Supreme Court dismisses bank appeal on appeal grounds regarding shareholder claims and joint liability assertions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two banks against a lower court decision regarding shareholder disputes. The appellants argued that the appellate court ignored their claims about the reduction of the plaintiff's asset value and their joint liability status. The court rejected these arguments as inadmissible because they constituted denials of the lawsuit's basis rather than valid appeal grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 560 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground alleging the lower court ignored a denial of the lawsuit's basis is inadmissible as it does not constitute a valid legal argument for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1781 / 2006 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1781/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Των αναιρεσειουσών-καθ' ων η πρόσθετη παρέμβαση : 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ Α.Ε.", πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της δεύτερης από τη πρώτη και 2) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα.
Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Γεωργόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.. Των αναιρεσιβλήτων - υπέρ ων η πρόσθετη παρέμβαση: ...., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου, ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Δημητρούκα, ως εκτελεστών της από 13ης Ιανουαρίου 2002 ιδιόγραφης διαθήκης του αποβιώσαντος την 19η Ιανουαρίου 2004 ....
και 3) Της ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρείας με την επωνυμία "ΠΗΓΑΣΟΣ Α.Χ.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσιμπανούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Κοινοποιουμένης της αιτήσεως στον Υπουργό των Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, ως νόμιμο εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου.
Του προσθέτως παρεμβαίνοντος: Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ως ασκούντος εποπτεία επί των υπέρ του κράτους και κοινωφελών σκοπών ή ιδρυμάτων καταλειπομένων περιουσιών και δωρεών (άρθρο 126 Α.Ν. 2039/1939). Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Ευθύμιο Τσάκα, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-11-2000 αγωγή του .... και την από 3-5-2001 ανακοίνωση δίκης- προσεπίκληση της χρηματιστηριακής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε", που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 5374/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 7673/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 25 Μαϊου 2004 αίτησή τους. Ο Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών άσκησε διά των προτάσεων την από 6 Σεπτεμβρίου 2006 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των αναιρεσιβλήτων.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 24 Αυγούστου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο 1ος αναιρεσίβλητος αυτοπροσώπως και ως πληρεξούσιος του 2ου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 80 και 81 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου (Ολ ΑΠ 25/2004). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 126 παρ. 1 του α.ν. 2039/1939, το οποίο ρητώς διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ, επιτρέπεται η άσκηση με τις προτάσεις από τον Υπουργό των Οικονομικών πρόσθετης παρέμβασης σε δίκες που ενδιαφέρουν οπωσδήποτε και περιουσία καταληφθείσα υπέρ κοινωφελούς σκοπού, χωρίς να απαιτείται στην περίπτωση αυτήν η με ιδιαίτερο δικόγραφο άσκηση της παρέμβασης και επίδοση τούτου στους διαδίκους, όπως απαιτεί το άρθρο 81 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, στην προκείμενη περίπτωση, παραδεκτώς ο Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών, με τις από 6-9-2006 προτάσεις του, παρεμβαίνει προσθέτως το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, υπέρ των αναιρεσιβλήτων, ζητώντας να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, αφού πρόκειται για δίκη που ενδιαφέρει οπωσδήποτε και περιουσία καταλειφθείσα υπέρ κοινωφελούς σκοπού, πρόδηλο δε είναι έτσι το έννομο συμφέρον του Δημοσίου για την άσκηση της παρέμβασης, η οποία και πρέπει να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 31 παρ. 1, 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνο εναντίον εκείνου από αυτούς, ως προς τον οποίο επιδιώκεται με αυτήν και με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναίρεσή της.
Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη, ως προς το μέρος της που στρέφεται κατ΄ εκείνων από τους αντιδίκους του αναιρεσείοντος, τους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη με αυτήν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια και ως προς τους οποίους, συνεπώς, δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμα ευδοκιμήσει ο λόγος αυτός (ΑΠ 731/2005, 596/2003).
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πιο κάτω διαδικαστικά έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων επιτρεπτώς εκτιμά ο ΄Αρειος Πάγος, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα. Ο αρχικώς ενάγων ..., στη θέση του οποίου, λόγω θανάτου του, υπεισήλθαν στη συνέχεια, ως εκτελεστές της διαθήκης του, οι ήδη δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι, με την από 16-11-2002 αγωγή του, την οποία απηύθυνε α) κατά της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ και β) κατά της "Εμπορικής Χρηματιστηριακής Εταιρίας ΑΕ", ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες σε αποζημίωσή του, για την αναφερόμενη στην αγωγή αιτία.
Η δεύτερη εναγόμενη εταιρία, με το από 3-5-2001 ιδιαίτερο δικόγραφο, προσεπικάλεσε στη δίκη την ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη εταιρία, με την επωνυμία "ΠΗΓΑΣΟΣ ΑΧΕ", για να ασκήσει πρόσθετη υπέρ αυτής παρέμβαση. Η προσεπίκληση αυτή απορρίφθηκε, εν μέρει ως απαράδεκτη και εν μέρει ως αόριστη, με την 5374/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία και έγινε εν μέρει δεκτή η πιο πάνω από 16-11-2000 αγωγή.
Κατά της απόφασης αυτής, η Τράπεζα Επενδύσεων ΑΕ, ως καθολική διάδοχος της προσεπικαλέσασας εναγόμενης εταιρίας, άσκησε την από 26-9-2002 έφεση, παραπονούμενη και για την απόρριψη της προσεπικλήσεως, η οποία όμως (έφεση), με την 7673/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, απορρίφθηκε κατά το αντίστοιχο κεφάλαιό της, κατά το μέρος της δηλαδή που στρέφονταν κατά της εφεσίβλητης, ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης, εταιρίας "ΠΗΓΑΣΟΣ ΑΧΕ".
Κατά της απόφασης αυτής, οι εκκαλούσες - εναγόμενες άσκησαν την ήδη κρινόμενη από 25-5-2004 αίτηση αναίρεσης, στην οποία όμως λόγος αναίρεσης για την απόρριψη της προσεπίκλησης δεν περιέχεται. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η αίτηση αναίρεσης, ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη εταιρία, ως προς την οποία η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί και αν ακόμα ευδοκιμήσει κάποιος από τους περιεχόμενους σ΄ αυτή λόγους, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 922 του ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της διάταξης αυτής προϋποθέτει: α) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του και εξουσία αυτού επί του προστηθέντος κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί, η επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του, ή ακόμα και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής.
Η τελευταία (κατάχρηση υπηρεσίας) υπάρχει όταν η ζημιογόνος πράξη τελέστηκε καθ' υπέρβαση των ορίων των καθηκόντων του προστηθέντος και κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών του προστήσαντος, εφόσον όμως μεταξύ αυτής (ζημιογόνου πράξης) και της υπηρεσίας που είχε ανατεθεί στον προστηθέντα, υφίσταται εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η πράξη αυτή δεν μπορούσε να υπάρξει χωρίς την πρόστηση και ο ζημιωθείς τρίτος δεν γνώριζε την κατάχρηση, ούτε όφειλε να την γνωρίζει.
Η έννοια δε της προστήσεως είναι νομική και η ύπαρξη ή μη ευθύνης του προστήσαντος, υπό τα ανελέγκτως από το ουσιαστικό δικαστήριο δεκτά γενόμενα περιστατικά, ελέγχεται αναιρετικά και από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 335 και 914 του ΑΚ προκύπτει, ότι η οφειλόμενη βάσει των διατάξεων αυτών αποζημίωση περιλαμβάνει τη διαφορά ανάμεσα στην τωρινή περιουσιακή κατάσταση αυτού που ζημιώθηκε και σε εκείνη, στην οποία θα βρισκόταν, αν το γεγονός που έφερε τη ζημία δεν είχε συμβεί.
Για το λόγο αυτό, όταν από το ζημιογόνο γεγονός προκύπτει και κάποια ωφέλεια, η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με αυτό, πραγματική ζημία είναι ό,τι υπολείπεται μετά την αφαίρεση της ωφέλειας (Ολ. ΑΠ 807/73, ΑΠ 1213/2001). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ανελέγκτως, ύστερα από εκτίμηση αποδείξεων, τα ακόλουθα:
Ο ενάγων, στη θέση του οποίου, μετά το θάνατό του, υπεισήλθαν, ως εκτελεστές της διαθήκης του, οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι, ήταν από πολλών ετών μέτοχος της πρώτης εναγόμενης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." (ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας) και καταχωρημένος με την ιδιότητα αυτή στο βιβλίο μετοχολογίου που τηρεί η τελευταία.
Με την από 19-2-1999 αίτησή του προς τη δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρία με την επωνυμία "Εμπορική Χρηματιστηριακή Ανώνυμος Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών", της οποίας καθολική διάδοχος είναι η ήδη πρώτη αναιρεσείουσα εταιρία, ο ενάγων ζήτησε να δημιουργηθεί επ' ονόματί του στο Σύστημα ΄Αϋλων Τίτλων (ΣΑΤ) μερίδα επενδυτή και λογαριασμός αξιών.
Η τελευταία αποδέχτηκε την αίτησή του και ανοίχθηκε για λογαριασμό του η υπ' αριθμ. 0000893989-3 μερίδα επενδυτή και ο υπ' αριθμ. 0543162548-1 λογαριασμός αξιών, τον κατέγραψε δε στα βιβλία της με τον κωδικό αριθμό 51633. Στις 13-8-1999, το σύνολο των μετοχών του ενάγοντος ανερχόταν σε 27.720. Με την από 20-7-1999 απόφαση της έκτακτης γενικής συνελεύσεως των μετόχων της πρώτης εναγομένης αποφασίστηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου τής εταιρίας.
Με το από 27-8-1999 έγγραφό της, γνωστοποίησε στον ενάγοντα ότι μπορούσε να συμμετάσχει στην αποφασισθείσα αύξηση και να ασκήσει δικαίωμα προτιμήσεως για 8.316 νέες μετοχές. Πράγματι ο τελευταίος άσκησε το δικαίωμά του αυτό και απέκτησε ακόμα 8.316 μετοχές, οι οποίες, κατόπιν έγγραφης από 27-8-1999 εντολής αυτού (ενάγοντος) προς την πρώτη εναγόμενη Εμπορική Τράπεζα, ενεγράφησαν στον Ειδικό Λογαριασμό του Συστήματος Αϋλων Τίτλων, που τηρείται στο Κεντρικό Αποθετήριο Αξιών (ΚΑΑ) και ουδέποτε παραδόθηκαν προς φύλαξη στην πρώτη εναγομένη. 'Ετσι, ο συνολικός αριθμός των μετοχών του ενάγοντος ανήλθε σε 36.036 (27.720 + 8.316).
Στις 12-10-1999, ο τελευταίος παρέλαβε από την πρώτη εναγομένη, στην οποία ήταν κατατεθειμένες 27.720 μετοχές, το υπ' αριθμ. .... αποθετήριο, που εκδόθηκε στο όνομά του και ενσωμάτωνε 16.632 μετοχές και την ίδια ημέρα, με την από 12-10-1999 αίτησή του, ζήτησε από αυτήν να προβεί στην αποϋλοποίησή τους. Στις 22-10-1999, η δεύτερη εναγομένη, αφού προηγουμένως είχε αποστείλει στο Κεντρικό Αποθετήριο Αξιών (ΚΑΑ) το προαναφερόμενο ....
αποθετήριο, ανέλαβε τον χειρισμό των 16.632 μετοχών, για τις οποίες τούτο είχε εκδοθεί και πίστωσε με αυτές το σχετικό λογαριασμό του. Με τα δεδομένα αυτά είναι προφανές, δέχεται το Εφετείο, ότι στην πρώτη εναγομένη εξακολουθούσαν να είναι κατατεθειμένες προς φύλαξη 11.088 μετοχές (27.720 μετοχές-16.632 μετοχές, των οποίων ζητήθηκε η αποϋλοποίηση), Ακολούθως, η τελευταία προχώρησε, εν αγνοία του ενάγοντος, στην αποϋλοποίηση, διά της δεύτερης εναγομένης α) στις 25-2-2000, 7.610 μετοχών και β) στις 12-5-2000, 1.630 μετοχών και συνολικά 9.240 μετοχών, με τις οποίες και πιστώθηκε ο λογαριασμός του, αφού προηγουμένως καταχωρήθηκαν στο Σύστημα Αϋλων Τίτλων, το οποίο διαχειρίζεται το ΚΑΑ και τις οποίες μετέφερε στη δεύτερη εναγομένη.
Συγκεκριμένα, η πρώτη εναγομένη απέστειλε στις 11-1-2000 τις εν λόγω 9.240 μετοχές, προς αποϋλοποίησή τους, στη δεύτερη εναγομένη και η τελευταία τις αποϋλοποίησε, όπως προεκτίθεται (οι 9.240 μετοχές αυτές ήσαν παλαιές έγχαρτες). 'Ετσι παρέμεναν προς φύλαξη στην πρώτη εναγομένη, χωρίς να έχουν αποϋλοποιηθεί, 1848 μετοχές (11.088-9.240).
Ενόψει όλων αυτών, πάντοτε κατά το Εφετείο, είναι φανερό ότι η δεύτερη εναγομένη, θυγατρική εταιρία της πρώτης, κατέστη χειρίστρια 34.188 μετοχών (36.036 μετοχές -1848 μετοχές, που εξακολούθησαν να φυλάσσονται από την πρώτη εναγομένη), οι οποίες είχαν καταχωρισθεί στο Σύστημα ΄Αϋλων Τίτλων και μάλιστα για 9.240 μετοχές εν αγνοία του ενάγοντος.
Στην αποστολή προς αποϋλοποίηση των 9.240 μετοχών αυτών του ενάγοντος προέβη η πρώτη εναγομένη, ως θεματοφύλακάς τους, παρανόμως, ήτοι άνευ δικαιώματος, εν αγνοία του ενάγοντος και άνευ ειδοποιήσεως ή ενημερώσεώς του, κατά παράβαση των άρθρων 822, 823, 824, 825 και 827 ΑΚ και από σοβαρή υπαιτιότητα των αρμόδιων οργάνων της, ήτοι από δόλο, προκειμένου να αποστερηθεί ο ενάγων των εν λόγων μετοχών του και να διευκολυνθούν οι υπάλληλοι της δεύτερης εναγομένης στην κατωτέρω εγκληματική τους δράση.
Επομένως, η εναγόμενη Εμπορική Τράπεζα στην εν λόγω αποστολή προς αποϋλοποίηση προέβη όχι γιατί εξαναγκάστηκε από οιαδήποτε περίσταση ή κάποιο νόμο, αλλά στα πλαίσια του προαναφερόμενου δόλου υπαλλήλων της και έτσι δεν μπορεί να συντρέξουν οι προϋποθέσεις της διοίκησης αλλοτρίων (ΑΚ 730), αφού ενήργησε εναντίον της θέλησης του ενάγοντος και σε βάρος των συμφερόντων του με σκοπό τη βλάβη του.
Περαιτέρω, δέχεται το Εφετείο, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στις 2-2-2000, υπάλληλοι της δεύτερης εναγομένης κατάρτισαν εν αγνοία του ενάγοντος σχετικά με 32.558 μετοχές, από το σύνολο των πιο πάνω 34.188 μετοχών, σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με την ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρία με την επωνυμία "Πήγασος Α.Χ.Ε." (ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη).
Κατά την κατάρτιση της εν λόγω συμβάσεως, οι υπάλληλοι της δεύτερης εναγομένης έθεσαν παράνομα και υπαίτια στα σχετικά έντυπα (συμβάσεως και γενικών όρων συναλλαγών), κατ΄ ελεύθερη απομίμηση την υπογραφή του ενάγοντος, αφού συμπλήρωσαν όλα τα σχετικά έντυπα, στα χειρόγραφα μέρη τους, χωρίς κανένα δικαίωμα και εν αγνοία του ενάγοντος.
Μετά την υπογραφή τους, ο τελευταίος έλαβε τον υπό αριθμό 57188 κωδικό πελάτη στην "ΠΗΓΑΣΟΣ Α.Χ.Ε.". Στις 7-2-2000 μετεφέρθηκαν στο χρηματιστηριακό λογαριασμό, που άνοιξε επ' ονόματί του η ανωτέρω εταιρία ("ΠΗΓΑΣΟΣ Α.Χ.Ε."), 8.316 μετοχές του της πρώτης εναγομένης και στις 10-4-2000 άλλες 24.242 μετοχές του και συνολικά 32.558 μετοχές.
Η μεταφορά των πιο πάνω μετοχών έγινε ηλεκτρονικά μέσω του Συστήματος ΄Αϋλων Τίτλων του ΚΑΑ. Επί πλέον, οι υπάλληλοι της δεύτερης εναγομένης παρέδωσαν στην εταιρία "Πήγασος Α.Χ.Ε." την από 2-2-2000 εξουσιοδότηση χρήσης, που κατάρτισαν οι ίδιοι και με την οποία φερόταν ο ενάγων, του οποίου και πάλι είχαν θέσει κατ΄ ελεύθερη απομίμηση την υπογραφή, να παρέχει σ' αυτήν δικαίωμα χρήσης της υπ' αριθμ. ....
Μερίδας Επενδυτή και του υπ' άριθμ. .... Λογαριασμού Αξιών, που, κατά τα προεκτεθέντα, είχαν δημιουργηθεί επ' ονόματί του στο Σύστημα ΄Αϋλων Τίτλων του ΚΑΑ. Πέραν τούτων, με την από 12-4-2000 καθ' ολοκληρίαν πλαστή υπεύθυνη δήλωση, η οποία έχει δοθεί με τον τύπο του άρθρου 8 ν.1599/1986, οι ίδιοι υπάλληλοι της δεύτερης εναγομένης που την κατάρτισαν, και έθεσαν σ' αυτή, κατ΄ ελεύθερη απομίμηση, την υπογραφή του ενάγοντος, γνωστοποίησαν στην εταιρία "Πήγασος Α.Χ.Ε." λογαριασμό, δήθεν του ενάγοντος, στην Τράπεζα Πίστεως, προκειμένου να κατατίθεται σ' αυτόν το προϊόν των χρηματιστηριακών συναλλαγών των σχετικών με τις προαναφερόμενες μετοχές του.
Είναι δε αβάσιμος ο ισχυρισμός της δεύτερης εναγομένης, ότι άγνωστο πρόσωπο με το ονοματεπώνυμο ...., κάνοντας χρήση υπεύθυνης δηλώσεως με ημερομηνία 3-4-2000, στην οποία είχε τεθεί η υπογραφή του ενάγοντος και είχε θεωρηθεί η γνησιότητα αυτής από την αρμόδια Αστυνομική Αρχή, της παρέστησε ψευδώς ότι ενεργούσε για λογαριασμό του τελευταίου και ότι πείστηκε από τις ψευδείς διαβεβαιώσεις του και μεταβίβασε στην εταιρία "Πήγασος Α.Χ.Ε." το δικαίωμα χειρισμού των ανωτέρω μετοχών του.
Και τούτο διότι, κατά το Εφετείο, η ανωτέρω υπεύθυνη δήλωση περί παροχής εξουσιοδοτήσεως σε κάποιον ...., που είναι πρόσωπο ανύπαρκτο, είναι πλαστή καθ' ολοκληρίαν (και ως προς τη δήθεν βεβαίωση της αστυνομικής αρχής), καταρτίστηκε δε από τους προαναφερόμενους υπαλλήλους της δεύτερης εναγομένης στα πλαίσια της εγκληματικής τους δράσης, ως απαραίτητης, όπως και πράγματι, ήταν, για την ολοκλήρωση των σχεδίων τους, τελούσα σε αδιάσπαστη συνέχεια και λειτουργική ενότητα με τα προαναφερόμενα εξ υπαρχής πλαστά έγγραφα, που οι ίδιοι υπάλληλοι της δεύτερης εναγομένης "Εμπορική Χρηματιστηριακή ΑΕ"κατάρτισαν και χρησιμοποίησαν προς παραπλάνηση τρίτων και ιδίως των αρμόδιων οργάνων της "ΠΗΓΑΣΟΣ Α.Χ.Ε.".
Αλλά αντισυμβατική, παράνομη και υπαίτια είναι και η συμπεριφορά των αρμόδιων οργάνων της πρώτης εναγομένης, οι οποίοι, χωρίς δικαίωμα προχώρησαν σε αποϋλοποίηση 9.240 μετοχών του ενάγοντος, τις οποίες εκείνος είχε καταθέσει προς φύλαξη και με τις οποίες πιστώθηκε εν αγνοία του ο υπάρχων λογαριασμός του στη δεύτερη εναγομένη, η οποία και κατέστη πλέον χειρίστρια των μετοχών αυτών.
Μέρος δε των άνω 32.558 μετοχών που η δεύτερη εναγομένη μετέφερε παράνομα και υπαίτια στην "ΠΗΓΑΣΟΣ Α.Χ.Ε.", αποτελούν και οι εν λόγω 9.240 μετοχές. Ο προβαλλόμενος, με τον πέμπτο λόγο της εφέσεως της πρώτης εναγομένης ισχυρισμός, συνεχίζει το Εφετείο, κατά τον οποίο δεν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς των οργάνων της και της προκληθείσας στον ενάγοντα ζημίας κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι με την προεκτεθείσα υπαίτια συμπεριφορά τους αποξένωσαν τον ενάγοντα από τις 9.240 μετοχές του, προσβάλλοντας το δικαίωμά του επ' αυτών.
Χαρακτηριστική είναι και η μετέπειτα συμπεριφορά των οργάνων της, που δικαιώνει τον αγωγικό ισχυρισμό περί συγκλίνουσας αδικοπρακτικής (παράνομης και υπαίτιας) συμπεριφοράς αμφοτέρων των εναγομένων σε βάρος του ενάγοντος. Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε από τα ίδια αποδεικτικά μέσα, οι υπάλληλοί της ....
βεβαίωσαν στην από 2-2-2000 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, καθώς και στους από 2-2-2000 γενικούς όρους συναλλαγών που τη συμπληρώνουν, με τη χρήση σφραγίδας της Εμπορικής Τράπεζας και των προσωπικών τους σφραγίδων, τη γνησιότητα της υπογραφής του ενάγοντος, καίτοι γνώριζαν ότι ήταν πλαστή, προκειμένου να διευκολύνουν την εγκληματική δράση υπαλλήλων της δεύτερης εναγομένης και κατόπιν συνεννόησης μεταξύ όλων και ενώ ήταν αναρμόδιοι για τη βεβαίωση αυτή, αφού επρόκειτο για έγγραφα άσχετα με την Εμπορική Τράπεζα και την υπηρεσία τους.
Από την αντισυμβατική και αδικοπρακτική συμπεριφορά των υπαλλήλων των εναγόμενων εταιριών, που ενήργησαν κατόπιν συνεννόησης μεταξύ τους, ώστε να ολοκληρωθεί η τέλεση σε βάρος του ενάγοντος των εγκλημάτων της κακουργηματικής πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της κακουργηματικής απάτης, ο ενάγων υπέστη ζημία ισόποση προς το μέρισμα που εδικαιούτο να λάβει κατά το 2000 για τη χρήση 1999.
Και τούτο γιατί έως τις 14-6-2000 που "αποκόπηκε" το μέρισμα χρήσης του έτους 1999, η "ΠΗΓΑΣΟΣ Α.Χ.Ε." είχε πωλήσει τις μετοχές του ενάγοντος και είχε καταθέσει τα χρήματα σε τραπεζικούς λογαριασμούς που είχαν γραφεί στα εν λόγω πλαστά έγγραφα, απ' όπου τα ανέλαβαν οι δράστες των ανωτέρω σε βάρος τού ενάγοντος εγκλημάτων.
Αναπόδεικτα δε και εντεύθεν αβάσιμα ισχυρίζεται η δεύτερη εναγομένη-εκκαλούσα ότι 3.960 από τις προαναφερόμενες μετοχές εξακολουθούν να βρίσκονται στα χέρια της "ΠΗΓΑΣΟΣ Α.Χ.Ε.". Η ζημία του, κατέληξε το Εφετείο, αν ληφθεί υπόψη ότι εξακολουθούν να φυλάσσονται στην πρώτη εναγομένη 1848 μετοχές του και να χειρίζεται η δεύτερη 1630 μετοχές του, ανέρχεται σε δραχμές 9.767.400 (32.558 μετοχές που μεταφέρθηκαν στην εταιρία "Πήγασος Α.Χ.Ε." Χ 300 δραχμές μέρισμα που καταβλήθηκε ανά μετοχή) και μετ΄ αφαίρεση του ποσού των 3.567.000 δραχμών, που έχει ήδη κατατεθεί σε τραπεζικό του λογαριασμό, σε 6.200.400 δραχμές (9.767.400- 3.567.000), που αντιστοιχούν σε 18.196, 33 Ευρώ.
Ακολούθως, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, το Εφετείο υποχρέωσε τις δύο εναγόμενες εταιρίες να καταβάλουν στον ενάγοντα, ως αποζημίωσή του, η μεν δεύτερη το προαναφερόμενο ποσό των 18.196,33 ευρώ και η πρώτη, από το ποσό αυτό, εις ολόκληρον με τη δεύτερη, 8.135 ευρώ που αναλογούν στο μέρισμα, το οποίο ο ενάγων δικαιούνταν να λάβει για τις πιο πάνω 9.240 μετοχές, ενώ επιπλέον επιδίκασε στον τελευταίο και χρηματική ικανοποίηση, "για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης την οποία προκάλεσε στον ενάγοντα η αδικοπρακτική συμπεριφορά των υπαλλήλων των εναγόμενων εταιριών, που είχαν προστηθεί στην υπηρεσία τους". 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε καμμία από τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ορθώς προσδιορίζοντας, υπό τα περιστατικά που δέχτηκε ανελέγκτως, την οφειλόμενη αποζημίωση, ως διαφορά μεταξύ της τωρινής, κατά την πρώτη ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου συζήτηση της αγωγής, περιουσιακής κατάστασης του ενάγοντος και εκείνης που θα υπήρχε αν δεν ελάμβανε χώρα η μεταφορά των 32.558 μετοχών του στην εταιρία "Πήγασος ΑΧΕ", ενώ επιπλέον για το ζήτημα της προστήσεως από τις αναιρεσείουσες των υπαλλήλων τους, οι οποίοι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προέβησαν στις πιο πάνω ζημιογόνες πράξεις, προκειμένου να επιτευχθεί η μεταφορά στην "Πήγασος ΑΧΕ" των πιο πάνω 32.558 μετοχών, το οποίο (ζήτημα) ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 922 ΑΚ, αφού με το να δεχθεί ότι ο ενάγων υπέστη ζημία "από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των υπαλλήλων των εναγόμενων εταιριών, που είχαν προστηθεί στην υπηρεσία τους", κατά τα εκτιθέμενα αναλυτικά πιο πάνω, με την αναφορά έτσι και στην αναμφίβολα γνωστή έννοια της προστήσεως (ΑΠ 1507/2005), χωρίς να ήταν αναγκαίο να αναφέρονται και τα ατομικά στοιχεία του κάθε υπαλλήλου χωριστά, εκ του πράγματος δέχτηκε α) ότι οι προστήσασες εταιρίες διατηρούσαν το δικαίωμα να δίδουν οδηγίες και εντολές στους προστηθέντες υπαλλήλους τους, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας τους και β) ότι οι υπάλληλοι των εναγόμενων εταιριών προέβησαν στις πιο πάνω παράνομες και υπαίτιες πράξεις τους κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που τους είχε ανατεθεί και κατά κατάχρηση αυτής, ενώ, υπό τα περιστατικά που δέχτηκε ανελέγκτως, υπάρχει πράγματι εσωτερική συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου ενέργειας των προστηθέντων υπαλλήλων και της υπηρεσίας που τους είχε ανατεθεί, αφού αυτή δεν ήταν δυνατό να υπάρξει χωρίς την πρόστηση.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου τρίτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και πέμπτος, κατά το πρώτο τμήμα του, από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, λόγοι αναίρεσης, είναι αβάσιμοι.
ΙV. Κατά το άρθρο 106 ΚΠολΔ, το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Κατά το άρθρο δε 224 ΚΠολΔ, η απαγόρευση μεταβολής της βάσης της αγωγής αναφέρεται στα ουσιώδη στοιχεία της ιστορικής βάσης της.
Ιστορική βάση της αγωγής είναι, κατά το άρθρο 216 παρ.1 εδ.α' του ΚΠολΔ, το σύνολο των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή, χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης σχέσης (ΑΠ 483/2001). Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, στοιχείο της κατά τις διατάξεις αυτές αδικοπραξίας είναι, πλην άλλων, η επίκληση και απόδειξη υπαίτιας συμπεριφοράς, με το χαρακτηρισμό είτε του δόλου είτε της αμέλειας, στον ειδικότερο προσδιορισμό της οποίας υπαιτιότητας προβαίνει το δικαστήριο στη συγκεκριμένη περίπτωση από την εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς εντεύθεν να επέρχεται μεταβολή της βάσεως της αγωγής (ΑΠ 1013/2005).
Επομένως, οι δύο πρώτοι λόγοι αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με το να δεχθεί ότι η ζημία του ενάγοντος οφείλεται σε δόλο των προστηθέντων οργάνων τους, επιδικάζοντας σ' αυτόν αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, μολονότι ο ενάγων με την αγωγή του επικαλούνταν, για τη θεμελίωσή της, "συγκλίνουσα υπαιτιότητα" τούτων και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε δεχτεί, ως αδικοπρακτική συμπεριφορά τους, μόνο αμέλειά τους, χωρίς ο ενάγων να έχει ασκήσει έφεση, είναι αβάσιμοι.
Η περιεχόμενη δε στο δεύτερο λόγο αναιρέσεως ειδικότερη αιτίαση, επίσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι ενώ το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε δεχτεί, ότι η πρώτη αναιρεσείουσα είχε χειριστεί 25.872 μετοχές, τις οποίες μεταβίβασε στην "ΠΗΓΑΣΟΣ ΑΧΕ", το Εφετείο, χωρίς να έχει διατυπωθεί προς τούτο παράπονο, μετέβαλε τα πιο πάνω περιστατικά, με το να δεχτεί ότι η πρώτη αναιρεσείουσα χειρίστηκε και μεταβίβασε 32.558 μετοχές, επιδικάζοντας ανάλογη αποζημίωση, είναι επίσης αβάσιμη, αφού από την επιτρεπτή, κατ΄ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση του περιεχομένου της 5374/2002 πρωτόδικης οριστικής απόφασης, προκύπτει ότι και το Πρωτοδικείο είχε δεχτεί ότι η δεύτερη εναγομένη (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) "στις 7-4-2000 προέβη στη μεταφορά όλων των άϋλων τίτλων του χαρτοφυλακίου του ενάγοντος...".
V. Από τις διατάξεις των άρθρων 352 παρ/φοι 1 και 3 και 353 ΚΠολΔ, συνδυαζόμενες και με τη διάταξη του άρθρου 335 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι δικαστική ομολογία υπάρχει όταν ενώπιον του δικαστηρίου ή του εντεταλμένου δικαστή αναγνωρίζεται από το διάδικο επιζήμιο γι' αυτόν γεγονός (ΑΠ 852/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, οι ισχυρισμοί των εναγόμενων εταιριών (ήδη αναιρεσειουσών), τους οποίους προέβαλαν ενώπιον του Εφετείου, προς απόκρουση της αγωγής, με την οποία ο ενάγων ζητούσε αποζημίωση, για τη ζημία που υπέστη από την εν αγνοία του, κατά τα εκτιθέμενα σε προηγούμενη σκέψη, μεταφορά στην "ΠΗΓΑΣΟΣ ΑΧΕ" και πώληση από την τελευταία σε τρίτους των μετοχών του της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, α) ότι υπό τον χειρισμό της πρώτης από αυτές ευρίσκονται ακόμη 1630 μετοχές του ενάγοντος της Τράπεζας αυτής, και β) ότι και η δεύτερη εξακολουθούσε να φυλάσσει άλλες 1848 μετοχές του της ίδιας Τράπεζας, δεν περιέχουν, σε σχέση με το αίτημα της αγωγής, επιζήμια γι' αυτές (τις αναρεσείουσες) γεγονότα και δεν συνιστούν ομολογία.
Επομένως ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, και κατά τα δύο τμήματά του, από τους αριθμούς 11 περ. γ΄ και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις πιο πάνω ομολογίες τους, αλλιώς ότι δεν προσέδωσε την από το νόμο προσδιδόμενη σ' αυτές αποδεικτική δύναμη, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, ανεξάρτητα από το ότι, και ως ομολογίες εκλαμβανόμενοι οι πιο πάνω ισχυρισμοί, ο ίδιος λόγος είναι και αβάσιμος, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ότι στα χέρια των αναιρεσειουσών βρίσκονται ακόμα, αντίστοιχα, 1630 και 1848 μετοχές, τις οποίες και δεν υπολόγισε για την εκτίμηση της ζημίας του ενάγοντος.
Περαιτέρω, και οι ισχυρισμοί τους οποίους η εταιρία "ΠΗΓΑΣΟΣ ΑΧΕ", ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη, την οποία προσεπικάλεσε στη δίκη η πρώτη εναγόμενη Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος προέβαλε, αποκρούοντας την προσεπίκληση, η οποία και απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ότι "στις 6-7-2000, οπότε καταρτίστηκε η τελευταία χρηματιστηριακή συναλλαγή για λογαριασμό του ενάγοντος, ο χρηματιστηριακός του λογαριασμός είχε πιστωτικό υπόλοιπο 84.103.702 δρχ." και εξακολουθεί να περιέχει επιπλέον 3960 μετοχές της Εμπορικής Τράπεζας και ανεξάρτητα από το ότι η εταιρία αυτή σε σχέση με την ένδικη αγωγή δεν ήταν διάδικος (αντίδικος του ενάγοντος), δεν συνιστούν ομολογία κατά την προαναφερόμενη έννοια και γι' αυτό ο ίδιος πιο πάνω λόγος αναίρεσης, αναφορικά με τους προεκτιθέμενους ισχυρισμούς της τρίτης αναιρεσίβλητης, είναι επίσης απαράδεκτος.
VΙ. Ο από τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλ' όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων.
Επομένως ο πέμπτος, κατά το τμήμα του από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες προβάλλουν, ότι το Εφετείο αγνόησε τον ισχυρισμό τους, ότι η αξία της περιουσίας του ενάγοντος δεν μειώθηκε κατά ολόκληρο το ποσό της αξίας των επίδικων μετοχών, αλλά κατά το ποσό αυτό, μειωμένο όμως κατά το συνολικό ποσό των 158.425.094 δρχ (74.321.391 + 84.103.702 δρχ.), λόγω του ότι, α) υπάρχουν ακόμη στο όνομα του ενάγοντος 7.438 από τις επίδικες μετοχές της Εμπορικής Τράπεζας, β) από το χειρισμό των μετοχών του, στον οποίο προέβη η "ΠΗΓΑΣΟΣ ΑΧΕ", υπάρχει υπέρ αυτού πιστωτικό υπόλοιπο 84.103.702 δρχ.
και γ) η τελευταία αυτή εταιρία εξακολουθεί να χειρίζεται μετοχές του, συνολικής αξίας κατά τον κρίσιμο χρόνο 74.321.391 δρχ, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός που φέρεται ότι δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο, αποτελεί άρνηση της βάσης της αγωγής. Ο ίδιος αυτός λόγος, καθό μέρος προβάλλεται, ότι το Εφετείο αγνόησε ένσταση συνυπαιτιότητας του ενάγοντος, που είχαν προβάλει, ως εναγόμενες, οι αναιρεσείουσες, είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο τρόπος της υποβολής τής ένστασης αυτής ενώπιον του Πρωτοδικείου και της επαναφοράς της ενώπιον του Εφετείο, ούτε εκτίθενται σαφώς τα περιστατικά, τα οποία, για τη θεμελίωσή της, είχαν επικαλεσθεί οι αναιρεσείουσες.
VII. ΄Υστερα από όλα αυτά, πρέπει, (αφού γίνει δεκτή η πρόσθετη παρέμβαση), να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και κατά το μέρος της που στρέφεται κατά των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων. Οι αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, χωριστά για κάθε διάδικο μέρος που κατέθεσε χωριστές προτάσεις, καθώς και στα έξοδα του προσθέτως παρεμβάντος Δημοσίου υπέρ των αναιρεσιβλήτων, που προκλήθηκαν από την πρόσθετη παρέμβαση (άρθρα 176, 182 παρ. 1, 183 ΚΠολΔ), μειούμενα όμως ως προς το Δημόσιο κατά το μέτρο του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 25-5-2004 αίτηση αναίρεσης και την ασκηθείσα με τις από 6-9-2006 προτάσεις πρόσθετη παρέμβαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών υπέρ των αναιρεσιβλήτων.
(Δέχεται την πρόσθετη παρέμβαση.)
Απορρίπτει την από 25-5-2004 αίτηση α) της "Εμπορικής Τράπεζας Επενδύσεων ΑΕ" και β) της Εμπορικής Τράπεζας ΑΕ, για αναίρεση της 7673/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων και του προσθέτως παρεμβάντος Δημοσίου, τα οποία ορίζει για τους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ, για την τρίτη αναιρεσίβλητη επίσης στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ και για το Δημόσιο στο ποσό των διακοσίων ενενήντα τριών (293) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Οκτωβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Νοεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ