1781/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΔιαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον Δημόσιο και τα ΝΠΙΔ που υπάγονται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Νομοθετικό πλαίσιο, προϋποθέσεις που πρέπει, κατ' εξαίρεση, να πληρούνται ώστε να είναι δυνατή η μετατροπή των συμβάσεων. Κρίση ότι στον Δημόσιο τομέα δεν είναι δυνατή η μετατροπή τους σε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου μετά την ισχύ του ΠΔ 180/2004, ακόμα κι αν στην πραγματικότητα καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Περιστατικά.
Legislator headnote
AI generated1781/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 14 του Ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 2527/1997, στις διατάξεις του νόμου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, πριν την τροποποίησή του με το Ν. 1892/1990.
Full text
Απόφαση 1781 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον Δημόσιο και τα ΝΠΙΔ που υπάγονται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Νομοθετικό πλαίσιο, προϋποθέσεις που πρέπει, κατ' εξαίρεση, να πληρούνται ώστε να είναι δυνατή η μετατροπή των συμβάσεων. Κρίση ότι στον Δημόσιο τομέα δεν είναι δυνατή η μετατροπή τους σε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου μετά την ισχύ του ΠΔ 180/2004, ακόμα κι αν στην πραγματικότητα καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Περιστατικά.
Αριθμός 1781/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Μ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Στρίμπερη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Γενική Μεταλλευτική και Μεταλλουργική Ανώνυμος Εταιρία ΛΑΡΚΟ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Βλαστό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-3-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 278/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 107/2010 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-12-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 18-10-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο άρθρο 21 παρ. 1 του Ν. 2190/1994 ορίζεται ότι "οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του ίδιου νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επομένων παραγράφων", στην παρ. 2 ορίζεται ότι "η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών.
Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες." Στη συνέχεια στις παρ. 3 και 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και τέλος οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγουμένων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ' άρθρο 259 Π.Κ.
Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 14 του Ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 2527/1997, στις διατάξεις του νόμου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, πριν την τροποποίησή του με το Ν. 1892/1990.
Μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνονται αφενός και οι κάθε είδους κρατικές ή δημόσιες και παραχωρηθείσες επιχειρήσεις και οργανισμοί καθώς και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου δημόσιου χαρακτήρα που επιδιώκουν κοινωφελείς ή άλλους δημόσιους σκοπούς (άρθρ. 51 παρ. 1 περ. γ' του ν. 1892/1990, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 4 παρ. 6 του ν. 1943/1991) και αφετέρου τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στο κράτος (άρθρ. 14 παρ. 1 εδ.
β' παρ. 1 του 2190/1994). Μεταξύ δε αυτών των νομικών προσώπων, που υπάγονται αφενός στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός, κατά τα παραπάνω οριοθετείται και αφετέρου στην εφαρμογή του ν. 2190/1994 σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού, είναι και η εναγόμενη εταιρία. Ειδικότερα αυτή ως μεταλλευτική και μεταλλουργική ανώνυμη εταιρία, αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου δημόσιου χαρακτήρα, που επιδιώκει κοινωφελείς ή άλλους δημόσιους σκοπούς και υπάγεται στον άμεσο έλεγχο του τομέα ενέργειας του Υπουργείου Ανάπτυξης, καθώς το Ελληνικό Δημόσιο κατέχει αμέσως ή εμμέσως το 62,10% των μετοχών, αυτό δε ελέγχει την εναγόμενη και διορίζει τον πρόεδρο και μέλη του Δ.Σ.
αυτής. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 672 Α.Κ. και 1 του ν. 2112/1920 συνάγεται ότι η σύμβαση ορισμένου χρόνου είναι εκείνη στην οποία ρητά ή σιωπηρά έχει συμφωνηθεί η λήξη της σε ορισμένο χρόνο ή η λήξη αυτή προκύπτει από το είδος και το σκοπό της εργασιακής σύμβασης ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου.
Περαιτέρω το άρθρο 8 παρ. 1 εδ. β' του ν. 2112/1920, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 11 του ν. 547/1937 ορίζει ότι οι διατάξεις του νομοθετήματος αυτού περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται αλλά ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας διατάξεων.
Η διάταξη όμως αυτή δε δύναται να τύχει εφαρμογής στην περίπτωση κατά την οποία η σύμβαση καταρτίζεται υποχρεωτικώς ως ορισμένης διάρκειας εκ του νόμου, όπως ορίζεται παραπάνω στο ν. 2190/1994, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο καθορισμό της συμβάσεως, ως ορισμένης διάρκειας, ούτε καθίσταται αορίστου χρόνου η σύμβαση του προσληφθέντος για ορισμένο χρόνο, βάσει διατάξεως νόμου, αν αυτός χρησιμοποιήθηκε για την εκτέλεση εργασίας που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη.
Με την αναθεώρηση του έτους 2001 και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παρ. 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής.
Επίσης στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παρ.8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγουμένου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".
Έτσι με την αναθεώρηση αυτή του άρθρου 103 του Συνάγματος, η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και τη Διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίες κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 8 του άρθρο 103 του Συντάγματος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 189 παρ. 3 και ήδη 249 παρ. 1 και 3 της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης της ΕΟΚ προκύπτει ότι οι οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος μέλος της Κοινότητας, στο οποίο απευθύνονται, καθόσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.
Γι' αυτό απευθύνονται κατ' ανάγκην, όχι απευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνο προς τα κράτη μέλη, αφού μόνο αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα, με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος-μέλος, που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα όμως, τα οποία αυτό θα επιλέξει.
Αν η οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής (δηλαδή χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής), η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη, να την εκτελέσει εμπρόθεσμα, συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους μέλους που είναι παραλήπτης αυτής. Η ισχύς της όμως εκτείνεται μόνο κατά του κράτους μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει "εθνικό δίκαιο" και των αντίστοιχων κρατικών φορέων.
Δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις. Είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια. Η οριζόντια ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξεως του εθνικού νομοθέτη που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα εσωτερικού δικαίου. Εξάλλου, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που καταρτίστηκε στις 18-3-1999 και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 10-7-1999, η ισχύς της οποίας άρχισε, σύμφωνα με το άρθρο 2 αυτής, στις 10-7-2001, ορίζει μεταξύ άλλων ότι η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική κάθε κράτους μέλους (ρήτρα 2) και ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη-μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, συλλογικές συμβάσεις ή πρακτική, ή και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα, για την πρόληψη των καταχρήσεων λαμβάνουν κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα:
α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας. Επίσης ορίζει ότι τα κράτη-μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου (ρήτρα 5).
Είναι φανερό ότι η πιο πάνω Οδηγία δεν περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, δηλαδή η Οδηγία αυτή δεν είναι χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον εθνικό νομοθέτη. Η επίτευξη του στόχου της Οδηγίας αυτής, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης να συνάπτονται διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, προϋποθέτει συγκεκριμένα μέτρα προσαρμογής, που καλείται να λάβει ο εθνικός νομοθέτης, ο οποίος καλείται να εξειδικεύσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αορίστου χρόνου.
Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές αφενός με το Π. Δ. 81/2003 (ΦΕΚ Α' 77/2-4-2003), όπως τροποποιήθηκε με το Π. Δ. 180/2004 (ΦΕΚ 1601Α/23-8-2004) και αφ ετέρου με το Π. Δ. 164/2004 (ΦΕΚ Α' l34/19-7-2004). Το πρώτο Π. Δ (81/2003, όπως τροποποιήθηκε) εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίοι απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα.
Το δεύτερο Π.Δ (164/2004) εφαρμόζεται στο προσωπικό του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις παραπάνω διατάξεις του άρθρου 51 του ν. 1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις (άρθρ 2 και 3 περ. γ' του Π.Δ/τος), στον οποίο τομέα (δημόσιο), κατά την έννοια που αναφέρθηκε παραπάνω, περιλαμβάνεται και η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία.
Το άρθρο δε 5 του ως άνω Π.Δ/τος 164/2004 ορίζει τα εξής: " 1. Aπαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.
Η κατάρτιση των συμβάσεων επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή η δραστηριότητα της επιχείρησης ... 4.
Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση, για την περίπτωση της παράνομης, δηλαδή κατά παράβαση των ως άνω κανόνων, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου Π.Δ/τος η ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως του, ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.
Το ίδιο το Π.Δ (164/2004), επειδή ισχύει για τις συμβάσεις που καταρτίστηκαν μετά την ισχύ αυτού, δηλαδή μετά τις 19/7/2004, περιλαμβάνει και ρυθμίσεις για τις διαδοχικές συμβάσεις που είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος αυτού και ήταν ενεργείς μέχρι και τρεις μήνες πριν την πιο πάνω έναρξη (άρθρ. 11 αυτού). Οι μεταβατικές διατάξεις του άρθρου αυτού ορίζουν αντικειμενικές προϋποθέσεις για τη μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου (παρ. 1 περ.
α' - δ') και αναθέτουν την τελική κρίση για τη διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων στο A.Σ.Ε.Π. (ανεξάρτητη αρχή, όπως προβλέπει το άρθρο 103 παρ 7 του Συντάγματος), κατά την οριζόμενη στην παρ. 2 του πιο πάνω άρθρου αποκλειστική διαδικασία. Η επιλογή από την ελληνική πολιτεία, με το Π.Δ 164/2004 των αναφερόμενων ως άνω μέτρων, για την επίτευξη του στόχου της ρήτρας 5 της επίμαχης Οδηγίας έγινε, αφού έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία, αυτή, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι μεταξύ άλλων, και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογούν διάφορη ρύθμιση από τον ιδιωτικό τομέα, αφού υφίστανται διαφορές στη φάση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα, εξού και η θέσπιση των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος, οι οποίες προβλέπουν ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός, κατά τα παραπάνω, καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένη και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο Ανεξάρτητης Αρχής (παρ 7) ή και ορίζουν τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την κάλυψη των αναγκών, απαγορεύοντας τη μετατροπή των συμβάσεων σε αορίστου χρόνου (παρ. 8).
Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες πιο πάνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων σε αόριστης διάρκειας δεν μπoρεί να γίνει. Ενόψει, λοιπόν, όλων των πιο πάνω διατάξεων, αλλά και της, κατά τα προαναφερόμενα, προσαρμογής της Ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/Ε.Κ. του Συμβoυλίoυ, η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, το άρθρο 8 του ν. 2112/1920, ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή όχι μόνο μέχρι την έναρξη της ισχύος του πιο πάνω Π.Δ/τος 164/2004, αλλά βέβαια και μετά την έναρξη ισχύος του Π.Δ/τος (βλ ολ ΑΠ 19-20/2007, ΑΠ 422/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι η αναιρεσίβλητη την προσέλαβε την 26-9-2005 με έγγραφη σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών για να προσφέρει τις υπηρεσίες της για το χρονικό διάστημα από 1/10/2005 μέχρι 31/12/2005, ως βοηθό νοσηλεύτρια σε υγειονομικό σταθμό της τελευταίας στον οικισμό ... .
Ότι και μετά τη λήξη της πιο πάνω σύμβασης συνέχισε να παρέχει τις ίδιες, όπως παραπάνω, υπηρεσίες της με δύο διαδοχικές συμβάσεις ανεξαρτήτων υπηρεσιών για τα διαστήματα από 1/1/2006 μέχρι 30/6/2006 και από 1-7-2006 μέχρι 31/12/2006, οπότε η αναιρεσίβλητη έπαυσε να αποδέχεται την εργασία της, καταγγέλλοντας έτσι σιωπηρά (προφορικά), χωρίς την καταβολή αποζημιώσεως, τη μεταξύ τους σύμβαση.
Ότι από την πρόσληψη της και καθ' όλη τη διάρκεια της εργασίας της κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της αναιρεσίβλητης κατ' επίφαση δε και μόνο χαρακτηρίστηκαν ως συμβάσεις ανεξαρτήτων υπηρεσιών οι ως άνω συμβάσεις εργασίας προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων της κατά παράβαση του ν. 2112/1920 και της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου.
Ζητούσε δε να αναγνωριστεί ότι συνδέεται με την αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ότι η καταγγελία αυτής (συμβάσεως εργασίας) ήταν άκυρη και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της με απειλή χρηματικής ποινής και να της καταβάλει το αιτούμενο ποσό ως μισθούς υπερημερίας.
Με το περιεχόμενο και το αίτημα αυτό η αγωγή είναι μη νόμιμη σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, αφού η αναιρεσίβλητη υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 2190/1994 και ως εκ τούτου ανεξάρτητα από το γεγονός ότι οι εν λόγω συμβάσεις φέρουν το χαρακτήρα συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες καταρτίστηκαν μετά την ισχύ του ΠΔ. 180/2004 και όχι ανεξαρτήτων υπηρεσιών, σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου ακόμη και αν κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες.
Επομένως, το Εφετείο το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση, με την αυτή ως άνω αιτιολογία απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε επίσης απορριφθεί η αγωγή ως μη νόμιμη, ορθώς ερμήνευσε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού ο αναιρετικός λόγος από την ως άνω διάταξη προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως, γεγονός που δεν συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση δεδομένου ότι η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-12-2010 αίτηση της Α. Μ. για αναίρεση της 107/2010 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 6η Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ