Supreme Court dismisses interpretation request regarding public sector salary retroactivity limits. The court rejects the claim that salaries apply pre-appointment. The decision upholds the statutory rule limiting salary claims to the post-appointment period. The court finds the lower court's reasoning clear and unambiguous. No legal interpretation is permitted under the current facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the applicants' request for legal interpretation of a prior decision concerning public sector salary entitlements. The applicants argued they should receive salaries for the period before their official appointment to permanent positions, while the State contended that law limits such claims to the time after appointment. The court ruled that the previous decision clearly established that salary claims are restricted to the post-appointment period, rendering further interpretation unnecessary and legally inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1 para. 4 of Law 3320/2005; The court held that salary entitlements for public positions are strictly limited to the period following the official appointment act, thereby precluding any claim for remuneration covering the interim period of temporary employment contracts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1781 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1781/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Απόστολο Φωτόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αιτούντων - αναιρεσιβλήτων: 1)Α. Α. του Γ., 2)Α. Κ. του Ι., 3)Α.-Σ. Μ. του Δ., 4)Β. - Σ. Ε. του Χ., 5)Γ. - Μ. Α. του Α., 6)Γ. - Μ. Α. του Ζ., 7))Γ. Μ. του Α., 8)Γ. - Α. Π. του Κ., 9α)Α. Γ. του Χ., β)Π. Γ. του Α., γ)Γ. Γ. του Α., οι οποίοι ως κληρονόμοι της αποβιώσασας Σ. Γ. του Β., υπεισήλθαν στη θέση της και συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη, 10)Γ.
Α. του Α., 11)Δ. - Τ. Χ. του Π., 12)Δ. Κ. του Ν., 13)Δ. Α. του Δ., 14)Δ. Μ. του Χ., 15)Ζ. Φ. του Γ., 16)Ή. Χ. του Γ., 17)..., 18)Κ. - Π. Μ. του Μ., 19)Κ. Δ. του Θ., 20)Κ. Μ. του Θ., 21)Κ. Ε. του Μ., 22)Κ. Ά. του Ν., 23)Κ. Σ. του Π., 24)Λ. Δ. του Ι., 25)Μ. Β. του Χ., 26)Μ. Ε. του Δ., 27)Μ. Ά. του Η., 28)Μ. Φ. του Δ., 29)Μ. Ά. του Β., 30)Μ. Ν. του Φ., 31)Ν. Σ. του Π., 32)Ν. Ε. του Η., 33)Ν. Π. του Α., 34)Ξ. Β.
του Ν., 35)Π. - Κ. Ε. του Δ., 36)Π. - Δ. Α. του Δ., 37)Π. Β. του Ι., 38)Π. Π. του Β., 39)Π. Β. του Γ., 40)Σ. - Μ. Ά. του Π., 41)Σ. Κ. του Χ., 42)Σ. Ε. του Γ., 43)Τ. Λ. του Η., 44)Τ. Κ. του Σ., 45)Τ. Ε. του Ι., 46)Τ. Ι. του Κ., 47)Τ. Ε. του Ε., 48)Τ. Κ. του Χ., 49)Τ. Α. του Χ., 50)Τ. - Κ. Μ. του Ν., 51)Φ. Α. του Δ., 52)Φ. Α. του Α., 53)Φ. Δ. του Γ., 54)Κ. Ε. του Ι., 55)Ζ. Κ. του Β., 56)Κ. Κ. του Κ., 57)Κ. Θ.
του Γ., 58)Κ. Α. του Χ., 59)Κ. Ε. του Π., 60)Ν. Π. του Κ., 61)Ν. Ά. του Ι., 62)Λ. Μ. του Ι., 63)Π. Α. του Ι., 64)Μ. Ζ. του Χ., 65)Μ. Ζ. του Δ., 66)Π. Ε. του Σ., 67)Σ. Α. του Γ., 68)Τ. Μ. του Σ., 69)Γ. Ν. του Δ., 70)α)Α. Γ. του Σ., β)Χ. Γ. του Α., γ)Ε. Γ., και δ)Μ. Γ. του Α., οι οποίοι ως κληρονόμοι της αποβιώσασας Β. Γ. του Π., υπεισήλθαν στη θέση της και συνεχίζουν τη δίκη, 71)Φ.
Ε. του Π., 72)Γ. Ε. του Γ., 73)Ζ. -Μ. Ζ. του Κ., 74)Κ. Χ. του Π., 75)Μ. Ε. του Α., 76)Π. Π. του Ε., 77)Π. - Σ. Γ. του Μ., 78)Π. Κ. του Α., 79)Ρ. Ε. του Γ., 80)Τ. Λ. του Σ., και 81)Χ. Χ. του Ι., όλων κατοίκων Αθηνών. Οι 7η, 19η, 34η, 36η, 40η, 50η, 67η, 75η και 79η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βασιλείου, οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του καθού η αίτηση - αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Αφροδίτη Καρούκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών διαδίκων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2167/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 3468/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 3-12-2008 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1055/2022 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου που αναίρεσε την 3468/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κράτησε την υπόθεση, δίκασε επί της εφέσεως και την απέρριψε. Στη συνέχεια οι αιτούντες - αναιρεσίβλητοι κατέθεσαν την από 21-12-2023 αίτηση με την οποία ζητούν την ερμηνεία της 1055/2022 απόφασης. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την ερμηνεία της ως άνω απόφασης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 318, 573 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης, με την οποία ζητείται η [ερμηνεία] απόφασης του Αρείου Πάγου, δεν εμφανισθεί (...) κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης και (...) αν δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της (...) αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 1356/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο δεν εμφανίσθηκαν η έβδομη (7η), η δέκατη ένατη (19η), η τριακοστή τέταρτη (34η), η τριακοστή έκτη (36η), η τεσσαρακοστή (40η), η πεντηκοστή (50η), η εξηκοστή έβδομη (67η), η εβδομηκοστή πέμπτη (75η) και η εβδομηκοστή ένατη (79η) από τους αιτούντες.
Οι διάδικοι που προαναφέρθηκαν - μαζί με όσους από αυτούς παρέστησαν - επέσπευσαν τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης για ερμηνεία της υπ' αριθμό 1055/15-6-2022 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου και συγκεκριμένα κατέθεσαν την αίτηση στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου, επιμελήθηκαν να προσδιορίσουν δικάσιμο για τη συζήτησή της η οποία ορίσθηκε αρχικά για την 23-5-2023, και κλήτευσαν το αντίδικό τους, Ελληνικό Δημόσιο, να παραστεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο που προαναφέρθηκε (βλ.
την υπ' αριθμό 2144/6-3-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Ν. Π. Κ.). Η αίτηση όμως δεν εισήχθη για συζήτηση κατά την αρχική της δικάσιμο, επειδή η λειτουργία των Δικαστηρίων είχε ανασταλεί προσωρινά για νόμιμο λόγο και ειδικότερα λόγω της διενέργειας βουλευτικών εκλογών (απόφαση Υπουργού Δικαιοσύνης/22079οικ/2-5-2023).
Μετά από αυτό η Πρόεδρος του παρόντος Β2 Τμήματος με την από 30-5-2023 πράξη της όρισε αυτεπαγγέλτως τη σημερινή ως νέα δικάσιμο για την εκδίκαση της αίτησης, η δε ημερομηνία της νέας δικασίμου γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της νόμιμα και εμπρόθεσμα προς ενημέρωση των διαδίκων να παραστούν σε αυτή, ενώ μετά την ως άνω ματαίωση η έγγραφη της υπόθεσης στο πινάκιο επέχει θέση κλητεύσεως για όλους τους διαδίκους (άρθρα 573 παρ. 1 και 260 παρ. 4 ΚΠολΔ).
Από τα έγγραφα όμως που υπάρχουν στη δικογραφία δεν προκύπτει ότι οι αιτούσες που απολείπονται είχαν χορηγήσει πληρεξουσιότητα προς το Δικηγόρο Αθηνών, Π. Α. Καμπίτη (Α.Μ. ΔΣΑ 16772) να επισπεύσει τη συζήτηση για λογαριασμό τους. Η συζήτηση επομένως της αίτησης ως προς τις αιτούσες που προαναφέρθηκαν πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη (άρθρα 573 παρ. 1, 94, 96 παρ. 3, 104, 108, 110 παρ. 2 και 318 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται και στο διατακτικό. 2.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 316 ΚΠολΔ αν η απόφαση είναι διατυπωμένη με τρόπο που γεννά αμφιβολίες ή είναι ασαφής, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος, να την ερμηνεύσει με νέα του απόφαση έτσι που η έννοιά της να γίνει αναμφίβολη. Η ερμηνεία όμως δεν μπορεί να αλλάξει το διατακτικό της αποφάσεως που ερμηνεύεται.
Όπως προκύπτει από τη διάταξη αυτή, η ερμηνεία γίνεται από το ίδιο δικαστήριο που έχει εκδώσει την αρχική απόφαση και με την ίδια διαδικασία, χωρίς χρονικό περιορισμό και μόνον ύστερα από αίτημα διαδίκου και όχι αυτεπάγγελτα. Η ερμηνεία αποβλέπει στην αποκατάσταση του αληθινού νοήματος της αποφάσεως, εφόσον αυτό δεν είναι κατανοητό από τους διαδίκους για το λόγο ότι η διατύπωση είναι ασαφής ή αμφίβολη και, έτσι, με την ερμηνεία αίρονται οι ασάφειες και οι αοριστίες της διατυπώσεως των σχετικών σημείων της αποφάσεως με την επεξήγηση της αληθούς έννοιας και την αποκατάσταση του ακριβούς νοήματος αυτών.
Αμφίβολο, κατ` αρχήν, θεωρείται το νόημα της αποφάσεως, όταν η λεκτική διατύπωση, λόγω των όρων που χρησιμοποιήθηκαν, οδηγεί σε διάφορες ερμηνευτικές εκδοχές, ενώ η ασάφεια της αποφάσεως πρέπει να είναι τέτοια ώστε να δυσχεραίνεται ή να καθίσταται αδύνατη η κατανόηση αυτής ή η εκτέλεσή της και η οριοθέτηση του ουσιαστικού δεδικασμένου που απορρέει απ` αυτή.
Το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εισάγεται η αίτηση ερμηνείας δικαστικής αποφάσεως, θα εξετάσει, σε πρώτη φάση, αν πράγματι η απόφαση είναι ασαφής, αόριστη και με αμφίβολο νόημα. Μόνο τότε, ήτοι, αν διαγνωστεί ότι η απόφαση δεν είναι "σαφής" αλλά έχει ανάγκη ερμηνείας, θα προχωρήσει στην ερμηνεία της αποφάσεως, αναζητώντας την αληθινή βούληση του δικαστή (και όχι το νόημα της αποφάσεως καθ` εαυτό), λαμβάνοντας υπόψη, εφόσον είναι αναγκαίο, και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που ερμηνεύεται (αγωγή, προτάσεις και λοιπά δικόγραφα της δίκης εκείνης).
Δεν ερευνάται, δηλαδή, πώς θα ήταν ορθό να αποφανθεί το δικαστήριο κατά τη δίκη εκείνη, αλλά πώς πράγματι αποφάνθηκε. Νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες της αποφάσεως δεν είναι δυνατό να καλυφθούν με τη μέθοδο της ερμηνείας. Για το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται κατά την ερμηνεία να επανεκτιμηθούν οι αποδείξεις που είχαν διεξαχθεί.
Το Δικαστήριο μάλιστα δεν έχει εξουσία με ερμηνεία ή προσθήκη νέας διάταξης να αλλοιώσει την ουσία της αποφάσεως και την έννοιά της, όπως και να συμπληρώσει παραλείψεις σε αιτήματα που είχαν υποβάλει οι διάδικοι, επειδή αυτό θα ανέτρεπε το δεδικασμένο. Το δικαστήριο κατά την ερμηνεία της απόφασής του περιορίζεται στην επεξήγηση της αληθινής έννοιάς της, δηλαδή στον καθορισμό των αόριστων και στην αποσαφήνιση των ασαφών σημείων του διατακτικού της ή και των αιτιολογιών της, όταν αυτές επέχουν θέση διατακτικού, χωρίς όμως να αλλάξει το διατακτικό της απόφασής του.
Σημειώνεται ότι από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 315 και 316 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, όπου χωρεί διόρθωση δικαστικής απόφασης, δεν χωρεί ερμηνεία της και αντίστροφα. Κατά την ερμηνεία, συνεπώς, αναζητείται η βούληση των δικαστών που εξέδωσαν την απόφαση που ερμηνεύεται με βάση τα στοιχεία γενικά της δίκης (Ολ.ΑΠ 12/2009, ΑΠ 480/2022).
Στην υπό κρίση αίτηση οι αιτούντες εκθέτουν ότι η υπ' αριθμό 1055/15-6-2022 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου είναι ασαφής και παράλληλα διατυπωμένη με τρόπο που γεννά αμφιβολίες ως προς τις παραδοχές και το διατακτικό της, όπως ειδικότερα αναφέρουν σε αυτή. Με το ιστορικό αυτό αιτούνται να ερμηνευθεί η απόφαση για να αποκατασταθεί το αληθινό της νόημα.
Η αίτηση αρμοδίως εισάγεται για συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρα 573 παρ. 1 και 316 επ. ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, επειδή στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 316 ΚΠολΔ. Πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί και περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία αποδεικνύονται τα εξής :
Οι αιτούντες είναι καθαριστές και καθαρίστριες των σχολικών συγκροτημάτων της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και συνδέονται με το καθού η αίτηση, Ελληνικό Δημόσιο, με συμβάσεις ήδη εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Οι αιτούντες είχαν ασκήσει κατά του καθού ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 10-6-2009 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 107906/3019/2009 αγωγή τους με αίτημα κατά περίπτωση είτε να υποχρεωθεί το τότε εναγόμενο, είτε να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή του να καταβάλει στον καθένα τους αποδοχές συγκεκριμένου ποσού τόσο α) για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο συνδέονταν με το καθού με συμβάσεις έργου, όσο και β) για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα και, ειδικότερα, αφότου είχαν καταταγεί νόμιμα σε οργανικές θέσεις του Δημοσίου και παρείχαν σε αυτό την εργασία τους με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμό 2167/2011 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Οι αιτούντες-τότε ενάγοντες άσκησαν κατά της απόφασης την από 11-11-2013 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 7126/2013 έφεση με αίτημα να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και να γίνει εν όλω δεκτή η αγωγή τους κατά του εναγομένου.
Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την υπ' αριθμό 3468/2018 απόφαση με την οποία δέχθηκε την έφεση και εξαφάνισε την εκκαλουμένη. Μετά από αυτό κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει τη αγωγή και κατά περίπτωση είτε υποχρέωσε το εφεσίβλητο-εναγόμενο, είτε αναγνώρισε την υποχρέωσή του να καταβάλει στους εκκαλούντες-ενάγοντες αποδοχές συγκεκριμένων χρηματικών ποσών για τον καθένα τους.
Οι αποδοχές αφορούσαν στα χρονικά διαστήματα τόσο πριν, όσο και μετά την κατάταξή τους σε θέσεις του Δημοσίου με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Το εφεσίβλητο-εναγόμενο άσκησε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου την από 3-12-2018 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 905/2018 αίτηση για αναίρεση της απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Το αναιρεσείον όμως προσέβαλε την απόφαση αυτή μόνο ως προς το σκέλος της διάταξής της με το οποίο επιδίκασε στους ήδη αιτούντες αποδοχές για το χρονικό διάστημα που είχε προηγηθεί της κατάταξής τους σε οργανικές θέσεις του Δημοσίου. Το παρόν Δικαστήριο δίκασε την αίτηση αναίρεσης και εξέδωσε την - υπό ερμηνεία - υπ' αριθμό 1055/15-6-2022 απόφαση με την οποία δέχθηκε :
α) ότι από τη διάταξη του παραγράφου 4 του άρθρου 1 Ν. 3320/2005 - η οποία ορίζει ότι οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από τη ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους - συνάγεται ότι τα πρόσωπα που κατατάχθηκαν νόμιμα σε οργανικές θέσεις του Δημοσίου και έκτοτε παρέχουν σε αυτό την εργασία τους - σε εκτέλεση συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου - μπορούν να αξιώσουν τις αποδοχές της θέσης στην οποία κατατάχθηκαν, μόνο για το χρονικό διάστημα μετά την έκδοση της πράξης κατάταξής τους και όχι για το διάστημα, πριν καταταγούν σε αυτές, όσο ακόμα, δηλαδή, απασχολούνταν στο Δημόσιο με συμβάσεις έργου και ότι συνεπώς β) το Μονομελές Εφετείο, το οποίο είχε δεχθεί ότι οι ενάγοντες δικαιούντο διαφορές αποδοχών και για το χρονικό διάστημα, πριν καταταγούν σε οργανικές θέσεις του Δημοσίου με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 1 παράγραφος 4 α Ν. 3320/2005.
Μετά από αυτό το παρόν Δικαστήριο ανήρεσε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ την απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που είχε προσβληθεί, κράτησε την υπόθεση και δίκασε την έφεση (άρθρο 380 παράγραφοι 3 και 4 ΚΠολΔ) την οποία απέρριψε στην ουσία της. Η υπ' αριθμό 1055/15-6-2022 απόφαση επομένως του παρόντος Δικαστηρίου έκρινε με σαφήνεια ότι οι εκκαλούντες-ενάγοντες δεν μπορούσαν να αξιώσουν από το εφεσίβλητο-εναγόμενο αποδοχές για το χρονικό διάστημα που είχε προηγηθεί της κατάταξης τους σε οργανικές θέσεις του Δημοσίου με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και όχι, όπως θεωρούν οι αιτούντες, και για το χρονικό διάστημα μετά την κατάταξή τους σε αυτές.
Η απόφαση επομένως που προαναφέρθηκε δεν γεννά αμφιβολίες και είναι σαφής τόσο ως προς τις προκείμενες, όσο και ως προς το συμπέρασμα του δικανικού της συλλογισμού. Με το δεδομένο αυτό δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση να ερμηνευθεί. 3. Η υπό κρίση συνεπώς αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, όπως ορίζεται και στο διατακτικό.
Η απόρριψη ωστόσο της αίτησης αυτής δεν αποκλείει την υποβολή νέας με αίτημα να διορθωθεί η απόφαση. Λόγος για δικαστικά έξοδα δεν θα γίνει, επειδή το καθού η αίτηση δεν υπέβαλε τέτοιο αίτημα (άρθρα 573 παρ. 1, 106 και 176 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς την έβδομη (7η), τη δέκατη ένατη (19η), την τριακοστή τέταρτη (34η), την τριακοστή έκτη (36η), τη τεσσαρακοστή (40η), την πεντηκοστή (50η), την εξηκοστή έβδομη (67η), την εβδομηκοστή πέμπτη (75η) και την εβδομηκοστή ένατη (79η) από τους αιτούντες
Απορρίπτει την από 21-2-2023 και με αρ. καταθ. 21/24-2-2023 αίτηση ερμηνείας της με αρ. 1055/15.6.2022 αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ