Legislator Case Law & Legislation
1781/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on jurisdictional grounds, ruling lower court correctly transferred property expropriation case to competent court.

Case Number 1781/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision to transfer a property expropriation case to the Multi-member District Court. The appellants argued the lower court erred in interpreting constitutional and international treaty provisions regarding compensation timelines and state liability. The court rejected these claims, holding that the lower court correctly identified the Multi-member District Court as the competent jurisdiction for the merits and that the appeal lacked a decisive ruling on the substantive issues required to sustain the challenge.

Legislator headnote

AI generated

Art. 17 § 4 of the Constitution; Art. 1 § 1 of Protocol 1 to the ECHR; Art. 6 § 1 of the ECHR: The Supreme Court is not competent to rule on the merits of expropriation compensation claims when the lower court has correctly transferred the case to the competent court of first instance, and appeals based on jurisdictional errors regarding the transfer are inadmissible.

Keywords

AI generated
property expropriation jurisdictional transfer constitutional compensation ECHR Protocol 1 inadmissible appeal competent court state liability

Cited Legislation

AI generated
Art. 17 § 4 of the Constitution
Art. 1 § 1 of Protocol 1 to the ECHR
και των άρθρων 12 §§ 1, 2, 13, 19 και 20 του ν.
Art. 6 § 1 of the ECHR
Art. 559 § 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 § 5 of the Code of Civil Procedure
Art. 1 of the First Protocol to the ECHR
και των άρθρων 12 §§ 1, 2, 13, 19 και 20 του ν.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1781 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1781/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Χορομίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις και προσθήκη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Ροϊλό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/3/2006 αίτηση και την από 30/4/2007 παρεμπίπτουσα αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκε η με αριθμό 1344/2007 απόφαση οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18/9/2007 αίτησή τους και τους από 15/6/2008 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 5/9/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως και του προσθέτου λόγου αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 17 παρ. 4 του Συντάγματος κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρως αποζημίωση... Η αποζημίωση που ορίστηκε καταβάλλεται υποχρεωτικά το αργότερο μέσα σε ενάμιση έτος από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του δικαστηρίου, διαφορετικά η απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως.

Περαιτέρω, από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, με το οποίο ορίζεται, ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του, προκύπτει, ότι η εφαρμογή κάθε μέτρου που συνιστά επέμβαση στο δικαίωμα του φυσικού ή νομικού προσώπου για σεβασμό της περιουσίας του, οφείλει να γίνεται με την τήρηση "δίκαιης και εύλογης ισορροπίας", μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου και της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ιδιωτών και την εναρμονισμένη με τον παραπάνω κανόνα αρχή, που διέπει τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Έτσι, οι δυσμενείς για τον καθού η απαλλοτρίωση συνέπειες της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, πρέπει να εκτιμώνται συνολικά στο πλαίσιο ενιαίας διαδικασίας και υπό την έποψη αυτή κρίθηκε ανίσχυρη, ως προσκρούουσα, τόσο στη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1, 2 και 4 του Συντάγματος, όσο και στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, η προβλεπόμενη στη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του ν.δ. 797/1971 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων" (ήδη άρθρο 20 του Ν. 2882/2001) ρύθμιση, του περιορισμού της αρμοδιότητας του Εφετείου στη δίκη για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης, αποκλειστικά και μόνο στον προσδιορισμό της τιμής μονάδος αποζημίωσης (Ολ.

ΑΠ 10/2004, 11/2004). Επομένως, το Εφετείο, κατά την εκδίκαση αιτήσεως για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος του απαλλοτριούμενου ακινήτου, είναι, επιπλέον, αρμόδιο να εξετάσει ενιαίως, πέραν από τον εν λόγω καθορισμό της αποζημίωσης: α) την αναγνώριση των δικαιούχων αυτής, β) την ύπαρξη ή όχι ωφέλειας του ιδιοκτήτη, που αποκτά μετά την απαλλοτρίωση, πρόσωπο σε διανοιγόμενη οδό, και γ) το αίτημα περί ορισμού της οφειλόμενης δικαστικής δαπάνης (Ολ.

ΑΠ 10/2004 και 11/2004). Η επιβαλλόμενη, όμως, ενιαία εκδίκαση των περισσότερων αυτών θεμάτων, προϋποθέτει αναγκαίως, ότι τα εν λόγω αιτήματα θα υποβληθούν ενώπιον του Εφετείου κατά τρόπο παραδεκτό, σύμφωνα με τα οριζόμενα στους ισχύοντες δικονομικούς κανόνες και δεν θα υπάρχει δέσμευση από τις δικονομικές διατάξεις που ισχύουν για το κράτος μέλος.

Και τούτο διότι το ΕΔΔΑ δεν υποκαθιστά τον εθνικό νομοθέτη στη θέσπιση του εφαρμοστέου δικονομικού συστήματος, αλλά μόνον ελέγχει, με τα προβλεπόμενα μέσα, αν οι κανόνες αυτοί ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της κοινοτικής έννομης τάξης. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι το αίτημα για την αναγνώριση της ύπαρξης ή όχι ωφέλειας ιδιοκτήτη που αποκτά, μετά την απαλλοτρίωση, πρόσωπο σε διανοιγόμενη οδό, σε περιπτώσεις αναγκαστικών απαλλοτριώσεων που δεν είχαν συντελεθσεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του νόμου 2971/2001 (άρθρο 37 εδ.

α), μπορεί να υποβληθεί και εκτός του πλαισίου της δίκης καθορισμού οριστικής αποζημιώσεως με αυτοτελή αίτηση ενώπιον του αρμοδίου για τη δίκη αυτή Εφετείου, κατά τη διαγραφόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 33 διαδικασία, που απαιτεί υποβολή αίτησης προς το φορέα του έργου, η οποία μαζί με τη σχετική έκθεσή της της αρμόδιας επιτροπής αποστέλλεται στο Εφετείο.

Πριν από την ισχύ του ως άνω νόμου και του άρθρου 33 παρ. 1 αυτού, σε περίπτωση αμφισβητήσεως του παρόδιου ιδιοκτήτη ότι ωφελείται το ακίνητό του από την διάνοιξη, διαπλάτυνση, βελτίωση κλπ οδού και προβολής ισχυρισμού ότι αυτός δεν υποχρεούται σε αυτοαποζημίωση, δημιουργείται διαφορά για την επίλυση της οποίας αρμόδια είναι τα πολιτικά δικαστήρια, δικάζοντας κατά την τακτική διαδικασία.

Επίσης, η δίκη για την πληρωμή αποζημίωσης από απαλλοτρίωση που προσδιορίστηκε δικαστικά διεξάγεται κατά την τακτική διαδικασία και όχι κατά την ειδική των απαλλοτριώσεων. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 12 ΚΠολΔ ορίζει: παρ. 1 "Δύο μόνο βαθμοί δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων υπάρχουν, των οποίων την τήρηση το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως"? παρ. 2 "Αυτοτελής αίτηση δεν επιτρέπεται να υποβληθεί απευθείας σε δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά".

Η δε διάταξη του άρθρου 13 του ίδιου Κώδικα ορίζει "δια την εκδίκαση των υποθέσεων που υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια είναι αρμόδια σε πρώτο βαθμό τα Ειρηνοδικεία, τα Μονομελή Πρωτοδικεία και τα Πολυμελή Πρωτοδικεία". Τέλος, η διάταξη του άρθρου 19 ΚΠολΔ ορίζει "Στην αρμοδιότητα των Εφετείων υπάγονται οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των Πολυμελών και Μονομελών Πρωτοδικείων της Περιφερείας τους".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι, η παράκαμψη του πρώτου βαθμού και υποβολή απευθείας αυτοτελούς αιτήσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αποκλείεται, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά με νόμο. Τέτοια περίπτωση ορίζει η διάταξη του άρθρου 20 του ν. 2882/2001 (και η όμοια προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 17 του ν.δ. 797/1971), κατά την οποία το Εφετείο δικάζει ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο τις (αιτήσεις οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως επί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, οπότε, στα πλαίσια του εν λόγω καθορισμού, είναι αρμόδιο να εξετάσει ενιαίως και τα αιτήματα που προαναφέρθηκαν.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου παρέχεται αν παραβιάσθηκε ορισμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου και ένεκα τούτου η αγωγή ή άλλο εισαγωγικό δίκης δικόγραφο, με το οποίο εισάγεται προς διάγνωση ιδιωτική διαφορά ή έννομη σχέση κατά το άρθρο 1 ΚΠολΔ α) απορρίφθηκε ως νομικά αβάσιμη ή β) έγινε δεκτή ή απορρίφθηκε κατ' ουσίαν (ολ.

ΑΠ 28/1998). Κατά συνέπεια, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει διατακτικό επί της ουσίας της υποθέσεως. Επίσης, η παραβίαση δικονομικών διατάξεων, δηλαδή κανόνων που ρυθμίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη διαδικασία παροχής έννομης προστασίας δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά την πιο πάνω διάταξη και αν προβληθεί τέτοιος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Δικονομικές είναι οι διατάξεις των άρθρων 12 επ. ΚΠολΔ για την καθ' ύλην αρμοδιότητα, οι διατάξεις του άρθρου 20 του ν. 2882/2001 (όπως και η προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 17 ν.δ. 797/1971) που καθορίζει στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις του τρόπου και τη διαδικασία οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, καθώς και η διάταξη του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 που καθορίζει τη διαδικασία ανατροπής από ιδιοκτήτη απαλλοτριούμενου ακινήτου του τεκμηρίου ωφέλειας από διανοιγόμενη οδό.

Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες με την υπ' αριθ. καταθέσεως 1225/21-3-2006 αίτησή τους που άσκησαν ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης ισχυρίσθηκαν ότι με την 1090850/6030/20-8-1996 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων έργων (ΦΕΚ Δ 990/4-9-1996) κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση συνολικής έκτασης 52.142 τ.μ.

για λόγους δημόσιας ωφέλειας και συγκεκριμένα για την κατασκευή του αυτοκινητόδρομου σύνδεσης της Εθνικής οδού Θεσ/νίκης-Κατερίνης με τον 6° προβλήτα· ότι στην απαλλοτριωθείσα αυτή έκταση περιλαμβάνονται και τα ακίνητα τους: α) του πρώτου με αριθμ. ΚΠ 23 α' και 24 β) και του δεύτερου με αριθμ. ΚΠ 35, των οποίων η απαλλοτριούμενη έκταση είναι 449 τ.μ. - 24 τ.μ.

και 791 τ.μ. αντιστοίχως· ότι τα ακίνητά τους αυτά αυτοαποζημιώνονται το μεν ΚΠ 23 α' για 491 τ.μ., το ΚΠ 24 για 24 τ.μ. και το ΚΠ 35 για 751 τ.μ.· ότι με την αριθμ. 26196/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης καθορίσθηκε προσωρινή τιμή μονάδος για το έδαφος σε 35.000 δρχ. ανά τ.μ. ως προς τα αριθμ. ΚΠ 23 α' και 24 και σε 40.000 δρχ.

ανά τ.μ. ως προς το αριθμ. ΚΠ 35 ακίνητο, καθώς και ιδιαίτερη αποζημίωση κατά το άρθρο 13 παρ. 4 ν.δ. 797/1971 των εναπομεινάντων μετά την απαλλοτρίωση τμημάτων των ακινήτων τους και συγκεκριμένα για το ΚΠ 23 α τμήμα εμβαδού 518 τ.μ. σε ποσοστό 70% της αξίας του, για το αριθμ. ΚΠ 24 τμήμα εμβαδού 3.550 τ.μ., σε ποσοστό .10% και για το αριθμ.

ΚΠ 35 τμήμα, εμβαδού 4.209, σε ποσοστό 40% της αξίας του· ότι με την αριθμ. 6484/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ειδικής διαδικασίας αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι της αποζημιώσεως απαλλοτριώσεως των ακινήτων τους. Συνεχίζοντας οι αιτούντες ισχυρίστηκαν ότι το καθ' ου Ελληνικό Δημόσιο άσκησε ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως των παραπάνω απαλλοτριωθέντων ακινήτων και ότι οι ίδιοι άσκησαν ανταίτηση περί καθορισμού μεγαλύτερης αποζημιώσεως, ιδιαίτερης αποζημιώσεως και αναγνωρίσεως ανυπαρξίας ωφέλειας από την απαλλοτρίωση· ότι επί της αιτήσεως και ανταιτήσεως το Εφετείο Θεσ/νίκης εξέδωσε την αριθμ. 52/2002 απόφαση με την οποία καθορίσθηκε η οριστική τιμή μονάδος σε 40.000 δρχ.

για το ΚΠ, 23 α', σε 45.000 δρχ. για το ΚΠ 24 και σε 50.000 δρχ. για το ΚΠ 35, ενώ απέρριψε το αίτημά τους για οριστικό προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημιώσεως και το αίτημα σχετικά με την αυτοαποζημίωση· ότι κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν αναίρεση, η οποία έγινε δεκτή και εκδόθηκε η αριθμ. 635/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η αριθμ. 52/2002 απόφαση του Εφετείου και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο· ότι κατόπιν κλήσης τους επαναφέρθηκαν ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης προς συζήτηση η αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου και η ανταίτηση και εκδόθηκε η αριθμ. 2905/2004 απόφαση, με την οποία απορρίφθηκαν η αίτηση και η ανταίτησή τους ως απαράδεκτες· ότι δεν υποχρεούνται σε αυτοαποζημίωση ή σε αποζημίωση τρίτων γιατί καταργήθηκαν με το άρθρο 29 παρ. 12 του ν. 2882/2001 οι διατάξεις του άρθρου 1, παρ. 1, 2, 3, 4 ν. 653/1977, που προβλέπουν την συμμετοχή τους στην απαλλοτρίωση, και, επικουρικά, γιατί δεν είναι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες.

Ακολούθως, οι αιτούντες, υπολογίζοντας το ποσό της ιδιαίτερης αποζημιώσεως που τους οφείλεται με τιμή μονάδας που καθόρισε η αριθμ. 52/2002 απόφαση του Εφετείου, ζήτησαν: Α) να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στον πρώτο απ' αυτούς ιδιαίτερη αποζημίωση α) τμήματος ΚΠ 23 α εμβαδού 518 τ.μ., ποσού 42.564,93 ευρώ (=14.504.000 δρχ. = 518 Χ 40.000 Χ 70%), β) τμήματος ΚΠ 24, εμβαδού 3.550 τ.μ., ποσού 46.881,88 (=15.975.000 δρχ. = 3.550 X 45.000 Χ 10%), ήτοι συνολικό ποσό 89.446,81 ευρώ και στον δεύτερο ιδιαίτερη αποζημίωση για το ΚΠ 35 εμβαδού 4.209 τ.μ.

ποσού 247.043,28 ευρώ (=84.180.000 δρχ. = 4.209 Χ 50.000 δρχ. Χ 40%), τα οποία ποσά περιόρισαν με δήλωση του πληρεξουσίου τους δικηγόρου στο ακροατήριο?, και Β) να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει αποζημίωση και για τα αυτοαποζημιούμενα τμήματα και ειδικότερα στον πρώτο α) 57.637,56 ευρώ για το ΚΠ 23 α' (= 491 Χ 40.000 δρχ.) β) 3.169,48 ευρώ για το ΚΠ 24 (=24 Χ 45.000 δρχ.), ήτοι συνολικά 60.807,04 ευρώ και στον δεύτερο αιτούντα 110.198,09 ευρώ για το ΚΠ 35 (=751 Χ 50.000 δρχ.).

Στη συνέχεια οι αιτούντες ζήτησαν, μετά από μερικό περιορισμό του αιτήματός τους, να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να τους καταβάλει στον πρώτο αιτούντα 109.135,13 ευρώ και στον δεύτερο αιτούντα 293.627,72 ευρώ, νομιμότοκα με τον κοινό τόκο υπερημερίας από 18-2-2003. Με τη συνεκδικασθείσα με αριθμ. έκθεσης κατάθεσης 1723/2-5-2007 αίτηση, οι ίδιοι οι αιτούντες, αφού εξέθεσαν όσα ισχυρίστηκαν με την προαναφερόμενη αίτησή τους, πρόσθεσαν ότι κατά τον Κτηματολογικό Πίνακα φέρονται ως ωφελούμενοι παρόδιοι υπόχρεοι αποζημιώσεως τρίτων ιδιοκτησιών και ειδικότερα ο πρώτος απ' αυτούς της ιδιοκτησίας ΚΠ 23 β' για 406 τ.μ.

και της ιδιοκτησίας ΚΠ 29 για 9 τ.μ., ο δε δεύτερος της ιδιοκτησίας ΚΠ 34 για 299 τ.μ. και της ιδιοκτησίας 36 β' για 128 τ.μ.· ότι δεν έχουν υποχρέωση αποζημίωσης τρίτων ιδιοκτησιών γιατί δεν είναι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, όπως αναλυτικά προσδιορίζουν στο δικόγραφο και γιατί οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 2, 3, 4 ν. 653/1977 έχουν καταργηθεί.

Μετά από αυτά, οι αιτούντες ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι δεν οφείλουν να καταβάλουν αποζημίωση σε τρίτους ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες. Κρίνοντας τις ως άνω συνεκδικασθείσες αιτήσεις το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα ακόλουθα: "Από το περιεχόμενο του πρώτου δικογράφου που εκτέθηκε παραπάνω προκύπτει ότι πρόκειται για αγωγή καταβολής αποζημιώσεως απαλλοτριώσεως και συγκεκριμένα ιδιαίτερης αποζημιώσεως και αποζημιώσεως που αντιστοιχεί στα αποζημιούμενα τμήματα.

Η αγωγή αυτή, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, υπάγεται στην καθ' ύλη αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, δικάζοντος κατά την τακτική διαδικασία (αρθρ. 18 Κ.Πολ.Δ.). Η προκείμενη αγωγή δεν μπορεί να εισαχθεί απ' ευθείας, κατά παράκαμψη του πρώτου βαθμού, στο παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Αρμοδιότητα του Εφετείου για την κρινόμενη υπόθεση δεν μπορεί να θεμελιωθεί στις σχετικές αποφάσεις του ΕΔΔΑ (υπόθεση Αζάς κατά Ελλάδος), όπως ισχυρίζονται οι αιτούντες. Τούτο, διότι το ΕΔΔΑ δεν υποκαθιστά τον εθνικό νομοθέτη στη θέσπιση του εφαρμοστέου δικονομικού συστήματος, αλλά μόνο ελέγχει με τα προβλεπόμενα μέσα, αν οι κανόνες αυτοί ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της κοινοτικής έννομης τάξης.

Άλλωστε, με τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ με τις οποίες εναρμονίσθηκε η νομολογία των Ελληνικών δικαστηρίων (βλ. Ολ. ΑΠ 10, 11/2004) κρίθηκε ότι "όταν η περιουσία προσώπου αποτελεί αντικείμενο απαλλοτριώσεως, πρέπει να υφίσταται διαδικασία η οποία εξασφαλίζει σφαιρική εκτίμηση των συνεπειών απαλλοτριώσεως, ήτοι τη χορήγηση αποζημιώσεως σε σχέση με την αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, τον καθορισμό των δικαιούχων της αποζημιώσεως και κάθε άλλο θέμα σχετικό προς την απαλλοτρίωση, συμπεριλαμβανομένης της δικαστικής δαπάνης" και έτσι κρίθηκε ότι στα πλαίσια του καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος το Εφετείο είναι αρμόδιο να εξετάσει και κάθε άλλο συναφές θέμα όπως την ιδιαίτερη αποζημίωση, την αναγνώριση δικαιούχων, την ύπαρξη ή όχι ωφέλειας, μόνο όμως στα πλαίσια του καθορισμού της οριστικής τιμής μονάδος και δεν κρίθηκε με τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ, καθώς και με τις αποφάσεις του Αρείου Πάγου (Ολ.

ΑΠ 10/2004 έως 11/2004) ενιαία καθ' ύλη αρμοδιότητα του Εφετείου, ότι δηλ. το Εφετείο είναι καθ' ύλη αρμόδιο για καθένα απ' αυτά τα θέματα όταν υποβληθούν εκτός της δίκης του καθορισμού της οριστικής τιμής μονάδας. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τις αριθμ. 52/2002 και 2905/2004 αποφάσεις του παρόντος δικαστηρίου (Εφετείου Θεσσαλονίκης) κρίθηκαν ενιαία τα σχετικά ζητήματα απ' αυτό (το Εφετείο), το οποίο απεκδύθηκε πλέον της αρμοδιότητάς του.

Δεν αντιβαίνει στο Σύνταγμα και την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 6 § 1 της ΕΣΔΑ η υπαγωγή της ένδικης διαφοράς στο Πολυμελές Πρωτοδικείο (αρμόδιο λόγω ποσού) δικάζοντας κατά την τακτική διαδικασία, γιατί η υποχρέωση του Δικαστηρίου για παροχή έννομης προστασίας μέσα από μία "δίκαιη δίκη" επιβάλλει να υπάρχουν τα εχέγγυα πλήρως αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και για τα δύο διάδικα μέρη, όπως αυτό κατοχυρώνεται από το άρθρο 20 του Συντάγματος, αλλά είναι και σύμφωνο με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που επιβάλλει να εξασφαλίζεται εκείνη η διαδικασία, η οποία λειτουργεί με βάση το σεβασμό της κατ' αντιμολία παράστασης των διαδίκων και της δυνατότητας τους να ασκήσουν όλα τα τακτικά και έκτακτα ένδικα μέσα και η υφιστάμενη διαδικασία καταβολής της δικαστικώς καθορισθείσας αποζημιώσεως δεν δυσχεραίνει και δεν καθιστά πολύπλοκη τη δυνατότητα λήψης της αποζημίωσης.

Περαιτέρω, η προαναφερόμενη ρύθμιση της παραπομπής στο Πολυμελές Πρωτοδικείο κατά την τακτική διαδικασία, δεν πλήττει, ούτε την αρχή της εκδικάσεως των συνεπειών της απαλλοτρίωσης εντός εύλογου χρόνου στο πλαίσιο ενιαίας διαδικασίας, διότι δεν πρόκειται για παραπομπή, ως αποτέλεσμα θεσμικών δυσλειτουργιών του ισχύοντος δικονομικού συστήματος, που επιτρέπουν παρελκυστικές συμπεριφορές των διαδίκων ή ανοχής φαινομένων καθυστερήσεων που υποθάλπουν πρακτικές αρνησιδικίας, αλλά έρχεται ως συνέπεια νομοθετικών επιλογών με σκοπό την πληρέστερη και ασφαλέστερη διερεύνηση της διαφοράς η οποία, άλλωστε, μετά τη θέσπιση των νόμων 2915/2001 και 3043/2002, με τους οποίους επιταχύνθηκε η εκδίκαση των υποθέσεων, που υπάγονται στην τακτική διαδικασία, ολοκληρώνεται μέσα σε σύντομο σχετικά χρόνο.

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι το παρόν δικαστήριο, ούτε για το προδικαστικό ζήτημα της αναγνωρίσεως της ανυπαρξίας υποχρεώσεως αυτοαποζημιώσεως και αποζημιώσεως τρίτων είναι αρμόδιο καθ' ύλη, ώστε να μπορούσε ενδεχομένως να υποστηριχθεί ότι κατ' εφαρμογή της αποφάσεως της ΕΔΔΑ είναι αρμόδιο και για την καταβολή της αποζημιώσεως απαλλοτριώσεως που είχε συντελεσθεί κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος του Ν. 2971/2001.

Μετά τις σκέψεις αυτές, πρέπει το παρόν δικαστήριο να κηρυχθεί αναρμόδιο καθ' ύλη να δικάσει τις παραπάνω αγωγές και να παραπεμφθεί η αριθμ. έκθεσης κατάθεσης 1225/2006 αγωγή στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης καθώς και η δεύτερη κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 31 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., δεκτής γενομένης σχετικής ένστασης του εναγομένου που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως...".

Οι αναιρεσείοντες με όλους τους λόγους αναιρέσεως και το μοναδικό πρόσθετο λόγο, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στις νομικές πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι ερμήνευσε ψευδώς και εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 17 §§ 1, 2, 4, 25 § 1, 28 του Συντάγματος 6 § 1 της Ε.Σ.Δ.Α., 1 § 1 του πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.

και των άρθρων 12 §§ 1, 2, 13, 19 και 20 του ν. 2882/2001 και 12, 13 και 19 του ΚΠολΔ. Οι λόγοι αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδονται στο Εφετείο πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι, με βάση τα όσα προεκτέθηκαν, απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι η παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου προϋποθέτει διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης επί της ουσίας, πράγμα που δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, αφού οι συνεκδικασθείσες αιτήσεις παραπέμφθηκαν για εκδίκαση στο αρμόδιο καθ' ύλην δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο).

Επίσης, οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι και κατά το μέρος που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παράβαση δικονομικών διατάξεων, διότι η παραβίαση των εν λόγω διατάξεων δεν στοιχειοθετεί τον ως άνω λόγο αναιρέσεως. Περαιτέρω, οι λόγοι αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το εδάφιο 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι το Εφετείο, κρίνοντας ότι αρμόδιο καθ' ύλην για την εκδίκαση της ένδικης διαφοράς είναι το Πολυμελές Πρωτοδικείο και παραπέμποντας την υπόθεση σ'αυτό για εκδίκαση, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις δικονομικές διατάξεις που αναφέρθηκαν πιο πάνω, αφού, για τους λόγους που αναλυτικά εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση, οι ως άνω διατάξεις δεν είναι αντίθετες προς προεκτεθείσες διατάξεις του Συντάγματος, του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 1 § 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-9-2007 αίτηση και το από 15-6-2008 δικόγραφο πρόσθετου λόγου των Χ1, κ.λ.π. για αναίρεση της 1344/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ