Legislator Case Law & Legislation
1781/2009 AI generated

Supreme Court reverses lower court for failing to consider contributory negligence claim regarding construction site accident.

Case Number 1781/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece annulled the Athens Court of Appeal's decision regarding a construction worker's death caused by a concrete pump failure. The appellant argued the deceased was contributorily negligent for not wearing a helmet, while the court below had overlooked a claim that the employer knowingly placed the machine on unstable ground. The court ruled that the lower court erred by failing to examine this specific argument on contributory negligence, necessitating a remand for further proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914 and 932 of the Civil Code; Article 300 of the Civil Code: Liability for damages requires unlawful and imputable conduct, damage, and causal link; contributory negligence by the victim may reduce compensation if the victim's unlawful conduct contributed to the damage.

Keywords

AI generated
contributory negligence construction site accident employer liability unstable ground remand for retrial civil code articles causal link

Cited Legislation

AI generated
Articles 914 and 932 of the Civil Code
Article 300 of the Civil Code
Article 281 of the Civil Code
Article 288 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1781 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1781/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Ε2 συζ. Ε1 2.Ε1 και 3. Ε3 του Ε1 ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Ζαφειρόπουλο,.

Των αναιρεσιβλήτων:1....χας Σ1 , 2.... του Σ1 3. ... θυγ. Σ1 και 4. ... του Σ1. Οι μεν 1η, 2ος και 4ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Φέτσα, η δε 3η παραστάθηκε με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9323/1999 μη οριστική, 1206/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8397/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-6-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 3-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ συνάγεται ότι για τη γέννηση ευθύνης από αδικοπραξία προς αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση πρέπει να υπάρχει α) ανθρώπινη συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, β) επέλευση ζημίας και γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της επιζήμιας συμπεριφοράς του ενός και της ζημίας του άλλου. Η παράνομη συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται είτε σε θετική ενέργεια είτε σε παράλειψη.

Ο χαρακτηρισμός της παραλείψεως ως παράνομης συμπεριφοράς προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρεώσεως για επιχείρηση της θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει είτε από δικαιοπραξία είτε από ειδική διάταξη νόμου είτε από την αρχή που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ, ήτοι την αρχή της καλής πίστεως, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, η οποία αρχή, σε περίπτωση που κάποιος δημιούργησε επικίνδυνη κατάσταση, εκ της οποίας μπορούσε να προέλθει ζημία, του επιβάλλει την ενδεδειγμένη θετική ενέργεια προς αποτροπή της ζημίας Περαιτέρω, από το άρθρο 300 ΑΚ προκύπτει ότι, αν στη γένεση ή την επέλευση της ζημίας και την έκταση αυτής συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, ήτοι παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά, κατά τα παραπάνω, το οποίο τελεί σε αιτιώδη σχέση με το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα ή την επέλευση ή έκταση της ζημίας, το δικαστήριο της μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιώσαντος και του συνυπαιτίου, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής κατά το ποσοστό του πταίσματος του ζημιωθέντος.

Ειδικότερα, όμως, όταν δικαιούχος αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης από αδικοπραξία είναι κατ' εξαίρεση τρίτος^, εμμέσως ζημιωθείς, όπως τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 928, 929 εδ. β' και 932 εδ. γ' ΑΚ, τα οποία ασκούν αξιώσεις εξ ιδίου δικαίου και όχι ως κληρονόμοι του θανόντος, η συνυπαιτιότητα του θανόντος στην επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος ή τη γένεση ή την έκταση της ζημίας καταλογίζεται και σ' αυτόν (τρίτο), με την έννοια ότι το ποσό της αποζημίωσης που επιδικάζεται σ' αυτόν μειώνεται κατά το ποσοστό του πταίσματος του θανόντος.

Όμως, στην περίπτωση της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, η οποία παρέχεται, κατά το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 932 ΑΚ, στα μέλη της οικογενείας του θύματος, το ποσό αυτής προσδιορίζεται, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ύστερα από την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, όπως είναι ο βαθμός του πταίσματος του υπόχρεου, σε συνδυασμό με το τυχόν συντρέχον πταίσμα του θύματος, το είδος της προσβολής, της περιουσιακής και κοινωνικής κατάστασης των μερών κλπ, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής και με την προϋπόθεση ότι επήλθε ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη στον ενάγοντα στη συγκεκριμένη περίπτωση από τη ζημιογόνο αδικοπραξία.

Αφού λοιπόν για τον προσδιορισμό του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης συνεκτιμάται από το δικαστήριο και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του θύματος, δεν επιτρέπεται μετά τον τελικό καθορισμό του ποσού αυτής, περαιτέρω μείωσή του κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας του θύματος στην επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος ή της γένεσης και έκτασης της ζημίας.

Επί αγωγής για αποζημίωση ή και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, που στηρίζεται σε αδικοπραξία του εναγομένου (αρθρ. 914, 928, 932 ΑΚ), ο ισχυρισμός αυτού, ότι στην επέλευση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του θανόντος, συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό που θεμελιώνει ένσταση καταλυτική εν όλω ή εν μέρει της αγωγής (αρθρ. 300 ΑΚ), και γι' αυτό πρέπει να προτείνεται από τον εναγόμενο, για να είναι δε ορισμένη, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 262 παρ.1 ΚΠολΔ, να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση, η οποία περιεχόμενο έχει την απόρριψη εν όλω ή εν μέρει της αγωγής, και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν.

Η ένσταση συντρέχοντος πταίσματος και τα θεμελιούντα αυτή πραγματικά περιστατικά αποτελούν πράγματα, κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και η μη λήψη υπόψη αυτών από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύει τον προβλεπόμενο από την προαναφερομένη διάταξη λόγο αναίρεσης. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 3 και 5 ν. 1396/83 "Υποχρεώσεις λήψης και τήρησης των μέτρων ασφαλείας στις οικοδομές και λοιπά ιδιωτικά τεχνικά έργα", 111 ΠΔ 1073/1981 "Περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομικών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού και 2 Π.Δ. 305/96 "Ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας που πρέπει να εφαρμόζονταν στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια σε συμμόρφωση με την οδηγίας 92/57/ΕΟΚ", προκύπτει ότι ο εργολάβος και ο υπεργολάβος ολοκλήρου ή τμήματος έργου, ανεξαρτήτως αν αυτό εκτελείται ολόκληρο ή κατά τμήματα με υπεργολάβους, είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται, μεταξύ των άλλων, να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο ή τα τμήματα αυτού που ανέλαβαν να εκτελέσουν, έστω και αν ο εργολάβος, που ανέθεσε την εκτέλεση τμήματος αυτού σε υπεργολάβο, δεν επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα διεύθυνσης και επίβλεψης του τμήματος που ανέθεσε στον υπεργολάβο ή και αν συμφώνησαν ότι δεν θα έχει ο εργολάβος την διεύθυνση και επίβλεψη του τμήματος που ανέλαβε να εκτελέσει ο υπεργολάβος.

Τούτο δε, διότι ο εργολάβος ευθύνεται σε κάθε περίπτωση με τις αναγκαστικού δικαίου ως άνω διατάξεις για τη λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας και η ανάθεση της εκτέλεσης τμήματος του έργου από αυτόν σε υπεργολάβο, με οποιαδήποτε συμφωνία, δεν απαλλάσσει τον εργολάβο από την υποχρέωση επίβλεψης και ελέγχου του υπεργολάβου για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας (ΑΠ 1210/2006).

Τέτοια μέτρα ασφαλείας, στη λήψη και τήρηση των οποίων είναι συνυπόχρεοι ο εργολάβος και ο υπεργολάβος κατά την εκτέλεση οικοδομικού έργου η τμήματος αυτού, καθορίζονται με τις παρακάτω διατάξεις: Α) Από τα άρθρα 72 και 64 του Π.Δ/τος 1073/81, στο πρώτο των οποίων ορίζεται ότι "τα αυτοκίνητα εγχύσεως ετοίμου σκυροδέματος και κονιαμάτων (πρέσσαι) πρέπει, πέραν των απαιτήσεων των διατάξεων περί οδικής κυκλοφορίας, να έχουν και τις κάτωθι εξασφαλίσεις 1.η τοποθέτησις αυτών να γίνεται εις το κατά το δυνατόν οριζοντίαν και επίπεδον θέσιν, εξομαλυνομένων τυχόν υπαρχουσών ανωμαλιών του εδάφους και να εξασφαλίζεται το ελεύθερον άνοιγμα των βραχιόνων (ποδαρικών) στηρίξεως (δυνατότης αναπτύξεως μέχρι των προβλεπομένων σημείων σταθεροποιήσεως) ώστε η σταθεροποίησις αυτών να γίνεται ασφαλώς 2.

εις περιπτώσεις κατά τας οποίας η αντοχή του εδάφους και της επιφανείας στηρίξεως των πελμάτων δεν είναι επαρκής, πρέπει να τοποθετείται κατάλληλον υπόβαθρον προς επαρκή αύξησιν της επιφανείας στηρίξεως αυτών" και στο δεύτερο ότι "ο χειρισμός των ανυψωτικών μηχανημάτων γίνεται απαραιτήτως από άτομο το οποίον έχει εμπειρίαν και εφόσον προβλέπεται υπό των κειμένων διατάξεων, άδειαν χειριστού...απαγορεύεται ο χειρισμός οιασδήποτε ανυψωτικής μηχανής από άτομα ηλικίας κάτω των 18 ετών", Β) Από το Π.Δ. 305/96 "Ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας που πρέπει να εφαρμόζονται στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια σε συμμόρφωση με την οδηγίας 92/57/ΕΟΚ" στο οποίο ορίζεται ότι α) προσωρινό ή κινητό εργοτάξιο είναι κάθε εργοτάξιο όπου πραγματοποιούνται εργασίες οικοδομικές ή και πολιτικού μηχανικού και γενικά εκτελείται τεχνικό έργο (άρθρο 2 παρ. 1), β) ως εργολάβος νοείται πρόσωπο που συμβάλλεται με τον κύριο του έργου και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου ή τμήματος του έργου, υπεργολάβος δε κάθε πρόσωπο που συμβάλλεται με τον εργολάβο και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου ή τμήματος του έργου, αυτοαπασχολούμενος δε κάθε πρόσωπο, εκτός εργοδότη και εργαζομένου, το οποίο με την επαγγελματική του δραστηριότητα συμβάλλει στην εκτέλεση του έργου (άρθρο 2 παρ.3 και γ) για την ασφάλεια και τη διαφύλαξη της υγείας στα εργοτάξια, οι αυτοαπασχολούμενοι, οι εργολάβοι και υπεργολάβοι, όταν ασκούν οι ίδιοι επαγγελματική δραστηριότητα στα εργοτάξια, έχουν όλες τις υποχρεώσεις των εργαζομένων σύμφωνα με το άρθρο 13 του ΠΔ 17/1996 και όλες τις υποχρεώσεις των εργοδοτών που ορίζονται στο ΠΔ 395/94 (άρθρο 9 παρ.1) και Γ) από το Π.Δ. 395/1994 "Ελάχιστες προδιαγραφές ασφαλείας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζομένους κατά την παροχή της εργασίας τους σε συμμόρφωση με την οδηγία 89/655/ΕΟΚ με το οποίο ορίζεται α) ως εξοπλισμός εργασίας νοείται κάθε μηχανή, εργαλείο ή εγκατάσταση που χρησιμοποιείται κατά την εργασία, ως χειριστής δε νοείται ο εργαζόμενος που είναι επιφορτισμένος με τη χρήση εξοπλισμού εργασίας (άρθρο 2), β) ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα, ώστε ο εξοπλισμός εργασίας που τίθεται στη διάθεση των εργαζομένων μέσα στην επιχείρηση ή την εγκατάσταση να είναι κατάλληλος για την προς εκτέλεση εργασία ή κατάλληλα προσαρμοσμένος για το σκοπό αυτό ούτως ώστε να διασφαλίζεται η ασφάλεια και η υγεία των εργαζομένων κατά τη χρησιμοποίηση του (άρθρο 3 παρ.1) και β) η ευστάθεια του εξοπλισμού εργασίας και των στοιχείων του πρέπει να εξασφαλίζονται με πάκτωση ή με άλλα μέσα, εάν αυτό είναι αναγκαίο για την ασφάλεια ή την υγεία των εργαζομένων (περ. 2.11 άρθρου 9 ).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με την αγωγή τους εναντίον και των ήδη αναιρεσειόντων, οι αναιρεσίβλητοι εκθέτουν ότι κατά τον αναφερόμενο σ' αυτή τόπο και χρόνο, κατά την εκτέλεση οικοδομικού έργου, από αμέλεια των δευτέρου και τρίτου των αναιρεσειόντων, που είχαν προστηθεί από την πρώτη για την τοποθέτησε και χειρισμό της πρέσας έγχυσης σκυροδέματος| και οποίοι δεν έλαβαν τα αναγκαία και από το νόμο προβλεπόμενα μέτρα ασφαλείας για τη σταθερή στήριξη της και την ασφαλή λειτουργία της πρέσσας, προκλήθηκε ατύχημα, εξ αιτίας του οποίου επήλθε ο θάνατος του απασχολουμένου στην εκτέλεση του οικοδομικού έργου Σ1 συζύγου της πρώτης αναιρεσίβλητης και πατέρα των λοιπών, ζήτησαν δε να καταδικασθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, για έξοδα κηδείας, στέρηση διατροφής στην πρώτη ενάγουσα, αποζημίωση για τη συμβολή του θανόντος στη διατροφή της πρώτης και του τετάρτου ενάγοντος και χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν όλοι οι ενάγοντες.

Κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, με τις έγγραφες προτάσεις τους, προς απόκρουση της εναντίον τους αγωγής, προέβαλαν τον ισχυρισμό (ένσταση) ότι ο θανών συγγενής των εναγόντων είναι συνυπαίτιος στην πρόκληση τόσο του θανατηφόρου ατυχήματος όσο και του εξ αυτού επελθόντος θανάτου του, διότι 1) αυτός, που ήταν εργολάβος του τμήματος του εκτελουμένου οικοδομικού έργου (κατασκευή των εξ οπλισμένου σκυροδέματος μερών της οικοδομής) και αυτοαπασχολείτο στην εκτέλεση αυτού;

είχε αναθέσει υπεργολαβικώς την έγχυση του σκυροδέματος στην εναγομένη ιδιοκτήτρια του μηχανήματος της πρέσας, η δε τοποθέτηση του μηχανήματος αυτού στο σημείο που τοποθετήθηκε έγινε καθ' υπόδειξη του ίδιου (θανόντος), αν και αυτός, ως εργολάβος παρομοίων οικοδομικών έργων στην περιοχή, γνώριζε ότι το έδαφος επί του οποίου υπέδειξε να τοποθετηθεί η πρέσα ήταν σαθρό και μπορούσε να επηρεάσει την ευστάθεια και την ασφαλή λειτουργία του μηχανήματος και 2) δεν έφερε, όπως επιβάλλετο, κράνος.

Τον ισχυρισμό αυτόν (ένσταση συνυπαιτιότητας του θανόντος τόσο στην πρόκληση του ατυχήματος όσο και στον θανάσιμο τραυματισμό του) επανέφεραν οι εναγόμενοι (ήδη αναιρεσείοντες) στο Εφετείο με τον τρίτο λόγο έφεσης. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα και τα εξής κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:

Ο Ρ1 ως συγκύριος εξ αδιαιρέτου με την ... οικοπέδου που βρίσκεται στον οικισμό ...του Δήμου ... με σύμβαση έργου που καταρτίσθηκε με τον πολιτικό μηχανικό ... ανέθεσε σ' αυτόν την εκπόνηση μελέτης και τη έκδοση οικοδομικής αδείας, για την ανέγερση μικρής διώροφης οικοδομής, καθώς και την επίβλεψη των οικοδομικών εργασιών.

Ο εν λόγω πολιτικός μηχανικός προέβη στην εκπόνηση της σχετικής μελέτης, την οποία, αφού υπέβαλε, με τα λοιπά απαιτούμενα δικαιολογητικά, στην αρμοδία πολεοδομική υπηρεσία, εκδόθηκε η ... οικοδομική άδεια, στην οποία ορίσθηκε ότι ο μηχανικός αυτός είναι υπεύθυνος πολιτικός μηχανικός τόσο για τη γενική επίβλεψη της οικοδομής όσο και για την κατασκευή του φέροντος οργανισμού της.

Μετά την έκδοση της οικοδομικής αδείας, ο άνω συγκύριος του οικοπέδου Ρ1, με άλλη σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και του Σ1 συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών εναγόντων (ήδη αναιρεσιβλήτων), ανέθεσε στον τελευταίο και τον συνεργάτη του Σ2 να κατασκευάσουν, έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής, τον σκελετό της οικοδομής.

Στις 30.09.1995 επρόκειτο να κατασκευασθεί από τους άνω εργολάβους η πλάκα της οροφής του ισογείου και για τον σκοπό αυτόν, οι προαναφερόμενοι εργολάβοι έκριναν ότι απαιτείτο η χρήση πρέσας έγχυσης ετοίμου σκυροδέματος, ανέθεσαν δε την εργασία αυτή στους Ε1 και Ε3 , βοηθό χειριστή και χειριστή, αντιστοίχως, της με αριθμό κυκλοφορίας ...

οχήματος- πρέσας, ιδιοκτησίας της Ε2 η οποία είχε προστήσει αυτούς στην άνω εργασία. Την ίδια χρονολογία (30. 9.1995) και περί ώρα 8.30, το μηχάνημα αυτό (πρέσα) οδηγήθηκε από τους Ε1 και Ε3 στον τόπο κατασκευής του έργου, όπου ήταν και οι παραπάνω εργολάβοι Σ1 και Σ2 προκειμένου να προβούν στην διάστρωση του σκυροδέματος.

Η πρέσα, την οποία χειρίζοντο οι παραπάνω με άδεια, είχε ιπποδύναμη 125 ΗΡ και για τη συντήρηση, την επίβλεψη και λειτουργία της απαιτείτο μηχανικός χειριστής δεύτερος και τρίτος των αναριεσειόντων Γ τάξεως, την οποία όμως (άδεια) δεν διέθεταν οι εν λόγω χειριστές της, γεγονός που φανερώνει ότι δεν είχαν επαρκή εμπειρία για τον χειρισμό και κανονική στήριξή της.

Περί ώρα 08.30 της 30.9.1995, παρουσία και των εργολάβων Σ2 και Σ1 που θα εργάζοντο για τη διάστρωση του σκυροδέματος, οι άνω χειριστές της πρέσας τοποθέτησαν αυτή, προκειμένου να είναι σε θέση, λαμβάνοντας το μπετόν από την μπετονιέρα, να διοχετεύει αυτό στον χώρο κατασκευής της πλάκας. Κατά τη στήριξη της πρέσας από τους άνω χειριστές της, τα δύο οπίσθια πόδια αυτής στηρίχθηκαν στο έδαφος, το οποίο στο σημείο εκείνο είναι αμμώδες (ψιλή άμμος θαλάσσης), το εμπρόσθιο αριστερό της πόδι στηρίχθηκε σε υπόβαθρο, που τοποθετήθηκε πάνω στο έδαφος και αποτελείτο από τέσσερα ξύλινα δοκάρια (λατάκια) διατομής 10X10 εκατοστών και μήκους 1,20 μέτρων, κάθετα ανά δύο μεταξύ τους και το δεξιό εμπρόσθιο πόδι της στηρίχθηκε σε ξύλινο δοκάρι, διατομής 9,5 εκατοστών και μήκους 1,50 μ., το οποίο τοποθετήθηκε πάνω σε δάπεδο βεράντας ισόγειας κατοικίας, κατασκευασμένο από άοπλο σκυρόδεμα, πάχους πέντε εκατοστών.

Αφού τοποθετήθηκε στην πρέσα και ο βραχίονας προς την πλευρά του δεξιού ποδιού, άρχισε η ρίψη του σκυροδέματος. Περί ώρα 13.45, αφού επέστρεψε και η μπετονιέρα και είχε προσέλθει στο έργο και ο επιβλέπων μηχανικός, ήταν δε παρόντες και οι εργολάβοι κατασκευής της πλάκας Σ1 και Σ2 οι οποίοι εργάζοντο για την επίστρωση του σκυροδέματος, καθώς και ο Ε1 την δε πρέσα εχειρίζετο ο Ε3 εξ αιτίας του μεγάλου βάρους του βραχίονα, που ήταν γεμάτος με σκυρόδεμα και της μεγάλης ροπής στρέψεως, που δημιούργησε ο μήκους 25 μέτρων βραχίονας, έσπασε το ξύλινο δοκάρι επί του οποίου είχε στηριχθεί το εμπρόσθιο δεξιό πόδι της πρέσας, υποχώρησε το κάτω από αυτό άοπλο σκυρόδεμα και το πόδι αυτό του μηχανήματος βυθίσθηκε στο έδαφος, που ήταν σχεδόν κούφιο, σε βάθος 80 εκατοστών.

Λόγω τη απώλειας στήριξης του μηχανήματος, ο βραχίονας έπεσε αιφνιδίως και κτύπησε με σφοδρότητα τον εργολάβο Σ1, ο οποίος ασχολείτο με την επίστρωση του σκυροδέματος, στο κεφάλι, στη συνεχεία δε καταπλάκωσε τα πόδια αυτού, με συνέπεια να υποστεί βαρύτατα τραύματα και να αποβιώσει περί ώρα 14.30. Ο θανάσιμος τραυματισμός αυτού συνεχίζει το Εφετείο, οφείλεται πλην άλλων και στην παράνομη και υπαίτια (από αμέλεια) συμπεριφορά / του χειριστή της πρέσας και του συνεργάτη του, οι οποίοι, ως προστηθέντες από την ιδιοκτήτρια της πρέσας στον χειρισμό του μηχανήματος, παρέλειψαν να τηρήσουν τα μέτρα ασφαλείας για την τοποθέτηση και τον ασφαλή χειρισμό αυτής (άρθρο 73 π.δ. 1073/81), ήτοι α) παρέλειψαν να τοποθετήσουν το μηχάνημα αυτό στην κατά το δυνατό οριζόντια και επίπεδη θέση, αφού εξομαλύνουν τυχόν υπάρχουσες διαφορές του εδάφους και να εξασφαλίσουν το ελεύθερο άνοιγμα των βραχιόνων (ποδαρικών) στήριξης, ώστε η τοποθέτηση να γίνεται ασφαλώς και β) μολονότι ήταν εμφανές ότι το έδαφος επί του οποίου τοποθετήθηκε και -στηρίχθηκε από αυτούς η πρέσα ήταν αμμώδες και ως εκ τούτου η αντοχή του δεν ήταν επαρκής για την ασφαλή στήριξη και λειτουργία της, το δε δεξιό πόδι της δεχόταν το περισσότερο φορτίο από τη ροπή του μήκους 25 μέτρων βραχίονα, δεν έλαβαν τα αναγκαία μέτρα για την ασφαλέστερη στήριξη του δεξιού ποδιού με την τοποθέτηση κάτω από αυτό μεγαλύτερου και στερεότερου υπόβαθρου, αλλά χρησιμοποίησαν μικρής επιφάνειας και φθαρμένο ξύλινο δοκάρι, το οποίο δεν ήταν ικανό να διατηρεί το μηχάνημα σε σταθερή θέση, ιδίως κατά τη λειτουργία του, κατά την οποία αναπτύσσοντο μεγαλύτερες δυνάμεις, με αποτέλεσμα αυτό να σπάσει και λόγω του μεγάλου βάρους να εισχωρήσει το δεξί πόδι της πρέσας στο έδαφος, με περαιτέρω συνέπεια να απωλέσει η πρέσα την ισορροπία της και ακολούθως να καταπέσει ο μεγάλου βάρους βραχίονας έκχυσης του σκυροδέματος επί του θανόντος, τον οποίο έπληξε με σφοδρότητα, προκαλώντας αρχικώς μεν συντριπτικό κάταγμα κρανίου με έκχυση εγκεφαλικής ουσίας και κάταγμα αυχενικής μοίρας, ακολούθως δε κάταγμα δεξιού έσω μηρού.

Εν συνεχεία το Εφετείο, δεχθέν ότι, λόγω του μεγάλου βάρους του βραχίονα και της εξ αυτού σφοδρότητας με την οποία επλήγη ο θανών, ο θάνατός του από τον βαρύτατο ως άνω τραυματισμό του θα επερχόταν και αν ακόμη φορούσε το επιβαλλόμενο κράνος, το οποίο υπό τις άνω συνθήκες δεν ήταν δυνατό να τον προστατεύσει, απέρριψε τον ισχυρισμό (ένσταση) των εναγομένων, περί συνυπαιτιότητας του θανόντος.

Ως εκ τούτου, το Εφετείο, τον ισχυρισμό (ένσταση) των αναιρεσειόντων περί συνυπαιτιότητας του άνω συγγενούς των αναιρεσιβλήτων στην επέλευση του θανάτου του, λόγω της παραλείψεώς του να φέρει κράνος, τον έλαβε υπόψη και τον απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, παρά τον νόμο όμως δεν έλαβε υπόψη και τον επαναφερθέντα με λόγο έφεσης ισχυρισμό των ίδιων (αναιρεσειόντων), ότι ο θανών είναι συνυπαίτιος στην πρόκληση του ως άνω ατυχήματος, επειδή αν και ως εργολάβος οικοδομικών έργων στην ίδια περιοχή γνώριζε τη σαθρότητα του εδάφους, ωστόσο από αμέλειά του υπέδειξε στους χειριστές της πρέσας να τοποθετηθεί αυτή στο σημείο όπου και τοποθετήθηκε, με αποτέλεσμα την υποχώρηση του εδάφους και τη βύθιση του δεξιού ποδιού της πρέσας, εξ αίτιας της οποίας αυτή απώλεσε την ισορροπία της και επήλθε η πτώση του βραχίονα επί του θανόντος.

Επομένως, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τον τελευταίο αυτόν ισχυρισμό (ένσταση) των εναγομένων (αναιρεσειόντων) είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει παρελκούσης της εξετάσεως του δεύτερου λόγου, περί ελλιπών αιτιολογιών στην κρίση του Εφετείου για μη συνδρομή συνυπαιτιότητας του θανόντος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση καθό μέρος το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό (ένσταση) των αναιρεσειόντων και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το άνω αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 8397/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της..

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων από ευρώ δύο χιλιάδες (2.000).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ