Supreme Court quashes lower court ruling on non-appearing employees' non-compete clause validity and remands case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece quashed the First Instance Court of Appeal's decision rejecting an employer's appeal regarding non-compete clauses. The lower court had dismissed the appeal because the three employees failed to appear in court and did not submit a declaration of non-attendance as required by law. The Supreme Court ruled that the lower court erred in law by failing to properly examine the substantive validity of the restrictive clauses against the employees' professional freedom, necessitating a full review of the contract's legality.
Legislator headnote
AI generatedArticles 242(2) and 573(1) of the Code of Civil Procedure; The court must substantively examine the validity of restrictive employment clauses even when defendants are absent, ensuring their professional freedom is not unduly restricted.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1782 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1782/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Απόστολο Φωτόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "W. - Ι. Π. Α. Ε.", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Μπαμπινιώτη και Νικόλαο Χριστοφορίδη, οι oποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Π. Σ. του Κ., κατοίκου Γ. Α., 2.Γ. Τ. του Ν., κατοίκου Η. Κ., και 3.Β. Α. του Γ., κατοίκου…….., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-10-2020 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 586/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 5238/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 25-2-2023 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας εταιρείας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμό 6917/15-3-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Σ. Α.. Ν., από την υπ' αριθμό……../8-3-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης με έδρα το Πρωτοδικείο Ηρακλείου Η..
Δ. και από την υπ' αριθμό ……../15-3-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Καλαμάτας με έδρα το Πρωτοδικείο Καλαμάτας Β. Δ.. Κ., ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από ……… και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……/2023-……./2023 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμό 5238/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με πράξεις α) της Προέδρου του Αρείου Πάγου για ορισμό του παρόντος Β2 Τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση της αίτησης και β) της Προέδρου του ίδιου Τμήματος για ορισμό δικασίμου και κλήση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια της αναιρεσείουσας - που επισπεύδει τη συζήτηση - προς τον πρώτο, τη δεύτερη και τον τρίτο αναιρεσιβλήτους, κατοίκους Γ.
Α., Η. Κ. και ……., αντίστοιχα. Οι τελευταίοι όμως δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν νόμιμα στο ακροατήριο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο. Οι ίδιοι διάδικοι περαιτέρω δεν κατέθεσαν δήλωση - σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ - ότι δεν θα παραστούν στην εκφώνηση της υπόθεσης.
Το Δικαστήριο επομένως θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, ΑΠ 176/2023). 2. Με την από 28-2-2023 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1811/28-2-2023-169/28-2-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμό 5238/19-10-2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών το οποίο δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών (άρθρα 614 επ.
ΚΠολΔ) και απέρριψε στην ουσία της έφεση κατά της υπ' αριθμό 586/3-11-2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε εκδοθεί επί αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας-εργοδότριας κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων-εργαζομένων με αίτημα να υποχρεωθούν οι τότε εναγόμενοι να καταβάλουν σε αυτή νομιμότοκα συγκεκριμένα χρηματικά ποσά α) ως ποινή, επειδή οι τώρα αναιρεσίβλητοι παραβίασαν υποχρέωση που είχαν αναλάβει έναντι της με ρήτρα εχεμύθειας και μη ανταγωνισμού μετά τη λύση των συμβάσεων εργασίας τους και β) ως αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία και ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη λόγω αδικοπραξίας την οποία είχαν τελέσει σε βάρος της.
Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και γενικά παραδεκτά (άρθρα 573 παρ. 1, 68, 552, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί και περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). 3.α. Η διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ ορίζει ότι "Αναίρεση επιτρέπεται μόνο (...) 8 περ.
β αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.". "Πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι ουσιώδεις πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση (...) δικαιώματος το οποίο ασκήθηκε ως επιθετικό μέσο και στηρίζει το αίτημα αγωγής (...) ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 9/2023).
Η ίδια διάταξη ορίζει περαιτέρω στον αριθμό 9 ότι επιτρέπεται αναίρεση και "αν το δικαστήριο (...) άφησε αίτηση αδίκαστη[.]". Ως αίτηση νοείται εδώ κάθε αυτοτελής αίτηση για παροχή δικαστικής προστασίας, η οποία δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης και θεμελιώνει εκκρεμοδικία. Τέτοια είναι η αίτηση που υποβάλλεται και με τα ένδικα μέσα.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος στοιχειοθετείται και στην περίπτωση παντελούς σιωπής του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση για παροχή δικαστικής προστασίας, επειδή τότε η δικαστική απόφαση δεν είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 93 παρ. 3 α του Συντάγματος (ΑΠ 1277/2017). 3.β.
Με τον πρώτο κύριο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ότι υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμοί 8 και 9 σε συνδυασμό με τα άρθρα 106, 522, 533 παρ. 1 και 535 παρ. 1 ΚΠολΔ και πρέπει επομένως να αναιρεθεί, επειδή α) δεν έλαβε υπόψη της τους λόγους της έφεσής της που είχε προβάλει κατά της υπ' αριθμό 586/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και οι οποίοι συνίσταντο στο ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μετά από κακή εκτίμηση των αποδείξεων απέρριψε την αγωγή της από αδικοπραξία κατά των εναγομένων και ότι συνεπώς η αναιρεσιβαλλομένη δεν αποφάνθηκε για πράγματα που προτάθηκαν και ειδικότερα για το κεφάλαιο αυτό της εκκαλουμένης που είχε προσβληθεί με έφεση και επομένως είχε μεταβιβασθεί ενώπιόν του και περαιτέρω β) άφησε αίτηση αδίκαστη και ειδικότερα το αίτημα που είχε υποβάλει ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου να εξαφανισθεί η απόφαση που είχε εκκληθεί, να γίνει εν όλω δεκτή η αγωγή της κατά των εφεσιβλήτων-εναγομένων και να υποχρεωθούν εις ολόκληρον ο καθένας τους να καταβάλουν σε αυτή χρηματική ικανοποίηση συγκεκριμένου ποσού λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπραξία σε βάρος της, όπως ειδικότερα με σαφήνεια και πληρότητα αναφέρει στο αναιρετήριο. 3.γ.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) για τον έλεγχο της βασιμότητας του οικείου αναιρετικού λόγου προκύπτουν τα εξής : 3.γ.1.) Η αναιρεσείουσα-ενάγουσα στην από στην από 8-10-2020 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ……./2020-…../2020 αγωγή της κατά των αναιρεσιβλήτων- εναγομένων - την οποία είχε απευθύνει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών- είχε εκθέσει - εκτός άλλων που δεν αφορούν στον παρόντα λόγο αναίρεσης- ότι : " (...) Στα καθήκοντα του πρώτου εναγόμενου περιλαμβάνονταν ενδεικτικώς τα ακόλουθα:
Καθορισμός της στρατηγικής πωλήσεων για την ένταξη στο Δίκτυο της εταιρείας μας μεμονωμένων σημείων και μεγάλων αλυσίδων καταστημάτων. Καθορισμός των στόχων για νέα σημεία/πωλήσεις της εταιρείας μας σε ετήσια βάση. Καθορισμός των απαραίτητων αναφορών για την αξιολόγηση όλων των υπάλληλων που ανήκουν στην Εμπορική Διεύθυνση.
Καθορισμός των αναφορών για την αξιολόγηση των ημερήσιων, μηνιαίων, και ετήσιων αποτελεσμάτων της εταιρείας μας. Πρόταση για πρόσληψη και απόλυση υπαλλήλων που ανήκουν στην Εμπορική Διεύθυνση σε συνεννόηση, όπου χρειάζεται, με τους αντίστοιχους Managers. Επίβλεψη στον καθορισμό των περιοχών στόχων που δίνονται στους πωλητές σε μηνιαία βάση.
Εγκρίσεις/απορρίψεις νέων αιτημάτων για σύναψη συνεργασίας ανά την Ελλάδα. Αξιολόγηση σε τρίμηνη βάση των αποτελεσμάτων των πωλητών και σε ετήσια βάση των υπολοίπων υπαλλήλων που ανήκουν στην Εμπορική Διεύθυνση. Καθορισμός διαδικασιών σε συνεργασία με την αρμόδια διεύθυνση, που αφορούν την Εμπορική Διεύθυνση και γενικότερα τις σχέσεις της εταιρείας μας με τους πελάτες/Συνεργάτες της.
Διατήρηση καλών σχέσεων με μεγάλους Συνεργάτες της εταιρείας μας. Συμμετοχή στην προσέγγιση μεγάλων αλυσίδων για να καταστούν πράκτορες των υπηρεσιών της εταιρείας μας. Συμμετοχή στην κατάρτιση του ετήσιου πλάνου Marketing ενεργειών της εταιρείας μας. Συμμετοχή στην κατάρτιση του ετήσιου προϋπολογισμού της εταιρείας μας.
Αξιολόγηση των Marketing ενεργειών της εταιρείας μας. Εντοπισμός νέων επιχειρηματικών ευκαιριών εντός και εκτός Ελλάδας. Προετοιμασία παρουσιάσεων για τις τακτικές συναντήσεις αξιολόγησης αποτελεσμάτων με την W. U.. Επικοινωνία με την W. U. για την επίλυση συστημικών, τιμολογιακών και άλλων προβλημάτων που συχνά προκύπτουν.
Παρακολούθηση του ανταγωνισμού σε συνάρτηση με τα αποτελέσματα της Εταιρείας για την υποβολή προτάσεων προς την W. U. για τυχόν τιμολογιακές προσαρμογές ή προσαρμογές στην τύπο της προσφερόμενης υπηρεσίας. Ενημέρωση διοίκησης για σημαντικές εξελίξεις στην αγορά και στο Δίκτυο Συνεργατών της εταιρείας μας και προτάσεις για την καλύτερη αντιμετώπισή τους.
Έλεγχος των αποτελεσμάτων των Εταιρικών Καταστημάτων και ανάληψη πρωτοβουλιών σε συνεργασία με την Διεύθυνση Εταιρικών Καταστημάτων για την βελτίωση της απόδοσής τους και των παρεχόμενων υπηρεσιών μέσα από αυτά. Αξιολόγηση των αποτελεσμάτων των ψηφιακών υπηρεσιών που προσφέρει η εταιρεία μας και ανάληψη πρωτοβουλιών σε συνεργασία με τον C.
D. O. και τον Διευθυντή Ανάπτυξης Εργασιών για την βελτίωση της απόδοσής τους. Επισκέψεις στην αγορά σε ολόκληρη την Ελλάδα, για την απόκτηση ιδίας άποψης για την αγορά και τα προβλήματα που αυτή έχει, καθώς επίσης και την αξιολόγηση επί τω έργω των πωλητών της εταιρείας μας. Τακτικές συναντήσεις σε εβδομαδιαία βάση με όλους τους Managers της Εμπορικής Διεύθυνσης.
Εκ της ως άνω ιδιότητάς του και λαμβανομένων υπ' όψη των παραπάνω αρμοδιοτήτων του, ο Π. Σ. [πρώτος αναιρεσίβλητος] είχε εξέχοντα ρόλο στην λειτουργία της Εταιρείας με πρόσβαση στην τεχνογνωσία και σε πολύ ευαίσθητες εμπορικές πληροφορίες και επαγγελματικά μυστικά της Εταιρείας μας. Διηύθυνε και καθόριζε όλη την εμπορική στρατηγική της Εταιρείας, είχε επικοινωνία και επαφές με στελέχη της W.
U., γνώριζε πολύ καλά και σε βάθος τα έσοδα της Εταιρείας μας, το Δίκτυο Συνεργατών της, τις συμβάσεις που υπογράφουν τα μέλη του Δικτύου, τις εμπορικές συμφωνίες και γενικά κατείχε μια νευραλγική θέση στην Εταιρεία μας. Στον Π. Σ. αναφερόταν τόσο η δεύτερη εναγόμενη, Διευθύντρια Δικτύου Συνεργατών & πωλητών, όσο και το τμήμα Marketing (...) Περαιτέρω, εκ της θέσεώς της ως υπεύθυνης Δικτύου Συνεργατών για ολόκληρη την Ελλάδα, η Γ.
Τ. [δεύτερη αναιρεσίβλητη] συντόνιζε τους πωλητές της Εταιρείας κατά την αναζήτηση νέων Συνεργατών, ήτοι επιχειρήσεων τις οποίες η Εταιρεία μας θα επέλεγε προκειμένου να καταστούν Αντιπρόσωποί μας και να παρέχουν τις υπηρεσίες W. U. στο κοινό. Η Γ. Τ. ταξίδευε ανά την Ελλάδα για να συναντά κατά περίπτωση συνεργάτες μας, αναζητούσε και αυτή νέους μεγάλους συνεργάτες και με τον Π.
Σ. έκαναν και μαζί ταξίδια για τον σκοπό αυτό. Η Γ. Τ. ήταν ο δίαυλος παροχής πληροφοριών της αγοράς προς τον Εμπορικό Διευθυντή Π. Σ. και μαζί οργάνωναν τον τρόπο διάρθρωσης του Δικτύου Συνεργατών της Εταιρείας, ενέκριναν ή απέρριπταν Συνεργάτες για συνεργασία (ανάλογα με το αν μια περιοχή είχε ανάγκη από νέο σημείο εξυπηρέτησης ή όχι) ή για επέκταση καταστημάτων υπαρχόντων Συνεργατών, αποφάσιζαν εάν θα κατήγγελλαν μια σύμβαση όταν ανακάλυπταν συνεργασία με τον ανταγωνισμό, πρότειναν στον Διευθύνοντα Σύμβουλο Κ.
Β. αλλαγές στις προμήθειες ενός Συνεργάτη και γενικά διαμόρφωναν όλη την εμπορική στρατηγική της Εταιρείας ως προς το δίκτυο των Συνεργατών της (...) Ο τρίτος εναγόμενος [τρίτος αναιρεσίβλητος] αποχώρησε οικειοθελώς από την Εταιρεία στις …….. δήθεν για οικογενειακούς λόγους, ήτοι, προκειμένου όπως ισχυρίστηκε να ασχοληθεί με την οικογενειακή επιχείρηση ελαιολάδου στην…….., στην πραγματικότητα ωστόσο, όπως θα καταδείξουμε κατωτέρω, προκειμένου να ακολουθήσει τους δύο πρώτους εναγομένους Π.
Σ. και Γ. Τ. και να απασχοληθεί από τρίτη ανταγωνιστική μας εταιρεία όπως θα καταδείξουμε κατωτέρω (...) Περί τις αρχές του τρέχοντος έτους ανακαλύψαμε ότι κατά τον χρόνο περίπου της εκπνοής της συνεργασίας μας, ήτοι την …….2018 (ήτοι σε χρόνο που ήδη είχε αποφασίσει να αποχωρήσει από την Εταιρεία), ο Π. Σ. ζήτησε γραπτώς με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από την υπάλληλο της Εταιρείας μας (...) που αναφερόταν ιεραρχικά σε αυτόν, να του στείλει ηλεκτρονικά όλη τη βάση της Εταιρείας μας με όλα τα εμπορικά στοιχεία και πληροφορίες για το δίκτυό μας (το λεγόμενο "All data").
Ζήτησε δε, το εν λόγω αρχείο να σταλεί ηλεκτρονικά και στην δεύτερη των εναγομένων, τότε Διευθύντρια Δικτύου Πωλητών και Συνεργατών της Εταιρείας μας. Η εν λόγω ενέργεια εξέφευγε των συνηθισμένων του ενεργειών στα πλαίσια των καθηκόντων του (...) ο Π. Σ. είχε φροντίσει να διαγράψει από το εταιρικό ηλεκτρονικό ταχυδρομείο του όλα τα ηλεκτρονικά μηνύματα (email) που έστειλε από τις ……2017 έως την ……2018 (...) Οι παραπάνω ενέργειες εκ του αποτελέσματος αποδείχθηκε ότι συνιστούσαν προπαρασκευαστικές πράξεις ανταγωνισμού της Εταιρείας μας και από τον πρώτο και τη δεύτερη των εναγομένων.
Τα ως άνω αποτυπώνονται στα σχετικά από …..2018 και από ……2018 ηλεκτρονικά μηνύματα, τα οποία μάλιστα διέγραψε επιμελώς η δεύτερη των εναγομένων (...), ενώ ο Π. Σ. είχε δηλώσει, προκειμένου να μας παραπλανήσει, ότι δήθεν αποχωρούσε από την Εταιρεία μας για να ασχοληθεί με άσχετο αντικείμενο, μόλις δύο (2) μήνες μετά την αποχώρησή του από την Εταιρεία μας ίδρυσε εταιρεία με κύριο σκοπό υπηρεσίες χρηματικής διαμεσολάβησης, ήτοι ευθέως ανταγωνιστικό της Εταιρείας μας (...) Ο κύριος σκοπός της εν λόγω εταιρείας [G.
T. Ι. Κ. Ε. ήταν ταυτόσημος με αυτόν της Εταιρείας μας και συνίστατο στην "πρακτόρευση στην Ελλάδα των υπηρεσιών Ιδρυμάτων Πληρωμών (π.χ. υπηρεσιών ηλεκτρονικής μεταφοράς χρημάτων, εξόφλησης λογαριασμών, φόρτισης ηλεκτρονικού μέσου πληρωμής με χρήματα, ενδεικτικά όπως πληρωμένη κάρτας, ηλεκτρονικού πορτοφολιού κ.λπ.), που έχουν έδρα στην Ελλάδα και στην Αλλοδαπή (...) Διαχειρίστρια από συστάσεως της T. [εταιρείας που συστάθηκε δώδεκα ημέρες μετά τη διαγραφή της πρώτης από το Γ.Ε.Μ.Η.] φέρεται να είναι η Α.
Π. του Θ., ηλικίας … ετών, η οποία, όμως, όπως πρόσφατα πληροφορηθήκαμε, τυγχάνει πρόσωπο εμπιστοσύνης του Γ. Κ. και εργαζόμενη στην I., εταιρεία συμφερόντων του Γ. Κ. (...) Η χρησιμοποίηση της T. για την παραβίαση του κανονιστικού πλαισίου της εποπτεύουσας αρχής της Τράπεζας της Ελλάδος και η "εν κρυπτώ" συνεργασία της I.
με την T. - Ο ανταγωνισμός της Εταιρείας από τον Π. Σ. μέσω της I. - Η απόσπαση των Συνεργατών του Δικτύου μας (...) Στις ……. ο Π. Σ. εξελέγη μέλος Διοικητικού Συμβουλίου στην I. με απεριόριστες εκτελεστικές αρμοδιότητες και την εξουσία να την εκπροσωπεί με μόνη την υπογραφή του. Τα γεγονότα που περιγράφονται κατωτέρω καταδεικνύουν ότι η εν λόγω συνεργασία του Π.
Σ.υ με τον Γ. Κ. αποτελεί αθέμιτη σύμπραξη αλλά και παράβαση εκ μέρους του πρώτου εξ αυτών της υποχρέωσής του μη ανταγωνισμού έναντι της Εταιρείας μας, στο πλαίσιο της οποίας τα παραπάνω πρόσωπα επιχείρησαν μέσω της I. και της T. να ανταγωνιστούν την Εταιρεία μας αναπτύσσοντας το δίκτυο της M. (...) Κατόπιν ερευνάς μας εντοπίσαμε το πρώτο στάδιο συνεργασίας των παραπάνω προσώπων και την εν κρυπτώ σύμπραξη T.
και I., στο πλαίσιο της οποίας οι μεθοδεύσεις που ακολουθούνται είναι τέτοιες, ώστε το καταναλωτικό κοινό να μην είναι σε θέση να γνωρίζει κάθε φορά με ποιο νομικό πρόσωπο εκ των δύο εν τέλει συναλλάσσεται (...) ο Π. Σ., ως νόμιμος εκπρόσωπος της I. και από κοινού με τον Γ. Κ. όχι μόνο παραβίαζε συστηματικά τις υποχρεώσεις του περί μη ανταγωνισμού της Εταιρείας μας, αλλά περαιτέρω παραβίαζε το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο ασκώντας την επιρροή του στην I.
να εκτελεί εργασίες, για τις οποίες δεν ήταν αδειοδοτημένη, με συνέπεια να χειρίζεται ανταγωνιστικά προς την Εταιρεία μας κεφάλαια πελατών μας χωρίς τούτο να εμφανίζεται στην εποπτεύουσα Τράπεζα της Ελλάδος και χωρίς αυτές οι συναλλαγές να δηλώνονται ούτε και ασφαλώς να φορολογούνται. (...) Η παραπάνω στενή συνεργασία σε επίπεδο ταύτισης και σύγχυσης των νομικών προσώπων της I.
και της T. απέδειξε και αύθις ότι υπάρχει ευθεία σχέση - τόσο μετοχική όσο και σε επίπεδο εκπροσώπησης - μεταξύ της I. και της T., η οποία είναι πολύ πιο στενή από αυτή που μέχρι τότε υποψιαζόμασταν, καθώς η I. έφτασε στο σημείο να ανοίξει ένα σημείο εξυπηρέτησης, το οποίο έφερε επιγραφή της M. χωρίς να είναι η ίδια ενταγμένη στο δίκτυο της M.
αλλά βασιζόμενη για τις ανάγκες λειτουργίας του εν λόγω σημείου εξυπηρέτησης στο λογισμικό σύστημα και τους κωδικούς πρόσβασης μιας άλλης εταιρείας, της T. (...) Στην υπό κρίση περίπτωση, κατά τα προαναφερθέντα, ο Π. Σ. αποχώρησε από την Εταιρεία μας προκειμένου να αναπτύξει ευθέως ανταγωνιστική μας δραστηριότητα εκμεταλλευόμενος τα εμπορικά απόρρητα της Εταιρείας μας.
Ήδη μάλιστα πριν από την αποχώρησή του από την Εταιρεία είχε προβεί σε αθέμιτες προπαρασκευαστικές πράξεις ανταγωνισμού της Εταιρείας μας με τη σύμπραξη μάλιστα της Γ. Τ. (...) προκειμένου να καλύψει τα ίχνη του, ο Π. Σ. πριν από την αποχώρησή του από την Εταιρεία διέγραψε το σύνολο των εξερχομένων ηλεκτρονικών του μηνυμάτων που αφορούσαν την περίοδο από τον Ιανουάριο …….
έως την …….. Οίκοθεν νοείται ότι η εν λόγω ενέργεια αντιβαίνει στην υποχρέωση πίστης στην Εταιρεία μας, καθώς η Εταιρεία μας έχει κάθε δικαίωμα και υποχρέωση, προκειμένου να εξασφαλίσει την απρόσκοπτη λειτουργία της, να γνωρίζει την επικοινωνία που οι υπάλληλοί της ως προστηθέντες και βοηθοί εκπλήρωσης έχουν προς τρίτα πρόσωπα, όταν μάλιστα η επικοινωνία αυτή γίνεται δια του εταιρικού ηλεκτρονικού τους λογαριασμού.
Περαιτέρω, για πρώτη φορά στη σταδιοδρομία του, και ένα μόλις μήνα πριν αποχωρήσει οριστικά από την Εταιρεία ο Π. Σ. ζητά από υπάλληλο της Εταιρείας μας που αναφερόταν σε αυτόν, να αποστείλει τόσο σε αυτόν όσο και στην Γ. Τ. ηλεκτρονικά όλη τη βάση της Εταιρείας μας με όλα τα εμπορικά στοιχεία και πληροφορίες για το δίκτυό μας.
Και αυτό χωρίς να ενημερώσει φυσικά ούτε τον Κ. Β., Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο, ούτε την Α. Π. Αντιπρόεδρο του Δ.Σ. με εκτελεστικές αρμοδιότητες Γενικής Διευθύντριας ότι θα προβεί σε τέτοια ενέργεια. Η βάση εμπορικών δεδομένων της Εταιρείας που ζήτησε ο Π. Σ. και έλαβε με mail στις ……2018 αποτελεί συγκεντρωτική "φωτογραφία" της συνολικής κατάστασης της Εταιρείας όπως είχε διαμορφωθεί κατά το μήνα Μάρτιο 2018 και περιέχει πληροφορίες για κάθε Αντιπρόσωπο και κατάστημά του, αριθμό και είδος συναλλαγών που πραγματοποίησε, έσοδα για κάθε ένα χωριστά, το μέσο έμβασμα το μήνα εκείνο, κατηγοριοποίηση εμβασμάτων ανά χώρα και αυτές τις πληροφορίες για όλο το Δίκτυο της Εταιρείας, είδος πελατών και είδος συναλλαγών.
Έχοντας στη διάθεσή τους αυτή την πληροφορία οι Π. Σ. και Γ. Κ. βρέθηκαν σε θέση να χαράξουν την εμπορική πολιτική της I. και της T., να καθορίσουν τιμές σε περιοχές ή τιμές ανά χώρα, να συγκρίνουν πελατολόγια, να διαπιστώσουν σε ποιες εθνικότητες θα πρέπει να αλλάξουν την πολιτική τους, σε ποια σημεία υπάρχει πρόσφορο έδαφος ανταγωνισμού, ποια σημεία είναι κορεσμένα, ώστε να τοποθετήσει το δίκτυο του αντίστοιχα και ποιων σημείων οι συμβάσεις λήγουν πότε, ώστε να επιδιώξει την απόσπασή τους στον κατάλληλο χρόνο (...) Η βάση είναι ένα έτοιμο εργαλείο που συγκεντρώνει όλη την εικόνα της Εταιρείας και σίγουρα δεν αποτελεί απλή γνώση που θα μπορούσε να έχει ο Εμπορικός Διευθυντής από μνήμης και την οποία θα χρησιμοποιούσε σε μια άλλη εργασία.
Αποτελεί ευθεία παραβίαση της υποχρέωσης εχεμύθειας, η οποία του έδωσε τη δυνατότητα να εισέλθει η T. στον ανταγωνισμό χωρίς να υφίσταται τον εύλογο επιχειρηματικό κίνδυνο ενός νεοεισερχόμενου ανταγωνιστή, αφού λάμβανε τις επιχειρηματικές του αποφάσεις για την ανάπτυξη του δικτύου στηριζόμενος σε χαρτογραφημένα νερά (...) Των παραπάνω γεγονότων κατέστημεν κοινωνοί αρχές του τρέχοντος έτους, οπότε και μας ανακοινώθηκε η συνεργασία Π.
Σ.υ, Γ. Κ. και I., οπότε και έγινε έλεγχος των μηνυμάτων του και βρέθηκε η σχετική αλληλογραφία. Η πρόθεση παράνομης ανταγωνιστικής δραστηριότητας των εναγομένων αποδεικνύεται εκ του γεγονότος ότι η δεύτερη των εναγομένων διέγραψε τα ως άνω ηλεκτρονικά μηνύματα, ενέργεια στην οποία δεν θα είχε προβεί εάν δεν γνώριζε ότι η συγκέντρωση των ευαίσθητων και απόρρητων δεδομένων της Εταιρείας μας ζητείται από τον Π.
Σ. όχι στο πλαίσιο εταιρικού σκοπού αλλά προκειμένου να αποτελέσει το "όχημα" αθέμιτης απόσπασης της πελατείας μας (...) ο Π. Σ. αποχώρησε από την Εταιρεία δηλώνοντας αναληθώς ότι προτίθεται να ασχοληθεί σε άσχετο αντικείμενο. Ως αντάλλαγμα για την παραπάνω δέσμευσή του η Εταιρεία του καταβάλει bonus €33.000, προκειμένου να εξαγοράσει το εταιρικό του αυτοκίνητο.
Λίγες εβδομάδες μετά την αποχώρησή του από την Εταιρεία μας, ο Π. Σ. σπεύδει να ιδρύσει, κατά τα ανωτέρω, την ανταγωνιστική της Εταιρείας μας G. T., στην οποία τυγχάνει μέτοχος κατά 80% και διαχειριστής. Ωστόσο, η "σπουδή" του είναι τέτοια ώστε δεν αποκρύπτει την μετοχική και εκπροσωπευτική του ιδιότητα στην ως άνω εταιρεία.
Το "λάθος" διορθώνεται άμεσα με τη διαγραφή της G. T. (...) επακολούθησε η σύσταση της T., της οποίας μέτοχος είναι κυπριακή εταιρεία και διαχειρίστρια ένα επίσης παρένθετο πρόσωπο η Α. Π.. Ωστόσο, και στην περίπτωση ης T., ο Π. Σ. δεν κατάφερε να καλύψει απόλυτα τα ίχνη του, καθώς, η Α. Π., ήτοι το πρόσωπο που επέλεξε για διαχειρίστρια της T., αποκαλύφθηκε ότι είναι πρόσωπο εμπιστοσύνης του συνεταίρου του Γ.
Κ. και εργαζόμενη στην I.. Επίσης, από παραδρομή δεν φρόντισε ο Π. Σ. να αλλάξει και το πρόσωπο του λογιστού που υπογράφει τις οικονομικές καταστάσεις των εταιρειών του, καθώς η Μ. Ν. υπογράφει τόσο τη διαγραφή της G. T. όσο και τις οικονομικές καταστάσεις της T. (...) Τον Μάρτιο 2019 η T. αναρτάται ως Αντιπρόσωπος της M.
SRL. Λίγες βδομάδες μόλις πριν, η Γ. Τ. έχει φροντίσει να αποχωρήσει οικειοθελώς από την Εταιρεία προβάλλοντας προσχηματικούς λόγους και υπογράφοντας το από …….. ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης της σύμβασης εργασίας, στο οποίο επαναλαμβάνει τις δηλώσεις της περί μη ανταγωνισμού της Εταιρείας μας με την Εταιρεία μας να της καταβάλει στο πλαίσιο αυτής της δέσμευσής της εφάπαξ αποζημίωση εκ ποσού €12.000.
και δύο (2) μήνες αργότερα, ο Β. Α. την ακολουθεί και έκτοτε επισκέπτονται πελάτες μας για να τους αποσπάσουν από το δίκτυό μας. Τον τελευταίο δε μήνα πριν από την αποχώρησή του από την Εταιρεία, ο Β. Α. έστειλε ηλεκτρονικά μηνύματα στην προσωπική του ηλεκτρονική διεύθυνση, περιέχοντα ευαίσθητες πληροφορίες της Εταιρείας μας, κινήσεις που συνιστούν προπαρασκευαστικές ενέργειες για τον αθέμιτο ανταγωνισμό της Εταιρείας μας (...) Εντός του τρέχοντος έτους 2020, η T., η οποία λειτουργεί ως άνω, έχει προσεγγίσει τουλάχιστον έξι συνεργάτες μας, τους οποίους έχει πείσει να αναπτύξουν ανταγωνιστική της Εταιρείας μας δραστηριότητα.
Τούτο μάλιστα, παρά το γεγονός ότι οι αντίδικοι γνωρίζουν ότι οι εν λόγω Συνεργάτες μας δεσμεύονται από ρήτρα μη ανταγωνισμού της Εταιρείας μας, την οποία τους καθοδηγούν πώς να παραβιάσουν χωρίς να γίνουν αντιληπτοί από την Εταιρεία μας (...) Από τις παραπάνω παράνομες, αθέμιτες και αντίθετες στα χρηστά ήθη πράξεις και παραλείψεις των εναγομένων - πρώην εργαζομένων της Εταιρείας μας, με τις οποίες τα παραπάνω πρόσωπα παραβίασαν την υποχρέωση εχεμύθειας και την υποχρέωση μη ανταγωνισμού της Εταιρείας μας, η Εταιρεία μας ετέθη αντιμέτωπη με έναν αθέμιτο ανταγωνισμό, στο πλαίσιο του οποίου βρέθηκε να "χάνει" συνεργάτες από την T., καθώς στην "ομάδα" του ανταγωνιστή μας στεγάστηκε καθετοποιημένη η εμπορική διεύθυνση της Εταιρείας μας, στελέχη της οποίας μέχρι πρότινος διαπραγματεύονταν με τους πελάτες μας για λογαριασμό της Εταιρείας μας τους οικονομικούς όρους των Συμβάσεων Συνεργασίας μας.
Τα πρώην αυτά στελέχη μας ήταν και είναι σε θέση να προσφέρουν απολύτως στοχευμένα στους πελάτες - Συνεργάτες μας κατά το χρονικό σημείο λήξης της συνεργασίας μας μεγαλύτερες προμήθειες, καλύτερες εκπτώσεις και επιπλέον κίνητρα καταθέτοντας οικονομικές προτάσεις, τις οποίες προτείνουν έχοντας αθέμιτα στη διάθεσή τους, τους αντίστοιχους οικονομικούς όρους των συμβάσεων πρακτόρευσης, τους οποίους η Εταιρεία μας είχε υπογράψει με αυτούς τους πελάτες της.
Επιπλέον, η απόσπαση των Συνεργατών μας γίνεται με την παροχή σε αυτούς του know - how πώς η παραβίαση της υποχρέωσης τους περί μη ανταγωνισμού της Εταιρείας μας θα πρέπει να εκτελεστεί ώστε να μην υποπέσει στην αντίληψη της Εταιρείας μας (μέσω σύστασης παρένθετων προσώπων και απόκρυψης στοιχείων των προσώπων αυτών από τα δημόσια μητρώα, όπως την ακριβή τους διεύθυνση).
Άλλωστε, εάν ο Π. Σ. δεν είχε επιχειρήσει να προσεταιριστεί τον Γ. Κ., προκειμένου να ανταγωνιστεί την Εταιρεία μας, η τελευταία δεν θα είχε αναγκαστεί να απωλέσει έναν από τους πιο σημαντικούς της συνεργάτες (...) Με τις παραπάνω ενέργειες των αντιδίκων, επλήγη καίρια η φήμη, εμπορική πίστη, επαγγελματική υπόληψη, αξιοπιστία και το εμπορικό μέλλον της Εταιρείας μας, καθώς (α) δημιουργείται η αναληθής εντύπωση στο δίκτυό μας ότι οι μεταξύ μας συμφωνίες δεν είναι δίκαιες, εύλογες και ανταγωνιστικές, αφού ευχερώς προσφέρονται από την T.
μεγαλύτερες εκπτώσεις και επιπλέον κίνητρα, (β) δραστηριοποιούνται και κυκλοφορούν στην αγορά πρόσωπα πλέον αποξενωμένα από εμάς, οι πρώην υπάλληλοί μας, τα οποία διαθέτουν υψηλής εμπιστευτικότητας πληροφορίες για την λειτουργία και το δίκτυό μας και εμφανίζουν διάτρητα τα συστήματα προστασίας μας, (γ) αποσκιρτούν χωρίς ιδιαίτερη περίσκεψη συνεργάτες μας με δέλεαρ τα ανωτέρω και μειώνεται το πελατολόγιό μας, αφού όμως ενόψει της άγνοιάς μας για την εν λόγω μεθόδευση διατηρούσαν παράλληλα σχέσεις και με τους ανταγωνιστές μας και χρησιμοποιούσαν την φήμη και το όνομά μας.
Επιπλέον, οι αντίδικοι δημιούργησαν στην αγορά και στο εργατικό δυναμικό που απασχολείται από τις εταιρείες του χώρου μας την αντίληψη ότι οι Συμβάσεις Συνεργασίας μας μπορούν ευχερώς να παραβιασθούν ή και καταστρατηγηθούν μέσα από μεθοδεύσεις, όπως αυτές που εφαρμόσθηκαν στο τέλος της συνεργασίας μας με την I. (...) Συνεπεία των ανωτέρω η Εταιρεία μας έχει υποστεί ηθική βλάβη, για την χρηματική ικανοποίηση της οποίας οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν στην Εταιρεία μας, ευθυνόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των ….., που αποτελεί δίκαιη και εύλογη αποζημίωση λαμβάνοντας υπ 'όψη (α) το είδος της προσβολής, (β) το βαθμό του πταίσματος των εναγομένων, όπως αναλύονται ανωτέρω και (γ) την οικονομική κατάσταση και την υψηλή εταιρική φήμη του ζημιωθέντος μέρους (της Εταιρείας μας) ήτοι, τα κεφάλαια, τον κύκλο εργασιών και την αξία των μετοχών της (...)".
Μετά από αυτά η αναιρεσείουσα-ενάγουσα ζήτησε - εκτός άλλων - να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας τους νομιμότοκα ποσό ……. (…….) Ευρώ ως χρηματική της ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων σε βάρος της. 3.γ.2. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθμό 586/2021 απόφαση με την οποία έκρινε την αγωγή παραδεκτή και νόμιμη (και) ως προς τη συγκεκριμένη ιστορική βάση (άρθρα 1 ν. 146/1914, 914, 919 και 932 ΑΚ), αλλά την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη με τις παραδοχές, πρώτον, ότι η επίδικη ρήτρα που είχε περιληφθεί στις συμβάσεις εργασίας των αναιρεσιβλήτων - τότε εναγομένων για μετασυμβατική απαγόρευση ανταγωνισμού και τήρηση εχεμύθειας ήταν άκυρη και συνεπώς δεν τους δέσμευε και, δεύτερον, ότι οι αναιρεσίβλητοι μετά τη λύση των συμβάσεων εργασίας τους με την αναιρεσείουσα - τότε ενάγουσα δεν επέδειξαν έναντί της αθέμιτη ανταγωνιστική συμπεριφορά με συνέπεια να μην ενέχονται έναντί της από αδικοπραξία. 3.γ.3.
Η αναιρεσείουσα - εναγομένη προσέβαλε την απόφαση αυτή με την από 17-12-2021 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 101874/7096/2021-9988/7529/2021 έφεσή της - την οποία απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών - και έστρεψε κατά των εφεσιβλήτων - εναγομένων. Η έφεση περιλάμβανε σαφείς και ορισμένους λόγους κατά της διάταξης αυτής της οριστικής απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Η εργοδότρια ειδικότερα απέδωσε στην εκκαλουμένη κακή εκτίμηση των αποδείξεων και έκανε ειδική αναφορά στις πλημμέλειες, οι οποίες - κατά τους ισχυρισμούς της - βάρυναν τον αποδεικτικό της συλλογισμό. Η ίδια διάδικος περαιτέρω ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεσή της, να εξαφανισθεί η απόφαση που είχε εκκληθεί με σκοπό να γίνει πλήρως δεκτή η αγωγή της εναντίον των αντιδίκων της.
Το Μονομελές Εφετείο εξέδωσε την υπ' αριθμό 5238/19-12-2022 τελεσίδικη απόφαση με την οποία δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής : "Η ενάγουσα εταιρεία αποτελεί ίδρυμα πληρωμών κατά την έννοια του Ν. 4537/2018, παρέχοντας υπηρεσίες πληρωμών, ενώ είναι κύριος αντιπρόσωπος της W. U. παρέχοντας τις υπηρεσίες της στο κοινό μέσα από τα καταστήματά της.
Ο πρώτος εναγόμενος προσλήφθηκε από την ενάγουσα στις …….στη θέση του Διευθυντή Ανάπτυξης Νέων Εργασιών, ακολούθως το έτος …… ανέλαβε τη θέση του Διευθυντή Ανάπτυξης Δικτύου, ενώ το …… τοποθετήθηκε στη θέση του Εμπορικού Διευθυντή. Περαιτέρω αποχώρησε οικειοθελώς από την ενάγουσα στις ……... Η δεύτερη εναγομένη προσλήφθηκε από την ενάγουσα στις …… και εργάστηκε ως υπεύθυνη Ανάπτυξης Δικτύου Συνεργατών στην Κρήτη, στις Κυκλάδες και στα Δωδεκάνησα, ενώ από το έτος …..
ανέλαβε καθήκοντα Διευθύντριας Δικτύου Συνεργατών και Πωλητών για ολόκληρη την Ελλάδα. Αποχώρησε οικειοθελώς στις……...0 τρίτος εναγόμενος προσλήφθηκε από την ενάγουσα στις ………. με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να εργαστεί ως πωλητής παρέχοντας τις υπηρεσίες του μέχρι και την ………, οπότε και αποχώρησε οικειοθελώς από την ενάγουσα.
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι στις ατομικές συμβάσεις εργασίας των εναγομένων συμπεριλήφθηκαν και όροι περί υποχρέωσης εχεμύθειας και απαγόρευσης ανταγωνισμού σύμφωνα με τους οποίους απαγορευόταν στους εναγομένους κατά τη διάρκεια παροχής των υπηρεσιών τους όσο και για μια πλήρη διετία από την αποχώρησή τους από τον εργοδότη αφενός να χορηγήσουν πληροφορίες σε ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, αφετέρου να εργαστούν με οποιονδήποτε τρόπο με ανταγωνιστικές για τον εργοδότη επιχειρήσεις διαμεσολάβησης στη μεταφορά χρημάτων ελληνικές ή αλλοδαπές, στην Ελλάδα ή το εξωτερικό, που λειτουργούν ή θα συσταθούν στον μέλλον, ενώ η απαγόρευση περιλαμβάνει κάθε εργασία, συνεργασία ή παροχή βοήθειας, άμεση ή έμμεση προς οποιαδήποτε από τις αναφερόμενες στις ατομικές συμβάσεις τους ανταγωνίστριες επιχειρήσεις με ή και χωρίς αμοιβή.
Σε περίπτωση παραβίασης της συμβατικής υποχρέωσής τους περί απαγόρευσης ανταγωνισμού, οι εναγόμενοι ήταν υποχρεωμένοι να επιστρέφουν στην ενάγουσα κάθε ποσό που είχαν λάβει σε εκτέλεση της ανωτέρω συμφωνίας και να καταβάλουν στην ενάγουσα ως ποινική ρήτρα ποσό ίσο με τις αποδοχές του τελευταίου εξαμήνου πριν τη λήξη της συμβατικής τους σχέσης.
Αποδείχθηκε όμως περαιτέρω ότι ο ανωτέρω όρος που περιλήφθηκε στις συμβάσεις εργασίας των εναγόμενων περί απαγόρευσης ανταγωνισμού για χρονικό διάστημα δύο ετών από την αποχώρησή τους από την ενάγουσα εταιρεία και οι οποίοι αφορούν το σύνολο της ελληνικής επικράτειας αλλά και το εξωτερικό, καταλύουν τη συνταγματικώς κατοχυρωμένη ελευθερία της εργασίας και το εξ ίσου κατοχυρωμένο δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της οικονομικής ή επαγγελματικής δράσης των εναγομένων καθώς περιορίζουν υπέρμετρα την επαγγελματική τους δραστηριότητα δεσμεύοντας υπερβολικά το δικαίωμά τους στην εργασία.
Επομένως ο ανωτέρω όρος είναι άκυρος ως καταχρηστικός και αντίθετος στα χρηστά ήθη ( άρθρα 178, 179 ΑΚ) και συνακόλουθα η αναζήτηση εργασίας από τους εναγομένους μετά την αποχώρησή τους από την ενάγουσα δεν αποτελεί νόμιμο λόγο κατάπτωσης της ποινικής ρήτρας, γενομένου δεκτού του σχετικού ισχυρισμού των εναγομένων ως βάσιμου. (...)".
Μετά από αυτό δέχθηκε τυπικά, αλλά απέρριψε στην ουσία την έφεση. 4. Το Μονομελές Εφετείο επομένως α) δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν, επειδή ειδικότερα απέρριψε στην ουσία την έφεση, χωρίς όμως να περιλάβει τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό της οποιαδήποτε παραδοχή για το αν οι λόγοι της έφεσης που είχε προβάλει η ήδη αναιρεσείουσα- τότε εκκαλούσα-εναγομένη κατά της απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου - με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή της από αδικοπραξία κατά των εναγομένων, τότε εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων - ήταν βάσιμοι ή όχι, αν και το κεφάλαιο της εκκαλουμένης είχε μεταβιβασθεί ενώπιόν του και κατ' ακολουθία β) άφησε αίτηση αδίκαστη και ειδικότερα το αίτημα που είχε υποβάλει η ίδια διάδικος να εξαφανισθεί η απόφαση που είχε εκκληθεί και να γίνει εν όλω δεκτή η αγωγή της από αδικοπραξία κατά των εφεσιβλήτων - εναγομένων.
Το Μονομελές Εφετείο συνεπώς με την απόφαση που αναιρεσιβάλλεται υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες που προβλέπονται από το άρθρο 559 αριθμοί 8 και 9 γ ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 522, 533 παρ. 1 και 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως βάσιμα επικαλείται η αναιρεσείουσα με τον πρώτο κύριο λόγο της αναίρεσής της.
Η αναιρεσιβαλλομένη επομένως απόφαση πρέπει ως προς το κεφάλαιό της αυτό να αναιρεθεί. Μετά από αυτό παρέλκει να ερευνηθεί ο δεύτερος - επικουρικός ως προς τον πρώτο - λόγος αναίρεσης. 5.α. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή - που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 εδάφιο α του Συντάγματος το οποίο επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη - προκύπτει ότι ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται πραγματικά περιστατικά τα οποία όμως δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία του πραγματικού του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί για να επέλθει η έννομη συνέπεια η οποία απαγγέλθηκε (ΑΠ 844/2022). 5.β.
Ο εργοδότης με ειδικό όρο (ρήτρα) στην ατομική σύμβαση εργασίας που καταρτίζει με τον εργαζόμενο μπορεί να επιβάλει σε αυτόν την υποχρέωση να τηρεί πίστη στο πρόσωπό του (υποχρέωση εχεμύθειας) και να μην τον ανταγωνίζεται (απαγόρευση ανταγωνισμού) ακόμη και μετά τη λύση της εργασιακής τους σύμβασης (άρθρα 200, 288, 361, 651 και 652 ΑΚ).
Η μετασυμβατική υποχρέωση εχεμύθειας δεσμεύει τον εργαζόμενο ιδίως να μην αποκαλύπτει σε τρίτα πρόσωπα ή να μην χρησιμοποιεί ο ίδιος εμπορικά και βιομηχανικά απόρρητα της επιχείρησης του εργοδότη του, τα οποία πληροφορήθηκε με οποιοδήποτε όσο απασχολείτο στον εργοδότη του και μπορεί ενδεικτικά να αφορούν στην εσωτερική οργάνωση και λειτουργία της επιχείρησης, στην οικονομική κατάσταση και στην πορεία των εργασιών της, στους πελάτες της, στους προμηθευτές της, στα σχέδια διάθεσης των προϊόντων της στην αγορά, στις τεχνικές μεθόδους παραγωγής, στις συνθέσεις προϊόντων της, στα απόρρητα προγράμματα των ηλεκτρονικών της υπολογιστών κ.λπ..
Η μετασυμβατική απαγόρευση μη ανταγωνισμού επιβάλλει στον εργαζόμενο, ενδεικτικά, την υποχρέωση να μην εργασθεί και να μην αξιοποιήσει τις γνώσεις και την εμπειρία του είτε για προσωπικό, είτε για όφελος ανταγωνιστή του εργοδότη του, χωρίς τη συγκατάθεσή του, να επιδοθεί σε όμοια ή παρεμφερή εμπορική δραστηριότητα είτε προσωπικά, είτε με αντιπρόσωπο ή άλλο παρένθετο πρόσωπο, να αποσπάσει εργαζομένους ή πελάτες της επιχείρησης του προηγούμενου εργοδότη του, να αποτρέπει τρίτους να συναλλάσσονται με αυτόν ή να τους προτρέπει να προμηθευθούν προϊόντα από ανταγωνιστές του και να αποκαλύπτει τα επιχειρηματικά μυστικά που απέκτησε από την εργασία του στον πρώην εργοδότη του σε ανταγωνιστές του.
Η ρήτρα που απαγορεύει στον εργαζόμενο να ασκεί ανταγωνιστική δραστηριότητα μετά τη λύση της σύμβασης εργασίας του με τον εργοδότη του είναι έγκυρη μόνο υπό την προϋπόθεση ότι πράγματι προστατεύει δικαιολογημένο, νόμιμο και άξιο να προστατευθεί συμφέρον της επιχείρησης του εργοδότη. Ο λόγος είναι ότι η συγκεκριμένη ρήτρα περιορίζει αμέσως και σοβαρά την επαγγελματική ελευθερία του εργαζομένου η οποία είναι αξία υπέρτερη από την ανάγκη να προστατευθούν τα περιουσιακά έννομα αγαθά του εργοδότη.
Το συμφέρον της επιχείρησης του εργοδότη είναι δικαιολογημένο, ιδίως, όταν ο εργαζόμενος από τη φύση της εργασίας που θα παράσχει στον εργοδότη του, πρόκειται να αποκτήσει πληροφορίες για τα εμπορικά και τεχνικά του απόρρητα ή για τον πελατειακό του κύκλο, τις οποίες, αν γνωστοποιήσει σε τρίτους που ασκούν ανταγωνιστική εμπορική δραστηριότητα με τον εργοδότη του, η ζημία που θα προκληθεί σε βάρος του θα είναι βέβαιη και σημαντική.
Ο εργαζόμενος περαιτέρω δεσμεύεται να τηρήσει την υποχρέωση που ανέλαβε με τη ρήτρα έναντι του εργοδότη του, αν, όταν συμβλήθηκε με αυτόν, μπορούσε να σταθμίσει τις έννομες συνέπειες οι οποίες θα επέρχονταν σε βάρος του από το συγκεκριμένο περιορισμό της επαγγελματικής του ελευθερίας. Η ρήτρα εμπιστευτικότητας και μη ανταγωνισμού θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ.
Πρέπει ωστόσο να μην είναι αντίθετη με τα άρθρα 281, 178 και 179 εδ. α ΑΚ, τα οποία κηρύσσουν άκυρη τη δικαιοπραξία που δεσμεύει υπέρμετρα την ελευθερία του προσώπου. Η ελευθερία αυτή περιλαμβάνει και την ελευθερία άσκησης και επιλογής επαγγέλματος. Η ρήτρα συνεπώς πρέπει να μην επιβάλλει στον εργαζόμενο απαγορεύσεις που δεν είναι αναγκαίες για να διαφυλαχθούν δικαιολογημένα οικονομικά συμφέροντα του εργοδότη.
Κριτήρια για την εγκυρότητα ή για την ακυρότητα της ρήτρας που προαναφέρεται μπορούν να αποτελέσουν ιδίως η χρονική διάρκεια της απαγόρευσης, η τοπική της έκταση, η πρόβλεψη οικονομικού ανταλλάγματος, το είδος της επαγγελματικής δραστηριότητας που αποτέλεσε το αντικείμενο της απαγόρευσης, η δυνατότητα ή μη του εργαζομένου να επηρεάσει το περιεχόμενο της ρήτρας και οι συνθήκες υπό τις οποίες ο εργαζόμενος προέβη σε ανταγωνιστικές πράξεις σε βάρος του εργοδότη του μετά τη λύση της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας (πρβλ.
τις ΑΠ 1591/2002, ΑΠ 1285/1984). 5.γ. Η αναιρεσείουσα στον τρίτο κύριο λόγο αναίρεσης εκθέτει ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση - με την κρίση της ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν ενέχονται συμβατικά έναντί της - υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ κατά την εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 1 Σ, 178, 179 εδ.
α, 281, 288, 361, 404 επ., 648 και 652 ΑΚ και πρέπει συνεπώς να αναιρεθεί, επειδή: α) δέχθηκε ότι η ρήτρα που είχε περιληφθεί στις συμβάσεις εργασίας τις οποίες είχαν καταρτίσει οι εργαζόμενοι-αναιρεσίβλητοι με την εργοδότριά τους-αναιρεσείουσα - και η οποία επέβαλε σε αυτούς την υποχρέωση να μην ασκήσουν ανταγωνιστικές πράξεις σε βάρος της και να τηρούν την υποχρέωσης πίστης έναντί της μετά τη λύση της σύμβασης εργασίας που τους συνέδεε με αυτή - είναι άκυρη, αλλά β) με ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα της δίκης, επειδή το Μονομελές Εφετείο δεν περιέλαβε στην απόφασή του παραδοχές οι οποίες μπορούν να στηρίξουν με πληρότητα το αποδεικτικό της συμπέρασμα και ότι για το λόγο αυτό γ) καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και του υπαγωγικού της πορίσματος στις αόριστες νομικές έννοιες των διατάξεων των άρθρων 178, 179 εδ.
α και 281 ΑΚ, όπως ειδικότερα εκθέτει στο αναιρετήριο. Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ως προς το ζήτημα που προαναφέρθηκε δέχθηκε ειδικότερα τα εξής : "(...) ο (...) όρος που περιλήφθηκε στις συμβάσεις εργασίας των εναγόμενων περί απαγόρευσης ανταγωνισμού για χρονικό διάστημα δύο ετών από την αποχώρησή τους από την ενάγουσα εταιρεία και οι οποίοι αφορούν το σύνολο της ελληνικής επικράτειας αλλά και το εξωτερικό, καταλύουν τη συνταγματικώς κατοχυρωμένη ελευθερία της εργασίας και το εξ ίσου κατοχυρωμένο δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της οικονομικής ή επαγγελματικής δράσης των εναγομένων καθώς περιορίζουν υπέρμετρα την επαγγελματικής τους δραστηριότητα δεσμεύοντας υπερβολικά το δικαίωμά τους στην εργασία.
Επομένως ο ανωτέρω όρος είναι άκυρος ως καταχρηστικός και αντίθετος στα χρηστά ήθη (άρθρα 178, 179 ΑΚ) και συνακόλουθα η αναζήτηση εργασίας από τους εναγομένους μετά την αποχώρησή τους από την ενάγουσα δεν αποτελεί νόμιμο λόγο κατάπτωσης της ποινικής ρήτρας, γενομένου δεκτού του σχετικού ισχυρισμού των εναγομένων ως βάσιμου. (...)".
Οι αιτιολογίες όμως αυτές της απόφασης είναι ανεπαρκείς ως προς το αν η ρήτρα στις συμβάσεις εργασίας τις οποίες είχαν καταρτίσει οι εργαζόμενοι-αναιρεσίβλητοι με την εργοδότριά τους-αναιρεσείουσα - και η οποία επέβαλε σε αυτούς την υποχρέωση να μην ασκήσουν ανταγωνιστικές πράξεις σε βάρος της και να τηρούν την υποχρέωσης πίστης έναντί της μετά τη λύση της σύμβασης εργασίας που τους συνέδεε με αυτή - δέσμευε υπερβολικά την ελευθερία των εργαζομένων και συνεπώς ήταν άκυρη ως αντίθετη στα χρηστά ήθη.
Το ζήτημα μάλιστα αυτό ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και οι ελλιπείς παραδοχές της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για το αν εφαρμόσθηκαν ορθά ή όχι οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 1 Σ, 178, 179 εδαφ.α, 281, 288, 361, 404 επ., 648 και 652 ΑΚ.
Η αναιρεσιβαλλομένη ειδικότερα απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, επειδή έπρεπε να περιλάβει στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού της συλλογισμού οντολογικές παραδοχές και για τα εξής κρίσιμα ζητήματα: α) ποιο ήταν συγκεκριμένα το αντικείμενο της εμπορικής δραστηριότητας της αναιρεσείουσας, β) ποια συγκεκριμένα εργασία παρείχε ο κάθε αναιρεσίβλητος στην αναιρεσείουσα και ποιες γνώσεις και εργασιακή εμπειρία είχε αποκτήσει σε αυτή, γ) αν και πότε ο πρώτος αναιρεσίβλητος συνέστησε με τρίτα πρόσωπα άλλη εταιρία που ασκούσε ανταγωνιστική εμπορική δραστηριότητα με την αναιρεσείουσα ή όχι, δ) αν και πότε ο πρώτος αναιρεσίβλητος συνεργάσθηκε, ακόμη και μέσω παρενθέτων προσώπων ή πρώην υπαλλήλων της αναιρεσείουσας με φυσικά πρόσωπα ή ημεδαπές ή αλλοδαπές εταιρίες που ασκούσαν όμοια ή παρεμφερή εμπορική δραστηριότητα με την αναιρεσείουσα και αν απέσπασε τη δεύτερη και τον τρίτο από τους αναιρεσιβλήτους για να συνεργασθούν μαζί του σε ανταγωνιστικές της επιχειρήσεις ή όχι, ε) αν οι δύο τελευταίοι αναιρεσίβλητοι πράγματι συνέδραμαν και σε καταφατική περίπτωση με ποιο συγκεκριμένα τρόπο τον πρώτο από αυτούς στην ανταγωνιστική του συμπεριφορά έναντι της αναιρεσείουσας ή όχι, στ) ποιο ήταν το αντικείμενο της εργασίας των αναιρεσιβλήτων στις εταιρίες που προαναφέρθηκαν και με ποια έννομη σχέση συνδεόταν ο καθένας τους με αυτές, ζ) αν οι αναιρεσίβλητοι κατά την άσκηση της ανταγωνιστικής τους δραστηριότητας χρησιμοποίησαν τις μεθόδους, τα λογισμικά συστήματα, την πρακτική εργασίας και τα εμπορικά ή βιομηχανικά απόρρητα που γνώριζαν από την προηγούμενη απασχόλησή τους στην αναιρεσείουσα ή όχι, η) αν απέσπασαν πελατεία ή συνεργάτες από αυτή για να την ανταγωνισθούν μέσω τρίτων νομικών προσώπων ή όχι, θ) αν παρότρυναν συνεργάτες της αναιρεσείουσας να συνεργασθούν με ανταγωνιστικές της επιχειρήσεις που ήλεγχαν οι ίδιοι ή όχι, ι) αν είχαν προβεί σε συγκεκριμένες προπαρασκευαστικές πράξεις κατά τη διάρκεια της εργασιακής τους σχέσης με την αναιρεσείουσα για να την ανταγωνισθούν μετά τη λύση των συμβάσεων εργασίας τους με αυτή ή όχι, ια) αν η απαγόρευση - που εκτεινόταν χρονικά σε δύο (2) έτη από τη λύση των συμβάσεων και η οποία καταλάμβανε γεωγραφικά τόσο την Ελλάδα, όσο και το εξωτερικό - μπορούσε να δικαιολογηθεί, πρώτον, από την τρέχουσα τότε οικονομική συγκυρία και τις συνθήκες της αγοράς, δεύτερον, από τη θέση που κατείχε η εργοδότρια και οι ανταγωνίστριές της σύστημα παροχής χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών γενικά και, τέλος, τρίτον, από το ενδεχόμενο να ασκήσουν οι εργαζόμενοι ανταγωνιστική δραστηριότητα σε βάρος της αναιρεσείουσας με τη χρήση και συστημάτων πληροφορικής, ιβ) σε ποιο ποσόν ανερχόταν το χρηματικό αντάλλαγμα το οποίο κατέβαλλε η εργοδότρια στους αναιρεσιβλήτους - κατά τη διάρκεια της εργασιακής τους σχέσης - για να τηρήσουν τις μετασυμβατικές τους υποχρεώσεις, ιγ) ποιος ήταν ο μηνιαίος μισθός και οι λοιπές οικονομικές παροχές που πιθανόν λάμβανε ο καθένας τους για να ελεγχθεί στη συνέχεια - με κριτήρια τη χρονική και την τοπική έκταση της απαγόρευσης, τη διάρκεια της εργασιακής τους σχέσης και την οικονομική τότε συγκυρία - αν πρόκειται για χρηματική αντιπαροχή που θα αντιστάθμιζε την υποχρέωση που είχαν αναλάβει έναντι της αναιρεσείουσας να περιορίσουν την επαγγελματική τους δραστηριότητα στο μέλλον, ιδ) αν η επίδικη ρήτρα αποτέλεσε ή όχι αντικείμενο ιδιαίτερης διαπραγμάτευσης μεταξύ της αναιρεσείουσας και των αναιρεσιβλήτων με συνέπεια οι τελευταίοι να μην μπορέσουν να επηρεάσουν το περιεχόμενό της ή ότι η αναιρεσείουσα δεν έδωσε σε αυτούς τις απαραίτητες πληροφορίες για να μπορέσουν να σταθμίσουν τις υποχρεώσεις που αναλάμβαναν έναντί της με το συγκεκριμένο όρο, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ότι η ρήτρα είναι καταχρηστική και ιε) αν από το συνδυασμό όλων όσων προαναφέρθηκαν και των συνθηκών υπό τις οποίες ενήργησαν οι αναιρεσίβλητοι αποδεικνυόταν ότι οι συγκεκριμένοι διάδικοι θα έθεταν πράγματι σε κίνδυνο τα δικαιολογημένα επαγγελματικά συμφέροντα της αναιρεσείουσας ή όχι με την προϋπόθεση όμως ότι δεν επρόκειτο για ρήτρα που περιόριζε την επαγγελματική τους ελευθερία περισσότερο από όσο ήταν αναγκαίο ή το αντίθετο.
Οι αιτιολογίες αυτές ήταν απαραίτητες για να θεμελιωθεί πλήρως το αποδεικτικό πόρισμα της αναιρεσιβαλλομένης, το οποίο ταυτόχρονα θα εξειδίκευε στην προκειμένη περίπτωση τις αόριστες νομικές έννοιες των "χρηστών ηθών" και της "υπέρμετρης δέσμευσης της ελευθερίας" των αναιρεσιβλήτων για να κριθεί στη συνέχεια με σαφήνεια και πληρότητα αν επίδικη συμφωνία ήταν άκυρη ή έγκυρη και συνεπώς αν οι αναιρεσίβλητοι ενέχονταν συμβατικά έναντι της εργοδότριάς τους ή όχι. 6.
Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν η αναιρεσιβαλλομένη υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ κατά την εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 1 Σ, 178, 179 εδαφ.α, 281, 288, 361, 404 επ., 648 και 652 ΑΚ, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου, όπως βάσιμα επικαλείται η αναιρεσείουσα με όλα τα σκέλη του τρίτου κυρίου λόγου της αναίρεσής της.
Με το δεδομένο αυτό πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση που προσβάλλεται και ως προς τη διάταξή της με την οποία απορρίφθηκε στην ουσία της η έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά της υπ' αριθμό 586/2021 απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ως προς την εγκυρότητα της επίδικης συμβατικής ρήτρας για απαγόρευση ανταγωνισμού και τήρησης εχεμύθειας για το χρονικό διάστημα μίας διετίας μετά τη λύση των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσιβλήτων με την αναιρεσείουσα.
Μετά από αυτό παρέλκει να ερευνηθεί η βασιμότητα του τετάρτου - επικουρικού ως προς τον τρίτο - λόγο αναίρεσης. 7. Η αναιρεσιβαλλομένη επομένως απόφαση πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της και η υπόθεση - η οποία χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση - να παραπεμφθεί για εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επειδή είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε, όπως αιτείται και η αναιρεσείουσα (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις - μετά από το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της - πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι ηττήθηκαν στη δίκη (άρθρα 573 παρ. 1, 106, 176 παρ. 1, 180 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Το παράβολο που κατέθεσε η αναιρεσείουσα, όταν άσκησε την αναίρεση, πρέπει να επιστραφεί σε αυτή, επειδή τέτοια υποχρέωση δεν ισχύει για τις διαφορές των άρθρων 614 παρ. 3 ΚΠολΔ (άρθρο 495 παρ. 3 Β δ εδάφιο τελευταίο και 614 παρ. 3 β ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 5238/19-10-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, το ύψος των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) Ευρώ Αποφαίνεται ότι πρέπει να επιστραφεί στην αναιρεσείουσα το υπ' αριθμό ………..ηλεκτρονικό παράβολο ποσού ………(…..) Ευρώ ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ