1782/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1782/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 Ν. 5638/1932, τα οποία επίσης διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ΄ στοιχ. α΄ ΝΔ 118/1973, ορίζεται, αντιστοίχως, ότι "επί των καταθέσεων τούτων δύναται να τεθή προσθέτως ο όρος, ότι, άμα τω θανάτω οιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεσις και ο εκ ταύτης λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως εις τους λοιπούς επιζώντας, μέχρι του τελευταίου τούτων".
Full text
Απόφαση 1782 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1782/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου και του αρχαιοτέρου του Αρεοπαγίτη), Ρένα Ασημακοπούλου, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Ιωάννη Παπουτσή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1 η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Πετρουτσόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.ΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης:Ψ1 , η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Ιωάννας Αχουζαρίδη-Γαλάνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-12-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2469/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1310/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 14-6-2006 αίτησή της και των από 30-8-2006 πρόσθετων λόγων. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 3-5-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και του πρόσθετου λόγου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 566 παρ.2 του ΚΠολ.Δικ. αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου δικαστηρίου η κατάθεση του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Η παράβαση της διατάξεως αυτής, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ.2 ΚΠολ.Δικ., που ρυθμίζει τον τρόπο ασκήσεως των ενδίκων μέσων,έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αναιρέσεως ως απαράδεκτης για εκείνη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, ως προς την οποία το αναιρετήριο δεν κατατέθηκε στην γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε. Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως καθόσον στρέφεται κατά της 2469/2005 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη,αφού όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο σε επικυρωμένο αντίγραφο αναιρετήριο, τούτο δεν κατατέθηκε στη γραμματεία του πιο πάνω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 Ν 5638/1932, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 1 ΝΔ 951/1971 και διατηρηθεί σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ΄ στοιχ. α΄ ΝΔ 118/1973, "χρηματική κατάθεσις παρά τραπέζη εις ανοιχτόν λογαριασμόν επ' ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού (compte joint, joint account) είναι εν τη εννοία του παρόντος νόμου η περέχουσα τον όρον ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνη χρήσιν, εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε εις, είτε τινές και πάντες κατ' ιδίαν οι δικαιούχοι" (άρθρο 1 παρ. 1). "Η χρηματική κατάθεσις περί ης η προηγούμενη παράγραφος επιτρέπεται να ενεργείται και εις κοινόν λογαριασμόν επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίησιν" (άρθρο 1 παρ. 2).
Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και με εκείνες των άρθρων 2 παρ.1 ΝΔ της 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", 411, 489, 490, 491 και 493 ΑΚ, προκύπτει, ότι, σε περίπτωση χρηματικής καταθέσεως στο όνομα του ιδίου καταθέτη και τρίτου ή τρίτων σε κοινό λογαριασμό και ανεξαρτήτως του εάν τα καταθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς απ' αυτούς, παράγεται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και του δέκτη της κατάθεσης (τράπεζας) αφετέρου ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη των χρημάτων της κατάθεσης (είτε όλων είτε μέρους αυτών) από έναν από τους δικαιούχους να γίνεται εξ ιδίου δικαίου, εάν δε αναληφθεί ολόκληρο το ποσό της χρηματικής κατάθεσης από έναν δικαιούχο, επέρχεται απόσβεση της απαίτησης εις ολόκληρον έναντι του δέκτη της κατάθεσης (τράπεζας) και ως προς τον άλλον, δηλαδή τον δικαιούχο που δεν ανέλαβε, ο οποίος από το νόμο πλέον αποκτά απαίτηση έναντι εκείνου, που ανέλαβε ολόκληρη την κατάθεση, για την καταβολή ποσού ίσου προς το μισό της κατάθεσης, εκτός εάν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα επί ολόκληρου του ποσού ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής, από μέρους αυτού, που δεν προέβη στην ανάληψη του ποσού.
Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 Ν. 5638/1932, τα οποία επίσης διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ΄ στοιχ. α΄ ΝΔ 118/1973, ορίζεται, αντιστοίχως, ότι "επί των καταθέσεων τούτων δύναται να τεθή προσθέτως ο όρος, ότι, άμα τω θανάτω οιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεσις και ο εκ ταύτης λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως εις τους λοιπούς επιζώντας, μέχρι του τελευταίου τούτων".
Και ότι "διάθεσις της καταθέσεως διά πράξεως, είτε εν ζωή, είτε αιτία θανάτου, δεν επιτρέπεται, οι δε κληρονόμοι του τελευτήσαντος είτε εξ αδιαθέτου είτε εκ της διαθήκης, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκαίων τοιούτων... ουδέν δικαίωμα κέκτηνται επί της καταθέσεως". Από τις διατάξεις αυτές, η πρώτη από τις οποίες αναφέρεται στις εσωτερικές μεταξύ των περισσότερων καταθετών σχέσεις, ενώ η δεύτερη ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ της τράπεζας, στην οποία έχει γίνει η κατάθεση και των περισσότερων καταθετών, συνδυαζόμενες και με τις προαναφερόμενες, προκύπτει, ότι, σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, δε χωρεί υποκατάσταση αυτού από τους τυχόν κληρονόμους του έναντι της τράπεζας, κατά της οποίας και δεν μπορούν να στραφούν, επικαλούμενοι το κληρονομικό τους δικαίωμα, διότι, διαφορετικά, θα επερχόταν μεταβολή του προσώπου του καταθέτη χωρίς την συγκατάθεση της τράπεζας.
Ο επιζών καταθέτης, ως εις ολόκληρον δανειστής έναντι της τράπεζας, μπορεί να εισπράξει και ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης, οπότε οι κληρονόμοι του αποθανόντος θα μπορούν να αξιώσουν απ' αυτόν το τμήμα εκείνο της κατάθεσης που αναλογεί στον δικαιοπάροχό τους με βάση τις εσωτερικές σχέσεις των καταθετών.
Εάν, όμως, έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 Ν 5638/1932, σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, περιέρχεται αυτοδικαίως ("ιδίω ονόματι" και "εξ ιδίου δικαίου) η κατάθεση και ο απ' αυτήν λογαριασμός στους επιζώντες, έναντι των οποίων οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν μπορούν να στραφούν και να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές σχέσεις τμήμα της κατάθεσης, που αναλογούσε σε εκείνον, όπως θα μπορούσαν αν δεν είχε τεθεί ο, ως άνω όρος, του οποίου σε αυτό και μόνο εξαντλείται η νομική ενέργεια.
Ως προς τους άυλους τίτλους, προβλέπεται στο άρθρο 12 Ν. 2198/1994 ότι εφαρμόζονται αναλόγως και οι διατάξεις του Ν. 5638/1932 "περί καταθέσεως εις κοινόν λογαριασμόν" (ΑΠ 755/2003). Περαιτέρω, από το άρθρο 1710 ΑΚ προκύπτει, ότι αντικείμενο της κληρονομικής διαδοχής είναι το περιουσιακό σύνολο του αποβιώσαντος, δηλαδή το σύνολο των εννόμων σχέσεων (δικαιωμάτων και υποχρεώσεων) του αποβιώσαντος που είναι δεκτικές χρηματικής αποτίμησης και δεν συνδέονται αποκλειστικά με το πρόσωπο αυτού.
Ακόμη, κατά το άρθρο 1712 ΑΚ ο κληρονομούμενος μπορεί με μονομερή αιτία θανάτου διάταξη (διαθήκη, διάταξη τελευταίας βουλήσεως) να εγκαταστήσει κληρονόμο. Τέλος, κατά το άρθρο 361 ΑΚ, προς σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία, ενόσω ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, απαιτείται σύμβαση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την εκτίμηση του περιεχομένου της από 8-12-2005 ένδικης αγωγής της η αναιρεσίβλητη εκθέτει νοηματικά σαφώς σε αυτή ότι η αποβιώσασα την 23-12-1999 στην Αθήνα ........., την ώρισε μοναδική της κληρονόμο με την από .......
ιδιόγραφο διαθήκη, επομένως και στις απαιτήσεις της κατά τρίτων, μεταξύ των οποίων και κατά της αναιρεσείουσας, ότι η κληρονομούμενη κατέλιπε κατά το θάνατό της δραχμές 6.051.153 σε κοινό με την αναιρεσείουσα λογαριασμό στην Εθνική τράπεζα και άυλους τίτλους του δημοσίου συνολικής αξίας δραχ. 10.080.828, με συνδικαιούχο επίσης την αναιρεσείουσα και ότι η τελευταία εισέπραξε τα ποσά αυτά μετά το θάνατο της κληρονομούμενης και δεν τα αποδίδει παρότι τα σχετικά ως άνω ποσά διατέθηκαν, όπως προλέχθηκε, μόνον από την κληρονομούμενη, δηλαδή από την περιουσία κυριότητας της τελευταίας και εντεύθεν κατά την μεταξύ αυτής(κληρονομούμενης) και της αναιρεσείουσας εσωτερική σχέση (σύμβαση) μόνη δικαιούχος των ποσών αυτών έναντι της αναιρεσείουσας ήταν η κληρονομούμενη.
Ζήτησε δε η αναιρεσίβλητη με την αγωγή της αυτή, μετά τον περιορισμό του αιτήματός της, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της αναιρεσείουσας να της καταβάλλει τα ποσά αυτά. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα περιέχει η ένδικη αγωγή βάση στηριζόμενη τις παραπάνω διατάξεις και τα άρθρα 361 1710 και 1712 Α.Κ. Το δε Εφετείο που έκρινε έτσι και επεδίκασε στην αναιρεσίβλητη τα παραπάνω ποσά, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ούτε επεδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε και οι προβαλλόμενες με τους πρώτο και δεύτερο από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 9 ΚΠολΔικ λόγους του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως αιτιάσεις, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε την ύπαρξη βάσης κληρονομίας στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής και επεδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες.
Με το δεύτερο λόγο του κυρίου δικογράφου αναίρεσης προβάλλεται κατ' ορθή εκτίμηση και η από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την παραπάνω από κληρονομία βάση της ένδικης αγωγής, γιατί δεν αναφέρεται στο δικόγραφο της (ένδικης αγωγής) σε ποια ποσά έχει κληρονομικό δικαίωμα ή αναιρεσίβλητη και ότι τα ποσά αυτά υπήρχαν στην περιουσία της κληρονομούμενης κατά το χρόνο του θανάτου της και επιπλέον διότι η αγωγική βάση από την κληρονομία αντιφάσκει στην άλλη αγωγική βάση από αδικοπραξία καθώς και στην επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, γιατί, όπως προκύπτει, από την εκτίμηση του περιεχομένου της ένδικης αγωγής, αναφέρεται σε αυτή ότι στο κληρονομικό δικαίωμα της ενάγουσας αναιρεσίβλητης περιλαμβάνονται τόσο οι 6.051.153 δραχμές που κατατέθηκαν σε κοινό λογαριασμό της κληρονομούμενης και αναιρεσείουσας στην Εθνική Τράπεζα, όσο και οι 10.080.828 δραχ.
με τις οποίες αγοράσθηκαν άϋλοι τίτλοι, ήτοι συνολικά το ποσό των 47.207,74 ευρώ, η αναγνώριση της οφειλής του οποίου ζητήθηκε με την αγωγή και έγινε δεκτή με την προσβαλλόμενη απόφαση. Η δε αναφορά στην ένδικη αγωγή ότι η αναιρεσείουσα εισέπραξε τα παραπάνω ποσά μετά το θάνατο της κληρονομούμενης περιέχει έμμεσα, αλλά με σαφήνεια και τα περιστατικά ότι τα ποσά αυτά υπήρχαν στην περιουσία αυτής (κληρονομούμενης) κατά την ημέρα του θανάτου της και ότι κατά την εσωτερική σχέση μεταξύ κληρονομούμενης και αναιρεσείουσας αποκλειστική δικαιούχος των παραπάνω περιουσιακών στοιχείων ήταν η κληρονομούμενη ....... .
Ενώ εξ άλλου επιτρέπεται κατ' άρθρ. 218 παρ.1 ΚΠολ.Δικ. η σώρευση στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής των βάσεων της κληρονομίας και αδικοπραξίας, επικουρικά δε και του αδικαιολογήτου πλουτισμού και δεν δημιουργείται κάποια αοριστία ή απαράδεκτο της ερευνώμενης βάσης της ένδικης αγωγής από τη σώρευση αυτή.
Περαιτέρω με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου προβάλλονται οι από το άρθρο 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δικ. αιτιάσεις ότι το Εφετείο δέχθηκε την παραπάνω από κληρονομία βάση της ένδικης αγωγής χωρίς απόδειξη άλλως χωρίς να διατάξει περί αυτής απόδειξη. Οι αιτιάσεις αυτές πρέπει να απορριφθούν. Η πρώτη ως αβάσιμη διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα από την επανεκτίμηση των ενόρκων, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, τα υπό αριθμούς5534/2003 και 2493/2004 βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών και του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών αντιστοίχως, και τις δικαστικές αποφάσεις, που νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, εκ των οποίων τα μεν βουλεύματα εξεδόθησαν στα πλαίσια άλλης (ποινικής) δίκης, οι δε δικαστικές αποφάσεις εξεδόθησαν στα πλαίσια άλλων (πολιτικών) δικών και ελήφθησαν αμφότερα υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια, καθώς και από όλα τα από τους διαδίκους προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα.
Η δεύτερη δε αιτίαση ως απαράδεκτη, διότι δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως στις περιπτώσεις που το δικαστήριο δεν υποχρεούται σε έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης, όπως συμβαίνει στη διαδικασία του Μονομελούς Πρωτοδικείου, κατά την οποία εκδικάστηκε η ένδικη διαφορά (αρθρ. 270 ΚΠολΔικ). Επίσης ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος αυτού, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔικ.
αιτίαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, άλλως για αντιφατική αιτιολογία είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται οι επί της ουσίας παραδοχές της αποφάσεως και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση στις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης.
Με τον τρίτο λόγο του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως προβάλλεται α) ότι κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας απορρίφθηκε ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, ότι από την ενέργεια της θανούσας να καταργήσει στις 3-5-1999 τον τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε με συνδικαιούχο την αναιρεσίβλητη και να μεταφέρει το περιεχόμενο σε αυτόν χρηματικό ποσό σε άλλον τραπεζικό λογαριασμό με συνδικαιούχο αυτήν (αναιρεσείουσα) τεκμαίρεται η βούληση της θανούσας να μην περιέλθει στην αναιρεσίβλητη το όποιο υπόλοιπο θα παρέμενε από τα χρήματα αυτά κατά τον χρόνο του θανάτου της, αλλά να περιέλθει στην αναιρεσείουσα εφόσον θα απέθνησκε πρώτη και β) ότι προσκρούει στα διδάγματα της κοινής πείρας η παραδοχή του Εφετείου ότι ως προς τα κατατεθειμένα στον επίδικο λογαριασμό χρήματα, ως πραγματική βούληση της θανούσας πρέπει να ληφθεί αυτή που είχε εκφρασθεί με την ιδιόγραφη διαθήκη της το 1986 και όχι εκείνη που εκφράσθηκε με την πιο πάνω συγκεκριμένη και ειδική ενέργεια στις 3-5-1999.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος γιατί κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β΄ ΚΠολ.Δικ. η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ελέγχεται μόνο αν τα διδάγματα αφορούν την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αορίστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σε αυτούς και όχι όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή εκτίμηση αποδείξεων, όπως προβάλλεται στην προκείμενη περίπτωση από την αναιρεσείουσα με τον ερευνώμενο λόγο αναιρέσεως.
-Δια του άρθρου 106 Ν. 118/1973 περί κώδικος φορολογίας κληρονομιών κ.λ.π ορίζεται ότι, κατόπιν σχετικής ενστάσεως υποβαλλόμενης σε κάθε στάση της δίκης ή και αυτεπαγγέλτως, αναστέλλεται η πρόοδος της δίκης επί της αγωγής κάθε ένδικου μέσου αν δια το αντικείμενο αυτής υπάρχει υποχρέωσης καταβολής φόρου κληρονομίας κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού, εφόσον δεν προσκομίζεται πιστοποιητικό του οικονομικού φόρου περί υποβολής της σχετικής κατά νόμο δηλώσεως φόρου κληρονομίας ή περί εκδόσεως από τη φορολογική Αρχή πράξεως επιβολής φόρου.
Η τελευταία όμως αυτή διάταξη, με την οποία καθιερώνεται αναστολή επισπευδομένης συζητήσεως μέχρι της εγχειρίσεως της σχετικής ως άνω δηλώσεως ή της εκδόσεως πράξεως περί οφειλής ή μη φόρου, περιεχομένη σε νόμο επιδιώκοντα μόνον φορολογικούς σκοπούς, οι οποίοι δεν επιδρούν στο αντικείμενο της διαφοράς και την έκβαση της δίκης και συνεπώς ούτε στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης, δεν καθιερώνει απαράδεκτον της συζητήσεως, που να δημιουργεί λόγο αναιρέσεως (Ολ.
ΑΠ 1331/1985). Επομένως ο πρόσθετος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμηση, προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 14 ΚΠολΔικ, πράγματι δε μόνο από το άρθρο 559 αριθ. 14, αιτίαση ότι το Εφετείο παρά την προαναφερθείσα διάταξη του αρθρ. 106 παρ. 1 και 2 Ν.Δ 118/1973 παρέλειψε να απορρίψει την αγωγή, άλλως να αναστείλει την πρόοδο της δίκης, γιατί δεν προσκομίσθηκε πιστοποιητικό του Οικονομικού Εφόρου ότι υποβλήθηκε η κατά νόμον δήλωση φόρου κληρονομίας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί η παραπάνω διάταξη του άρθρου 106 παρ. 1 και 2 ΝΔ 118/1973 δεν καθιερώνει κατά τα προεκτεθέντα, απαράδεκτο της συζητήσεως, που να δημιουργεί λόγο αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-6-2006 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της υπ΄αριθμ. 1310/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και της υπ΄αριθμ. 2469/2005 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και το από 30-8-2006 δικόγραφο πρόσθετου λόγου αναιρέσεως.
-
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιουλίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουλίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ