1781/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ παραγραφή των αξιώσεων των υπαλλήλων του ΝΠΔΔ, κατ’ αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, είναι διετής και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της, το τέλος του έτους γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης. Το επίδομα ειδικής απασχόλησης, δεν παρεμποδίζει την γέννηση της αξίωσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3016/2002. Μη συμψηφιστέα είναι και η χορηγούμενη χρηματική παροχή των εξόδων κίνησης.
Legislator headnote
AI generated1781/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτήν, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επιβάλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Full text
Απόφαση 1781 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Η παραγραφή των αξιώσεων των υπαλλήλων του ΝΠΔΔ, κατ’ αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, είναι διετής και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της, το τέλος του έτους γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης. Το επίδομα ειδικής απασχόλησης, δεν παρεμποδίζει την γέννηση της αξίωσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3016/2002. Μη συμψηφιστέα είναι και η χορηγούμενη χρηματική παροχή των εξόδων κίνησης.
Αριθμός 1781/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Κ. Κ. του Κ., 2) 1 και 3) Μ. Κ. του Π., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Κατάκη - Καλημέρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Πρωτοβάθμιου ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ" (ΝΠΔΔ), που εδρεύει στην Αγία Παρασκευή Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικός διάδοχος του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΙΑΤΡΕΙΑ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ", που έδρευε στην Αγ. Παρασκευή Αττικής και εκπροσωπείτο νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Μπάτσου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-11-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χαλανδρίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 410/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5950/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 29-7-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 9-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, κατά ένα μέρος, και ο τρίτος στο σύνολό του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 44 παρ. 1 του Ν.Δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού των ΝΠΔΔ", (που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει της ιδιότητας του εναγομένου, εργοδότου, όντος ΝΠΔΔ, κατά τον κρίσιμο χρόνο, της γένεσης και της συμπλήρωσης της παραγραφής των απαιτήσεων των εναγουσών), ορίζεται ότι "κάθε χρέος προς το νομικό πρόσωπο παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις του παρόντος, μετά πέντε έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους, εντός του οποίου βεβαιώθηκε", ενώ με το άρθρο 48 του ιδίου Ν.Δ/τος ορίζεται, στην παράγραφο 1 ότι "ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του ΝΠΔΔ είναι πέντε ετών, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά υπό του παρόντος ..." και στην παράγραφο 3 αυτού ότι "ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου, που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι δύο ετών".
Κατά δε το άρθρο 49 του ιδίου Ν.Δ/τος "η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 48 του Ν.Δ/τος 496/1974, με την παράγραφο 3 αυτού θεσπίζεται βραχυπρόθεσμη διετής παραγραφή ειδικά για τις αξιώσεις των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ, κατ' αυτών, που αφορούν καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι οποίες οφείλονται απευθείας από το νόμο, ενώ, όταν για τη θεμελίωση του σχετικού δικαιώματος για τις αποδοχές αυτές απαιτείται η έκδοση διοικητικής πράξης, την έκδοση της οποίας υπαιτίως παρέλειψαν τα αρμόδια όργανα των ΝΠΔΔ, στις περιπτώσεις δηλαδή που πρόκειται για την αποκαλούμενη αποζημιωτική αγωγή, τότε για τις αξιώσεις αυτές των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ ισχύει η οριζόμενη από την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου 48 του Ν.Δ/τος 496/1974 πενταετής παραγραφή.
Η προβλεπόμενη από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ/τος 496/1974, για τις ως άνω αξιώσεις των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 250 αριθ. 16 και 17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά και από τον οριζόμενο στο άρθρο 44 του ιδίου Ν.Δ/τος χρόνο παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων του νομικού προσώπου κατά τρίτων (πενταετίας), έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων των ΝΠΔΔ, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων.
Εξάλλου, με τη θέσπιση της εν λόγω διετούς παραγραφής, δεν δημιουργείται άνιση δυσμενής μεταχείριση των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά ούτε και των ιδιωτών εργοδοτών σε σχέση με τα ΝΠΔΔ, ως προς τη διάρκεια της ισχύουσας έναντι των πρώτων πενταετούς παραγραφής, αφού η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται, όχι μόνο από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας των ΝΠΔΔ, αλλά και λόγω των διαφορετικών συνθηκών υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι των ΝΠΔΔ σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και του διαφορετικού νομικού καθεστώτος, που διέπει, αντίστοιχα, τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους.
Συνεπώς, η διάταξη αυτή του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ/τος 496/1974, που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις ρηθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ δεν αντίκειται στην, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συν/τος, αρχή της ισότητας. Η αυτή ρύθμιση δεν αντίκειται ούτε στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αφού αυτή εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύει τη θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων.
Επίσης, η ως άνω διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ/τος 496/1974 δεν είναι αντίθετη ούτε προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης (ΕΣΔΑ), που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι υπερνομοθετικής ισχύος αυτές διατάξεις παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα (ενδεχομένως και με τη μέσω της αναδρομικής ισχύος νόμου, απόσβεση ή κατάργηση αυτών), και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη ισχύος τους.
Άλλωστε από τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 1 του ως άνω Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, που ορίζει ότι "Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων", προκύπτει ότι και το Πρωτόκολλο αυτό ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε κράτους να θεσπίζει νόμους αν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, επομένως να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ορισμένου χρόνου, προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει και η προστασία της περιουσίας των ΝΠΔΔ (ΑΕΔ 9/2009, ΑΠ (Ολ.) 2/2011, 38/2005, 31/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, το δικάσαν, ως Εφετείο, Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, έκρινε, με αυτήν, ότι οι ένδικες αξιώσεις των αναιρεσειουσών, που είχαν προσληφθεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και εργαζόταν ως υπάλληλοι στο Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΙΑΤΡΕΙΑ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ", στη θέση του οποίου, μετά την άσκηση της αγωγής και την κατάργηση του, υπεισήλθε ο αναιρεσίβλητος Δήμος Αγίας Παρασκευής, για την ειδική παροχή του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3016/2002 και της, κατ' εξουσιοδότηση αυτής, εκδοθείσας ΚΥΑ, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 31-12-2003 υπέπεσαν στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 και τούτο, διότι οι ενάγουσες, για πρώτη φορά, με τις, από 22-12-2005 αιτήσεις τους, προς το εναγόμενο ζήτησαν να τους καταβληθεί η παραπάνω παροχή αναδρομικά από 1-1-2002, και η ένδικη αγωγή ασκήθηκε την 1-12-2006, λόγω συμπληρώσεως διετίας από τη γένεσή τους και όχι από το τέλος του έτους, κατά το οποίο γεννήθηκαν και έγιναν απαιτητές.
Με την κρίση του αυτή, και παρά την εσφαλμένη αναφορά του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, που δεν έχει εφαρμογή επί των ΝΠΔΔ, A) Oρθώς εφάρμοσε τη διετή παραγραφή, που θεσπίζουν οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του αρθ. 48 ν.δ. 496/1974, τις οποίες ουδόλως παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, μη δεχθέν ότι αυτές είναι ανίσχυρες, ως αντίθετες προς τις διατάξεις των άρθρων 4 § 1 και 20 του Συντάγματος, 6 § 1, 14 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής, 2 § 3 α' και β', 14 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, τις οποίες επίσης δεν παραβίασε.
Επομένως, οι από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, πρώτος και δεύτερος, λόγοι αναίρεσης, κατά το αντίστοιχο μέρος τους, είναι αβάσιμοι, όπως αβάσιμοι είναι οι ίδιοι λόγοι και κατά το μέρος που προβάλλεται με αυτούς η αιτίαση, ότι το Πρωτοδικείο εφάρμοσε διάταξη που δεν έπρεπε να εφαρμοστεί, καθόσον το επικαλούμενο σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (εφαρμογή μη εφαρμοστέας διάταξης), δεν οδήγησε εδώ σε εσφαλμένο διατακτικό, ώστε να επιφέρει την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Β) Όμως, 1) μη εφαρμόζοντας τις εφαρμοστέες διατάξεις των άρθρων 48 παρ. 3 και 49 του ν.δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ.", που έχουν εφαρμογή επί των ΝΠΔΔ, μεταξύ των οποίων και το εναγόμενο, λόγω της ιδιότητας του κατά τον κρίσιμο χρόνο που προαναφέρθηκε, μη ασκούσης επιρροής, στην προκειμένη περίπτωση, ως προς την εφαρμογή τους και την έναρξη της παραγραφής, της κατάργησης του εναγομένου μετά την άσκηση της αγωγής και της υπεισέλευσης του αναιρεσίβλητου Δήμου, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του, αφού, και, κατά τις παραδοχές της απόφασης, τις απαιτήσεις των αναιρεσειόντων ήταν υποχρεωμένο να καταβάλει τούτο, 2) εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, που προσδιορίζει διαφορετικά, ειδικά το χρόνο έναρξης της διετούς παραγραφής των αξιώσεων των αναιρεσειουσών, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, και 3) δεχόμενο εσφαλμένα, ως χρόνο έναρξης της παραγραφής εκείνο της γένεσή τους και όχι, όπως ήταν υποχρεωμένο να δεχθεί, το τέλος του έτους κατά το οποίο γεννήθηκαν και έγιναν απαιτητές, με αποτέλεσμα να καταλήξει στο εσφαλμένο πόρισμα, ότι κατά την άσκηση της αγωγής και την υποβολή της αίτησης που προαναφέρθηκε οι αξιώσεις των αναιρεσειόντων, του έτους 2003 είχαν παραγραφεί, παραβίασε με τη μη εφαρμογή της πρώτης και την εσφαλμένη εφαρμογή της δεύτερης, τις παραπάνω διατάξεις, αφού από τις 31-12-2003 (τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκαν και έγιναν απαιτητές) μέχρι τις 1-12-2005, που επιδόθηκε στο εναγόμενο η ένδικη αγωγή και την 22-12-2005, κατά την οποία υποβλήθηκαν οι αιτήσεις τους, δεν είχε παρέλθει διετία.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτήν, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επιβάλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτήν και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών, που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επ.
και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 87 παρ. 1 και 2, 93 παρ. 4 και 120 παρ. 2 του Συντάγματος, να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου, που περιέχει την ευμενή ρύθμιση.
Αν τα δικαστήρια περιορίζονταν να κηρύξουν μόνο την αντισυνταγματικότητα της διατάξεως, που εισάγει τη δυσμενή διάκριση, χωρίς να μπορούν να επεκτείνουν την ειδική ευμενή ρύθμιση και υπέρ εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση, τότε θα παρέμενε η αντισυνταγματική ανισότητα και δεν θα είχε ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία.
Αυτό δε δεν αντίκειται στο άρθρο 80 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο "μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο", διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή διάταξη (ΑΠ (Ολ) 28/1992, 13/91, ΑΠ 60/2002). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 2738/99, (ο οποίος εισήγαγε τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων), η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία.
Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ. ή ΟΤΑ: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς, βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρυθμίσεως των θεμάτων της συμφωνίας.
Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: "1.
Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμοδίου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών, που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπογράφηκαν κατά το έτος 2001. 2.
Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται ολικά ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.
Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ, περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.
Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβανομένου υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών του συνολικού ποσού των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους ...
Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων (όπως προαναφέρθηκε, με την ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3016/2002, η ρύθμιση της παρ. 1, δηλαδή της χορήγησης της ειδικής παροχής, μπορούσε να επεκτείνεται και στο προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών, του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999), εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους, με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" και ειδικότερα, εκδόθηκαν, εκτός άλλων, και οι αναφερόμενες λεπτομερώς στην προσβαλλόμενη, με την κρινόμενη αναίρεση, απόφαση κοινές υπουργικές αποφάσεις.
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η μισθολογική αυτή παροχή χορηγήθηκε σε όλους τους ως άνω μόνιμους και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/97, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ και λοιπά ΝΠΔΔ.
Όλες οι προαναφερθείσες Κ.Υ.Α. έχουν ουσιωδώς όμοιο περιεχόμενο: Επικαλούνται τις διατάξεις των άρθρων 14 του Ν. 3016/2002 και 1 του Ν. 3029/2002, καθορίζουν το ποσό της ειδικής παροχής σε 88 ευρώ από 1-1-2002 και σε 176 ευρώ από 1-7-2002, ορίζουν ότι η καταβολή αυτής εξακολουθεί και κατά το χρονικό διάστημα των θεσμοθετημένων αδειών (κανονικών, συνδικαλιστικών, εκπαιδευτικών, λοχείας, κινήσεως κ.λπ.), ότι υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων και ότι συνεντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές των δικαιούχων και αναφέρουν ως δικαιούμενους της παροχής όλους τους υπαλλήλους της αντίστοιχης υπηρεσίας που αφορά η απόφαση, χωρίς μνεία κάποιου λόγου ή αιτίας, που δικαιολογεί τη χορήγησή της ειδικά στους εν λόγω υπαλλήλους.
Ενώ δηλαδή η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 προβλέφθηκε προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λαμβάνουν πρόσθετες μισθολογικές παροχές, με τις προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις χορηγήθηκε η ειδική αυτή παροχή, χωρίς να γίνεται στις διατάξεις τους η συγκεκριμένη αναφορά, ότι δεν λαμβάνουν πράγματι πρόσθετες μισθολογικές παροχές.
Έτσι με τη χορήγηση της αμοιβής αυτής και μάλιστα σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, που αφενός δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την εν λόγω προϋπόθεση και αφετέρου ευρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές συνθήκες, η παροχή αυτή απέκτησε τον χαρακτήρα μισθολογικής παροχής που προσαυξάνει, χωρίς άλλη προϋπόθεση, το μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, που αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης.
Εξάλλου, με το άρθρο 24 παρ. 2 του Ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου, από της ενάρξεως δε ισχύος του νόμου αυτού (1-1-2004) οι ανωτέρω Κ.Υ.Α.
καταργούνται (βλ. και άρθρ. 28 παρ. 4 του ίδιου νόμου). Επομένως, η διαδοχική χορήγηση της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 σε όλους σχεδόν τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, αδιακρίτως του φορέα, της φύσεως, του είδους και των συνθηκών εργασίας αυτού, κατέστησε την παροχή αυτήν προσαύξηση του μισθού.
Έτσι, κάθε υπάλληλος αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, δικαιούται, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την εν λόγω παροχή, την οποία μόνο από 1-1-2004 (έναρξη ισχύος του Ν. 3205/2003) και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο απόδοσης.
Ειδικά, όμως, το επίδομα ειδικής απασχόλησης, που καταβάλλεται στους εργαζόμενους στην τοπική αυτοδιοίκηση, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 10 του ν. 2470/1997, 30 παρ. 2 του ν. 2768/1999 και 6 παρ. 1 του ν. 3146/2003, δεν παρεμποδίζει την γέννηση της ένδικης αξίωσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3016/2002, καθώς οι εν λόγω παροχές είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το είδος και τις συνθήκες της παρεχόμενης εργασίας.
Συνεπώς τυγχάνουν απολύτως και καταφανώς ετεροειδείς ως προς την επίδικη, η οποία αποτελεί γενική μισθολογική παροχή και συνεπώς είναι ανεπίδεκτες αλληλοκαλύψεως και συμψηφισμού, κατά την ειδική έννοια του άρθρου 14 του ν. 3016/2002. Εξίσου μη συμψηφιστέα είναι και η χορηγούμενη στους ίδιους υπαλλήλους χρηματική παροχή των εξόδων κίνησης, η οποία καταβάλλεται σε μηνιαία βάση, δεν υπόκειται δε σε φόρο εισοδήματος, αφού αντιμετωπίζεται από τον νομοθέτη ως δαπάνη για την απόκτηση εισοδήματος και αποτελεί αποζημίωση για την κάλυψη δαπανών, στις οποίες υποβάλλονται οι υπάλληλοι των ΟΤΑ, λόγω της φύσεως των καθηκόντων τους και όχι τακτική εισοδηματική παροχή, όπως η επίδικη του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3016/2002 (ΑΠ 946/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγουσες (ήδη αναιρεσείουσες) µε την αγωγή τους εκθέτουν, ότι προσλήφθηκαν από το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΙΑΤΡΕΙΑ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ", το οποίο εποπτεύεται από ΟΤΑ, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του οποίου ήδη, λόγω καταργήσεώς του, υπεισήλθε ο αναιρεσίβλητος, συνδέονται δε με αυτό, µε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και ότι αμείβονται βάσει του εκάστοτε ισχύοντος μισθολογίου για τους απασχολούμενους στο Δημόσιο.
Ότι με πλείστες υπουργικές αποφάσεις, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, χορηγήθηκε το προβλεπόµενο από το ίδιο άρθρο ποσό των 176 ευρώ σε πολλές και διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων, µόνιµων αλλά και ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, του Δημοσίου και άλλων ΝΠΔΔ, αλλά δεν χορηγήθηκε σ' αυτούς, γιατί ποτέ δεν εκδόθηκε αντίστοιχη υπουργική απόφαση.
Ζητούν δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 15-11-2006 να καταβάλει στον καθένα τα ειδικότερα προσδιοριζόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή και το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζοντας κατόπιν ασκηθείσας έφεσης από το εναγόμενο, αφού απέρριψε, λόγω παραγραφής, την αξίωση των εναγόντων, για το χρονικό διάστημα που προαναφέρθηκε, δέχθηκε και ότι, με το παραπάνω περιεχόμενο, η αγωγή δεν είναι νόμιμη, κατά τα λοιπά, διότι η ένδικη παροχή για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 και εντεύθεν αποτελεί προσωπική διαφορά και δεν καταβάλλεται σωρευτικά μαζί με τις πρόσθετες παροχές που λαμβάνουν οι ενάγουσες, ήτοι α) το επίδομα ειδικής απασχόλησης, που προσδιοριζόταν σε τρεις κατηγορίες και συγκεκριμένα σε 33.000, 27.500 και 16.500 δρχ.
από 1-3-2000 μέχρι 28-2-2003 (άρθρο 30 παρ. 2 του Ν. 2768/1999), σε 131,85, 115,70 και 83,42 ευρώ μέχρι τις 31-12-2003 (άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 3146/2003) και σε 132, 116 και 84 ευρώ από 1-1-2004 (άρθρο 8 παρ. 6 του Ν. 3205/2005), αντίστοιχα, για κάθε κατηγορία και β) το ποσό που, από 1-4-1998, καταβάλλεται στους υπαλλήλους όλων των ΟΤΑ, πρώτης βαθμίδας, με την υπ' αριθμό 2040222/4110/0022/19.6.1998 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών, κατ' εξουσιοδότηση αρχικά του Ν. 2346/1995 και στη συνέχεια της παρ. 3 του άρθρου 5 του Ν. 2685/1999 και το οποίο, από 1-1-2002 ανήλθε σε 176 ευρώ και χαρακτηρίζεται ως "εφάπαξ ετήσια αποζημίωση για την κάλυψη των δαπανών κίνησης".
Με τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή, ως μη νόμιμη, για το από 1-1-2004 κι' εντεύθεν χρονικό διάστημα. Με το να απορρίψει το Πολυμελές Πρωτοδικείο την αγωγή των αναιρεσειουσών για το από 1-1-2004 και εντεύθεν χρονικό διάστημα, παραβίασε, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 2470/1997, 1 παρ. 1 του ν. 3205/2003, 14 παρ. 2, 3 και 4 του ν. 3016/2002 και 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1, 80 του Συντάγματος.
Επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβίασης των αμέσως πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της με το οποίο απορρίφθηκε η αγωγή, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 31-12-2003, ως παραγεγραμμένη και για το από 1-1-2004 και μετά, ως μη νόμιμη, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση (κατά την αληθή έννοια του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 παρ. 4 Ν. 4055/2012) προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος αυτό, στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την ως άνω απόφαση και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος Δήμος, ως ηττώμενος, σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, μειωμένα, σύμφωνα με τα άρθρα 178, 183 ΚΠολΔ και 281 του ν. 3463/2006 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5950/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ