγόντων και, επομένως, η κατ' αυτής παραγραφή είναι πενταετής κατ' άρθρο 937 ΑΚ από τότε που οι παθόντες έλαβαν γνώση της ζημίας τους.
Από του χρόνου του ατυχήματος (25.3.2003) μέχρι 25.4.2005, που επιδόθηκε στην ασφαλίστρια η αγωγή, δεν παρήλθε πενταετία και επομένως η περί διετούς παραγραφής (άρθρο 10 παρ. 2 του ν. 489/1976) ένσταση της τρίτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, ως ασφαλίστριας, είναι απορριπτέα, γιατί, όπως αναφέρθηκε ισχύει, η πενταετής παραγραφή".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες με αναλυτική μάλιστα αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκαν, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση κι' έτσι δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα περιστατικά εκείνα που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή για τη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές όχι ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, αλλά στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 26/2004).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι το πιο κάτω αναφερόμενο τροχαίο ατύχημα έγινε υπό τις ακόλουθες συνθήκες: " ... Στις 25.3.2003 και περί ώρα 21:50 ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο (τζιπ) ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης, στο οποίο συνεπιβαίνουσα στη θέση του συνοδηγού ήταν η αδελφή του Α και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι των τρίτων αστική ευθύνη από την πρόκληση ατυχήματος, για υλικές ζημίες και σωματικές βλάβες στη τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΤΛΑΝΤΙΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΑΕΓΑ" με την υπ'αριθμ. .....
σύμβαση ασφάλισης για το χρονικό διάστημα από 25.2.2003 έως 25.8.2003, εκινείτο με αυξημένη ταχύτητα στην οδό ..... στην περιοχή ....., με κατεύθυνση προς την οδό ..... . Κατά τον ίδιο χρόνο και ημερομηνία ο Β, οδηγώντας την υπ' αριθμ. Κυκλοφορίας ..... δίκυκλη μοτοσικλέτα μάρκας KAWASAKI, 111 cc, ιδιοκτησίας του, η οποία έφερε στο πίσω μέρος κιβώτιο μεταφοράς φαγητού, χωρίς να φοράει προστατευτικό κράνος, εκινείτο στο δεξιό τμήμα της οδού .....
στην ίδια περιοχή. Όταν ο πρώτος εναγόμενος έφθασε στο διασταύρωση των ανωτέρω οδών δεν σταμάτησε να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων επί της οδού ..... και να παραχωρήσει την προτεραιότητα διελεύσεως στα οχήματα που κινούνταν σ' αυτή και συγκεκριμένα στην υπ' αριθμ ..... δίκυκλη μοτοσικλέτα, η οποία εκινείτο δεξιά σε σχέση με την πορεία του, αλλά εντελώς αιφνίδια και ανέλεγκτα, με την ίδια ταχύτητα, συνέχισε την πορεία του για να περάσει τη διασταύρωση, με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί η δίκυκλη μοτοσικλέτα με το εμπρόσθιο τμήμα της, με την δεξιά πλευρά στο ύψος της πόρτας του συνοδηγού του αυτοκινήτου (δεξιά κολώνα δεξιό φτερό, δεξιό καθρέπτη), να εκτιναχθεί ψηλά ο οδηγός της πάνω στον παρ-μπρίζ του αυτοκινήτου το οποίο και έσπασε και, στη συνέχεια, στο οδόστρωμα και να τραυματισθεί σοβαρά.
Στη συνέχεια, το αυτοκίνητο λόγω της σφοδρότητος της σύγκρουσης παρεξέκλινε της πορείας του προς τ' αριστερά, προσέκρουσε στο κράσπεδο, ανήλθε επάνω στο πεζοδρόμιο της οδού ....., ξερίζωσε μία πικροδάφνη και αφού προσέκρουσε στον τοίχο της παρακείμενης οικίας στην συνέχεια κατήλθε στο οδόστρωμα και κατέλαβε διαγώνια θέση εντός της οδού .....
όπου και ακινητοποιήθηκε, ενώ η δίκυκλη μοτοσικλέτα μετά την σύγκρουση, η οποία έγινε σε απόσταση 1,90 μέτρα από την νοητή γραμμή της οδού ..... και 3,90 μέτρα από τη νοητή γραμμή της οδού ....., δηλαδή ήθελε για να περάσει τη διασταύρωση δύο (2) ακόμη μέτρα, ακινητοποιήθηκε λίγο πιο πίσω από το σημείο της σύγκρουσης εντός της οδού .....
μετά το διάκενο της διασταύρωσης. Αμέσως ο οδηγός και ιδιοκτήτης της υπ' αριθ. ..... δίκυκλης μοτοσικλέτας Β διακομίστηκε στο Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο Κεφαλληνίας, όπου "διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί σοβαρές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και, στη συνέχεια, λόγω της κρισιμότητας της κατάστασης του διακομίσθηκε με αεροπλάνο του ΕΚΑΒ στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ιωαννίνων, στο οποίο νοσηλεύθηκε μέχρι τις 30.3.2003, οπότε και απεβίωσε συνεπεία κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης ως μόνης ενεργού αιτίας.
Πρέπει να σημειωθεί ότι στο σημείο που έγινε το ένδικο ατύχημα αμφότερες οι ανωτέρω οδοί είναι διπλής κατευθύνσεως με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, η οδός ..... έχει πλάτος 6,20 μέτρα με πεζοδρόμιο 1,15 μέτρα, ενώ η οδό ..... 5,90 μέτρα με πεζοδρόμιο 1,05 μέτρα, είναι ευθείες, το ανώτατο όριο ταχύτητας ανερχόταν σε 50 χιλιόμετρα ανά ώρα ως κατοικημένη περιοχή, η ορατότητα περιοριζόταν ως προς αμφότερα τα οχήματα λόγω της διασταύρωσης, η κατάσταση της οδού ήταν ξηρό, υπήρχε τεχνητός φωτισμός από στύλο της Δ.Ε.Η.
που υπήρχε σε κάθε μία από τις ανωτέρω οδούς και η κυκλοφορία των οχημάτων και των πεζών ήταν αραιή και ήταν καλοκαιρία). Επίσης, στο αίμα και των δύο ανωτέρω οδηγών (ήτοι του ΙΧΕ αυτοκινήτου και της δίκυκλης μοτοσικλέτας) δεν ανιχνεύθηκε καμμιά ποσότητα οινοπνεύματος. Με βάση τ' ανωτέρω περιστατικά που αποδείχθηκαν η ένδικη σύγκρουση οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, οδηγού του υπ' αριθμ.
Κυκλοφορίας ..... ΙΧΕ αυτοκινήτου. Η αμέλειά του συνίσταται στο ότι αυτός κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου του δεν κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, όπως ο κάθε μέσος και συνετός οδηγός κάτω από τις ανάλογες περιστάσεις. Ειδικότερα, αυτός κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ.1, 20 παρ. 1 και 26 παρ. 5 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε ασκούσε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, παρότι δε πλησίαζε σε ισόπεδο οδικό κόμβο και ήθελε να διασχίσει κάθετα την οδό .....
δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματος του ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία του για να διέλθουν τα οχήματα που είχαν προτεραιότητα και συγκεκριμένα η δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο Β που είχε προτεραιότητα ως εκ δεξιών του κινούμενη, ελλείψει ειδικής σήμανσης, αλλά έχοντας αναπτύξει ταχύτητα οπωσδήποτε μεγαλύτερη από την ανώτατη επιτρεπόμενη των 50 χλμ/ώρα συνέχισε την πορεία του για να περάσει την διασταύρωση, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην κανονική πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας και να επιπέσει πάνω σ' αυτό με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο τμήμα της η δίκυκλη μοτοσυκλέτα με τ' ανωτέρω αναφερόμενα τραγικά αποτελέσματα.
Αντίθετα, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία ουδόλως αποδείχθηκε ότι η δίκυκλη μοτοσικλέτα κινούνταν με υπερβολική ταχύτητα, η δε κατάθεση του μάρτυρος Γ δεν πείθει το Δικαστήριο γιατί κατά την κρίση του αυτή ήταν μεγάλη, ήτοι πάνω από πενήντα χιλιόμετρα, που όμως η κατάθεση του αυτή δεν επιβεβαιώνεται από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο, ούτε ότι δεν είχε φώτα αναμμένα, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι και κατέθεσε ο πρώτος εναγόμενος εξεταζόμενος προανακριτικά, δεδομένου ότι διαψεύδονται από τη έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξαν οι διορισθέντες από την Τροχαία Αργοστολίου Κεφαλληνίας πραγματογνώμονες ....., .....
και ....., οι οποίοι εξέτασαν τα συγκρουσθέντα οχήματα και αναφέρουν ότι ο διακόπτης των φώτων ήταν στη θέση του, δηλαδή αναμμένος ο φανός πορείας...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το εφετείο έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ατύχημα είναι ο πρώτος αναιρεσείων - εναγόμενος Χ1 και απέρριψε την προβληθείσα από τους αναιρεσείοντες - εναγομένους ένσταση συνυπαιτιότητας του θανατωθέντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας Β, ο οποίος, περαιτέρω, κρίθηκε συνυπαίτιος για το θανάσιμο τραυματισμό του κατά ποσοστό 20%, επειδή δεν φορούσε προστατευτικό κράνος.
Κρίνοντας έτσι το εφετείο διέλαβε στη προσβαλλόμενη απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν. Δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙV. Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς την υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου ή παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.
Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ούτε από άποψη παραβιάσεως ή μη της αρχής της αναλογικότητας, που εισάγεται ως νομικός κανόνας με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Και τούτο, διότι ο δικαστικός έλεγχος της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στον έλεγχο της συνταγματικότητας διατάξεως νόμου και, συγκεκριμένα, αν ο νομοθετικός περιορισμός ενός:
συνταγματικώς προστατευομένου δικαιώματος σέβεται ή όχι την αρχή της αναλογικότητας. Δηλαδή ο έλεγχος από άποψη τηρήσεως της αρχής αυτής γίνεται μεταξύ της συνταγματικής διατάξεως που προστατεύει κάποιο δικαίωμα και της νομοθετικής διατάξεως, που το περιορίζει. Έξω, όμως, από το πεδίο αυτό τα δικαστικά όργανα δεν έχουν εξουσία να εφαρμόζουν απευθείας την αρχή της αναλογικότητας, κατά την ενάσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας τους σε συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά εφαρμόζουν την οικεία διάταξη του νόμου, ο οποίος αναθέτει σ' αυτά ν' αποφασίσουν.
Επομένως, δικαστική απόφαση, που δεν πέτυχε σε συγκεκριμένη περίπτωση στον προσδιορισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως του άρθρου 932 ΑΚ, δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, αλλά εσφαλμένη και θα ελεχθεί με τα επιτρεπόμενα ένδικα μέσα στα πλαίσια, που οι ρυθμίζουσες τα ένδικα μέσα διατάξεις οριοθετούν τον έλεγχο.
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο ευθεία παραβίαση της κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας κατά τον προσδιορισμό της οφειλόμενης στους αναιρεσίβλητους χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης. Ο πιο πάνω λόγος, με βάση τα όσα προεκτέθηκαν, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-7-2007 αίτηση των Χ1, κ.λ.π. για αναίρεση της 2545/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Οκτωβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ