Supreme Court dismisses appeal against securities firm's refusal to repay interest on trading commission fees.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a securities trading agreement. The appellant argued that the court erred in finding the interest payments legal, claiming they constituted prohibited credit extensions rather than permissible follow-up services. The court rejected this, ruling that the specific agreement allowed for delayed clearing and that the interest was a lawful compensation for services rendered under the contract.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4 § 1 of Law 2076/1992; Articles 15 §§ 1, 2, 16, 25, 26, 27 of Law 3632/1928; Article 559 § 1 of the Code of Civil Procedure: A specific contractual agreement permitting delayed clearing of securities transactions does not violate credit prohibition laws if the interest paid constitutes lawful compensation for follow-up services rather than a prohibited credit extension.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1783 / 2006 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1783/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αντωνάκο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Σταύρος Εμμ. Λαυρεντάκης ΑΧΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεοφάνη Ηλιάδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-1-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4003/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4496/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30 Μαρτίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Ρήγας ανέγνωσε την από 26 Ιουνίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Εν προκειμένω, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση εδέχθη τα ακόλουθα: "Με σύμβαση, που καταρτίστηκε στην Αθήνα κατά το έτος 1988 μεταξύ αφενός του εκκαλούντος, υπαλλήλου της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και αφετέρου της πρώτης εφεσίβλητης, ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρείας, η οποία αναλαμβάνει έναντι προμήθειας την για λογαριασμό τρίτου, εκτέλεση χρηματιστηριακών συναλλαγών, μεταξύ των οποίων και την αγορά και πώληση μετοχών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, και η οποία, στην προκειμένη περίπτωση, ενεργούσε δια του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της, δευτέρου εφεσιβλήτου, η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελεί, έναντι συμφωνημένης προμήθειας, τις εντολές του πρώτου αναφορικά με την αγορά και πώληση μετοχών, συμφωνηθέντος παραλλήλως ότι η εκκαθάριση του σχετικού λογαριασμού, που θα προκύπτει από την εκτέλεση των εντολών αυτών, δεν θα γίνεται εντός της προθεσμίας που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του ν. 3632/1928, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 45 παρ. 2 ν. 1914/90, δηλαδή εντός των δύο ή τριών εργασίμων ημερών που ακολουθούν την ημέρα κατάρτισης της χρηματιστηριακής συναλλαγής, αλλά σε μεγαλύτερα τακτά χρονικά διαστήματα.
Στα πλαίσια της σύμβασης αυτής η πρώτη εφεσίβλητη, μετά την εκτέλεση των εντολών του εκκαλούντος, με την έκδοση και παράδοση στον τελευταίο των σχετικών πινακιδίων, καταχωρούσε στον τηρούμενο στο όνομά του σχετικό λογαριασμό τα από την κάθε συναλλαγή χρηματικά ποσά και ειδικότερα αν μεν η δοθείσα εντολή αφορούσε την αγορά μετοχών η εφεσίβλητη χρέωνε το λογαριασμό τα από την κάθε συναλλαγή χρηματικά ποσά και ειδικότερα αν μεν η δοθείσα εντολή αφορούσε την αγορά μετοχών η εφεσίβλητη χρέωνε το λογαριασμό με τα έξοδα αγοράς των μετοχών (τίμημα), τα έξοδα μεταβίβασης και την προμήθειά της, αν δε αυτή (εντολή) αφορούσε την πώληση μετοχών η εφεσίβλητη πίστωνε το λογαριασμό με το εισπραχθέν τίμημα, αφού προηγουμένως αφαιρούσε τα σχετικά έξοδα.
Η διαφορά μεταξύ των ποσών που προέκυπταν από την αγορά και την πώληση των μετοχών αποτελούσε το εκάστοτε χρεωστικό ή πιστωτικό υπόλοιπο, το οποίο έπρεπε στην μεν πρώτη περίπτωση να καταβάλλει σ' αυτή (εφεσίβλητη) ο εκκαλών στη δε δεύτερη να εισπράττει ο τελευταίος. Ο λογαριασμός αυτός στο τέλος Απριλίου 1995 εμφάνιζε μηδενικό υπόλοιπο καθόσον μέχρι τότε ήταν περιορισμένες οι συναλλαγές, που είχαν πραγματοποιηθεί, ο δε εκκαλών κατέβαλε άμεσα στην εφεσίβλητη τα δικαιώματά της (τίμημα - έξοδα - προμήθεια).
Από το μήνα όμως Μάϊο 1995 μέχρι και 12-7-96 ο εκκαλών, ο οποίος αποφάσισε να συμμετάσχει δυναμικότερα στη χρηματιστηριακή διαδικασία, διεβίβασε στην εφεσίβλητη τις αναφερόμενες στην αγωγή εντολές για αγορά και πώληση μετοχών, για τις οποίες εκδόθηκαν από την εφεσίβλητη τα από τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 5 ν. 3632/28 και 1 παρ. 1 της ΥΑ 6280/β 508/17-5-89 του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 27 παρ. 1 περ.
α' του ν.δ. 1806/88, προβλεπόμενα σχετικά πινακίδια, τα οποία λεπτομερώς αναφέρονται στην αγωγή με προσδιορισμό του αριθμού και του είδους της συναλλαγής, την έκδοση των οποίων καθώς και τις αναγραφόμενες σ' αυτά χρηματιστηριακές πράξεις δεν αμφισβητεί ο εκκαλών, ισχυριζόμενος, πλην όμως αβασίμως, για το λόγο που θα αναφερθεί παρακάτω, ότι οι χρεώσεις που αναφέρονται στην αγορά μετοχών αποτελούν στην πραγματικότητα δάνεια της εφεσίβλητης προς αυτόν, τα οποία όμως η τελευταία, σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν είχε δικαίωμα να χορηγήσει.
Τις παραπάνω εντολές του εκκαλούντος εκτέλεσε η εφεσίβλητη, γεγονός που δεν αμφισβητεί ο εκκαλών, καταχωρώντας τα αντίστοιχα ποσά στον τηρούμενο ως άνω λογαριασμό του τελευταίου. Το χρεωστικό υπόλοιπο που προέκυπτε σε βάρος του από την αγορά μετοχών μειωνόταν κατά το ποσό των εισπραττομένων τιμημάτων από τις πωλήσεις (μετοχών), στις οποίες προέβαινε η εφεσίβλητη κατόπιν δικής του, κατά κανόνα εντολής, με μόνη εξαίρεση αυτή της πώλησης αυτοβούλως από την εφεσίβλητη, σύμφωνα με την παρεχομένη από τη διάταξη του άρθρου 26 ν. 3632/28 ευχέρεια, 1000 μετοχών του εκκαλούντος τις οποίες κατείχε η ίδια, προς μείωση του χρεωστικού υπολοίπου.
Κατά το παραπάνω ένδικο χρονικό διάστημα (25-5-95 μέχρι 12-7-96) ο λογαριασμός του εκκαλούντος παρουσίασε την κίνηση που αναφέρεται στην αγωγή με τις λεπτομερώς αναγραφόμενες σ' αυτή χρεωπιστώσεις, τις οποίες δεν αμφισβητεί αυτός, την δε 12-7-96 εμφάνιζε χρεωστικό σε βάρος του υπόλοιπο 55.814.903 δραχμών, το ύψος του οποίου επίσης δεν αμφισβητεί ο εκκαλών.
Υπό τα εκτεθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά ουδόλως αποδείχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκαν συμβάσεις δανείου, με τις οποίες η εφεσίβλητη χρηματοδοτούσε και μάλιστα κατ' επάγγελμα κατά παράβαση των διατάξεων, που αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, τον ενάγοντα για την αγορά μετοχών, αλλά αντιθέτως αποδείχθηκε ότι η σχέση η οποία συνέδεε τους διαδίκους έφερε το χαρακτήρα της χρηματιστηριακής παραγγελίας, στην οποία στηρίζεται και η αξίωση της εφεσίβλητης για έντοκη καταβολή όχι μόνο της προμήθειάς της και των εξόδων μεταβίβασης αλλά και του τιμήματος για την αγορά αυτών, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, είχε συμφωνηθεί να καταβάλλεται όχι μέσα στην προθεσμία των δύο εργασίμων ημερών που ακολουθούν την ημέρα της χρηματιστηριακής συναλλαγής, αλλά σε μεγαλύτερα τακτά χρονικά διαστήματα, πρακτική η οποία αφενός δεν προσκρούει στη ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 20 παρ. 1 ν. 3632/28, αφού, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η ρύθμιση αυτή αναφέρεται μόνο στις υποχρεώσεις των μελών του χρηματιστηρίου για τις κύριες χρηματιστηριακές συναλλαγές και όχι σ' αυτές μεταξύ του μέλους του χρηματιστηρίου και του επενδυτή πελάτη, οι οποίες διέπονται από την προβλεπόμενη από τη διάταξη 361 Α.Κ.
αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, και αφετέρου δεν μεταβάλλει το χαρακτήρα των, κατά τον τρόπο αυτό, γενομένων πιστώσεων σε δανειακές συμβάσεις, αφού η παροχή πιστώσεων από το μέλος του χρηματιστηρίου στον πελάτη του, υπό την έννοια και μόνο που αναφέρθηκε παραπάνω (της εκκαθάρισης της χρηματιστηριακής συναλλαγής σε χρόνο πέραν των 2 εργασίμων ημερών από τότε που αυτή έλαβε χώρα) αποτελεί δραστηριότητα παρακολουθηματική, παρεπομένη της συμβάσεως χρηματιστηριακής παραγγελίας προς αγορά και πώληση μετοχών και επομένως επιτρεπτή υπό την έννοια αυτή.
Εφόσον, σύμφωνα με τα παραπάνω δεν αποδείχθηκε η κατάρτιση των επικαλουμένων με την αγωγή δανειακών συμβάσεων, η από τον εκκαλούντα γενομένη καταβολή του ποσού των 18.603.815 δρχ. για τόκους επί της προμηθείας, των δαπανών εκτέλεσης των εντολών και των υπό την ανωτέρω και μόνο έννοια παροχή πιστώσεων έγινε για νόμιμη και όχι παράνομη, όπως αβασίμως ο εκκαλών επικαλείται, αιτία και επομένως δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο πλουτισμό της εφεσίβλητης σε βάρος της περιουσίας του, απορριπτομένης συνακολούθως της αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμης".
Επομένως, η πληττομένη απόφαση, δεχθείσα ότι κατηρτίσθη ειδική συμφωνία περί του τρόπου εκκαθαρίσεως των μεταξύ αυτού και της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, από την εκτέλεση παραγγελιών χρηματιστηριακής συναλλαγής, σχέσεων, δεν παρεβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 4 § 1 του ν. 2076/1992, 15 §§ 1 και 2, 16, 25, 26 και 27 του ν. 3632/1928, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο (και 721, 722, 301, 174, 180, 806 έως 808 ΑΚ, καθώς και τους λοιπούς περί απαγορεύσεως της παροχής πιστώσεως από μη πιστωτικά ιδρύματα συναφείς κανόνες).
Κατ' ακολουθίαν, είναι αβάσιμοι, οι αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, ως είχε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο της εκδόσεως αποφάσεως περί αποδείξεως, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο εδέχθη πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθή χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά.
Εν προκειμένω, η πληττομένη απόφαση εδέχθη ότι τα παρ' αυτής γενόμενα δεκτά αποδεικνύονται από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και από τα προσκομισθέντα και επικληθέντα από τους διαδίκους έγγραφα. Επομένως, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος της αιτήσεως, συνιστάμενος στην αιτίαση της άνευ αποδείξεως (εγγράφου) παραδοχής της συνάψεως των ενδίκων συμβάσεων χρηματιστηριακής παραγγελίας, πέραν του ότι η κατάρτιση αυτών αποτελεί τη βάση της αγωγής, εκτιθεμένη και ομολογουμένη αμφοτέρωθεν. Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30.3.2005 αίτηση του ... περί αναιρέσεως της υπ' αρ. 4496/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων εκ χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Οκτωβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Νοεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ