Supreme Court partially allows appeal on usury interest after finding lower court violated statute on default interest rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Thessaloniki Regional Court's judgment regarding usury interest on a loan contract. The appellant argued the lower court incorrectly refused to apply mandatory default interest rules after the contract's termination. The court found the lower court's reasoning flawed because it ignored the statutory requirement for automatic default interest when no agreement existed, constituting unjust enrichment. Consequently, the judgment was annulled on this specific point and remitted for retrial, while the appellant was ordered to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 561(1), 580(3) of the Code of Civil Procedure; Articles 173, 200 of the Civil Code; Articles 2, 173, 200 of the Civil Code; Law 2601/1998: The lower court's refusal to apply mandatory default interest rules where no agreement exists constitutes a violation of law, requiring the judgment to be annulled and the case remitted for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1781 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1781/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου και του αρχαιοτέρου του Αρεοπαγίτη), Ρένα Ασημακοπούλου, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Ιωάννη Παπουτσή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ALPHA Τράπεζα ΑΕ" ως οιονεί διάδοχος λόγω συγχωνεύσεως της απορροφηθείσας από αυτή "ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κώστα Τσενέ.
Της αναιρεσίβλητης: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...... ΟΕ" που εδρεύει στη Καβάλα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-8-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 47/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 673/2005 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 27-2-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 3-5-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο αυτής και την απόρριψη κατά τα λοιπά της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δε λάβει μέρος σ΄αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη υπ΄αριθμ. 4847Β΄.26.9.2006 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Καβάλας ...., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, στην αναιρεσίβλητη ομόρρυθμη εταιρία.
Επομένως, εφ΄ όσον αυτή δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. Κατά το άρθρο 2 του ΑΚ, ο νόμος ορίζει για το μέλλον και δεν έχει αναδρομική δύναμη, δηλαδή δεν εφαρμόζεται σε σχέσεις που είχαν δημιουργηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του.
Παρά ταύτα δεν υπάρχει στο Σύνταγμα γενική απαγόρευση αναδρομικότητας του νόμου (Ολ.ΑΠ 1067/1979), αρκεί να μη παραβιάζονται το άρθρο 4 παρ.1 "περί ισότητας" και το άρθρο 17 του Συντάγματος "περί προστασίας της ιδιοκτησίας" (Ολ.ΑΠ 4 και 7/1990). 'Έτσι δεν αποκλείεται, παρά την κατευθυντήρια διάταξη του άρθρου 2 ΑΚ, ένας νόμος να έχει αναδρομική ισχύ, αν αυτό ορίζεται ρητώς με διάταξη του ή αν η αναδρομικότητα προκύπτει σαφώς από το όλο περιεχόμενο του νόμου, Εξάλλου, από το άρθρο 8 παρ.6 του Ν.1083/1980, τη 289/1980 απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής που εκδόθηκε κατ΄εξουσιοδότηση του ως άνω νόμου, το άρθρο 296 ΑΚ και τα άρθρα 110, 111 και 112 Εισ.Ν.ΑΚ, συνάγεται ότι ο ανατοκισμός των οφειλομένων σε τραπεζικούς ή άλλους πιστωτικούς οργανισμούς ληξιπρόθεσμων τόκων, δικαιοπρακτικών ή νομίμων, δεδουλευμένων ή μη, ακόμη δε και τέτοιων επί οριστικού καταλοίπου αλληλόχρεου λογαριασμού, μπορεί να γίνει από την πρώτη ημέρα της καθυστερήσεως χωρίς οποιονδήποτε χρονικό ή άλλο περιορισμό, όχι όμως αυτοδικαίως ή με σχετική μονομερή δήλωση του δανειστή, αλλά με σχετική συμφωνία μεταξύ δανειστή και οφειλέτη (Ολ.ΑΠ 8 και 9/1998).
Αλλαγές στην ως άνω ρύθμιση επέφερε ο Ν.2601/1998, που σύμφωνα με το άρθρο 20 αυτού, άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 15-4-1998 και στο άρθρον 12 του οποίου ορίζονται τα ακόλουθα: παρ.1. Από την ισχύ του παρόντος νόμου, οι οφειλόμενοι στα πιστωτικά ιδρύματα σε καθυστέρηση τόκοι ανατοκίζονται εφόσον τούτο συμφωνηθεί, από την πρώτη ημέρα της καθυστέρησης.
Οι τόκοι που προκύπτουν προστίθενται στο ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο ανά εξάμηνο κατ΄ελάχιστο όριο, είτε πρόκειται για συμβάσεις δανείων, είτε για συμβάσεις αλληλόχρεου λογαριασμού και το προσωρινό ή οριστικό κατάλοιπο αυτού. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 112 του Εισαγωγικού Νόμου ΑΚ. Εάν δεν υπάρχει συμφωνία ανατοκισμού, ισχύουν οι σχετικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα και του Εισαγωγικού Νόμου.
παρ.2 Υφιστάμενες συμφωνίες περί ανατοκισμού για συμβάσεις που έχουν καταρτισθεί πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού εξακολουθούν να ισχύουν. Εάν δεν υπάρχει τέτοια συμφωνία, γίνεται αυτοδίκαια ανατοκισμός ανά εξάμηνο κατ΄ελάχιστο όριο... παρ.3. Οι διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζονται και στις οφειλές για καθυστερούμενους τόκους από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων που έχουν καταγγελθεί ή οι εξ αυτών λογαριασμοί έχουν κλείσει από την έναρξη ισχύος του Ν.1083/1980 μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.
παρ.4. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν επηρεάζουν όσα κρίθηκαν τελεσιδίκως ή ρυθμίστηκαν με συμβιβασμό ή αναγνώριση χρέους, ή άλλη συμφωνία μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και οφειλετών, αναφορικά με συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Από τις διατάξεις αυτές και ιδίως της παρ.3, σε συνδυασμό με την παρ.2 προκύπτει, ότι επί προϋφισταμένων του Ν.2601/1998 συμβάσεων δανείου, που έχουν καταγγελθεί μέχρι τη δημοσίευση του, εάν δεν υπάρχει συμφωνία περί ανατοκισμού, γίνεται αυτοδικαίως ανατοκισμός των καθυστερουμένων τόκων ανά εξάμηνο κατ΄ελάγιστο όριο.
Δηλαδή, ο εν λόγω νόμος έχει αναδρομική ισχύ - η οποία δεν είναι αντίθετη σε καμμία συνταγματική ή άλλη, υπερκείμενη των νόμων διάταξη - έως την έναρξη ισχύος του Ν.1083/1980, εφαρμοζόμενος μάλιστα και σε σχετικές εκκρεμείς δίκες, όχι μόνον ενώπιον πρωτοβαθμίων, αλλά και ενώπιον δευτεροβαθμίων δικαστηρίων, παραμερίζοντας βέβαια, ως τέτοιος, ειδικού χαρακτήρα, την γενικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 553 παρ.2 ΚΠολΔ, κατά την οποία το δευτεροβάθμιο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση (Ολ.ΑΠ 13/2006, Ολ.ΑΠ 2/1995).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, μετ΄ εκτίμηση και κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε τα εξής: Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία "ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", της οποίας καθολική διάδοχος είναι η εναγομένη εφεσίβλητη (και ήδη αναιρεσείουσα) με την υπ'αριθ. 2961/1995 σύμβαση πιστώσεως με ανοιχτό λογαριασμό, παρέσχε στην ενάγουσα εκκαλούσα (και ήδη αναιρεσίβλητη) πίστωση μέχρι 15.000.000 δρχ.
Η εναγομένη στις 20-2-1997 έκλεισε μονομερώς την πίστωση, όπως είχε δικαίωμα από τη σύμβαση, και προέκυψε σε βάρος της ενάγουσας χρεωστικό κατάλοιπο 5.506.058 δρχ., το οποίο ενσωμάτωνε το οφειλόμενο κεφάλαιο, τους τόκους υπερημερίας και τους τόκους αυτών, τα έξοδα κλπ. Για την απαίτηση αυτή εκδόθηκε η υπ'αριθ. 76/1997 διαταγή πληρωμής του δικαστή του μονομελούς πρωτοδικείου Καβάλας, με την οποία η ενάγουσα υποχρεώθηκε να πληρώσει στην εναγομένη κεφάλαιο 5.506.058 δρχ.
με το νόμιμο τόκο από την 1-1-1997. Κατά της διαταγής αυτής η ενάγουσα άσκησε ανακοπή που απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 99/1998 απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Καβάλας. Η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη γιατί παρήλθαν άπρακτες οι προθεσμίες για τα ένδικα μέσα.
Συνεπώς η ανωτέρω διαταγή απέκτησε ισχύ δεδικασμένου (άρθρο 633 παρ.2 ΚΠολΔ). Η εναγομένη άρχισε με βάση τον τίτλο αυτό αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της ακίνητης περιουσίας της ..... που είχε εγγυηθεί υπέρ της ενάγουσας. Μετά από διαδοχικές καταβολές που έκανε η ενάγουσα και αναστολές των πλειστηριασμών, τελικά η οφειλή μαζί με τους τόκους υπερημερίας και τα έξοδα εξοφλήθηκε στις 14-1-1998, με την καταβολή απ' την ενάγουσα στην εναγομένη συνολικού ποσού 10.292.036 δρχ.
Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα: Από το πιο πάνω συνολικό ποσό που εισέπραξε η εναγομένη 2.389.790 δρχ. συνιστά τόκους τόκων για το μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού χρονικό διάστημα. Σύμφωνα με την επικαλούμενη από την εναγομένη υπ'αριθ. 2961/1995 σύμβαση πιστώσεως με ανοιχτό λογαριασμό, με τους όρους 1 και 5 συμφωνήθηκαν αντίστοιχα α) ότι "Η πίστωση παρέχεται με το εκάστοτε βασικό επιτόκιο που καθορίζει η Τράπεζα ...
και το οποίο ανέρχεται σήμερα σε 25.500 προσαυξανόμενο κατά 3 εκατοστιαίες μονάδες... Το παραπάνω επιτόκιο... καταβάλλεται στο τέλος κάθε ημερολογιακού τριμήνου.... 'Έτσι οι τοκοπρομήθειες αυτές και τα έξοδα συμψηφίζονται στην πίστωση, κεφαλαιοποιούνται και ανατοκίζονται κατά τριμηνία ...", και β) "Η Τράπεζα έχει πάντοτε το απόλυτο δικαίωμα να περιορίζει ή να κλείνει κατά την κρίση της και οποιαδήποτε στιγμή την πίστωση αυτή ειδοποιώντας τον πιστούχο.
Στην περίπτωση αυτή το υπόλοιπο του λογαριασμού της πιστώσεως από το κεφάλαιο, τόκους, ανατοκισμούς, προμήθειες και κάθε έξοδο γίνεται απαιτητό από την ημέρα της ειδοποιήσεως με τον τόκο υπερημερίας που ισχύει κάθε φορά για τις καθυστερούμενες στην Τράπεζα οφειλές, όπως καθορίζεται και αναπροσαρμόζεται κατά τον πρώτο όρο της συμβάσεως..." Από τη σύγκριση του περιεχομένου των όρων αυτών, από τους οποίους ο πρώτος αναφέρεται στο διάστημα που η πίστωση ακόμη λειτουργεί και ο δεύτερος στο διάστημα μετά το κλείσιμό της, προκύπτει αβίαστα, χωρίς να υπάρχει ανάγκη ερμηνείας της συμβάσεως κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, ότι υφίσταται συμφωνία μεταξύ των μερών περί ανατοκισμού των οφειλομένων τόκων μόνο κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της συμβάσεως και όχι και μετά τη λήξη της με το οριστικό κλείσιμό της, οπότε -με βάση την αυτοτελή συμφωνία του 5ου όρου-οφείλεται επί του χρεωστικού καταλοίπου μόνο ο τόκος υπερημερίας.
Η κρίση αυτή του Εφετείου για το περιεχόμενο των προαναφερόμενων όρων της με αριθ. 2961/1995 σύμβασης μεταξύ των διαδίκων, δεν υπόκειται κατ΄άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη ερμηνεία των όρων αυτών της σύμβασης αναφορικά με το θέμα ανατοκισμού των οφειλομένων τόκων μετά την παύση λειτουργίας της σύμβασης και το οριστικό κλείσιμο αυτής και έτσι, όπως εκτιμάται ο λόγος αυτός, για ευθεία παραβίαση των ΑΚ 173 και 200, είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, γιατί δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, αφού το Εφετείο δεν δέχθηκε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας, έστω και έμμεσα στους όρους αυτούς της σύμβασης.
Περαιτέρω όμως με το να δεχθεί το Εφετείο ότι ελλείψει συμφωνίας περί ανατοκισμού, ο ανατοκισμός των οφειλομένων τόκων από τις 20-2-1997 και στο εξής, στον οποίο προέβαινε η εναγομένη, δεν ήταν νόμιμος, όσα δε εισέπραξε για την αιτία αυτή, 2.389.790 δρχ. ή 7.014 ευρώ, συνιστούν αδικαιολόγητο πλουτισμό, τον οποίο οφείλει να αποδώσει στην ενάγουσα με το νόμιμο τόκο από 14-1-1998 που ολοκληρώθηκαν οι καταβολές προς την εναγομένη, διότι, εφόσον τα αρμόδια όργανά της γνώριζαν το περιεχόμενο της συμβάσεως πιστώσεως και επομένως την ανυπαρξία της υποχρεώσεως της ενάγουσας να πληρώνει τόκους των τόκων υπερημερίας, ευθύνεται σαν να είχε επιδοθεί η αγωγή και ακολούθως, κατά μερική παραδοχή της αγωγής, να υποχρεώσει την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα 7.014 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 14.1.1998, παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις των παρ.2 και 3 Ν. 2601/1998, από τις οποίες προκύπτει, όπως προεκτέθηκε, ότι επί προϋφιστάμενων του νόμου αυτού συμβάσεων δανείου, που έχουν καταγγελθεί μέχρι τη δημοσίευσή του, αν δεν υπάρχει συμφωνία περί ανατοκισμού, όπως στην προκειμένη περίπτωση δέχθηκε το Εφετείο, γίνεται αυτοδικαίως ανατοκισμός των καθυστερούμενων τόκων ανά εξάμηνο κατ΄ελάχιστο όριο.
Επομένως πρέπει κατά παραδοχή του σύμφωνου με αυτά από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ δεύτερου λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το κεφάλαιο του ανατοκισμού των καθυστερουμένων τόκων και να παραπεμφθεί η υπόθεση, που χρήζει σχετικής περαιτέρω έρευνας, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρεσιβαλλόμενη (ΚΠολΔ 580 παρ. 3, όπως ισχύει).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ΄αριθμ. 673/2005 απόφαση του Εφετείου Θράκης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο αυτής.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση ως προς το κεφάλαιο αυτός στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουλίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 19 Ιουλίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ