Legislator Case Law & Legislation
1782/2008 AI generated

Supreme Court partially allows appeal regarding compensation for land expropriation value reduction under ECHR Protocol 1-Art 1.

Case Number 1782/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed appeals from six defendants while partially allowing appeals from three others regarding land expropriation compensation. The court found the lower court erred in refusing special compensation for the remaining land portion, violating the ECHR and specific Greek statutes. Consequently, the judgment was annulled in part for the three appellants, and the case was remitted for further proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1 of Protocol 1 to the ECHR; Art. 13, para. 4 of Law 2882/2001: The court must distinguish between value reduction of the expropriated part and the remaining property, granting special compensation for the latter when the reduction is not directly linked to the expropriated portion's value.

Keywords

AI generated
expropriation compensation value reduction Protocol 1 ECHR remaining property annulment in part remittal for retrial legal costs

Cited Legislation

AI generated
Art. 1 of Protocol 1 to the ECHR
Art. 13, para. 4 of Law 2882/2001
Art. 559, para. 1 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Full Court 31/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1782 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Λ.Κ.

Αριθμός 1782/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, 4) Χ4, 5) Χ5, 6) Χ6, 7) Χ7, 8) Χ8, 9) Χ9, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φειδία Κοντεμενιώτη ο οποίος ανακάλεσε την από 16/9/2008 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου-καθ'ου η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών και το Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αφροδίτη Κουτούκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς έκθ. κατάθεσης 1071/2004, 1065/2004 και 1086/2004 αιτήσεις προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που κατατέθηκαν ενώπιον του Εφετείου Κρήτης και συνεκδικάσθηκαν με τις δια των προτάσεων και από 21-2-2005 και 10-3-2005 ασκηθείσες ανταιτήσεις του ήδη αναιρεσιβλήτου.

Εκδόθηκε η 516/2005 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 17 Ιουλίου 2006 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η με αριθμό 1748/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 19/11/2007 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 2/5/2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Δημητρίου Πατινίδη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 εδ. β' του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) ορίζεται : "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου λαμβάνεται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και για το δικαστήριο υποχρεωτικά, για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι, ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη άλλα τέτοια.

Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του, για την πραγματική αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποιούμενης στην παραπάνω διάταξη λέξης "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα. Η δε σχετική, για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου, κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο (κατά ένα μέρος) λόγους αναιρέσεως αποδίδονται από τους αναιρεσείοντες στο Εφετείο πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι κατά τον προσδιορισμό της οριστικής αποζημίωσης των απαλλοτριουμένων ακινήτων τους που είναι τμήματα χέρσων και μη αρδευόμενων αγρών μεγαλύτερης έκτασης :

α) έλαβε υπόψη την αντικειμενική αξία των απαλλοτριουμένων τμημάτων και όχι τον μέσο όρο της αντικειμενικής αξίας ανά τ.μ. που προκύπτει με βάση την όλη έκταση της ιδιοκτησίας τους και β) δεν έλαβε υπόψη τον αυξητικό συντελεστή αρδευομένης έκτασης, λόγω της υπάρξεως στην περιοχή ιδιωτικών γεωτρήσεων και της εντεύθεν δυνατότητας άρδευσης των απαλλοτριουμένων ακινήτων.

Οι πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι διότι οι αναιρεσείοντες, υπό το πρόσχημα της απλής επίκλησης αναιρετικών πλημμελειών, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη για τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αρθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τείνουν στη θεμελίωση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που έχει ασκηθεί είτε ως επιθετικό μέσο είτε ως αμυντικό, όχι δε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου.

Από τα παραπάνω ανάγεται ότι στοιχείο της ιστορικής βάσεως της αιτήσεως για τον καθορισμό οριστικής αποζημίωσης απαλλοτριωθέντος ακινήτου, είναι, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, η πραγματική αξία του απαλλοτριωθέντος, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ενώ όσα προβάλλονται και φέρονται ότι επιδρούν μειωτικά επί της ως άνω αξίας ή όσα είναι περιστατικά από τα οποία συνάγεται η ως άνω αξία δεν είναι "πράγματα" με την προεκτεθείσα έννοια και η λήψη ή μη υπόψη αυτών δεν ιδρύει τον ως άνω λόγο αναιρέσεως.

Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως (κατά ένα μέρος) οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τους, δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς τους ότι τα απαλλοτριούμενα ακίνητά τους είναι τμήματα ακινήτων τους μεγαλύτερης έκτασης και ότι για το λόγο αυτό έπρεπε ο προσδιορισμός της αξίας τους να γίνει με βάση τον μέσο όρο της αντικειμενικής αξίας της όλης ιδιοκτησίας τους και όχι την ανά τ.μ. αντικειμενική αξία των απαλλοτριούμενων τμημάτων. Όμως, οι πιο πάνω ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια που προεκτέθηκε και, ως εκ τούτου, δεν ιδρύεται στην προκειμένη περίπτωση λόγος αναιρέσεως από το εδάφιο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδεται με αυτόν στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΙΙΙ. Το άρθρο 13 περ. 4 ν. 2882/2001 ορίζει ότι εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί ή το τμήμα αυτό να γίνει άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.

Το άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α), που κυρώθηκε, μαζί με τη Σύμβαση, αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το. ν.δ.. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, έναντι των κοινών νόμων, ορίζει ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του παρά μόνο νια λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους όρους που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου.

Με τη διάταξη προστατεύονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημιώσεως για την προσγενόμενη ζημία στην περιουσία τους. Έλλειψη δε σεβασμού της περιουσίας στην περίπτωση αυτή υπάρχει, όταν η συνεπεία του λόγου της αποζημίωσης μείωση της περιουσιακής δυναμικότητας του προσώπου δεν αποκαθίσταται πλήρως.

Συνεπώς, στην περίπτωση που, λόγω απαλλοτριώσεως μέρους του ακινήτου, το απομένον τμήμα αυτού, που εξακολουθεί να αποτελεί στοιχείο της περιουσίας του ιδιοκτήτου υφίσταται υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, το αναγνωριζόμενο από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν.2882/2001 δικαίωμα αποζημιώσεως ικανοποιείται πλήρως και εντεύθεν διασφαλίζεται ο σεβασμός στην περιουσία του ιδιοκτήτη.

όταν η αποζημίωση καλύπτει όχι μόνο την εκ της αποζημιώσεως και μόνο της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημία αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου. Διότι, άλλως, κατά την τελευταία αυτή ζημία το παραμένον στον ιδιοκτήτη μέρος του ακινήτου και, επομένως, η περιουσία του, θα παρέμενε χωρίς αποκατάσταση.

Ανεξαρτήτως δε του ότι το περιεχόμενο αυτό της αποζημιώσεως είναι απότοκο της εφαρμογής της άνω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεως του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Συμβάσεως της Ρώμης, είναι αδιάφορη στην περίπτωση αυτή η διάταξη της περ. 2 εδ. α' του άρθρου 13 του ν. 2882/2001, που ορίζει ότι, ενδεχόμενη μεταβολή του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης της απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της δεν λαμβάνεται υπόψη.

Και τούτο διότι η διάταξη αυτή αφορά την αύξηση ή μείωση του απαλλοτριουμένου μέρους, που το κατά το Σύνταγμα πλήρες της αξίας του κρίνεται κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης και όχι μετά την εκτέλεση του έργου. Ενώ, αντιθέτως, αποζημίωση για την υποτίμηση κατά την παρ. 4 του άρθρου 13 ν. 2882/2001 αφορά το απομένον στον ιδιοκτήτη μέρος, που εξακολουθεί να αποτελεί περιουσία του και μετά την εκτέλεση του έργου για το οποίο η απαλλοτρίωση. (Ολομ.

ΑΠ 31/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο απέρριψε το αίτημα των τριών πρώτων αναιρεσειόντων να τους επιδικασθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για την εναπομείνασα εκτός της απαλλοτρίωσης εδαφική έκταση, αφού δέχθηκε ότι η επικαλούμενη μείωση δεν συναρτάται αμέσως προς την αξία του απαλλοτριουμένου και την υποτίμησή του, αλλά από το είδος του εκτελούμενου έργου.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ κα. την εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση διάταξη του άρθρου 13 περ. 4 του ν. 2882/2001 και συνεπώς ο σχετικός, κατ' ορθή εκτίμηση, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος. Κατόπιν τούτων, πρέπει:

α) ν' απορριφθεί η αναίρεση κατά το μέρος που αφορά τους αναιρεσείοντες Χ4, Χ5, Χ6, Χ7, Χ8 και Χ9 και να καταδικασθούν οι ως άνω αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου και β) να γίνει εν μέρει δεκτή η αναίρεση καθόσον αφορά τους τρεις πρώτους αναιρεσείοντες (Χ1, Χ2 και Χ3), ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το κεφάλαιοπου αφορά τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τη μείωση της αξίας εναπομείναντος τμήματος της ιδιοκτησίας των ανωτέρω αναιρεσειόντων και να παραπεμφθεί η υπόθεση μόνο κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος , για περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.

Περαιτέρω, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των ως άνω αναιρεσειόντων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-11-2004 αίτηση των αναιρεσειόντων Χ4, Χ5, Χ6, Χ7, Χ8 και Χ9 για αναίρεση της 516/2005 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.

Καταδικάζει τους ανωτέρω αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Αναιρεί εν μέρει την 516/2005 απόφαση του Εφετείου Κρήτης καθόσον αφορά τους αναιρεσείοντες Χ1, Χ2 και Χ3, όπως στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των ως άνω αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ