Legislator Case Law & Legislation
1781/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal on merits after second remittal, ordering new substantive trial and cost award.

Case Number 1781/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the request for a second remittal to the lower court and instead decided the case on its merits. The appellants argued that the lower court's procedural handling violated their rights, while the respondent contended the remittal was proper. The court ruled that after a second remittal, the Supreme Court must conduct the substantive trial itself rather than remitting the case again, thereby allowing the appeal on the merits.

Legislator headnote

AI generated

Articles 581(2) and 570(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court, when deciding a case on merits following a second remittal, must conduct the substantive trial itself and cannot remit the case to the lower court again.

Keywords

AI generated
second remittal substantive trial Supreme Court appeal on merits Code of Civil Procedure procedural remittal costs award

Cited Legislation

AI generated
Article 581(2) of the Code of Civil Procedure
Article 570(2) of the Code of Civil Procedure
Article 524(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1781 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1781/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Φ. Χ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Αντώνιο Μπιλίση και Θ. Δ. και κατέθεσε προτάσεις, 2) Δ. Χ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μπιλίση και κατέθεσε προτάσεις, 3) Δ. Χ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 4) Των εξ' αδιαθέτου κληρονόμων της αρχικής διαδίκου Σ. Χ. του Κ. συζ. Γ. Θ.: α) Γ. Θ. του Α., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, β) Α. Θ. του Γ. και γ) Ε. Θ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Αντώνιο Μπιλίση και Θ. Δ. και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Μ. του Κ., δικηγόρου Δ.Σ. Καρδίτσας και κατοίκου Καρδίτσας, ως εκ διαθήκης κληρονόμου του αρχικού ενάγοντα Κ. Μ. του Ν., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, οι συνήγοροι των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβαν το λόγο από τον Πρόεδρο, από κοινού δήλωσαν:

Α) ότι η υπό στοιχείο 3 αναιρεσείουσα Δ. Χ. απεβίωσε στις 24-9-2020 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 87/1/2020 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του ... ... και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εκ διαθήκης κληρονόμοι αυτής: 3α) ο υπό στοιχείο 1 ήδη αναιρεσείων Φ. Χ. και 3β) Μ. Χ. του Δ. και Μ., κάτοικος ..., θυγατέρα του υπό στοιχείο 2 ήδη αναιρεσείοντα Δ. Χ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους ιδίους ως άνω πληρεξουσίους δικηγόρους και κατέθεσαν προτάσεις.

Β) ότι ο υπό στοιχείο 4α αναιρεσείων Γ. Θ. απεβίωσε στις 15-10-2020, σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του ..., και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι εκ διαθήκης κληρονόμοι αυτού και ήδη αναιρεσείοντες υπό στοιχείο: 4β) Α. Θ. του Γ., 4γ) Ε. Θ. του Γ., καθώς και 4δ) η ανήλικη αβάπτιστη κόρη του προαναφερθέντα Α. Θ. του Γ. και της Α. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπείται από τους συνασκούντες τη γονική αυτής μέριμνα γονείς. Οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από τον ιδίους ως άνω πληρεξουσίους δικηγόρους και κατέθεσαν προτάσεις.

Γ) ότι ο έτερος κληρονόμος του Γ. Θ., Μ. Ν. του Σ. και της Ε., κλητεύθηκε στην παρούσα δίκη αλλά δεν παρίσταται στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-8-1990 αγωγή του Κ. Μ. του Ν., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/1994 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 287/1995, 159/1999 μη οριστικές , 25/2015 οριστική του Τριμελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείοντες, με την από 11-5-2015 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 279/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 25/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης και της συμπροσβαλλόμενης, σύμφωνα με το αρ. 553 1 β' Κ.Πολ.Δ., 287/1995 εν μέρει οριστικής απόφασης του ιδίου Εφετείου, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-11-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο αναιρεσίβλητος την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α', 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόζονται και στην κατ' αναίρεση δίκη (άρθρ. 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται με το θάνατο κάποιου διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί αμέσως συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 667/2016).

Για το παραδεκτό της συζήτησης πρέπει να προσκομίζονται από εκείνον που δηλώνει το θάνατο διαδίκου και τη συνέχιση της δίκης στο όνομά του, ως κληρονόμου του αποβιώσαντος, αποδεικτικά έγγραφα τόσο του θανάτου του διαδίκου, όσο και της ιδιότητας του δηλούντος τη συνέχιση ως μοναδικού εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης κληρονόμου εκείνου, ώστε να βεβαιωθεί επισήμως ο θάνατος του αρχικού διαδίκου και η ιδιότητα του δηλούντος ως κληρονόμου εκείνου (ΑΠ 295/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο με αριθμό 87/1/2020 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του ληξιαρχείου Δ.Ε. Μίκρας του ..., η 3η αναιρεσείουσα Δ. Χ. του Κ. απεβίωσε στις 24-9-2020, ήτοι μετά την άσκησης, στις 13-11-2018, της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και κατέλειπε μόνους εκ διαθήκης κληρονόμους της τον αδελφό της και πρώτο αναιρεσείοντα Φ.

Χ. και την ανιψιά της Μ. Χ. του Δ. (θυγατέρα του αδελφού της-δεύτερου αναιρεσείοντα Δ. Χ.), όπως προκύπτει από την από 1-3-1985 ιδιόγραφη διαθήκη της, η οποία δημοσιεύθηκε με το 200/18-1-2021 πρακτικό δημοσίευσης το Ειρηνοδικείου .... Οι ανωτέρω κληρονόμοι, με δήλωση των πληρεξουσίων τους δικηγόρων Α. Μ. και Θ. Δ., η οποία έγινε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, γνωστοποίησαν στον αναιρεσίβλητο το θάνατο της ανωτέρω αναιρεσείουσας και ταυτόχρονα δήλωσαν ότι συνεχίζουν με την παραπάνω ιδιότητά τους τη βιαίως διακοπείσα δίκη.

Επίσης, όπως προκύπτει από την ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιαρχείου ..., ο υπό στοιχείο 4α αναιρεσείων Γ. Θ. του Α. απεβίωσε στις 15-10-2020, ήτοι μετά την άσκηση, στις 13-11-2018, της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και κατέλειπε εκ διαθήκης κληρονόμους του α) την υπό στοιχείο 4γ αναιρεσείουσα και θυγατέρα του Ε.

Θ. του Γ., β) τον εγγονό του και υιό της εν λόγω θυγατέρας του Μ. Ν. του Σ. και γ) την αβάπτιστη εγγονή του, θυγατέρα του υπό στοιχείο 4β αναιρεσείοντα και υιού του Α. Θ. του Γ. και της συζύγου του Α. Π., όπως προκύπτει από την ... δημόσια διαθήκη του ενώπιον του συμβολαιογράφου ... Δ. Τ., η οποία δημοσιεύθηκε με το 270/23-4-2021 πρακτικό δημοσίευσης του Ειρηνοδικείου ....

Οι ανωτέρω κληρονόμοι, το αβάπτιστο τέκνο του Α. Θ. και της συζύγου του Α. Π., εκπροσωπούμενο από τους γονείς του, επί του οποίου αυτοί ασκούν από κοινού τη γονική μέριμνα, πλην του κληρονόμου Μ. Ν., με δήλωση των πληρεξουσίων τους δικηγόρων Α. Μ. και Θ. Δ., η οποία έγινε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, γνωστοποίησαν στον αναιρεσίβλητο το θάνατο του ανωτέρω υπό στοιχείο 4α Γ.

Θ. του Α. και ταυτόχρονα δήλωσαν ότι συνεχίζουν με την παραπάνω ιδιότητά τους τη βιαίως διακοπείσα δίκη. Ενόψει των ανωτέρω, νομίμως επαναλαμβάνεται μεταξύ των αναιρεσειόντων, αρχικών και κληρονόμων των ως άνω αποβιωσάντων αναιρεσειόντων, και του αναιρεσιβλήτου η προκείμενη δίκη. Σημειωτέον ότι ο εκ των πιο πάνω κληρονόμων του Γ.

Θ. του Α., Μ. Ν., δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και επομένως η δίκη δεν συνεχίζεται ως προς αυτόν, λόγω της απλής ομοδικίας που συνδέει τους αναιρεσείοντες στην κρινόμενη υπόθεση, παρά το γεγονός ότι με επιμέλεια των αναιρεσειόντων του επιδόθηκε ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο που σημειώνεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, μαζί με ακριβές αντίγραφο του 270/23-4-2021 πρακτικού του Ειρηνοδικείου ..., με το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, δημοσιεύθηκε η ανωτέρω ...

δημόσια διαθήκη του Γ. Θ. (βλ. την 6061/6-6-2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο ... Α. Σ.). Με την κρινόμενη από 13-11-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 25/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ..., η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων:

Ο αρχικός ενάγων Κ. Μ., μετά το θάνατο του οποίου συνέχισε τη δίκη ο υιός του και κληρονόμος του Ν. Μ., ήδη αναιρεσίβλητος, με την από 10-8-1990 αγωγή του ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του στο περιγραφόμενο στην αγωγή κατά θέση και όρια οικόπεδο, εμβαδού 500 τ.μ. περίπου, που βρίσκεται στη ... ... και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του το αποδώσουν.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο ... με την 10/1994 απόφασή του έκανε δεκτή την αγωγή. Μετά από έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων εκδόθηκε η 287/1995 απόφαση του Εφετείου ..., με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από ένα τοπογράφο μηχανικό, ενώ διατάχθηκε, επίσης, η αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων ενώπιον του Εφετείου προς παροχή διασαφήσεων, καθώς και εκ νέου εξέταση των μαρτύρων που εξετάστηκαν πρωτοδίκως.

Στη συνέχεια και μετά από επίσπευση των εναγομένων-εκκαλούντων, εκδόθηκε η 159/1999 απόφαση του ίδιου πιο πάνω Εφετείου, με την οποία το Δικαστήριο ανακάλεσε εν μέρει την προηγούμενη 287/1995 απόφασή του ως προς τη διάταξη της πραγματογνωμοσύνης και διέταξε νέα πραγματογνωμοσύνη από άλλο τοπογράφο μηχανικό, ενώ διέταξε επίσης πραγματογνωμοσύνη και από ένα γεωπόνο, προκειμένου αυτός να γνωμοδοτήσει για την ηλικία των δέντρων που φύονται στο επίδικο ακίνητο.

Μετά από επίσπευση της συζήτησης από τον αναιρεσίβλητο, ο οποίος συνέχισε τη δίκη μετά το θάνατο του πατέρα του ως κληρονόμος του, εκδόθηκε η 25/2015 απόφαση του ανωτέρω Εφετείου, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση των εναγομένων και αφού το Δικαστήριο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή, την οποία έκανε δεκτή εν μέρει και αναγνώρισε την κυριότητα του ενάγοντος επί ενός ακινήτου εμβαδού 365,16 τ.μ., υποχρεώνοντας τους εναγομένους να του το αποδώσουν.

Κατά της αμέσως ανωτέρω απόφασης του Εφετείου, οι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες άσκησαν την από 11-5-2015 αίτηση αναίρεσης, η οποία έγινε δεκτή με την 279/2017 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση. Μετά από επίσπευση της συζήτησης της υπόθεσης από τον αναιρεσίβλητο, εκδόθηκε η ήδη αναιρεσιβαλλόμενη 25/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ..., με την οποία έγινε και πάλι εν μέρει δεκτή η αγωγή του ενάγοντος, όπως είχε γίνει δεκτή και με την προηγούμενη 15/2015 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου.

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ. 1 περ. α' και β' ΚΠολΔ. και 1094 Α.Κ., κατά την οποία ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος, συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής αγωγής είναι η κυριότητα του ενάγοντος επί του διεκδικούμενου ακινήτου και η νομή ή κατοχή του πράγματος από τον εναγόμενο κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής.

Αν η διεκδικητική αγωγή θεμελιώνεται σε παράγωγη κτήση της κυριότητας του επιδίκου, αρκεί για την πληρότητά της η αναφορά των περιστατικών που απαιτούνται για τη μεταβίβαση του δικαιώματος. Ο καθορισμός του τρόπου με τον οποίο ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος απέκτησε την κυριότητα δεν είναι κατ' αρχήν απαραίτητος.

Αν, όμως, ο εναγόμενος με τις προτάσεις του, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αμφισβητήσει ειδικώς την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, ο τελευταίος υποχρεούται, με τις προτάσεις της ίδιας συζήτησης ή με την προσθήκη των προτάσεών του, εφόσον δεν το έχει πράξει καθ' υποφορά με την αγωγή του, συμπληρώνοντας παραδεκτά αυτήν (άρθρο 224 ΚΠολΔ), να καθορίσει, με σαφή έκθεση των γεγονότων, τον τρόπο κτήσης της κυριότητας από τον άμεσο δικαιοπάροχό του και αν είναι ανάγκη, σε περίπτωση δηλαδή διαδοχικών μεταβιβάσεων, να καθορίσει τον τρόπο κτήσης της κυριότητας και των απώτερων δικαιοπαρόχων του, φθάνοντας μέχρι πρωτότυπου τρόπου κτήσης της κυριότητας, δυναμένου να αντιταχθεί κατά των τρίτων, όπως είναι η έκτακτη χρησικτησία.

Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν καθορίσει τον τρόπο κτήσης της κυριότητας από τον ή τους δικαιοπαρόχους του, η αγωγή καθίσταται αόριστη (ΑΠ 710/2015, ΑΠ 485/2010). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των νόμων 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Πανδ. (50.14 ), 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ.3 Πανδ.( 23.3) του προϊσχύσαντος βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για την απόκτηση της κυριότητας, εφόσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, συνάγεται ότι ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία με την άσκηση νομής πάνω στο ακίνητο με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη επί μία συνεχή τριακονταετία, με τη δυνατότητα εκείνου που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού (ΑΠ 898/2015).

Ως καλή πίστη νοείται, κατά τις διατάξεις των ν. 27 πανδ. (18.1), 15 παρ. 3, 48 πανδ. (41.3), 11 πανδ. (51.4), 5 παρ. 5, 1 (41.10) και 109 πανδ. (50.16), η ειλικρινής πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου επ' αυτού (ΑΠ 102/2010). Ως νομή, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω στο ακίνητο, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να έχει το ακίνητο για δικό του, όπως είναι η επίβλεψη του ακινήτου, η περίφραξή του, η συντήρησή του, η εκμίσθωσή του, η καλλιέργεια αυτού, εφόσον αυτό είναι αγροτικό κλπ. (ΑΠ 41/2018, ΑΠ 205/2015).

Επίσης, κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου των νόμων 12 πανδ. (28.7), 14 παρ.8 πανδ.(11.7) και 69 πανδ. (29.2), οι οποίες έχουν εφαρμογή όταν ο κληρονομούμενος απεβίωσε πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρ. 92 ΕισΝΑΚ), οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι καθώς και οι κατιόντες του κληρονομουμένου, εφόσον δεν είναι υπεξούσιοι αυτού, για να αποκτήσουν την επαχθείσα σ` αυτούς κληρονομία και συνεπώς και να γίνουν κύριοι των ακινήτων των οποίων ήταν κύριος ο κληρονομούμενος, δεν αρκεί η επαγωγή της κληρονομίας, αλλά απαιτείται και υπεισέλευση σ' αυτήν, ήτοι ρητή ή σιωπηρή αποδοχή της, ενώ από τις ίδιες διατάξεις του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου δεν προβλέπονταν μεταγραφή για τις αιτία θανάτου πράξεις, η οποία προβλέφθηκε για πρώτη φορά με τα άρθρα 1193, 1195, 1198 και 1199 Α.Κ. (ΑΠ 1713/2006).

Τέλος, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή, η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους του άρθρου 559 αρ. 8 ή 14 ΚΠολΔ.

Κατά την τελευταία διάταξη, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο (ΑΠ 653/2012, ΑΠ 1631/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι, προς θεμελίωση της από 10-8-1990 ένδικης διεκδικητικής ακινήτου αγωγής του και όπως αυτή συμπληρώθηκε παραδεκτά με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο αρχικός ενάγων Κ.

Μ. ισχυρίστηκε ότι εκ κληρονομίας του κατά το έτος 1927 αποβιώσαντος πατέρα του Ν. Μ., την κληρονομία του οποίου αποδέχθηκε, καθώς αναμείχθηκε και υπεισήλθε σ' αυτήν με πρόθεση κληρονόμου, περιήλθε σ' αυτόν κατ' αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή ένα οικόπεδο, έκτασης 500 τ.μ. περίπου, που βρίσκεται στη ... ..., όπως αυτό περιγράφεται ειδικότερα κατά τα όριά του στην αγωγή.

Ότι το οικόπεδο αυτό περιήλθε στον πατέρα του από κληρονομία του κατά το έτος 1889 αποβιώσαντος πατέρα του Α. Μ. και τόσον ο ίδιος, όσο και οι δικαιοπάροχοί του ασκούσαν εντός του ακινήτου αυτού τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, ανεγείραντες από τον προπάππου του Ζ.

Μ. ισόγεια οικία και δια της κατά διαστήματα θεωρήσεως αυτού, είτε από τον ίδιο είτε από τους συγγενείς του ως αντιπροσώπων του, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα. Ότι οι εναγόμενοι, οι οποίοι είναι κύριοι όμορης με το οικόπεδό του ιδιοκτησίας, επωφελούμενοι της απουσίας του, καθώς ο ίδιος διαμένει στην Καρδίτσα, για πρώτη φορά το έτος 1983 προέβησαν στη δενδροφύτευση του οικοπέδου με οπωροφόρα δέντρα και αργότερα, το έτος 1985, προέβησαν στην περίφραξη του οικοπέδου με φράκτη από ξύλα, σιδηροπασσάλους και σίτα, ενώ αργότερα προσπάθησαν να εξαφανίσουν και τα σωζόμενα θεμέλια της οικίας του παππού του, αποβάλλοντάς τον έτσι από το οικόπεδό του.

Με αυτά τα δεδομένα, ο αρχικός ενάγων ζήτησε με την αγωγή του να αναγνωρισθεί κύριος του περιγραφομένου οικοπέδου και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του το αποδώσουν. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή, διαλαμβάνουσα όλα τα απαιτούμενα πιο πάνω κατά νόμο στοιχεία, είναι πλήρως ορισμένη, θεμελιούμενη τόσο σε παράγωγο (κληρονομική διαδοχή), όσο και πρωτότυπο (χρησικτησία) τρόπο κτήσης κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου.

Οι αναφερόμενες δε πράξεις νομής, όπως ανέγερση οικίας στο οικόπεδο και επίβλεψη (θεώρηση) αυτού είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου (άρθρ. 980 ΑΚ), αποτελούν εμφανείς πράξεις, που εκδηλώνουν τη βούληση του νομέα να εξουσιάζει το ακίνητο και προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, που μπορούν να οδηγήσουν στην κτήση κυριότητας σε αυτό με χρησικτησία.

Δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της αγωγής να αναφέρεται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων νομής μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας (ΑΠ 451/2021), ούτε επίσης τα ονόματα των αντιπροσώπων του ενάγοντα-νομέα στην άσκηση της νομής του, καθώς το θέμα αυτό μπορεί να προκύψει από τις αποδείξεις.

Επομένως, με βάση τα ανωτέρω, ο τα αντίθετα υποστηρίζων ένατος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 §2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, και γ) για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, αν προσβάλλεται η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο σχετικό λόγος αναίρεσης να είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα με λόγο της έφεσής του (ΑΠ 192/2022, ΑΠ 978/2022, ΑΠ 398/2015, ΑΠ 1435/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες εκθέτουν με το δεύτερο σκέλος του ένατου λόγου αναίρεσης ότι η αγωγή ήταν αόριστη κατά το μέρος της με το οποίο ο αρχικός ενάγων επικαλέστηκε ως αιτία κτήσης της κυριότητας με κληρονομική διαδοχή, καθώς δεν ανέφερε στην αγωγή ούτε το είδος εκάστης κληρονομικής διαδοχής, αν δηλαδή ήταν εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου, από τις δύο που επικαλέστηκε, ούτε και τα στοιχεία της διαθήκης από τα οποία προέκυπτε το κληρονομικό του δικαίωμα επί του επιδίκου, αν συνέτρεχε η πρώτη περίπτωση της εκ διαθήκης διαδοχής, ούτε και αυτά των πλησιεστέρων συγγενών εκάστου κληρονομούμενου, όπως ήταν απαραίτητο για το ορισμένο της αγωγής αν συνέτρεχε η δεύτερη περίπτωση, αυτής της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής.

Διατείνονται, επίσης, με το ίδιο ως άνω δεύτερο σκέλος, ότι παρά το γεγονός ότι οι αρχικοί εναγόμενοι, τόσο με δήλωσή τους στο ακροατήριο, όσο και με τις προτάσεις τους, αρνήθηκαν την αγωγή και αμφισβήτησαν την κυριότητα του αρχικού ενάγοντος επί του επιδίκου ακινήτου για τους λόγους που εξέθεταν στις προτάσεις τους, ο τελευταίος δεν συμπλήρωσε την αγωγή του, όπως είχε υποχρέωση, αναφέροντας στις προτάσεις του τον ειδικό τρόπο κτήσης κυριότητας του επιδίκου από τον πατέρα του, ακολούθως από τον παππού του και στη συνέχεια από τον προπάππου του μέχρι να αναχθεί σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας, με αποτέλεσμα η αγωγή να είναι αόριστη για το λόγο αυτό.

Ότι το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ως ορισμένη την αγωγή κατά το μέρος της με το οποίο ο αρχικός ενάγων επικαλέστηκε ως αιτία κτήσης της κυριότητας την κληρονομική διαδοχή, αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη λόγω ποσοτικής αοριστίας, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ.

Ωστόσο, ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά το ανωτέρω σκέλος του είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 7-11-1994 έφεσης των αναιρεσειόντων, οι τελευταίοι ισχυρίστηκαν μεν με τον πρώτο λόγο έφεσης ότι η αγωγή είναι αόριστη επειδή δεν αναφέρονται σ' αυτήν πράξεις νομής, πέραν της θεώρησης του επιδίκου από τον ενάγοντα, λόγος, ο οποίος απορρίφθηκε με την συμπροσβαλλόμενη με την αναίρεση 287/1995 απόφαση του Εφετείου, ο δε κατά της παραδοχής αυτής του Εφετείου σχετικός ένατος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του απορρίφθηκε ήδη κατά τα ανωτέρω, δεν επικαλέστηκαν, όμως, περαιτέρω οι αναιρεσείοντες και δεν πρότειναν με τον ίδιο ή με άλλο λόγο της έφεσής τους, και παρά τα αντιθέτως αναφερόμενα στο αναιρετήριο, πρόσθετες αοριστίες και μάλιστα τις πιο πάνω επικαλούμενες με το δεύτερο σκέλος του ένατου αναιρετικού λόγου αοριστίες της αγωγής.

Οι διατάξεις των άρθρων 421, 422 και 424 του ΚΠολΔ, οι οποίες προστέθηκαν με την παρ. 3 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 Ν. 4335/2015 και κατά την παρ. 4 του άρθρου ένατου του άρθρου 1 του ως άνω νόμου, η ισχύς τους αρχίζει από 1-1-2016, εφαρμόζονται και επί των εκκρεμών υποθέσεων, κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος του ανωτέρω νόμου, εφόσον αφορούν σε ένορκες βεβαιώσεις ληφθείσες μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, κατά τη γενικότερη αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου, που εκφράζεται από τις διατάξεις των άρθρων 12, 21 εδ.

β' και 24 παρ. 1 εδ. α' του ΕισΝΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες διαδικαστικές πράξεις απόδειξης του ΚΠολΔ (άρθρα 415 έως 420 και 421 έως 431) ρυθμίζονται και διέπονται από το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο διενέργειάς τους, έστω και αν οι σχετικές αγωγές ή τα ένδικα βοηθήματα ή τα ένδικα μέσα έχουν ασκηθεί προ της εν λόγω ημερομηνίας.

Επομένως, μετά την ισχύ των ως άνω διατάξεων (από 1-1-2016), το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και ένορκες βεβαιώσεις, υπό τις σ' αυτές οριζόμενες προϋποθέσεις, την τήρηση των οποίων έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να ερευνήσει όχι μόνο κατ` ένσταση, αλλά και αυτεπαγγέλτως, διότι η έλλειψή τους έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 23/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1175/2019).

Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον δέκατο λόγο αναίρεσης μέμφονται το Εφετείο ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη, ως υπεράριθμες, τις με αριθμούς ...

ένορκες βεβαιώσεις των Γ. Κ. και Α. Ζ. αντίστοιχα, οι οποίες λήφθηκαν ενώπιον των συμβολαιογράφων ... Α. Σ. η πρώτη και Λάρισας Β. Α. η δεύτερη, μετά από νόμιμη κλήτευση του αναιρεσιβλήτου και με τις οποίες ένορκες βεβαιώσεις, που επικαλέστηκαν με τις προτάσεις τους, απέδειξαν τον ισχυρισμό τους περί ιδίας κυριότητας στο επίδικο ακίνητο με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας.

Όπως δε προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, κύριες και συμπληρωματικές, τις ανωμοτί καταθέσεις των διαδίκων Φ. Χ. και Κ. Μ., τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, τις αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες λήφθηκαν μετά από νόμιμη κλήτευση, και τις αναφερόμενες δύο εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, ενώ δέχθηκε στη συνέχεια ...

χωρίς να ληφθούν υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων η υπ' αριθμ. 1646/10-11-2017 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου ... Α. Σ., του Γ. Κ. του Θ., η οποία λήφθηκε με επιμέλεια των εκκαλούντων κατόπιν νομότυπης κλήτευσης του εφεσιβλήτου (βλ. την υπ' αριθμ. 11.159 Β'/7-11-2017 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Καρδίτσας ...

Κ. Γ.) και η υπ' αριθμ. 3.309/8-12-2017 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Λαρίσης Β. Α., του Α. Ζ. του Σωτηρίου, η οποία ελήφθη με επιμέλεια των εκκαλούντων κατόπιν νομότυπης κλήτευσης του εφεσιβλήτου (βλ. την 11.153 Β'/5-12-2017 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Καρδίτσας ... Κ. Γ.), διότι με αυτές οι ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζουν οι εκκαλούντες υπερβαίνουν τον δικονομικώς προβλεπόμενο αριθμό των τριών ενόρκων βεβαιώσεων που μπορεί να προσκομίσει ο κάθε διάδικος, ενώ από το περιεχόμενό τους δεν προκύπτει ότι αυτές ελήφθησαν προς αντίκρουση ίσου αριθμού ενόρκων βεβαιώσεων του αντιδίκου (δεν λαμβάνονται υπόψη οι συγκεκριμένες επειδή είναι μεταγενέστερες αυτών που προαναφέρθηκαν ότι προσκομίζονται νόμιμα από τους εκκαλούντες)?.

Το Εφετείο, δηλαδή, δεν έλαβε υπόψη τις ανωτέρω δύο ένορκες βεβαιώσεις, επειδή υπερέβαιναν κατ' αριθμό, μαζί με τις ήδη προσκομισθείσες από τους εκκαλούντες-αναιρεσείοντες, τον αριθμό των τριών που προβλεπόταν από το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, το οποίο και εφάρμοσε στην προκειμένη περίπτωση. Ωστόσο, κατά το χρόνο συζήτηση της έφεσης των αναιρεσειόντων στο Εφετείο (7-3-2018), το άρθρο 270 ΚΠολΔ είχε καταργηθεί με το άρθρο δεύτερο, άρθρο 1 του Ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 422 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά το Ν. 4335/2015, επιτρέπεται η λήψη ενόρκων βεβαιώσεων μέχρι πέντε (5) για κάθε διάδικο μέρος και μέχρι τρεις (3) για την αντίκρουση.

Το ανωτέρω δε άρθρο 422 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, έπρεπε να εφαρμοστεί στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον η υπόθεση εκκρεμούσε στο Εφετείο μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 4335/2015 και, επί πλέον, επειδή οι ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις είχαν ληφθεί επίσης μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού.

Επομένως, νομίμως οι αναιρεσείοντες, τότε εκκαλούντες, προσκόμισαν ενώπιον του Εφετείου τις πιο πάνω αναφερόμενες δύο ένορκες βεβαιώσεις, το δε Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή δεν τις έλαβε υπόψη, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, κατά το βάσιμο περί τούτου δέκατο λόγο αναίρεσης.

Ενόψει δε των ανωτέρω, παρέλκει πλέον η έρευνα των υπολοίπων αναιρετικών λόγων, καθώς καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του δέκατου λόγου, που γίνεται δεκτός. Με τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ ορίζεται ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει την ουσία της υπόθεσης, η οποία εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα.

Επομένως, σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης στην ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει την υπόθεση κατ' ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί, όμως, αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, εφ' όσον δεν υφίσταται και δεν νοείται υπό την ισχύ της προαναφερόμενης διάταξης ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης.

Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση που εισάγεται προς συζήτηση με κλήση από τον επιμελέστερο των διαδίκων, οφείλει να τηρεί τις διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση εντός των ορίων που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, εφόσον όμως κατατεθούν προτάσεις σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 524 παρ. 1 εδ.

β' ΚΠολΔ και μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις (ΑΠ 760/2019, ΑΠ 1123/2017).

Συνεπώς, εφόσον κατά τα ανωτέρω γίνεται δεκτός ο δέκατος λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 25/2018 απόφαση και δεδομένου ότι η απόφαση αυτή εκδόθηκε μετά την 279/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφού αναιρέθηκε η 25/2015 απόφαση του Εφετείου (Τριμελούς) ..., παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο αλλά με άλλη σύνθεση, πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να κρατηθεί η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση από το Τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα μετά από κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αρχικώς αναιρεσειόντων και των παραστάντων συνεχιζόντων τη δίκη κληρονόμων των αποβιωσάντων από τους αρχικώς αναιρεσείοντες, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατόπιν σχετικού νόμιμου αιτήματός τους (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 25/2018 απόφαση του Εφετείου ....

Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση μετά από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους. Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αρχικώς αναιρεσειόντων και των παραστάντων συνεχιζόντων τη δίκη κληρονόμων των αποβιωσάντων από τους αρχικώς αναιρεσείοντες, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ