Supreme Court dismisses appeal against lower court's rejection of annulment of a payment order based on execution title.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the Athens Court of First Instance's decision rejecting an annulment action against a payment order. The appellant argued the lower court erred by accepting the annulment despite the existence of an execution title, while the lower court relied on a prior Supreme Court ruling that had already annulled the payment order. The court held that the appellant's arguments were baseless and procedurally unnecessary, leading to the rejection of the appeal and the award of costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a decision rejecting an annulment action is dismissed when the appellant fails to demonstrate that the lower court erred in its assessment of the admissibility of the annulment action, particularly when the annulment was already established by a final judicial decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1782 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1782/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. συζύγου Κ. Κ., το γένος Ο. Π., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Νάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "....", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταυρούλα Καραθάνου - Δεληγιάννη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/7/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4295/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3031/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 6/9/2013 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 206/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 3031/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 2929/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/9/2017 αίτησή της και τους από 10/7/2018 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκειται προς κρίση η από 15-9-2017 αίτηση αναίρεσης, καθώς και οι από 10-8-2018 πρόσθετοι λόγοι αυτής κατά της υπ' αριθ. 2929/2017 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 206/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η προεκδοθείσα υπ' αριθ. 3031/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος, που είχε απορρίψει ως αβάσιμη την από 20-1-2012 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 4295/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 4-7-2005 ανακοπή της, με την οποία ζητούσε την ακύρωση της από 30-6-2005 επιταγής προς πληρωμή, κάτω από αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της με αριθ. 6380/2005 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί με αίτηση της αναιρεσείουσας σε βάρος της αναιρεσίβλητης για το ποσό των 464.144,07 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων.
Το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη ήδη ως άνω απόφασή του, αφού έκανε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν την από 20-1-2012 έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την ανακοπή, την έκανε δεκτή και ακύρωσε την άνω επιταγή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ).
Παραδεκτοί, εξάλλου, είναι και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα, ως προς τα προσβαλλόμενα με την αίτηση αναίρεσης κεφάλαια της εφετειακής απόφασης, με ιδιαίτερο δικόγραφο, που επιδόθηκε νόμιμα στον αναιρεσίβλητο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ.2 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, η αναίρεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι να εξεταστούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 68 παρ. 1 και 2 και 75 παρ. 1 και 2 του κ.ν. 2190/1920, όπως το πρώτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του π.δ 498/1987 και το δεύτερο προστέθηκε με το άρθρο 12 του ίδιου π.δ., προκύπτει ότι μπορεί να πραγματοποιηθεί η συγχώνευση ανωνύμων εταιρειών είτε με απορρόφηση είτε με σύσταση νέας εταιρείας.
Συγχώνευση με απορρόφηση είναι εκείνη με την οποία μία ή περισσότερες εταιρείες (απορροφούμενες), οι οποίες λύνονται χωρίς να ακολουθήσει εκκαθάριση μεταβιβάζουν σε άλλη υφιστάμενη εταιρεία (απορροφούσα) το σύνολο της περιουσίας τους (ενεργητικό και παθητικό) υπό τους όρους και προϋποθέσεις που καθορίζονται στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου και κατά το άρθρο 75 παρ. 1, από την καταχώρηση στο Μητρώο των Ανωνύμων εταιριών της εγκριτικής απόφασης της συγχώνευσης που προβλέπεται από το άρθρο 74, επέρχονται αυτοδίκαια και ταυτόχρονα, χωρίς καμία άλλη διατύπωση τόσο για τις συγχωνευόμενες εταιρείες όσο και έναντι τρίτων τα ακόλουθα αποτελέσματα:
α) η απορροφούσα εταιρεία υποκαθίσταται σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ή των απορροφουμένων εταιρειών και η μεταβίβαση αυτή εξομοιώνεται με καθολική διαδοχή, β) η απορροφούμενη ή οι απορροφούμενες παύουν να υπάρχουν (ΑΠ 591/2017). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 68, 118, 216 και 217 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η νομιμοποίηση του διαδίκου, δηλαδή η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένο δικαίωμά του ή έννομη σχέση, ανήκει κατά κανόνα στο φορέα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης κατά το ουσιαστικό δίκαιο και για τη θεμελίωσή της αρκεί ο ισχυρισμός του ότι ο ίδιος είναι φορέας του επιδίκου δικαιώματος και ο αντίδικός του της αντίστοιχης υποχρέωσης.
Η κατά κανόνα νομιμοποίηση προσλαμβάνει καθαρά τυπικό χαρακτήρα και ενδιαφέρει, επειδή τότε μόνον ερευνάται η ενδεχόμενη έλλειψή της, μεταξύ άλλων, όταν πριν την έναρξη της δίκης εχώρησε καθολική, οιονεί καθολική ή ειδική διαδοχή στο επίδικο δικαίωμα ή στην επίδικη υποχρέωση, η οποία δημιουργεί τον από το άρθρο 559 αριθ. 14 λόγο αναίρεσης, σύμφωνα με το οποίο ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Εξάλλου, στη δίκη που ανοίγεται με την ανακοπή, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ, ο μεν ανακόπτων επέχει κατ' αρχήν θέση εναγομένου, ο δε καθού θέση ενάγοντος, και έτσι o τελευταίος βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, της οποίας το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή (ΑΠ 2284/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέμφεται το Εφετείο, όπως εκτιμάται, ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και συγκεκριμένα αιτιάται, ότι δεν απέρριψε ως απαράδεκτες, όπως είχε προβάλλει με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιόν του, ως εφεσίβλητη, την από 4-7-2005 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης κατ' αυτής και κατά της από 30-6-2005 επιταγής προς πληρωμή, κάτω από αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της με αριθ. 6380/2005 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως και την από 20-1-2011 έφεσή της ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά της υπ' αριθ. 4295/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την άνω ανακοπή της, καθόσον στα δικόγραφά τους δεν αναφέρονται τα στοιχεία της νομιμοποίησής της για την άσκησή τους και ειδικότερα δεν αναφέρεται, ότι αυτή ενήργησε ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση, ούτε και τα ιδιαίτερα στοιχεία αυτής, όπως πότε έγινε και πότε εγκρίθηκε η απορρόφηση της άνω τράπεζας, με ποια απόφαση του αρμοδίου υπουργού και πότε καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών.
Από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα με την από 10-6-2005 αίτησή της ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία " ...", υπό την ιδιότητά της ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία " ..." και περαιτέρω ως καθολικής διαδόχου της "....", ζήτησε, ισχυριζόμενη ότι έχει απαίτηση σε βάρος της καθής υπό την άνω ιδιότητά της, ύψους 464.144,07 ευρώ, που αποδεικνύεται από τα αναφερόμενα σ' αυτή έγγραφα, την έκδοση σε βάρος της τελευταίας διαταγής πληρωμής.
Με βάση την αίτηση αυτή εκδόθηκε η υπ' αριθ. 6380/2005 διαταγή πληρωμής σε βάρος της καθής ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ¨..." υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά της. Η αναιρεσείουσα στη συνέχεια επέδωσε στην τελευταία την από 30-6-2005 επιταγή κάτω από αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της άνω διαταγής πληρωμής για την πληρωμή του παραπάνω ποσού των 464.114,07 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοσή της, καθώς και ποσού 16.402 ευρώ για δικαστική δαπάνη και συνολικά, μετά λοιπών εξόδων, ποσού 505.279,59 ευρώ.
Η "...", προκειμένου να αποφύγει την σε βάρος της αναγκαστική εκτέλεση, προέβη στις 6-7-2005 στην καταβολή των επιταχθέντων ποσών, επιφυλασσόμενη των νομίμων δικαιωμάτων της προς άσκηση των ενδίκων βοηθημάτων και ενδίκων μέσων και άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της άνω επιταγής προς πληρωμή την από 4-7-2005 ανακοπή της και ζήτησε για τους λόγους που αναφέρονταν σ' αυτή την ακύρωσή της.
Την ανακοπή αυτή την άσκησε ως "...", χωρίς όμως να αμφισβητήσει την ιδιότητά της ως καθολικής διαδόχου των προαναφερομένων τραπεζικών εταιρειών, που συγχωνεύτηκαν σ' αυτή με απορρόφηση, όπως ισχυριζόταν η ήδη αναιρεσείουσα στην αίτησή της για την έκδοση της διαταγής πληρωμής. Το Μονομελές Πρωτοδικείο με την υπ' αριθ. 4295/2011 απόφασή του απέρριψε την ανακοπή αυτή ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, με την αιτιολογία, ότι η καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσα παραιτήθηκε από την επιταγή με την από 3-1-2011 σχετική δήλωσή της, την οποία κοινοποίησε στην αναιρεσίβλητη, αλλά και με δήλωση στο ακροατήριο, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, με αποτέλεσμα να θεωρείται ως μηδέποτε υπάρξασα και να μην δικαιολογεί έννομο συμφέρον για τη συζήτηση της ανακοπής και έκδοση απόφασης.
Κατά της απόφασης αυτής, η ανακόπτουσα άσκησε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών την από 20-1-2012 έφεσή της, με την οποία, ζήτησε για τους αναφερόμενους λόγους την εξαφάνισή της, ώστε να εξετασθεί η ανακοπή της και να ακυρωθεί η επιταγή προς πληρωμή. Την έφεση αυτή την άσκησε και αύθις ως "...", χωρίς να αμφισβητήσει την ιδιότητά της ως καθολικής διαδόχου, κατά τα άνω.
Το Εφετείο με την υπ' αριθ. 3031/2013 απόφασή του δέχτηκε ομοίως ότι, κατά τη συζήτηση της ανακοπής, είχε εκλείψει το έννομο συμφέρον της ανακόπτουσας-εκκαλούσας για την εκδίκαση της, διότι μετά την άσκηση της ανακοπής η επισπεύδουσα καθής η ανακοπή παραιτήθηκε από την επιταγή, η οποία θεωρείται ότι ουδέποτε έλαβε χώρα και το γεγονός, ότι η ανακόπτουσα συμμορφώθηκε με την επιταγή και ικανοποίησε πλήρως τη δανείστρια δεν δικαιολογεί έννομο συμφέρον της για τη συζήτηση της ανακοπής και έκδοση απόφασης, καθόσον η ανακόπτουσα μπορεί να ζητήσει τα καταβληθέντα με αγωγή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ή με αγωγή από το άρθρο 914 ΑΚ, χωρίς προηγούμενη ακύρωση της επιταγής και απέρριψε την έφεση κατ' ουσίαν.
Κατά της απόφασης αυτής η ανακόπτουσα- εκκαλούσα άσκησε την από 6-9-2013 αίτηση αναίρεσης, αιτούμενη, για τους αναφερόμενους σ' αυτή από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους, την αναίρεση της τελευταίας απόφασης. Επί της αίτησης αναίρεσης εκδόθηκε η υπ' αριθ. 206/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε, με την αιτιολογία, ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 68, 933 παρ. 1 και 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, καθόσον υπό τις παραδοχές του Εφετείου, ότι η ανακόπτουσα μετά την επίδοση της επιταγής προς πληρωμή κατέβαλε στην καθής η ανακοπή το επιτασσόμενο ποσό σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση της απαίτησής της, δεν υφίστατο δικονομικό στάδιο παραίτησης από την επιταγή και η ανακόπτουσα είχε έννομο συμφέρον για τη συζήτηση της ανακοπής και την έκδοση απόφασης.
Μετά ταύτα, επαναφέρθηκε η απόφαση στο Εφετείο προς εκδίκαση εκ νέου της έφεσης της ανακόπτουσας -εκκαλούσας. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, μετά την παραπομπή, η καθής η ανακοπή- εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε το πρώτον με τις από 4-2-2017 έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, ότι η ανακοπή κατά της επιταγής προς πληρωμή, αλλά και η έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την άνω ανακοπή της, ήταν απαράδεκτες, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρονται τα στοιχεία της νομιμοποίησής της για την άσκησή τους από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "..." και ειδικότερα, ότι δεν αναφέρεται, ότι αυτή ενήργησε ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση, ούτε και τα ιδιαίτερα στοιχεία αυτής, όπως πότε έγινε και πότε εγκρίθηκε η απορρόφηση της άνω τράπεζας, με ποια απόφαση του αρμοδίου υπουργού και πότε καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών.
Το Εφετείο, δέχθηκε ως προς το ζήτημα αυτό τα ακόλουθα: "η ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα έχει, ήδη από το έτος 1998, απορροφήσει την εταιρεία με την επωνυμία ...., που ήταν η Τράπεζα με την οποία η καθής η ανακοπή είχε συναλλαγεί και η οποία, από την απορρόφησή της και μετά έπαψε να υφίσταται ως νομικό πρόσωπο...
Συνεπώς ορθά η ανακόπτουσα άσκησε, τόσο την ένδικη ανακοπή, όσο και την έφεση..., στο όνομά της, αφού μόνο η απορροφούσα εταιρεία νομιμοποιείται πλέον να είναι διάδικος και όχι η απορροφούμενη. Μάλιστα η εφεσίβλητη, στην από 10-6-2005 αίτησή της για έκδοση της με αριθμό 6380/2005 διαταγής πληρωμής, κάτω από την οποία έχει γραφεί η επίδικη επιταγή, στρέφεται κατά της ανακόπτουσας, επικαλούμενη, ότι είναι καθολική διάδοχος της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε το σχετικό ισχυρισμό της ήδη αναιρεσείουσας περί έλλειψης νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης και αφού δέχτηκε την έφεση ως βάσιμη κατ' ουσίαν και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχτηκε και την άνω ανακοπή της αναιρεσίβλητης και ακύρωσε την επιταγή προς πληρωμή.
Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο ουχί παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαραδέκτο, δεδομένου, ότι, σύμφωνα με τα παραπάνω γενόμενα δεκτά, η αναιρεσίβλητη, στην οποία συγχωνεύτηκε με απορρόφηση η τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...." από το έτος 1998, πριν από την άσκηση της ανακοπής και της έφεσης, με την οποία είχε συναλλαγεί η αναιρεσείουσα, νομιμοποιείται για την άσκησή τους, διότι ως απορροφούσα εταιρεία υποκαθίσταται σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της απορροφούμενης, η μη αναφορά δε στα δικόγραφα, ότι ασκήθηκαν από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...", ως καθολικής διαδόχου της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "....", ουδέν απαράδεκτο δημιούργησε.
Και τούτο διότι ουδεμία αμφιβολία δημιουργήθηκε στα διάδικα μέρη σε σχέση με τη νομιμοποίηση της αναιρεσίβλητης για την άσκηση της ανακοπής και της έφεσης υπό την προαναφερόμενη ιδιότητα, ούτε έλλειψη ευχέρειας άμυνας εκ μέρους της αναιρεσείουσας, ως καθής η ανακοπή και εφεσίβλητης, αφού η ίδια είχε ζητήσει με τη σχετική αίτησή της την έκδοση της διαταγής πληρωμής, για την εκτέλεση της οποίας επιδόθηκε η ένδικη επιταγή, σε βάρος της ήδη αναιρεσίβλητης, υπό την ιδιότητά της ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία " ..." και της "....", λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση, η δε αναιρεσίβλητη, δεν αντέλεξε στην άνω ιδιότητα, που της απέδωσε η αναιρεσείουσα, αλλά με την ανακοπή και την έφεση, προέβαλε τους ισχυρισμούς της κατά της άνω επιταγής προς πληρωμή, που αφορούσαν στις προϋποθέσεις έκδοσης του εκτελεστού τίτλου και την δι' αυτής επιτασσόμενη απαίτηση και περαιτέρω η αναιρεσείουσα τις από 4-2-2017 έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, με τις οποίες απάντησε στους λόγους έφεσης της αναιρεσίβλητης και της ανακοπής της, τις έστρεψε κατ' αυτής υπό την ιδιότητά της ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία " ..." και της "....".
Επομένως, οι περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ. 14, πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ "Είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης κατά απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, εφόσον με το λόγο αυτό προσβάλλεται η απόφαση κατά το τμήμα της εκείνο, κατά το οποίο συμμορφώθηκε προς την αναιρετική", ενώ κατά το άρθρο 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ, "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι η αναιρετική απόφαση ως προς τα νομικά ζητήματα, που έλυσε, δεσμεύει το δικαστήριο της παραπομπής και τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σ' αυτόν η υπόθεση με νέα αναίρεση ή ακόμη και αν την κρατήσει και τη δικάσει ως εφετείο. Αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφωθεί με την αναιρετική ιδρύεται ο λόγος από τον αριθ. 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν όμως συμμορφωθεί ορίζεται με την παρ. 1 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, ότι είναι απαράδεκτος κάθε λόγος αναίρεσης, που προσβάλλει την απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής, κατά το μέρος που συμμορφώθηκε.
Απαράδεκτος δε είναι και ο λόγος, ο οποίος προσκρούει εμμέσως στην αναιρετική απόφαση, όπως όταν υποστηρίζεται, ότι με τη συμμόρφωση παραβιάστηκε κάποιος άλλος κανόνας ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, που ιδρύει τον προβαλλόμενο λόγο (ΑΠ 1361/2011, ΑΠ 1525/2008). Στην προκειμένη περίπτωση ο Άρειος Πάγος με την υπ' αριθ. 206/2015 απόφασή του δέχθηκε, ότι ο ανακόπτων δεν στερείται εννόμου συμφέροντος προς προσβολή πράξης της εκτέλεσης ακόμη και αν υπό την απειλή περαιτέρω πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης κατέβαλε στον επισπεύδοντα δανειστή το επιτασσόμενο προς πληρωμή ποσό, καθόσον και αν ακόμη δεν είναι δυνατή η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ο ανακόπτων έχει δικαίωμα αποζημίωσης, κατ' άρθρο 940 παρ. 3 του ΚΠολΔ, για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος του οποίου προς άσκησή της αρκεί και μόνη η εκ του νόμου παρεχόμενη ευχέρεια προς άσκηση αγωγής αποζημίωσης στην περίπτωση αμετάκλητης ακύρωσης της ενεργηθείσας εκτέλεσης και περαιτέρω ότι η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση με την οποία αρχίζει, κατ' άρθρο 924 ΚΠολΔ, η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, συνεπάγεται δικονομικές και ουσιαστικές συνέπειες, οι οποίες δεν αίρονται παρά μόνο με την ακύρωσή της από το δικαστήριο ή με παραίτηση από την επιταγή εκ μέρους του επισπεύδοντος, η οποία έχει ως αποτέλεσμα ότι η επιταγή θεωρείται ότι ουδέποτε έλαβε χώρα και η ανακοπή, που ασκήθηκε κατά της επιταγής στην περίπτωση αυτή, καθίσταται χωρίς αντικείμενο και ο ανακόπτων στερείται πλέον εννόμου συμφέροντος για την εκδίκαση της ανακοπής και την έκδοση απόφασης επ' αυτής, καθόσον με την παραίτηση αυτή αποτρέπεται η υλοποίηση της εναντίον του εκτέλεσης, στην περίπτωση όμως, που με την επιταγή επήλθε το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα πλήρους ικανοποίησης της απαίτησης του επισπεύδοντος, με εκούσια, για την αποφυγή περαιτέρω πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, συμμόρφωση του οφειλέτη, ο οποίος άσκησε ανακοπή κατά της επιταγής, δεν νοείται παραίτηση από την επιταγή, αφού έπαυσε να είναι εκκρεμής η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης και ότι συνεπώς ο οφειλέτης, ο οποίος για την αποφυγή υλοποίησης της εναντίον του αναγκαστικής εκτέλεσης, συμμορφώθηκε εκούσια με την επιταγή και ικανοποίησε πλήρως τον δανειστή, έχει πρόδηλο έννομο συμφέρον για συζήτηση της εκκρεμούσας ανακοπής και ακύρωση της επιταγής, προκειμένου να δημιουργηθεί υπέρ αυτού δεδικασμένο όσον αφορά το άκυρο και παράνομο της εναντίον του εκτέλεσης, ώστε με τη συνδρομή και των λοιπών στοιχείων της αδικοπραξίας να ασκήσει στη συνέχεια κατά του επισπεύσαντος δανειστή αξίωση αποζημίωσης, κατά τα άρθρα 914 ΑΚ και 940 αριθ. 3 ΚΠολΔ.
Στη συνέχεια δε αναίρεσε την υπ' αριθ. 3031/2013 απόφαση του Εφετείου, κατά παραδοχή αναιρετικών λόγων από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 68, 933 παρ.1, 940 αριθ. 3 ΚΠολΔ, που είχε δεχθεί ότι κατά τη συζήτηση της ένδικης ανακοπής, στις 11-1-2011, είχε εκλείψει το έννομο συμφέρον της ανακόπτουσας, ήδη αναιρεσίβλητης, για εκδίκαση της από 4-7-2005 ανακοπής της κατά της από 30-6-2005 επιταγής προς εκτέλεση της υπ' αριθ. 6380/2005 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διότι μετά την άσκηση της ανακοπής η τελευταία με δήλωση που καταχωρίστηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, παραιτήθηκε από την επιταγή, η οποία θεωρείται ότι ουδέποτε έλαβε χώρα, και είχε απορρίψει ως αβάσιμη την έφεση της ανακόπτουσας, ήδη αναιρεσίβλητης, κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε απορρίψει ως απαράδεκτη για τον ίδιο λόγο την ανακοπή, αφού έκρινε (ο Άρειος Πάγος), ότι εφόσον, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της απόφασης του εφετείου, η ανακόπτουσα, ήδη αναιρεσίβλητη, μετά την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση κατέβαλε στην καθής η ανακοπή, ήδη αναιρεσείουσα, το επιτασσόμενο ποσό σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση της απαίτησής της, δεν υφίστατο δικονομικό στάδιο παραίτησης από την επιταγή και η ανακόπτουσα, ήδη αναιρεσίβλητη, εξακολουθεί να έχει έννομο συμφέρον για τη συζήτηση της ανακοπής της και την έκδοση απόφασης και περαιτέρω παρέπεμψε την υπόθεση στο εφετείο για επανεκδίκαση.
Επί του θέματος αυτού, το εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, δικάζοντας την έφεση, έκρινε, ότι για τα παραπάνω ζητήματα ο Άρειος Πάγος έκρινε δεσμευτικά και κατέληξε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η ανακόπτουσα, ήδη αναιρεσίβλητη, ενόψει αυτών δεν στερείται εννόμου συμφέροντος προς άσκηση και συζήτηση της ανακοπής της και αφού δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα αντίθετα και είχε απορρίψει την ανακοπή της και περαιτέρω εξέτασε την ανακοπή, την έκανε δεκτή και ακύρωσε την επιταγή προς πληρωμή.
Η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά τα τρία πρώτα σκέλη του, τον έκτο λόγο αυτής, καθώς και με τους πρώτο, δεύτερο και τέταρτο, κατά το οικείο μέρος του, πρόσθετους λόγους αυτής από τους αριθ. 1, 8 και 14 μέμφεται το εφετείο, ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως δικαστήριο παραπομπής, δεν έλαβε υπόψη του τους προταθέντες με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του εφετείου, που υπέβαλε ως εφεσίβλητη, προς υπεράσπιση κατά της έφεσης, ισχυρισμούς της, ότι έλαβε υπόψη του πράγματα μη προταθέντα νόμιμα και παραδεκτά, ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 68, 69 παρ. 1 και 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 116 ΚΠολΔ, 389, 363 και 169 ΠΚ και 42 ΕισΝΚΠολΔ, τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ ήταν εφαρμοστέες, προβάλλοντας περαιτέρω ειδικότερα, ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της, ότι η αναιρεσίβλητη δεν προέβη, μετά την επίδοση της επίδικης επιταγής της, σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση του επιτασσόμενου ποσού, όπως αναληθώς και εν γνώσει της αναληθείας ισχυρίσθηκε η αναιρεσίβλητη με την έφεσή της, παραβιάζοντας συγχρόνως τους κανόνες των χρηστών ηθών, της καλής πίστης και της κοινωνικής ηθικής, αφού κατέβαλε στις 6-7-2005 μόνον το ποσό των 505.279,59 ευρώ, όχι όμως και τους τόκους υπερημερίας από 30-6-2005 έως 6-7-2005, ποσού 2000 ευρώ, καθώς και το ποσό των 1500 ευρώ για την εντολή προς εκτέλεση, άλλως ότι η καταβολή από την αναιρεσείουσα του παραπάνω ποσού και η είσπραξή του από αυτή έγινε, διότι απορρίφθηκαν με προσωρινές διαταγές τα αιτήματα ασφαλιστικών μέτρων, που κατέθεσε η αναιρεσίβλητη, για αναστολή της εκτέλεσης της διαταγής πληρωμής και της επιταγής προς πληρωμή και συνεπώς η καταβολή του ποσού αυτού τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την απόρριψη των άνω αιτημάτων των ασφαλιστικών μέτρων, οι έννομες συνέπειες των οποίων δεν ανατρέπονται, δηλαδή, δεν θεωρούνται ως μηδέποτε γενόμενες και μάλιστα αυτοδικαίως, παρά μόνο με ανάκληση των αποφάσεων που διέταξαν αυτά, πράγμα που δεν συνέβη και συνεπώς δεν γεννάται υποχρέωσή της προς αποζημίωση της αναιρεσίβλητης, κατ' άρθρο 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, παρά μόνο κατά τη διάταξη του άρθρου 703 ΚΠολΔ και εφόσον συντρέχουν οι πρϋποθέσεις εφαρμογής του, άλλως η είσπραξη του άνω ποσού από αυτή είναι νόμιμη και έγκυρη, γιατί καλύπτεται από το προσωρινό δεδικασμένο, που απορρέει από τις άνω αποφάσεις των ασφαλιστικών μέτρων και εντεύθεν οι αντιρρήσεις, που προβάλλονται από την αναιρεσίβλητη με την ανακοπή της, είναι απαράδεκτες, άλλως αυτή στερείται εννόμου συμφέροντος για τη συζήτηση της ανακοπής της, διότι αυτή παραιτήθηκε από την επιταγή της, η αναιρεσίβλητη δεν είχε προβεί, κατά τα παραπάνω, σε πλήρη εξόφληση της απαίτησής της, δεν αρκούσε για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος της μόνη η εκ του νόμου παρεχόμενη ευχέρεια προς άσκηση αγωγής αποζημίωσης στην περίπτωση αμετάκλητης ακύρωσης της ενεργηθείσας αναγκαστικής εκτέλεσης, αλλά έπρεπε να έχει ακυρωθεί προηγουμένως αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση, στη συγκεκριμένη δε περίπτωση η αξίωση της αναιρεσίβλητης για παροχή έννομης προστασίας, ήταν ανύπαρκτη, διότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της αμετάκλητης ακύρωσης της αναγκαστικής εκτέλεσης βάσει της επίδικης επιταγής, ώστε να μπορεί να ζητήσει αποζημίωση, άλλως η αναιρεσίβλητη δεν έχει δικαίωμα αποζημίωσης και δεν δικαιούται να αναζητήσει το καταβληθέν ποσό, διότι η υποχρέωσή της, προς απόσβεση της οποίας έγινε προς αυτή η καταβολή του ποσού των 505.279,59 ευρώ, δεν είναι ανύπαρκτη, δεδομένου, ότι η αμετάκλητη ακύρωση της διαταγής πληρωμής και το δεδικασμένο, που προκύπτει από την υπ' αριθ. 3058/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την υπ' αριθ. 1347/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, περιορίζεται στο δικονομικό ζήτημα της διάγνωσης της ακυρότητας για τυπικό λόγο της διαταγής πληρωμής και δεν επεκτείνεται και σε διάγνωση της ανυπαρξίας της σχετικής απαίτησης.
Οι λόγοι αυτοί, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά παραπάνω, είναι στο σύνολό τους απαράδεκτοι. Ειδικότερα, αυτοί που αναφέρονται στο ότι η αναγκαστική εκτέλεση έγινε σε εκτέλεση αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων, προεχόντως διότι ερείδονται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού ούτε η αναγκαστική εκτέλεση, αλλ' ούτε και το εφετείο δέχθηκε, ότι έγινε σε εκτέλεση απόφασης ασφαλιστικών μέτρων.
Οι λοιποί δε, διότι, υπό την επίκληση των άνω λόγων αναίρεσης, προσκρούουν εμμέσως στις παραδοχές της προηγούμενης υπ' αριθ. 206/2015 απόφασης του Αρείου Πάγου, προς τις οποίες, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα παραπάνω, συμμορφώθηκε το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεδομένου, ότι ο Άρειος Πάγος είχε δεχθεί, ότι ο ανακόπτων, ο οποίος για την αποφυγή υλοποίησης της εναντίον του αναγκαστικής εκτέλεσης, συμμορφώθηκε εκούσια με την επιταγή και ικανοποίησε πλήρως τον καθού η ανακοπή, έχει πρόδηλο έννομο συμφέρον για συζήτηση της εκκρεμούσας ανακοπής και ακύρωση της επιταγής, προκειμένου να δημιουργηθεί υπέρ αυτού δεδικασμένο, όσον αφορά το άκυρο και παράνομο της εναντίον του εκτέλεσης, ώστε με τη συνδρομή και των λοιπών στοιχείων της αδικοπραξίας να ασκήσει στη συνέχεια κατά του επισπεύσαντος δανειστή αξίωση αποζημίωσης, κατά τα άρθρα 914 ΑΚ και 940 αριθ. 3 ΚΠολΔ, για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος του οποίου (ανακόπτοντος) αρκεί και μόνη η εκ του νόμου παρεχόμενη ευχέρεια προς άσκηση αγωγής αποζημίωσης στην περίπτωση αμετάκλητης ακύρωσης της ενεργηθείσας εκτέλεσης και κατά συνέπεια, ότι στην προκείμενη περίπτωση η ανακόπτουσα, ήδη αναιρεσίβλητη, είχε έννομο συμφέρον για τη συζήτηση της ανακοπής της και την έκδοση απόφασης επ' αυτής, ενόψει ότι, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του εφετείου, η ανακόπτουσα, ήδη αναιρεσίβλητη, μετά την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση κατέβαλε στην καθής η ανακοπή, ήδη αναιρεσείουσα, το επιτασσόμενο ποσό σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση της απαίτησής της.
Με το τέταρτο σκέλος του ίδιου ως άνω τρίτου λόγου από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται το εφετείο, ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 904 ΑΚ και 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, τις οποίες εφάρμοσε, ότι ο καθού η εκτέλεση μπορεί να ζητήσει τα καταβληθέντα με την αγωγή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αν ακυρωθεί αμετάκλητα ο εκτελεστός τίτλος, η διαταγή πληρωμής, με βάση τον οποίο εκτελεστό τίτλο έγινε η εκτέλεση σε βάρος της αναιρεσίβλητης, ενώ η αμετάκλητη ακύρωση της διαταγής πληρωμής, δεν γεννάει ούτε αδικαιολόγητο πλουτισμό, κατά το άρθρο 904 ΑΚ, ούτε δικαίωμα αποζημίωσης, κατά το άρθρο 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, διότι η εφαρμογή των διατάξεων αυτών επιτρέπεται μόνο στην περίπτωση της αμετάκλητης ακύρωσης της αναγκαστικής εκτέλεσης και όχι και στην περίπτωση της αμετάκλητης ακύρωσης της υπ' αριθ. 6380/2005 διαταγής πληρωμής, όπου δεν ακυρώνεται η εκτέλεση, που αποτελεί, την αιτία της περιουσιακής επίδοσης, αλλά ανατρέπεται η αποτελούσα τον τίτλο της εκτέλεσης διαταγή πληρωμής.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, πέραν του ότι δεν αναφέρεται ποια έννομη επιρροή είχε η αναφερόμενη παραδοχή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ερείδεται και σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε, ότι η αναιρεσίβλητη μπορούσε να ζητήσει τα καταβληθέντα με την αγωγή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, σε περίπτωση ακύρωσης αμετάκλητα της διαταγή πληρωμής, με βάση την οποία έγινε η εκτέλεση σε βάρος της, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του δεν περιέχει τέτοια παραδοχή, παρά μόνον, ότι η αναιρεσίβλητη είχε έννομο συμφέρον να αναζητήσει αποζημίωση, κατ' άρθρο 940 παρ. 3 ΚΠολΔ σε περίπτωση ακύρωσης της αναγκαστικής εκτέλεσης και συνεπώς, ότι δεν στερείται εννόμου συμφέροντος να ασκήσει ανακοπή κατά της επιταγής προς πληρωμή και εάν ακόμη υπό την απειλή περαιτέρω πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης κατέβαλε στην αναιρεσείουσα το επιτασσόμενο προς πληρωμή ποσό, η αναφορά δε ότι " το έννομο αυτό συμφέρον δεν εκλείπει, και αν, εν τω μεταξύ, έχει ακυρωθεί αμετάκλητα ο εκτελεστός τίτλος, με βάση τον οποίον έγινε η εκτέλεση και ο οφειλέτης μπορεί να αναζητήσει τα καταβληθέντα με την αγωγή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, καθόσον με την αγωγή αποζημιώσεως αποκαθίσταται η ζημία του οφειλέτη, η οποία δεν συμπίπτει αναγκαίως με τον πλουτισμό, αλλά μπορεί να έχει ευρύτερο περιεχόμενο ", διατυπώθηκε πλεοναστικά και απλώς και μόνον προς επίρρωση της άνω αιτιολογίας της.
Από τo συνδυασμό των άρθρων 68 και 516 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για την άσκηση έφεσης απαιτείται έννομο συμφέρον, το οποίο κρίνεται από το χρόνο άσκησης του ένδικου μέσου, ελέγχεται αυτεπαγγέλτως και υπάρχει όταν ο διάδικος ηττήθηκε εν όλω ή εν μέρει στην πρωτόδικη δίκη, διότι απορρίφθηκαν οι αιτήσεις και οι προτάσεις του ή αντιθέτως έγιναν δεκτές οι αιτήσεις και οι προτάσεις του αντιδίκου του.
Έτσι, όταν η ανακοπή απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά παραδοχή ισχυρισμού του καθού η ανακοπή, ότι ο ανακόπτων δεν έχει έννομο συμφέρον προς άσκησή της, ο τελευταίος έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση έφεσης κατά της απορριπτικής αυτής απόφασης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενώ κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτο.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και τον τέταρτο πρόσθετο λόγο, κατά το οικείο μέρος του και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το εφετείο, ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη του πράγματα μη προταθέντα νόμιμα και παραδεκτά και συγκεκριμένα δέχτηκε, ότι το επιτασσόμενο με την επιταγή ποσό, ύψους 505.279,59 ευρώ, εξοφλήθηκε πλήρως και ολοσχερώς εκουσίως από την αναιρεσίβλητη, προς αποφυγή περαιτέρω πράξεων εκτέλεσης, ότι μετά ταύτα δεν υφίστατο πλέον στάδιο και δυνατότητα παραίτησης ή ανάκλησής της επιταγής εκ μέρους της, εφόσον διενεργήθηκε και ολοκληρώθηκε η ανακοπτόμενη εκτελεστική διαδικασία και συνεπώς ότι η αναιρεσίβλητη είχε έννομο συμφέρον προς συνέχιση της δίκης επί της ανακοπής της κατά της επιταγής, παρόλον ότι η αναιρεσίβλητη πρότεινε τις παραπάνω αντιρρήσεις της κατά της επιταγής το πρώτον με προσθήκη στις από 11-1-2011 έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοδικείου και στη συνέχεια με την έφεσή της και όχι με την ανακοπή της ή με πρόσθετους λόγους αυτής, όπως έπρεπε με βάση τις διατάξεις των άρθρων 583, 585 και 933 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων, η αναιρεσείουσα, αρνούμενη το έννομον συμφέρον της αναιρεσίβλητης προς άσκηση και συζήτηση της ανακοπής της κατά της επιταγής προς πληρωμή, προέβαλλε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ειδικότερα, ότι εξέλειπε τούτο (έννομον συμφέρον), διότι αυτή παραιτήθηκε από την επιταγή αυτή.
Η αναιρεσίβλητη προς αντίκρουση του ισχυρισμού αυτού της αναιρεσείουσας προέβαλλε με προσθήκη στις έγγραφες προτάσεις της, ότι δεν εστερείτο εννόμου συμφέροντος, καθόσον δεν υφίστατο στάδιο και δυνατότητα παραίτησης από την επιταγή, διότι είχε ολοκληρωθεί η εκτέλεση, δεδομένου, ότι αυτή, συμμορφούμενη εκουσίως, είχε καταβάλλει πριν την παραίτηση σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση του επιτασσόμενου ποσού, το ποσό των 505.279,59 ευρώ.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθ. 4295/2011 οριστική απόφασή του, δέχθηκε τον άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί έλλειψης εννόμου συμφέροντος της αναιρεσίβλητης και απέρριψε την ανακοπή της κατά της επιταγής προς πληρωμή για το λόγο αυτό. Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα διάδικος, άσκησε την από 20-1-2012 έφεσή της, παραπονούμενη για την απόρριψη της ανακοπής της, κατά παραδοχή του άνω ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης, προβάλλοντας με την έφεσή της τους παραπάνω ισχυρισμούς της, που είχε προβάλλει και πρωτοδίκως.
Κατ' ακολουθίαν, το εφετείο, που έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης, και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμούς μη νομίμως και παραδεκτώς προταθέντες και ουχί παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, δεδομένου ότι δεν επρόκειτο περί προβολής νέων λόγων ανακοπής κατά τρόπο διάφορο του οριζομένου στα άρθρα 583, 585 και 933 παρ. 1 εδ.
γ ΚΠολΔ και δη με προσθήκη στις έγγραφες προτάσεις της στο πρωτοδικείο ή με την έφεση. Επομένως, οι άνω λόγοι από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το εφετείο, ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη του πράγματα μη προταθέντα νόμιμα και παραδεκτά και συγκεκριμένα δέχτηκε την ένσταση περί εξόφλησης της επιτασσόμενης με την επιταγή απαίτησης που υπέβαλε η αναιρεσίβλητη με προσθήκη στις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και με την έφεσή της και όχι με την ανακοπή της ή με πρόσθετους λόγους αυτής, όπως έπρεπε με βάση τις διατάξεις των άρθρων 583, 585 και 933 παρ. 1 ΚΠολΔ και χωρίς η εξόφληση αυτή να αποδεικνύεται, μετά την άρνηση εκ μέρους της, με έγγραφο, σύμφωνα με τα άρθρα 338 παρ. 1 και 933 παρ. 4 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον, σύμφωνα με τα αναφερόμενα, κατά την εξέταση των αμέσως ανωτέρω λόγων, η προβολή εκ μέρους της αναιρεσίβλητης της καταβολής του επιτασσόμενου με την επιταγή ποσού και η αντίστοιχη παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης έγινε, όχι ως λόγος ανακοπής περί απόσβεσης της επίδικης απαίτησης, αλλά για την απόκρουση του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί έλλειψης εννόμου συμφέροντος της αναιρεσίβλητης για τη συζήτηση της ανακοπής της, κατά τα παραπάνω.
Κατ' ακολουθίαν, το εφετείο, που έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμούς μη νομίμως και παραδεκτώς προταθέντες και ουχί παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο. Ο από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, το οποίο επιλήφθηκε, αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους, της έρευνας για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε την ύπαρξη ή μη αυτού (ΑΠ 846/2018).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324, 325 και 331 ΚΠολΔ και 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημίωσης του παθόντος, λόγω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του υποχρέου, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημίωσης με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία που έπαθε ο ενάγων για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή, όχι όμως και για το μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατό να εξακολουθήσει να έχει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβληθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας, κατά την πρώτη αγωγή.
Συνεπώς, αν υπάρξει τελεσίδικη κρίση, ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του υπόχρεου για ορισμένο χρονικό διάστημα, το παραγόμενο από την απόφαση αυτή δεδικασμένο εκτείνεται, και ευθέως (άρθρα 322 και 324 ΚΠολΔ) και εμμέσως (άρθρο 331 ίδιου Κώδικα), μόνο στο χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητήθηκε αποζημίωση και δεν εκτείνεται και στη μελλοντική αξίωση, εφόσον αυτή δεν έχει εισαχθεί σε δίκη και, συνακόλουθα, δεν κρίθηκε (ΑΠ 637/2017, ΑΠ 790/2015, ΑΠ 1126/2014, ΑΠ 938/2010, ΑΠ1428/2009).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφ' ετέρου η απαίτηση αυτή και το ποσό της να αποδεικνύονται άμεσα από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο ή από συνδυασμό τέτοιων εγγράφων (ΑΠ 448/2006, ΑΠ 665/2006).
Εάν η απαίτηση ή το ποσό της δεν αποδεικνύονται εγγράφως ο δικαστής οφείλει, κατ' άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής. Στην περίπτωση δε της, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, έκδοσης της διαταγής πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ.
Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για το λόγο αυτό απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της απαίτησης με άλλα αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου με την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, η οποία υπόκειται και στη ρύθμιση των άρθρων 583 επ. ΚΠολΔ προβάλλονται λόγοι είτε κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης έκδοσής της, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της μη έγγραφης απόδειξης της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε, είτε κατά της ύπαρξης της απαίτησης.
Στη δίκη της ανακοπής δεν επανεκδικάζεται η υπόθεση καθολικά αλλά μόνο στο μέτρο των υποβαλλόμενων λόγων ανακοπής. Οι λόγοι αυτοί σε συνδυασμό με το αίτημα της ανακοπής προσδιορίζουν την έκταση της εκκρεμοδικίας που επέρχεται με την άσκησή της και αναγκαίως οριοθετούν το αντικείμενο της δίκης της ανακοπής.
Αν ο λόγος της ανακοπής είναι τυπικός, όπως συμβαίνει με αυτόν της μη κατά τον ανακόπτοντα έγγραφης απόδειξης της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και του ποσού αυτής τότε αντικείμενο της δίκης της ανακοπής και, κατά συνέπεια, της επ' αυτής δικαιοδοτικής κρίσης του δικαστηρίου δεν καθίσταται και το ζήτημα της ύπαρξης ή μη της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, αφού με μόνη τη διαπίστωση της βασιμότητας του τυπικού αυτού λόγου της ανακοπής γίνεται δεκτό το αίτημα αυτής και ακυρώνεται άνευ ετέρου η διαταγή πληρωμής (Ολ ΑΠ 10/1997).
Τέλος, κατά την ορθή ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 623 ΚΠολΔ, στην έννοια του δημοσίου εγγράφου περιλαμβάνεται και η τελεσίδικη δικαστική απόφαση που αναγνωρίζει την απαίτηση ή το οφειλόμενο ποσό, η οποία εκδόθηκε σε άλλη δίκη επί αγωγής του ζητούντος την έκδοση της διαταγής πληρωμής κατά του καθ' ου πρόκειται να εκδοθεί αυτή.
Έτσι, εκείνος που πέτυχε να εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση υπέρ αυτού, η οποία αναγνωρίζει τη χρηματική απαίτηση και αποτελεί δεδικασμένο στις μεταξύ αυτού και του αντιδίκου του σχέσεις (άρθρα 321, 325 αριθ. 1 ΚΠολΔ) ως προς την ύπαρξη της διαγνωσθείσας απαίτησης, μπορεί, προκειμένου να αποκτήσει εκτελεστό τίτλο για την αναγνωρισθείσα τελεσιδίκως απαίτηση του, να ζητήσει να εκδοθεί υπέρ αυτού διαταγή πληρωμής κατά τη διαδικασία των άρθρων 623 επ.
ΚΠολΔ (ΑΠ 1347/2011, ΑΠ 1345/2011, ΑΠ 665/2006, ΑΠ 448/2006, ΑΠ 124/2005, ΑΠ 1424/2004). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα : "...Με την με αριθμό 358/1999 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 20/8/1991 αναγνωριστικής αγωγής της καθ' ης, αναγνωρίστηκε ότι η ανακόπτουσα Τράπεζα υποχρεούται να καταβάλει στην καθ' ης το συνολικό ποσό των 31.250.000 δρχ. (91.709,46 ευρώ), ως αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας που τέλεσε σε βάρος της.
Ειδικότερα, με την ανωτέρω απόφαση κρίθηκε ότι, η εναγομένη, με δόλο, παράνομα, καταχρηστικά και κατά τρόπο αντίθετο στα χρηστά ήθη, αρνήθηκε να προβεί στην εξάλειψη υποθήκης ύψους 800.881 δρχ., που είχε εγγράψει σε ακίνητα της ενάγουσας, με αποτέλεσμα να ματαιωθεί η πώληση των ακινήτων της Υ-1 και Α-2, της πολυκατοικίας που βρίσκεται επί των οδών Αιολιέων 5 και Θερικλειδών στην Αθήνα, ποσού 25.000.000 δρχ., τίμημα το οποίο, αν το εισέπραττε, θα αγόραζε ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου, άλλως θα το κατέθετε σε προθεσμιακή κατάθεση ενός έτους και θα εισέπραττε τόκους για πέντε τουλάχιστον έτη (1/1/1987 έως 31/12/1991), συνολικού ποσού 31.250.000 δρχ. (91.709,46 ευρώ).
Περαιτέρω, με την με αριθμό 4541/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών υποχρεώθηκε η ανακόπτουσα να καταβάλει στην καθ' ης το ποσό των 1.200 ευρώ. Τέλος, με την με αριθμό 6754/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναγνωρίστηκε ότι η ανακόπτουσα Τράπεζα υποχρεούται να καταβάλει στην καθ' ης το συνολικό ποσό των 24.904,97 ευρώ, ως αποζημίωση για τον ίδιο ως άνω λόγο, για το χρονικό διάστημα από 1/1/1998 έως 31/12/2002, από τη ματαίωση της πώλησης του Γ-1 διαμερίσματος της καθ' ης στην ίδια ως άνω πολυκατοικία.
Στη συνέχεια η καθ' ης, με την από 10.6.2005 αίτησή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την επίκληση των κατωτέρω αναφερομένων εγγράφων, ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της προσβαλλομένης με αριθμό 6380/2005 διαταγής πληρωμής σε βάρος της ανακόπτουσας, για το ποσό των 464.144,07 ευρώ, ως αποζημίωση για την ίδια ως άνω αιτία, δηλαδή για απώλεια τόκων από τη μη κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό, του τιμήματος που θα εισέπραττε από την πώληση των Υ-1 και Α-2 διαμερισμάτων της, για (μεταγενέστερο) χρονικό διάστημα, ήτοι από 1/1/1992 έως 31/12/2002.
Στην αίτησή της η καθ' ης επικαλέσθηκε, για την απόδειξη της απαίτησής της, τα ακόλουθα έγγραφα: α) τις προαναφερθείσες με αριθμούς 358/1999, 4541/2002 και 6754/2003 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και τα σχετικά πιστοποιητικά αμετακλήτου της πρώτης και τις με αριθμούς 6590/2003 και 8119/2004 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών που επικύρωσαν τη δεύτερη και τρίτη αντίστοιχα, β) την με αριθμό 1186/1993 απόφαση του Αρείου Πάγου (ως νομολογία), η οποία έκρινε ότι παράγεται δεδικασμένο για την αξίωση που στηρίζεται σε έννομη σχέση που έχει κριθεί ήδη τελεσίδικα, ακόμα και όταν το αντικείμενο της αξίωσης είναι διαφορετικό εκτός αν μεταβλήθηκε στο μεταξύ το νομικό καθεστώς, οπότε δεν υπάρχει ταυτότητα νομικής αιτίας στις δύο δίκες και γ) τα βιβλιάρια τραπεζικών καταθέσεων της καθ' ης σε Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, Αγροτική Τράπεζα, Εθνική Τράπεζα και Εμπορική Τράπεζα, από τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, προέκυπτε η ανά εξάμηνο κεφαλαιοποίηση των τόκων των καταθέσεων στις ως άνω Τράπεζες και στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο.
Με την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής έγινε δεκτό ότι η με αριθμό 358/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί σε προγενέστερη δίκη μεταξύ των διαδίκων και επιδίκασε αποζημίωση στην καθ' ης για το χρονικό διάστημα από 1/1/1987 έως 31/12/1991, αποτελεί δεδικασμένο που δεσμεύει τους διαδίκους αναφορικά με την ύπαρξη δικαιώματος αποζημίωσης της καθ' ης και για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, ήτοι για το χρονικό διάστημα από 1/1/1992 έως 31/12/2002 που ήταν το αίτημα της διαταγής πληρωμής, εφόσον δεν άλλαξαν τα λοιπά, εκτός από το χρόνο, περιστατικά.
Επίσης, η ως άνω διαταγή πληρωμής έκρινε ότι η με αριθμό 6754/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί σε άλλη δίκη μεταξύ των αυτών διαδίκων και επιδίκασε αποζημίωση καθ' ης για το χρονικό διάστημα από 1/6/1990 έως 31/12/1996, με αιτία τη ματαίωση της πώλησης του Γ-1 διαμερίσματος της, αποτελεί δεδικασμένο που δεσμεύει τους διαδίκους αναφορικά με το ύψος των επιτοκίων κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, άλλως ότι τα ως άνω επιτόκια λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε μεταγενέστερη δίκη, κατ' άρθρο 336 ΚΠολΔ, άλλως ότι είναι γνωστά στο Δικαστήριο και την καθ' ης η διαταγή πληρωμής Τράπεζα.
Ωστόσο, από το συνδυασμό των προαναφερομένων εγγράφων που προσκόμισε η καθ' ης για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, δεν αποδεικνυόταν η υποχρέωση αποζημίωσης της ανακόπτουσας για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα για το οποίο ζητήθηκε η έκδοσή της, δηλαδή από 1/1/1992 έως 31/12/2002, αφού η με αριθμό 358/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είχε κρίνει με ισχύ δεδικασμένου αναφορικά με την υποχρέωση αποζημίωσης της ανακόπτουσας για προγενέστερο χρονικό διάστημα (1/1/1987- 31/12/1991).
Συνεπώς, η ως άνω απόφαση δεν αποτελούσε δεδικασμένο για τυχόν απαιτήσεις της καθ' ης η ανακοπή για μεταγενέστερο χρόνο, καθώς, το αν εξακολούθησε η αδικοπραξία να έχει επιζήμιες συνέπειες και για το μεταγενέστερο αυτό χρονικό διάστημα, δεν είχε καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την πρώτη δίκη. Ειδικότερα, το δεδικασμένο που είχε παραχθεί από την με αριθμό 358/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αφορούσε το χρονικό διάστημα από 1/1/1987 έως 31/12/1991 και συνεπώς δεν κάλυπτε την αξίωση της καθ' ης για το μεταγενέστερο, ως άνω χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητήθηκε η έκδοση της διαταγής πληρωμής.
Επιπλέον, η προϋπόθεση στην οποία στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής για την επιδίκαση αποζημίωσης στην καθ' ης, ότι δηλαδή, δεν μεταβλήθηκαν κατά το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, πλην του χρόνου, το νομικό καθεστώς και τα λοιπά πραγματικά περιστατικά που διέπουν την σχέση των διαδίκων, δεν αποτέλεσε αντικείμενο κρίσης από το ουσιαστικό Δικαστήριο στο πλαίσιο της δίκης που εκδόθηκε η (αμετάκλητη) 358/1999 απόφαση, ώστε να εξοπλισθεί με ισχύ δεδικασμένου.
Επομένως, η απαίτηση αποζημίωσης της καθ' ης για το μεταγενέστερο χρόνο δεν αποδεικνυόταν εγγράφως, κατ' άρθρο 623 ΚΠολΔ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το εφετείο δέχθηκε τον πρώτο λόγο της ανακοπής της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ.6380/2005 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τον οποίο αμφισβήτησε ότι η απαίτηση της αναιρεσείουσας αποδεικνυόταν από τα συνημμένα στην αίτηση έγγραφα και ιδίως από την υπ' αριθ. 358/1999 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από την οποία ισχυρίσθηκε, ότι δεν υφίστατο δεδικασμένο για την απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και ακολούθως ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε το δεδικασμένο που παρήχθη από την υπ' αριθ. 358/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθόσον το δεδικασμένο δεν εκτείνεται και στη ζημία (διαφυγόν κέρδος), που φέρεται ότι υπέστη η αναιρεσείουσα κατά το μεταγενέστερο επίδικο χρονικό διάστημα, η οποία δεν είχε καταστεί αντικείμενο της προηγούμενης δίκης και δεν έχει διαγνωσθεί με την ως άνω τελεσίδικη απόφαση, ούτε μπορούσε να διαγνωσθεί στα πλαίσια της έκδοσης διαταγής πληρωμής και της εκδίκασης της κατ' αυτής ανακοπής, αφού, όπως αναφέρεται στη μείζονα σκέψη, αντικείμενο αυτών δεν είναι η διάγνωση της απαίτησης, αλλά στην πρώτη περίπτωση ο εξοπλισμός της με τίτλο εκτελεστό και στη δεύτερη ο έλεγχος της νομιμότητας και του κύρους της διαταγής πληρωμής.
Επομένως, ο έβδομος λόγος της αίτησης αναίρεσης, καθώς και ο τρίτος πρόσθετος λόγος αυτής, από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι.
Αλυσιτελείς είναι οι λόγοι της αναίρεσης που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι μη αναγκαίες για τη στήριξη του διατακτικού της (ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 125/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 1008/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον όγδοο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέμφεται το εφετείο, ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, διότι δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε την επιταγή προς πληρωμή, για το λόγο, ότι στηριζόταν σε εκτελεστό τίτλο, ήτοι την υπ' αριθ. 6380/2015 διαταγή πληρωμής, που ακυρώθηκε αμετάκλητα, χωρίς όμως να υπάρχει τέτοιος λόγος ανακοπής ή πρόσθετος λόγος αυτής.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το εφετείο δέχθηκε και τα ακόλουθα: "Να σημειωθεί, επίσης, ότι η ανακόπτουσα άσκησε, και κατά της διαταγής πληρωμής την από 4/7/2005 ανακοπή της με την οποία ζήτησε την ακύρωσή της για τους ίδιους λόγους που επικαλέσθηκε και με την κρινόμενη ανακοπή της κατά της επιταγής προς εκτέλεση.
Επί της ως άνω ανακοπής εκδόθηκε η με αριθμό 3058/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που την έκανε δεκτή και ακύρωσε την διαταγή πληρωμής, απόφαση η οποία κατέστη ήδη αμετάκλητη μετά την έκδοση της με αριθμό 1347/2011 απόφασης του Αρείου Πάγου". Η αναφορά αυτή της πληττόμενης απόφασης διατυπώθηκε κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού του εφετείου απλώς και μόνον προς άντληση επιχειρημάτων υπέρ της κύριας αιτιολογίας της, που στηρίζει επαρκώς και αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης, αφού δεν πλήττεται επιτυχώς αναιρετικά, κατά τα παραπάνω αναφερόμενα.
Επομένως, ο άνω λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι προεχόντως αλυσιτελής.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι να απορριφθούν, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, σύμφωνα με το άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικαστεί η τελευταία, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις ( άρθρ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-9-2017 αίτηση της Σ. Κ., καθώς και τους από 10-7-2018 πρόσθετους λόγους της, για αναίρεση της υπ' αριθ.2929/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης παραβόλου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2020.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Οκτωβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ