1782/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1782/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
Full text
Απόφαση 1782 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1782/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1)Σ. Τ. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αθανάσιο Οικονόμου, 2)Ζ. χήρας Α. Μ., το γένος Ε. Τ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Μιχαήλ Παπαζήση.
Των αναιρεσίβλητων: 1)Ε. Μ. του Γ., 2)Ε. συζ. Ε. Π. το γένος Γ. Μ. κατοίκων ..., ως κληρονόμων του αποβιώσαντος Γ. Μ. του Ε., 3)Ν. Π. του Σ., κατοίκου ..., 4)Ε. χήρας Μ. Π., το γένος Τ. Κ., ως κληρονόμου του αποβιώσαντος Μ. Π., 5)Ε. Π. του Σ., κατοίκου ..., 6)Ε. Π. του Σ. κατοίκου ... και ως κληρονόμοι της αποβιωσάσης Μ. συζ. Σ. Π., 7)Μ. Φ. του Μ., κατοίκου ..., 8)Ε. χήρας Ε. Φ. το γένος Ι. Ψ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αντώνιο Βγόντζα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπου μη μετέχοντος στη παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 74/1997 μη οριστική, 211/2011 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 19/2016 του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-6-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ.
Α.Π. 2/2008, Ολ. Α.Π. 42/2002). Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αίτηση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τους πρώτο και τρίτο λόγους του αναιρετηρίου, από τον αρ.11 γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος, για την απόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού τους, τα ακόλουθα, νομίμως προσκομισθέντα απ’ αυτούς μετ’ επικλήσεως στον πρώτο βαθμό και επαναφερθέντα νόμιμα, κατ’ άρθρο 240 ΚΠολΔ, στο δεύτερο βαθμό, έγγραφα, ήτοι:
α) το με αριθμ. ...10-3-1971 δηλωτικό αποδοχής κληρονομίας του τότε συμβολαιογράφου Ηρακλείου Α. Δ., β) το με αριθμ. .../1952 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Μ., γ) το με αριθμ. .../1992 δηλωτικό αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Τ., δ) το με αριθμ. ...1914 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ε.
Β., ε) το από 23-10-1987 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Σ., στ) την από 7-2-1991 εξώδικη διαμαρτυρία των Μ. και Ε. Τ. και ζ) τις αεροφωτογραφίες των ετών 1945, 1960, 1968, 1971, 1979, 1988, 1989, 1994 και 1998 με φωτοερμηνεία (αναφερόμενες στις από 11-3-2010 και 6-9-2010 γνωμοδοτήσεις με φωτοερμηνεία του τοπογράφου μηχανικού Ε. Α.), από τα οποία προέκυπτε η ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αγωγής τους.
Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπου ρητά αναφέρει (στην 6η σελίδα) ότι λήφθηκαν υπόψη "όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, τα οποία μπορούν να χρησιμεύσουν είτε προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη,...τις από 11-3-2010 και 6-9-2010 γνωμοδοτήσεις του Ε.
Α., αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού, που ορίσθηκε από τους ενάγοντες-εφεσίβλητους...", σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, όπου γίνεται ρητή αναφορά σε κάποια από τα έγγραφα αυτά (στις σελίδες 9 και 10 ), δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι τα ως άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και την απόρριψη των αγωγικών ισχυρισμών των αναιρεσειόντων, χωρίς να υποχρεούται το Εφετείο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου.
Η άποψη των τελευταίων ότι η διαφορετική εκτίμηση των επίμαχων αποδεικτικών μέσων, σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης αποφάσεως για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (Α.Π. 1097/2017).
Επομένως, οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. - Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 270 παρ. 2 εδαφ. α’ και β’ ΚΠολΔ., στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων (ειρηνοδικείων, μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων), λαμβάνονται υπόψη τόσο αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία του καθενός, όσο και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ., δηλαδή, μόνο εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, όχι απλώς επικουρικά, αλλά παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, αφού αυτή είναι η πραγματική έννοια του όρου "συμπληρωματικά" στην παρ. 2 εδάφ.
β’ του αμέσως πιο πάνω άρθρου 270. Έτσι, στην τακτική διαδικασία λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως πλέον, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ’ αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, γιατί δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων και ένορκες βεβαιώσεις για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη νόμιμη διαδικασία (άρθρο 270 παρ. 2 εδάφ.
γ’ ΚΠολΔ.). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 432, 433 και 435 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι ένα ιδιωτικό έγγραφο για να υπάρχει ως αποδεικτικό μέσο και να συγκαταλέγεται στα επώνυμα αποδεικτικά μέσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 339 του ίδιου Κώδικα, πρέπει να είναι αναγνώσιμο, να μην έχει υποστεί τεμαχισμό, διάτρηση ή διαγραφή, οπότε τεκμαίρεται πως έχει εκμηδενιστεί η αποδεικτική του δύναμη (άρθρο 433 Κ.Πολ.Δ) και να είναι γνήσιο.
Περαιτέρω, ένα ιδιωτικό έγγραφο για να έχει αποδεικτική δύναμη, δηλαδή για να μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση δικανικής πεποίθησης, πρέπει να φέρει την υπογραφή του εκδότη (άρθρο 433 Κ.Πολ.Δ, πρβλ. και άρθρο 160 ΑΚ), ενώ δεν αποδεικνύει, καταρχήν, υπέρ του εκδότη του (άρθρο 447 Κ.Πολ.Δ). Επομένως, ένα ιδιωτικό έγγραφο που απλώς περιέχει κάποιες "ιδιόγραφες σημειώσεις" χωρίς καμιά υπογραφή δεν έχει, καταρχήν, αποδεικτική ισχύ υπέρ του εκδότη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 443 και 447 Κ.Πολ.Δ.
Δεν παύει όμως να έχει τα τυπικά χαρακτηριστικά του εγγράφου και είναι υποστατό ως έγγραφο. Αποτελεί ένα αποδεικτικό μέσο που δεν πληροί τους όρους του νόμου, με την έννοια της διάταξης του άρθρου 270 παρ. 2 εδάφ. β’ Κ.Πολ.Δ και λαμβάνεται υπόψη στην τακτική διαδικασία. Τα ιδιωτικά, επίσης, έγγραφα, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει επί δημόσιου εγγράφου (άρθρο 455 Κ.Πολ.Δ), δεν έχουν το τεκμήριο της γνησιότητας.
Η επίκληση και προσκομιδή ιδιωτικού εγγράφου, προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού εμπεριέχει, έτσι, τον ισχυρισμό του διαδίκου περί της γνησιότητάς του, ο δε αντίδικος αυτού έχει το βάρος της δήλωσης περί άρνησης της γνησιότητας, ενώ ο πρώτος της απόδειξης αυτής, εάν αμφισβητηθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 11 περίπτ.
α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ., προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ακόλουθη, επί λέξει, αιτίαση: "το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει, και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι οι αντίδικοι ανέθεσαν στον.... Γ. Λ. να καθαρίσει με μηχανικό μέσο τμήματα του επιδίκου..., λαβόν παρά το νόμο υπόψη, αν και δεν την μνημονεύει ρητώς, την απόδειξη ποσού 235.000 δρχ.
του Γ. Λ., που δεν αποτελεί έγγραφο βεβαίας χρονολογίας και σε κάθε περίπτωση αναφέρεται όπως και από την πραγματογνωμοσύνη προκύπτει σε ακίνητο στη θέση ‘ ... ‘ , ενώ το επίδικο βρίσκεται στη θέση ‘ ‘ ...’ ‘ ". Ο εξεταζόμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον η εν λόγω απόδειξη καταβολής ποσού 235.000 δρχ., η οποία έχει τα τυπικά χαρακτηριστικά του εγγράφου, είναι υποστατή ως τέτοιο έγγραφο και ως αποδεικτικό μέσο που πληροί οπωσδήποτε τους όρους του νόμου, με την έννοια της διάταξης του άρθρου 270 παρ.2 εδάφ.
α’ ΚΠολΔ., νόμιμα, ως επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο, λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, που δίκασε κατά την τακτική διαδικασία και εκτιμήθηκε ελεύθερα απ’ αυτό. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 10 του ως άνω άρθρου, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο ‘ ‘ παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη’ ‘ , χωρίς την παράθεση αντίστοιχου πραγματικού, είναι αόριστος.
Κατά τον αριθμό 11 β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις, που δεν προσκομίστηκαν. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο όχι μόνον η απόδειξη που λήφθηκε υπόψη χωρίς να προσκομισθεί με επίκληση αλλά και ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου λήφθηκε υπόψη και περαιτέρω θα πρέπει η λήψη αυτή να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, ο οποίος να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (Α.Π. 1049/2015) και τέτοιοι δεν είναι οι μη προταθέντες ισχυρισμοί, και να παρατίθεται στο αναιρετήριο ο εν λόγω ισχυρισμός, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.
Α.Π. 15/2000, Ολ. Α.Π. 43/1990). Τέλος, η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί της προσαγωγής ή μη αποδεικτικού μέσου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου [ΚΠολΔ 561] και συνεπώς είναι απαράδεκτος κάθε ισχυρισμός, που στηρίζει λόγο αναίρεσης κατά της βεβαίωσης του δικαστηρίου, ότι προσκομίσθηκε αποδεικτικό μέσο που επικαλέσθηκε (Ολ.
Α.Π. 30/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη παρά το νόμο απόδειξη που δεν προσκομίστηκε και συγκεκριμένα ‘ ‘ τη με αριθμ. ...10-12-1992 ένορκη βεβαίωση της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ε.
Κ.-Γ., την οποία αναφέρει ρητά στο σκεπτικό του, ουδέποτε προσαχθείσα μετ’ επικλήσεως στην πρωτόδικη ή στην κατ’ έφεση δίκη’ ‘ . Ο αναιρετικός αυτός λόγος, ανεξάρτητα από την αοριστία του, που πηγάζει από την έλλειψη αναφοράς του ισχυρισμού στον οποίο αφορά το αποδεικτικό μέσο, της επίδρασης αυτού στο διατακτικό της απόφασης και της έλλειψης οποιασδήποτε αναφοράς στο αναιρετήριο για το αν ο πιο πάνω ισχυρισμός, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ., προτάθηκε από τους αναιρεσείοντες νομίμως και με ποιο τρόπο στο Εφετείο ως σφάλμα της πρωτόδικης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, ούτε άλλωστε προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεών τους ότι προτάθηκε τέτοιος ισχυρισμός στο Εφετείο από τους ίδιους ως εφεσίβλητους, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του αφενός μεν στην αρχή της ελάσσονος πρότασής του, ότι εκτιμήθηκε η με αριθμ. ...10-12-1992 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ε.
Κ.-Γ., η οποία ελήφθη στα πλαίσια δίκης ασφαλιστικών μέτρων, που, όπως προκύπτει, από προφανή παραδρομή αναγράφεται ο πιο πάνω αριθμός, αντί του ορθού .../10-12-1992, γεγονός που ουδεμία επιρροή ασκεί στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι δεν προσκομίστηκε ένορκη βεβαίωση, που στρέφεται κατά της ως άνω, μη υποκείμενης, όπως αναφέρθηκε, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, βεβαίωσης του Εφετείου, είναι απαράδεκτος.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ., ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς (Ολ.
Α.Π. 9/2016, Ολ. Α.Π. 15/2006). Ως "ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης", που αναφέρεται στην άνω διάταξη και του οποίου η αιτιολόγηση ή μη, ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή και αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της νοείται μόνο ο ισχυρισμός που έχει αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνος που τείνει στη θεμελίωση ή την κατάλυση ουσιαστικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.
Α.Π. 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον πέμπτο, κατά το πρώτο μέρος (περ. α’ , β’ και γ’ ), λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, και επί λέξει, όπως διατυπώνεται στο αναιρετήριο, ότι : "α) Αναφέρει γενικώς και αορίστως η Εφετειακή απόφαση τις με αριθμ. .../11-12-1992 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του συμβολαιογράφου Γ.
Σ. και τις με αριθμ. ... και ...10-121992 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Ε. Κ.-Γ. ‘ ‘ οι οποίες ελήφθησαν στα πλαίσια δίκης ασφαλιστικών μέτρων’ ‘ , χωρίς έστω περιληπτικώς να αναφέρει ποιοι μάρτυρες κατέθεσαν στις εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις (εκ των οποίων η με αριθμ. ...10-12-1992 ουδέποτε προσκομίστηκε) ποια πραγματικά περιστατικά απεδείχθησαν από την κατάθεσή τους, τι αφορούσε ακριβώς η δίκη των ασφ.
Μέτρων, το επίδικο τμήμα τούτου ενώπιον ποίου δικαστηρίου απευθύνετο ποιο το αποτέλεσμα β). Δέχεται το Εφετείο ότι αποδείχθηκε, χωρίς να εκτίθεται πως και από ποια στοιχεία, ότι οι εναγόμενοι ασκούσαν διακατοχικές πράξεις επί του επιδίκου και ότι μεταξύ των άλλων απέκρουαν προσβολές τρίτων, χωρίς να αναφέρει ποιών ‘ ‘ όπως του βοσκού Β.
Κ. ‘ και ότι ζήτησαν τη λήψη ασφ. μέτρων χωρίς να αναφέρεται η με αριθμ. 349/1978 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου ποιο τμήμα του επιδίκου αφορά (αν αφορά) κατ’ έκταση και θέση και επί ποιας αίτησης ασφ. μέτρων εκδόθηκε αυτή. Η ανεπαρκής αιτιολογία εντείνεται και εκ του ότι η απόφαση του Ειρηνοδικείου είναι του έτους 1978 ενώ οι ένορκες βεβαιώσεις στις οποίες αναφερθήκαμε παραπάνω είναι του έτους 1992 και άρα είναι απίθανο να αφορούν τη δίκη στην οποία εκδόθηκε η με αριθμ. 349/1978 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου.
γ) Ενώ, αντικείμενο της αγωγής μας, είναι η διεκδίκηση του επιδίκου στη θέση "...", η διατάξασα την πραγματογνωμοσύνη απόφαση διετάχθη για ακίνητο στη θέση αυτή, το εκδόν την πρωτοδίκως οριστική απόφαση δικαστήριο αναφέρεται για επίδικο στη θέση "..." του οποίου μας αναγνωρίζει συγκυρίους, τόσο ο διορισθείς από το δικαστήριο πραγματογνώμονας Ε.
Α. αλλά και ο Ε. Α., τοπογράφος, αναφέρονται σε ακίνητο στη θέση "..." όπου πράγματι κείται το επίδικο, εν τούτοις το Εφετείο στο 4 φύλλο της απόφασης του, αναφέρεται σε ακίνητο στη θέση "...", το οποίο μνημονεύεται κατά την απόφαση στο με αριθμ. .../1892 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου (τότε) Ηρακλείου Δ. Β.. Δεδομένου, ότι η Εφετειακή απόφαση, δεν προσδιορίζει αν με την αναφορά στη θέση "..." έστω και αυθαίρετη εννοεί τη θέση "..." όπου κείται το επίδικο, ότι αναφέρεται σε απόκρουση προσβολών τρίτων από τους αντιδίκους προφανώς εκ του ακινήτου στη θέση "...", ότι η αποβολή, κατά την απόφαση, του Κ.
έλαβε χώρα από τμήμα ακινήτων στη θέση "..." αφού σ’ αυτό επαναλαμβάνομε αναφέρεται η Εφετειακή απόφαση, ότι αποδεδειγμένα σύμφωνα με την πραγματογνωμοσύνη του Ε. Α. (σελ. 5 και 6 αυτής) η με αριθμ. πρωτ... και χρον. 15-2-1978 αίτηση ασφ. μέτρων, μη μνημονευόμενη ως θα έπρεπε από την Εφετειακή απόφαση, κατά του Β. Κ.
αφορά τμήμα ακινήτου στη θέση "...", ότι η απόδειξη πληρωμής του Γ. Λ. χειριστή γεωργικών μηχανημάτων αφορά ακίνητο στη θέση "..." και τέλος ότι η αγωγή μας αφορώσα ακίνητο στη θέση "..." απορρίπτεται από το Εφετείο αναφερόμενο στη θέση "...", συνάγεται ότι οι παραδοχές της Εφετειακής απόφασης ως προς την ταυτότητα του επιδίκου, και τη θέση του, ως προς ζήτημα δηλαδή έχον ουσιώδη επίδραση στην έκβαση ης δίκης, εμπεριέχουν αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες κατά παράβαση του άρθρ. 559 περ. 19 ΚΠολΔ, δημιουργούνται δε σοβαρές αμφιβολίες αν τα όσα δέχεται αφορούν το επίδικο ή άλλο ακίνητο στη θέση ‘ ‘ ...’ ‘ ".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, καθόσον δεν καθορίζεται η φερόμενη ως παραβιασθείσα εκ πλαγίου διάταξη του ουσιαστικού δίκαιου και δεν αναφέρεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση και σε τι συγκεκριμένα συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών της σε σχέση με κάποιο ουσιώδες ζήτημα, πρέπει ν’ απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις δεν αναφέρονται σε αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά αποτελούν πραγματικά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων προς στήριξη των απόψεών τους ότι ήταν βάσιμη η αγωγή τους, που συνέχονται με τις αποδείξεις και με την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο σαφώς εκτίθεται στην απόφαση.
Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Κατά τη σαφή έννοια του αριθμού 1 παρ. 2 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., η παραβίαση των διδαγμάτων αυτών ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνο εάν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτούς των υποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών. Έτσι αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίησή τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν (Ολ.
Α.Π. 2/2008, Ολ. Α.Π. 13/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο, κατά δεύτερο μέρος (περ. δ’ ), λόγο της αίτησης αναίρεσης και την επίκληση της διάταξης του αριθμού 1εδ.β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της παραβίασης του διδάγματος της κοινής πείρας, σύμφωνα με το οποίο κανένα άτομο δεν μπορεί να καταθέτει για γεγονότα που συνέβησαν το έτος 1960, όταν ήταν ηλικίας δύο ετών, το οποίο δίδαγμα χρησιμοποίησε εσφαλμένα για την εκτίμηση της κατάθεσης της μάρτυρος Ε.
Π., γεννηθείσας το έτος 1958, που περιέχεται στην υπ’ αριθμ. ...2009 εισηγητική έκθεση, και συγκεκριμένα ότι "ένας από τους κληρονόμους έσκαβε το επίδικο με αλέτρι και το έσπερνε και μετέπειτα το σκάβανε με τρακτέρ, αναφορά την οποία σχεδόν αυτολεξεί δέχεται το Εφετείο, αναφέρον στην απόφασή του ότι το έσκαβαν με αλέτρι και αργότερα με τρακτέρ...", την οποία (κατάθεση) και δέχθηκε ως αληθή, ενώ είναι δίδαγμα της κοινής πείρας ότι δεν είναι δυνατόν το δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη κατάθεση προσώπου, αναφερόμενου σε γεγονότα, όταν το πρόσωπο αυτό ήταν τότε ηλικίας δύο ετών.
Επομένως, ο αναιρετικός αυτός λόγος, από την παραπάνω διάταξη, με τον οποίο προβάλλεται παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας που χρησιμεύουν για την εκτίμηση αποδείξεων σχετικά με την αποδεικτική αξία της ως άνω ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος ανταποδείξεως και όχι για ερμηνεία κανόνων δικαίου, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. - Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται ‘ ‘ πράγματα’ ‘ , δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από την προαναφερθείσα διάταξη, που συνίστανται στο ότι: το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι "οι πρώτος, δεύτερη και τέταρτη των αρχικώς εναγομένων από το έτος 1960 τουλάχιστον και πριν από αυτούς οι δικαιοπάροχοι τους Χ.
Μ. από το έτος 1930 και Μ. Ψ. από το έτος 1992, που το απέκτησε ως τμήμα μείζονος ακινήτου, το έσκαβαν με αλέτρι και αργότερα με τρακτέρ και το καλλιεργούσαν στα καλλιεργήσιμα τμήματά του με δημητριακά και συνέλλεγαν τους καρπούς, εισέπρατταν το μίσθωμα της χορτονομής, το επέβλεπαν, το καθάριζαν από τις πέτρες, απέκρουαν προσβολές.
τρίτων όπως του βοσκού Β. Κ. που το έτος 1978 περιέφραξε με συρματόπλεγμα τμήμα του επιδίκου και ειδικότερα τα μερίδια, κατά τα ανωτέρω, του Γ. Μ. (1ου εναγομένου) και της Ε. Μ. (4ης εναγομένης), οι οποίοι ζήτησαν την λήψη εναντίον του ασφαλιστικών μέτρων και με την αρ 349/1978 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου εξαναγκάσθηκε να τους παραδώσει την νομή του, ανέθεσαν την χαρτογράφησή του το έτος 1990 στον πολιτικό μηχανικό Δ.
Π., που συνέταξε το από Μάιο 1990 σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα και περί τον Νοέμβριο του έτους 1991 ανέθεσαν στον χειριστή γεωργικών μηχανημάτων Γ. Λ. να καθαρίσει με μηχανικό μέσο τα ακαλλιέργητα τμήματα του επιδίκου και φύτευσαν ελαιόδενδρα". Οι αιτιάσεις αυτές, ανεξάρτητα από το ότι δεν αφορούν σε ‘ ‘ πράγματα’ ‘ κατά την εκτιθέμενη στη νομική σκέψη έννοια, αλλά σε συμπεράσματα του δικαστηρίου της ουσίας από την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτες, γιατί με την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσης του ως άνω λόγου πλήττουν την, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ., αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ιδιαίτερα του περιεχομένου των πιο πάνω εγγράφων.
Ενόψει τούτων, ο ερευνώμενος έκτος, κατά το πρώτο μέρος, λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Ο ίδιος, έκτος, λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος αυτού με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια για έλλειψη νόμιμης βάσης εξαιτίας αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ.), είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, εφόσον στο αναιρετήριο, εκτός από την αριθμητική επίκληση του παραπάνω άρθρου, δεν διαλαμβάνονται τα στοιχεία που στηρίζουν τη σχετική αναιρετική πλημμέλεια και ειδικότερα ο φερόμενος ως παραβιασθείς κανόνας ουσιαστικού δικαίου, καθώς και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας σε σχέση με την ερμηνεία και εφαρμογή του.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 529 ΚΠολΔ., στην κατ’ έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, όπως είναι και τα έγγραφα, το δευτεροβάθμιο δε δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίζονται πρώτη φορά σε αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.
Όταν το Εφετείο λαμβάνει υπόψη του και συνεκτιμά τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται για πρώτη φορά ενώπιόν του και αποκρούει την από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια μη προσκόμισή τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του ειδική αιτιολογία προς τούτο, η κρίση του αυτή, ως αναγόμενη σε πράγματα (άρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ) δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ως κατ’ ουσία βάσιμη την από 18-1-2012 έφεση και τους από 8-3-2014 πρόσθετους αυτής λόγους των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά της πρωτόδικης υπ’ αριθμ. 211/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου και ακολούθως, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα, δικάζοντας την από 1-12-1998 διεκδικητική κυριότητας αγωγή των αναιρεσειόντων, απέρριψε αυτήν ως αβάσιμη κατ’ ουσία.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο έλαβε υπόψη την από 30-12-2012 τεχνική έκθεση - αντίκρουση γνωμοδότησης του Ν. Ζ., αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού, με την παραδοχή ότι αποτελεί νέο παραδεκτό αποδεικτικό μέσο κατ’ άρθρο 529 παρ. 1 ΚΠολΔ και ότι η παράλειψη προσκόμισή της στην πρωτόδικη δίκη δεν οφείλεται σε πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια των εκκαλούντων, αιτιολογώντας έτσι, στα πλαίσια δυνατότητας που του παρέχει η πιο πάνω διάταξη, τη βραδεία προσκόμιση του εν λόγω αποδεικτικού μέσου.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι ο έβδομος και ο συναρτώμενος μ’ αυτόν όγδοος λόγος της αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες, από το άρθρο 559 αρ.11 β’ , 1 και 12 ΚΠολΔ., ότι το Εφετείο, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 529 ΚΠολΔ., παρά το νόμο έλαβε υπόψη του το ως άνω έγγραφο (τεχνική έκθεση) προς διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, το οποίο επικαλέστηκαν οι αναιρεσίβλητοι με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και προσκόμισαν απαραδέκτως για πρώτη φορά ενώπιον του, δίχως να επικαλούνται κάποιον ιδιαίτερο λόγο αδυναμίας ανεύρεσης ή προσκομιδής του. Κατ’ ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-6-2016 αίτηση των Σ. Ε. Τ. και Ζ. Α. Μ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 19/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ