Supreme Court dismisses appeal on issuance of unpaid bills for insufficient reasoning and legal error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two defendants convicted of issuing unpaid bills in continuous succession. The lower court had found them guilty based on joint issuance, lack of funds, and knowledge of the non-payment, rejecting their claim of insufficient reasoning. The court ruled that the lower court's detailed justification was legally sound and that the appellants' arguments regarding procedural flaws were inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 510(1)(d), (e) and 583 of the Code of Criminal Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on alleged lack of specific and detailed reasoning or erroneous application of substantive criminal provisions must be rejected if the lower court's judgment contains a clear, complete, and non-contradictory exposition of the proven facts and legal conclusions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1782 / 2018 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1782/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε'ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου και Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαΐου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1)Α. Α. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θωμά Κουκουζέλη και 2)Β. Κ. του Χ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της υπ'αριθ. 916/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2-4-2018 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 478/18.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος Α. Α., που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: α) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον αναιρεσείοντα Α. Α. και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως και β) να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ως προς τον αναιρεσείοντα Β. Κ..
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 2.4.2018 αίτηση των: 1) Α. Α. του Α. και 2) Β. Κ. του Χ. κατοίκων Καρδίτσας για αναίρεση της υπ' αριθμ. 916/30.10.2017 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας με την οποία οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση (με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2β του ΠΚ) και καταδικάσθηκαν σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών ο καθένας, με τριετή αναστολή, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα με δήλωσή τους στην Γραμματέα του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας. Από τα υπό ημερομηνία 17.4.2018 και 19.4.2018 αποδεικτικά επίδοσης του Δ. Π. επιμελητή δικαστηρίων στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Καρδίτσας και Α. Σ. επιμελήτριας στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου αντίστοιχα, προκύπτει ότι ο δεύτερος αναιρεσείων Β. Κ. του Χ. κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με θυροκόλληση της κλήσης στη δηλωθείσα στο αναιρετήριο διεύθυνση κατοικίας του (οδός ...) και παράδοση της σχετικής κλήσης και ανακοίνωσης του περιεχομένου της στον διορισθέντα από αυτόν αντίκλητο δικηγόρο Αθηνών Κωνσταντίνο Κουκουζέλη και συγκεκριμένα στην ενήλικη συνεργάτιδά του τελευταίου Μαρία Λάκκα, προκειμένου να εμφανιστεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Πλην όμως, αυτός δεν εμφανίστηκε κατ' αυτήν και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου.
Συνεπώς η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης όσον αφορά τον δεύτερο αναιρεσείοντα, Β. Κ. του Χ., πρέπει να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη και επιβληθούν σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
Κατά το άρθρο 79 παρ.1 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν.ε. 1325/1972 ορίζεται ότι "ο εκδίδων επιταγήν μη πληρωθείσαν επί πληρωτού παρ' ω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνον της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής ταύτης, τιμωρείται διά φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών".
Από τη διάταξη αυτή, από την οποία απαλείφθηκε το "εν γνώσει" της προηγούμενης ρύθμισης, προκύπτει ότι το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται αντικειμενικά μεν 1) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται από το νόμο 2) υπογραφή του εκδότη στην οικεία θέση υπογραφής του εκδότη, αδιαφόρως αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλους ή εταιρείας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρείας 3) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή, περίπτωση που συντρέχει όταν αυτή εμφανισθεί στην πληρώτρια Τράπεζα εντός οκτώ (8) ημερών από της επομένης της έκδοσης (άρθρο 29 σε συνδ.
με άρθρ. 56 του άνω νόμου "περί επιταγής") και 4) έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή κατά το χρόνο έκδοσης ή της πληρωμής, υποκειμενικά δε γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξης, δηλαδή της έκδοσης επιταγής που είναι ακάλυπτη. Ειδικότερα με την ως άνω ρύθμιση, αναφορικά με την υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος αρκεί ο απλός (ή ενδεχόμενος) δόλος και δεν απαιτείται άμεσος δόλος με την έννοια της εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεσης της πράξης. 'Ετσι για την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού δεν απαιτείται ο εκδότης να τελεί "εν γνώσει" της ανυπαρξίας διαθεσίμων κεφαλαίων, αλλά αρκεί προς τούτο ότι αυτός θεωρεί την έλλειψη πιθανή και την αποδέχεται.
Όταν συνεπώς στην καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής διαλαμβάνεται ότι ο δράστης ενήργησε εκ προθέσεως (εκ δόλου) σημαίνει ότι αυτός γνωρίζει και αποδέχεται όλα τα στοιχεία που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης του άρθρου 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα.
Με βάση τις παραπάνω προϋποθέσεις και το σκοπό της διάταξης του άνω άρθρου, σαφώς προκύπτει ότι δράστης (αυτουργός) του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής μπορεί να είναι μόνο ο "εκδίδων" επιταγή χωρίς αντίκρυσμα, δηλαδή αυτός που πραγματοποιεί την επί του τίτλου δήλωση βουλήσεως (υπογράφει το έγγραφο της επιταγής) και θέτει αυτό σε κυκλοφορία, ανεξάρτητα από το πρόσωπο για το οποίο επέρχονται έννομες συνέπειες που απορρέουν από αυτή.
Ως εκ τούτου επί εκδότη νομικού προσώπου με φυσικό πρόσωπο που εκδίδει με την υπογραφή του επί του τίτλου την ακάλυπτη επιταγή στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρείας που εκπροσωπεί, υπέχει ατομική ποινική ευθύνη για την έκδοση και τη μη πληρωμή της επιταγής αυτής από το λογαριασμό της εταιρείας. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 45 ΠΚ "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης".
Όπως δε συνάγεται από τον συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων, συναυτουργία στην έκδοση ακάλυπτης επιταγής μπορεί να νοηθεί μόνο στην περίπτωση της από κοινού έκδοσης, δηλαδή της υπογραφής της ίδιας επιταγής από περισσότερα πρόσωπα. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με κοινό δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος.
Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ.
ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα για την πληρότητα της αιτιολογίας, πρέπει να προκύπτει ότι το δικαστήριο γα τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά, κατ' επιλογή.
Αρκεί δε ο κατ' είδος προσδιορισμός τους γενικώς, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία τί προέκυψε χωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται από ποιό συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα.
Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων κλπ), ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 74/2016).
Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, καθόσον στο έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής ο νόμος για τη στοιχειοθέτησή του αρκείται, όπως προαναφέρθηκε, σε απλό δόλο. Επί καταδίκης για το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής (άρθρο 79 του Ν. 5960/1933 όπως αντικ. με άρθρο 1 ν.δ. 1325/1972) θα πρέπει ειδικότερα να προσδιορίζονται:
α) ο χρόνος έκδοσης της επιταγής, β) η ημερομηνία εμφάνισης αυτής προς πληρωμή στην Τράπεζα και γ) οι αποδείξεις, σκέψεις, συλλογισμοί με βάση τους οποίους το δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στην Τράπεζα.
Εξάλλου, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ. και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΟΛ ΑΠ 2/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 916/30.10.2017 απόφασή του κήρυξε τον πρώτο αναιρεσείοντα καθώς και τον συγκατηγορούμενό του Β. Κ., (του οποίου η αναίρεση απορρίφθηκε κατά τα άνω ως ανυποστήρικτη) ενόχους για την πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση και καταδίκασε τον καθένα σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία.
Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το δικαστήριο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Οι κατηγορούμενοι Α. Α. και Β. Κ., όπως προκύπτει από το με αριθμό πρωτ. (…7/09.02.2012 έγγραφο του Αντιπεριφερειάρχη Θεσσαλίας, περί Ανακοίνωσης Ανασυγκρότησης του Δ.Σ.
της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", ήταν νόμιμοι εκπρόσωποι και διαχειριστές της προαναφερομένης ανώνυμης εταιρίας από 09.02.2012 έως 30.06.2012 και δη ο 1ος Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής και ο 2ος Αντιπρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλός της. Οι ανωτέρω, ως νόμιμοι εκπρόσωποι της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." εξέδωσαν στους παρακάτω χρόνους από κοινού, αφού έθεσε ο καθένας την υπογραφή του σε έκαστη από αυτές, τις παρακάτω επιταγές, ήτοι : 1) στις 8-3-201-2 την με αριθμό 000... 2 επιταγή της Συνεταιριστικής Τράπεζας Θεσσαλίας, ποσού 4.000 ευρώ και 2) στις 31-3-2012 την με αριθμό 000... 7 επιταγή της Συνεταιριστικής Τράπεζας Θεσσαλίας, ποσού 4.000 ευρώ.
Οι επιταγές αυτές εκδόθηκαν από τους κατηγορουμένους, στο όνομα και για λογαριασμό της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", με χρέωση του με αριθμό 09...12 λογαριασμού της, που διατηρούσε στη Συνεταιριστική Τράπεζα Θεσσαλίας και σε διαταγή της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "....", πλην, όμως αυτές δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων της εκδότριας, όταν εμφανίστηκαν από τη νόμιμη κομίστριά τους ...." νομίμως και εμπροθέσμως προς πληρωμή, ήτοι στις 8.3.2012 η 1η και στις 2.4.2012 η 2η.
Τις ανωτέρω επιταγές συνεξέδωσαν οι κατηγορούμενοι, έχοντας κοινό δόλο, δηλαδή γνωρίζοντας αμφότεροι ότι τόσο κατά τον χρόνο έκδοσης αυτών όσο και κατά τον χρόνο της εμφάνισης τους για πληρωμή, δεν υπήρχαν επαρκή διαθέσιμα κεφάλαια στον λογαριασμό της εταιρίας με την επωνυμία "..." για κάλυψη της αξίας τους.
Η ανωτέρω δε κρίση του Δικαστηρίου δεν αίρεται από το γεγονός ότι οι τεθείσες από τους ίδιους υπογραφές στις επίδικες επιταγές ομοιάζουν μεταξύ τους. Επομένως, πρέπει να κηρυχθούν αυτοί ένοχοι της πράξης που τους αποδίδεται με το κατηγορητήριο, με το ελαφρυντικό όμως των μη ταπεινών αιτίων (άρθρο 84 παρ. 2β ΠΚ), το οποίο τους αναγνωρίσθηκε και πρωτοδίκως." Ακολούθως το δικαστήριο κήρυξε τους κατηγορούμενους ένοχους του ότι: "Στην ….
στις 8-3-2012 και 31-3-2012, με περισσότερες από μια πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος, εν γνώσει τους εξέδωσαν επιταγές οι οποίες δεν πληρώθηκαν στον πληρωτή, στον οποίο δεν είχαν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της έκδοσης και της πληρωμής της επιταγών και ειδικότερα εν γνώσει τους ότι κατά τις παραπάνω ημερομηνίες στην Συνεταιριστική Τράπεζα … (κατάστημα ..
δεν είχαν διαθέσιμα κεφάλαια προς πληρωμή εκδοθησομένων επιταγών, εξέδωσαν για λογαριασμό της εταιρίας "... Α.Ε.", της οποίας ήταν νόμιμοι εκπρόσωποι: 1] την με αριθμ. 000...2 επιταγή της Συνεταιριστικής Τράπεζας Θεσσαλίας ποσού 4.000 ευρώ σε διαταγή της "...." 2] την με αριθμ. 000... 7 επιταγή της Συνεταιριστικής Τράπεζας Θεσσαλίας ποσού 4.000 ευρώ σε διαταγή της "...", οι οποίες αν και εμφανίστηκαν στις 8-3-2012 και 2-4-2012 αντίστοιχα εμπρόθεσμα προς πληρωμή, δεν εξοφλήθηκαν, διότι δεν υπήρχε στην παραπάνω Τράπεζα η αντίστοιχη για την εξόφληση των επιταγών κάλυψη-κατά την ημερομηνία της έκδοσης και της πληρωμής των επιταγών.
Δέχεται το Δικαστήριο ότι οι κατηγορούμενοι στην πράξη τους αυτή ωθήθηκαν από μη ταπεινά αίτια (άρθρο 84 παρ. 2β'ΠΚ)".
Με τις άνω παραδοχές το δικαστήριο της ουσίας κατ' αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής για το οποίο καταδικάστηκε ο πρώτος αναιρεσείων - κατηγορούμενος (και ο συγκατηγορούμενός του Β.
Κ., του οποίου η αναίρεση απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη) ως από κοινού εκδότες των επιταγών ως νόμιμοι εκπρόσωποι της ανώνυμης εταιρείας "...", καθώς και τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 79 του Ν.5960/1933, όπως ήδη ισχύει, χωρίς ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει, με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.
Ειδικότερα, αναφέρει την έκδοση από τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο (και τον άνω συγκατηγορούμενό του) των επιδίκων επιταγών που συνυπογράφονται από τους ίδιους (ως συνεκδίδοντες) οπότε αιτιολογείται η συναυτουργία αυτών στην έκδοσή τους, τον χρόνο έκδοσής τους, την εμπρόθεσμη εντός οκταημέρου εμφάνιση των επιταγών προς πληρωμή και τη μη πληρωμή τους λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων, γεγονός που βεβαίωσε η πληρώτρια Τράπεζα και που γνώριζε ο πρώτος αναιρεσείων - κατηγορούμενος, κατά το χρόνο της πληρωμής τους.
Οι αντίθετες αιτιάσεις του πρώτου αναιρεσείοντος περί ασαφούς και ελλιπούς αιτιολογίας είναι απαράδεκτες και απορριπτέες, διότι με την επίκληση, κατ' επίφαση της πλημμέλειας της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως αναιρετικού λόγου, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Συνεπώς, οι συναφείς λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης του πρώτου αναιρεσείοντος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Ποιν.Δ. για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν καθώς και η αναίρεσή του στο σύνολό της και καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 Κ.Ποιν.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 2.4.2018 αίτηση των: 1) Α. Α. του Α. κατοίκου ... (οδός ...) και 2) Β. Κ. του Χ., κατοίκου ... (οδός ...) για αναίρεση της υπ' αριθμ. 916/30.10.2017 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας με την οποία καταδικάστηκαν για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών ο καθένας (με τριετή αναστολή).
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα ποσού διακοσίων πενήντα (250) ευρώ τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Νοεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ