Legislator Case Law & Legislation
1780/2022 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal in land ownership dispute, upholding private heirs' title over public claim.

Case Number 1780/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the First Instance Court's ruling confirming private heirs' exclusive ownership of land in Patras. The State argued the property was public land or forest, but the court found no evidence supporting this classification. Consequently, the court rejected the State's claim and ordered it to pay the appellants' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; The State's claim to public land ownership fails when the property was never legally classified as such and private title remains unchallenged by valid evidence.

Keywords

AI generated
land ownership dispute public land classification forest land status private title confirmation State appeal dismissal property registration error Ottoman land law

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Articles 571 and 577 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 5 of Law 1738/1987

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1780 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)M.K.

Αριθμός 1780/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη - Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 6η Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Γ. του Θ., κατοίκου Πατρών, 2) Τ. Γ. του Π., κατοίκου Αθηνών, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σταυρόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 315/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 268/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών (Τακτική Διαδικασία). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-4-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 5.4.2021 αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου στρέφεται κατά της 268/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν έφεση του κατά της 315/2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία είχε γίνει δεκτή αγωγή των αναιρεσιβλήτων περί αναγνωρίσεως ότι κατά το χρόνο που ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή Πατρών (30.3.2004) ο κληρονομούμενος τους ήταν αποκλειστικός κύριος των επιδίκων ακινήτων και περί διόρθωσης της ανακριβούς πρώτης εγγραφής τούτων που έχουν καταχωρηθεί στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Πατρών ως τμήμα ακινήτου με φερόμενο ιδιοκτήτη το Ελληνικό Δημόσιο. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).

Κατά το άρθρο 1 του νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274(1856), οι γαίες στο Οθωμανικό Κράτος διαιρούνταν σε πέντε κατηγορίες: α) τις γαίες καθαρής κυριότητας (εραζίτ μεμλουκέ, "μούκλια", οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες) των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, δηλαδή γαίες εξουσιαζόμενες λόγω κυριότητας, β) τις δημόσιες γαίες (εραζίτ μιριγέ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (εραζίτ μεβκουφέ), δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (εραζίτ μετρουκέ, οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε)τις νεκρές γαίες (εραζίτ μεβάτ, τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.

Στο οθωμανικό κράτος ολόκληρη η γη ήταν δημόσια εκτός από τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας που καθορίζονται στο άρθρο 2 του ως άνω νόμου της 7ης Ραμαζάν και που παραχωρούνταν κατά κυριότητα σε ιδιώτες με αυτοκρατορικά (σουλτανικά) φιρμάνια (διατάγματα), ενώ δεν χωρούσε κατάλυση του χαρακτήρα της δημόσιας γης με κτητική παραγραφή (άρθρο 1248 ΟΘΝπΓαιών).

Μετά την απελευθέρωση με τις διατάξεις των πρωτοκόλλων της 3.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4.6.1830, 19.6.1830, καθώς και της από 9.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης το Ελληνικό Δημόσιο υπεισήλθε ως διάδοχος στα δικαιώματα του Οθωμανικού Δημοσίου επί της γης.

Έτσι οι δημόσιες γαίες και όσες άλλες ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο κατά τον ως άνω οθωμανικό νόμο περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, χωρίς όμως από την διαδοχή αυτή να θιγούν τα αποκτηθέντα έως τότε εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα αποκτηθέντα κατά τον ίδιο οθωμανικό νόμο δικαιώματα εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί των δημοσίων γαιών.

Το ελληνικό Δημόσιο με τις παραπάνω ρυθμίσεις απέκτησε δυνάμει δικαιώματος πολέμου με αμάχητο τεκμήριο μόνον την κυριότητα εκείνων των ιδιοκτήτων γαιών, οι οποίες κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα του έτους 1821 έως την 3.2.1830 είτε εγκαταλείφθηκαν από τους απελθόντες στο εξωτερικό οθωμανούς κυρίους τους και καταλήφθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο, είτε δημεύθηκαν από τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις. 'Ομως οι διατάξεις των ως άνω πρωτοκόλλων της 21.1/3.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4/16.6.1830 και 19.6/1-7-1830, της από 26.6/9.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, δια των οποίων περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, δικαιώματι πολέμου, οι αναφερόμενες σε αυτά γαίες, δεν έθιξαν τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας ("μούλκια") και τα δικαιώματα εξουσίασης ("τεσσαρούφ") τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο.

Περαιτέρω, εξαιτίας της προαναφερθείσας γενικής διαδοχής του Ελληνικού Δημοσίου στα δικαιώματα επί των δημοσίων γαιών, αλλά και της απόκτησης κυριότητας επί των γαιών καθαρής ιδιοκτησίας "δικαιώματι πολέμου" θεσπίσθηκε μαχητό τεκμήριο κυριότητας υπέρ αυτού, σύμφωνα με το οποίο το Ελληνικό Δημόσιο τεκμαίρεται ότι έχει αποκτήσει δικαίωμα κυριότητας επί των ανωτέρω κτημάτων με πρωτότυπο τρόπο, αρκεί να επικαλεσθεί και να αποδείξει επί μεν των δημοσίων γαιών της ηπειρωτικής Ελλάδας και της Πελοποννήσου ότι αυτές περιήλθαν στην κυριότητά του ως διαδόχου του Οθωμανικού Δημοσίου, επί δε των γαιών καθαρής ιδιοκτησίας ότι τις απέκτησε λόγω κατάληψης ή της δήμευσής τους.

Ο τρόπος όμως αυτός της απόκτησης κυριότητας, θα πρέπει να στηρίζεται στη θετική επίκληση και απόδειξη από το Δημόσιο των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και όχι στην αρνητική επίκληση της όποιας ελλείψεως παρουσιάζουν οι τίτλοι που επικαλείται ο ιδιώτης για τη θεμελίωση της δικής του κυριότητας, διότι από την ύπαρξη μιας τέτοιας έλλειψης δεν τεκμαίρεται η ύπαρξη κυριότητας του Δημοσίου (ΑΠ 1029/2021, ΑΠ 638/2016, ΑΠ 368/2015).

Εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του ΒΔ της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" αναγνωρίσθηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου στις εκτάσεις που αποτελούν δάση, εκτός από εκείνες οι οποίες πριν από τον αγώνα της ανεξαρτησίας κατέχονταν νόμιμα από ιδιώτες και για τις οποίες οι σχετικοί οθωμανικοί τίτλοι "εξουσιάσεως" θα αναγνωρίζονταν από την Γραμματεία και Οικονομικών, κατόπιν υποβολής τους μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του εν λόγω διατάγματος που είχε ισχύ νόμου.

Από τις διατάξεις αυτές του ΒΔ της 17/29-11-1836 συνάγεται ότι, για τα δάση που δεν αναγνωρίσθηκαν, κατά την διαγραφόμενη ειδικότερα στο άρθρο 3 του ίδιου β.δ/τος διαδικασία, ως ιδιωτικά, δημιουργείται νόμιμο τεκμήριο ότι ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο. Προϋπόθεση όμως εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικούμενου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος (ΑΠ 481/2021, ΑΠ 385/2021, ΑΠ 303/2015, ΑΠ 975/2008).

Επί πλέον, σύμφωνα με τις έχουσες εφαρμογή, κατ' άρθρο 51 Εισ.ΝΑΚ, για τον προ της ενάρξεως ισχύος του Α.Κ. χρόνο, διατάξεις του ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν 9 παρ. 1 Πανδ. (50, 14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν.6 Πανδ. (44.3), ν.76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν.7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου περί κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα που ανήκαν στο Δημόσιο, ακόμη και αν αυτά ήταν δάση ή δασικές εκτάσεις.

Προϋπόθεση της χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές ήταν, η άσκηση νομής, πάνω στο ακίνητο και χωρίς νόμιμο τίτλο, με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτων, επί τριακονταετία μέχρι και την 11 Σεπτεμβρίου 1915, με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.

Τη συνδρομή της καλής πίστης, ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικά από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα.(ΑΠ 69/2018, ΑΠ 712/2017). Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν από τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, και ακόμη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/18-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν. 1539/1938 " Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", με τις οποίες απαγορεύθηκε κάθε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού από τις 26.5.1926 και εφεξής, συνάγεται ότι προκειμένου περί δημοσίων κτημάτων, όπως είναι τα δημόσια δάση, είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας από ιδιώτες, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, εφόσον η τριακονταετής νομή αυτών με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915 (ΑΠ 1706/2018, ΑΠ 555/2016, ΑΠ 1343/2015).

Έτσι, στην έκτακτη χρησικτησία που συμπληρώθηκε μέχρι τις 11.9.1915 δεν εφαρμόζονται και δεν ασκούν νόμιμη επιρροή στην κυριότητα που αποκτήθηκε με αυτή οι μεταγενέστερες ως άνω διατάξεις, οι οποίες ορίζουν ότι επί των δημοσίων εν γένει δασών θεωρείται νομέας το Δημόσιο έστω κι αν δεν ενήργησε σ'αυτά καμία πράξη νομής, ούτε η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 62 παρ. 1 εδ.β' του Ν. 998/1979 "Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας" στο οποίο ορίζεται ότι: "Επί των πάσης φύσεως αμφισβητήσεων, ή διενέξεων ή δικών μεταξύ του Δημοσίου, είτε ως ενάγοντος είτε ως εναγομένου, είτε ως αιτούντος, είτε ως καθ' ου η αίτηση, και φυσικού ή νομικού προσώπου, όποιος επικαλείται ή αξιοί οιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματον ή μη, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων ή των εις το άρθρο 74 του παρόντος νόμου αναφερομένων εδαφών, το ως άνω φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον οφείλει να απόδειξη την παρ' αυτώ ύπαρξιν του δικαιώματος του...".

Με την απόδειξη συμπλήρωσης έκτακτης χρησικτησίας κατά τον ανωτέρω τρόπο επέρχεται ανατροπή του τεκμηρίου κυριότητας επί δασικών εκτάσεων. Ο σχετικός ισχυρισμός προτείνεται κατ'ενσταση εναντίον αγωγής του Δημοσίου από τον εναγόμενο ιδιώτη που προβάλλει δικό του δικαίωμα κυριότητας σε δασική έκταση αναγόμενο σε κτήση με έκτακτη χρησικτησία, ενώ όταν ενάγει ο ιδιώτης και το Δημόσιο ισχυρίζεται ότι έχει συμπληρωθεί υπέρ αυτού τριακονταετής χρόνος χρησικτησίας έως και την 11 η.9.1915 σε δημόσιο κτήμα (δάσος, χορτολιβαδική έκταση) και επικαλείται ότι ασκούσε πράξεις νομής προσιδιάζουσες σε καλλιεργήσιμο αγρό, ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου Δημοσίου ότι πρόκειται για δάσος από της συστάσεως του Ελληνικού Κράτους δεν ανατρέπει αφ'εαυτού τη συμπλήρωση της έκτακτης χρησικτησίας, εφόσον αυτή χωρεί και επί δασών, ώστε δεν αποτελεί ένσταση, αλλά άρνηση του χαρακτήρα του ακινήτου και των συγκεκριμένων πράξεων νομής και είναι, συνεπώς, αντικείμενο ανταπόδειξης στο πλαίσιο της κύριας απόδειξης που βαρύνει τον ενάγοντα για την ιστορική βάση της αγωγής του (ΟλΑΠ 75/1987, ΑΠ 946/2021, ΑΠ 987/2017, ΑΠ 52/2014).

Άσκηση νομής, η οποία απαιτείται για την κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία (1041, 1045 ΑΚ) αποτελούν όταν πρόκειται για ακίνητο οι υλικές και εμφανείς πάνω σ'αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του ακινήτου, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του.

Ως πράξεις νομής που οδηγούν στη κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία θεωρούνται, όταν πρόκειται για ακίνητο, οι υλικές και εμφανείς σε αυτό πράξεις, όπως είναι, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η εκμίσθωση, η φύλαξη, η συλλογή καρπών, ο καθαρισμός, η οριοθέτηση, οι καταμετρήσεις κλπ (ΑΠ 1079/2019, ΑΠ 1088/2019).

Περαιτέρω, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, κατά νόμο, για τη στήριξη τού αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, αποτελούν δε προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής.

Στην περίπτωση αυτή, όταν το δικαστήριο παρά την μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., καθόσον το δικαστήριο κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως τού άρθρου 216 Κ.Πολ.Δικ.

παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου. (ΑΠ 667/2020, ΑΠ 425/2020). Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 335/2020, ΑΠ120/2015, ΑΠ 529/2015, ΑΠ 480/2010). Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής, που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένη ή απορρίφθηκε ως αόριστη, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 43/2022, ΑΠ 853/2021).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ' όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει εξ αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, κατά την συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 65/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 825/2015).

Αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 1275/2018, ΑΠ 259/2017, ΑΠ 168/2015).

Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 192/2022, ΑΠ 259/2017, ΑΠ 142/2013), ακόμη και σε εκείνο του αριθμού 14 του εν λόγω άρθρου (ΑΠ 14/2017, ΑΠ 538/2009). Επιπροσθέτως, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011, ΟλΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, 1/2013 ).

Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 812/2021, ΑΠ 571/2017, ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011).

Τέλος, κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ1103/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η έκδοση της προσβαλλόμενης 268/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, υπήρξε αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 10.4.2014 αγωγή τους προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, στρεφομένη κατά των εναγομένων Α.

Π. και του Ελληνικού Δημοσίου, εξέθεταν, ότι έχουν καταστεί κύριοι του περιγραφομένου σε αυτήν ακινήτου, εκτάσεως 4.358,05 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "..." του δ.δ. ... του Δήμου Πατρέων με κληρονομική διαδοχή του αποβιώσαντος στις 17.9.2013 Θ. Γ., πατέρα του πρώτου και παππού του δεύτερου, ο οποίος το είχε αποκτήσει με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας ενεργώντας, τόσο ο ίδιος, όσο και ο δικαιοπάροχος του τις αναφερόμενες στην αγωγή πράξεις νομής για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας.

Στη συνέχεια ανέφεραν ότι η εγγραφή του παραπάνω ακινήτου έχει καταχωρηθεί εσφαλμένα στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Πατρών και ειδικότερα ότι τούτο φέρεται στα εν λόγω κτηματολογικά φύλλα με ..., εκτάσεως 3.527,13 τ.μ. και εμφαίνεται ως ιδιοκτησία "αγνώστου ιδιοκτήτη", στο οποίο έχουν συμπεριληφθεί δύο τμήματα, το πρώτο εκτάσεως 61,58 τ.μ.

και το δεύτερο εκτάσεως 176,26 τ.μ., τα οποία δεν ανήκουν στην επίδικη ιδιοκτησία, αλλά το μεν πρώτο στην ιδιοκτησία με ... με φερόμενη ιδιοκτήτρια την πρώτη εναγομένη, το δε δεύτερο στην ιδιοκτησία με ΚΑΕΚ ..., με φερόμενο ιδιοκτήτη το Ελληνικό Δημόσιο. Με την επίκληση των παραπάνω αιτήθηκαν : α) να αναγνωρισθεί ότι, κατά το/χρόνο που ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή Πατρών, (30.3.2004) ο κληρονομούμενος τους ήταν αποκλειστικός κύριος του επιδίκου ακινήτου, β) να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής του επίδικου αγροτεμαχίου με ΚΑΕΚ ... ...

ώστε, κατόπιν γεωμετρικής μεταβολής, αφενός να συμπεριληφθεί σε αυτό το τμήμα 1.068,77 τ.μ. που έχει καταχωρηθεί ως τμήμα του ακινήτου, με ΚΑΕΚ ... 76 12 006 με φερόμενο ιδιοκτήτη το Ελληνικό Δημόσιο (δεύτερο εναγόμενο), αφετέρου δε να απαλειφθούν από αυτό το ως άνω τμήμα εκτάσεως 61,58 τ.μ. και το τμήμα εκτάσεως 176,26 τ.μ., τα οποία, δεν ανήκουν στην επίδικη ιδιοκτησία, κατά τα ως άνω και γ) να μεταβληθεί το εμβαδόν του ακινήτου με ΚΑΕΚ ... ...

μετά τη χωρική μεταβολή από 3.527,00 τ.μ. σε 4.358, 05 τ.μ.. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών με την 315/ 2019 απόφασή του, που εκδόθηκε ερήμην της πρώτης εναγομένης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, έκανε δεκτή την αγωγή ως κατ'ουσίαν βάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε έφεση μόνο από το Ελληνικό Δημόσιο και επί αυτής εκδόθηκε η 268/2020 προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, το οποίο την έκανε τυπικά δεκτή και την απέρριψε κατ'ουσίαν, δεχόμενο ανελέγκτως, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων και επικληθέντων ενώπιον του αποδεικτικών μέσων, τα εξής: "Το επίδικο ακίνητο είναι ξερικό αγροτεμάχιο με ελαιόδενδρα, εκτάσεως 4.358,05 τ.μ.

που βρίσκεται εντός των ορίων σχεδίου πόλεως και εκτός ορίων οικισμού στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δημοτικού Διαμερίσματος ... του Δήμου Πατρέων, που απεικονίζεται στο από Νοεμβρίου 2012 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Σ. Π., με τα περιμετρικά στοιχεία 1, 2, 3, 4,5,6,7,8,9,10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24, 25, 26, 27, 28, 29, 30, 31, 32, 33, 34, 35, 36, 37, 38, 1 και συνορεύει περιμετρικά με ιδιοκτησίες με αριθμούς ΚΑΕΚ..., ήτοι ιδιοκτησίες Α.

Π., δασική έκταση, Π. Γ., Α. χας Γ. Γ., δασική έκταση. Το ακίνητο αυτό ανήκε στην αποκλειστική κυριότητα του ήδη αποβιώσαντος στις 17-9-2013 Θ. Γ. του Π. και της Α., ο οποίος ήταν πατέρας του πρώτου ενάγοντος και παππούς του δεύτερου, και συγκεκριμένα είχε αποκτήσει την κυριότητα του εν λόγω ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, αφού κατείχε αυτό με διάνοια κυρίου με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με τη κτήση και την άσκηση της νομής αυτού δεν προσβάλλει κατ'ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις συνεχώς από το έτος 1952, οπότε του το παραχώρησε με άτυπη δωρεά ο πατέρας του Π.

Γ. του Θ., που ασκούσε τις ίδιες πράξεις νομής και του παρέδωσε τη νομή, συνεχώς μέχρι το θάνατο του στις 19.8.2013. Πιο συγκεκριμένα οι ανωτέρω προέβαιναν σε καθαρισμό αυτού, το επέβλεπαν και το καλλιεργούσαν με αμπέλι και ελαιόδενδρα. Τις ίδιες πράξεις νομής και με τα ίδια προσόντα ασκούσαν και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των ανωτέρω, από την πατρική γραμμή, στους οποίους μεταβιβάζονταν το ακίνητο άτυπα και παραδίδονταν η νομή, συνεχώς τουλάχιστον από το έτος 1870.

Με την από 19-8-2013 δημόσια διαθήκη του ως άνω αποβιώσαντος, πατέρα και παππού των εναγόντων, Θ. Γ. του Π., που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών Ι. Κ. με την με αριθμό 9531/19-8-2013 πράξη της, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα στο Ειρηνοδικείο Πατρών με τα 100/17-2-2014 πρακτικά, εγκατέστησε μεταξύ των άλλων ως κληρονόμους του τους ήδη ενάγοντες (τον υιό και τον εγγονό του), τον πρώτο κατά το δικαίωμα της ισόβιας επικαρπίας και το δεύτερο κατά το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας και επί του παραπάνω περιγραφομένου αγροτεμαχίου, όπως δεν αμφισβητείται.

Οι ενάγοντες αποδέχθηκαν την κληρονομιά με δήλωση ενώπιον της ανωτέρω Συμ/φου Πατρών, για την οποία συντάχθηκε η 9620/2014 πράξη της. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι μετά την ολοκλήρωση της φάσης της κτηματογράφησης και την έναρξη λειτουργίας του Κτηματολογικού Γραφείου Πατρών, στα κτηματολογικά φύλλα του ως άνω Κτηματολογικού Γραφείου Πατρών, το ανωτέρω ακίνητο έχει λάβει αριθμό ΚΑΕΚ ... ..., με έκταση 3.527,13 τ.μ.

και έχει καταχωρηθεί ως αγνώστου ιδιοκτήτη. Ωστόσο η εγγραφή αυτή είναι ανακριβής, καθόσον αφενός δύο τμήματα που έχουν συμπεριληφθεί στο ως άνω ΚΑΕΚ δεν ανήκουν στην επίδικη ιδιοκτησία αλλά σε άλλες και συγκεκριμένα, το τμήμα με αριθμό 1 στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία 1, 39, 40, 41, 5, 4, 3, 2, 1, εκτάσεως 61,58 τ.μ.

ανήκει, όπως δεν αμφισβητείται, στην ιδιοκτησία με ΚΑΕΚ ..., με φερόμενο ιδιοκτήτη, όπως επίσης δεν αμφισβητείται, το δεύτερο εναγόμενο, αφετέρου ένα τμήμα της επίδικης έκτασης δεν έχει καταχωρηθεί στο ανωτέρω ΚΑΕΚ αλλά σε άλλο και συγκεκριμένα το τμήμα με αριθμό 3 στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 43, 44, 45, 9, εκτάσεως 1068,77 τ.μ.

έχει συμπεριληφθεί στο ακίνητο με αριθμό ΚΑΕΚ ... με φερόμενο ιδιοκτήτη το δεύτερο εναγόμενο. Οι ως άνω ανακριβείς εγγραφές στα κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Πατρών προσβάλλουν το δικαίωμα της αποκλειστικής κυριότητας που είχε ο παραπάνω δικαιοπάροχος των εναγόντων στο επίδικο ακίνητο κατά το χρόνο που ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή των Πατρών (30-3-2004).

Το επίδικο ακίνητο και ειδικότερα το ανωτέρω με αριθμό 3 στο προαναφερθέν τοπογραφικό διάγραμμα τμήμα εμβαδού 1.068,77 τ.μ., ήταν ανέκαθεν ιδιωτικό, είχε τη μορφή αγροτεμαχίου, αποτελούσε τμήμα του μείζονος ακινήτου των 4.358,05 τ.μ. και δεν ανήκε κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο. Μέσα στο όλο ακίνητο των 4.358,05 τ.μ.

υπάρχουν 63 ελαιόδενδρα, εκ των οποίων τα 22 υπάρχουν εντός του τμήματος με αριθμό 3. Η διάμετρος του κορμού των 22 αυτών ελαιοδένδρων κυμαίνεται από 1,00 μέτρο έως 2,26 μέτρα, όπως αποδεικνύεται ιδίως από το από Ιανουαρίου 2016 τοπογραφικό σχέδιο του μηχανικού έργου υποδομής Τ.Ε. Σ. Β., με θέμα σχεδίου "επιμέτρηση ελαιοδένδρων στο τμήμα 3 και Προβολή σε ορθοφωτογραφία ΕΚΧΑ".

Σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ενόψει της διαμέτρου του κορμού των ανωτέρω ελαιοδένδρων, η ηλικία τους είναι τουλάχιστον 150 ετών. Έτσι ενισχύεται η κρίση του Δικαστηρίου ότι πρόκειται για ιδιωτικό ακίνητο (αγροτεμάχιο), στο οποίο οι άμεσοι, απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοι του δικαιοπαρόχου των εναγόντων ασκούσαν σε αυτό πράξεις νομής τουλάχιστον από το έτος 1870.

Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι το ανωτέρω τμήμα των 1.068,77 τ.μ. ήταν ανέκαθεν δάσος και ανήκει σε αυτό κατά κυριότητα περιελθόν με τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης και των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε βάσιμος. Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι το εν λόγω τμήμα του επιδίκου (των 1.068,77 τ.μ.) μέχρι το έτος 1836, αλλά και μεταγενέστερα, αποτελούσε δάσος ή δασική έκταση.

Το εναγόμενο δεν κάνει καμία αναφορά για τη μορφολογία του εδάφους του επιδίκου, το είδος και την πυκνότητα της βλάστησης του, ενώ ούτε επικαλείται ούτε προσκομίζει αεροφωτογραφίες στις οποίες να εμφανίζεται το επίδικο ως δασική έκταση ή τυχόν ίχνη εκχέρσωσης ή άλλης παρόμοιας ανθρώπινης επέμβασης, ώστε να δικαιολογείται τυχόν προγενέστερη δασική μορφή του.

Επίσης δεν εξέτασε μάρτυρα. Από μόνο το γεγονός ότι το ανωτέρω τμήμα του επιδίκου περιλαμβάνεται στον προσωρινό Δασικό Χάρτη του Δήμου Πατρέων ως τμήμα μείζονος ακινήτου με ΚΑΕΚ ... με κωδικό ΑΔ, δηλαδή ως δασική έκταση διαχειριζόμενη από τη Διεύθυνση Δασών της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου - Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου..., δεν μπορεί να σχηματισθεί ασφαλής δικανική πεποίθηση περί του δασικού χαρακτήρα του επιδίκου και μάλιστα κατά τον κρίσιμο χρόνο πριν την ισχύ του Β Δ.

της 17.11./1.12.1836 " περί ιδιωτικών δασών". Έτσι, μετά την έκδοση του ανωτέρω ΒΔ/τος οι απώτατοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων δεν είχαν υποχρέωση να τηρήσουν τη επιβαλλόμενη από αυτό ετήσια προθεσμία από τη δημοσίευσή του για να προσκομίσουν στη γραμματεία των οικονομικών τους τυχόν οθωμανικούς τίτλους ιδιοκτησίας τους ή νόμιμης εξουσιάσεως στο κτήμα τους, αφού δεν αποτελούσε δάσος ώστε συνεπεία της παράλειψης αυτής, δεν δημιουργήθηκε τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επ'αυτού ως δασοκτήματος, ούτε έπρεπε να συμπληρωθεί έκτακτη χρησικτησία μέχρι και τις 11.09.1915, ούτε αποτελούσε δημόσια γαία ανήκουσα στο Οθωμανικό Κράτος ώστε να περιέλθει σε αυτό (Ελληνικό Δημόσιο) με τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εναγόμενο.

Εξάλλου.." συνεχίζει το Εφετείο, "δεν αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο άσκησε πράξεις νομής στο επίδικο ούτε όχλησε καθοιονδήποτε τρόπο τους δικαιοπαρόχους των εναγόντων στην άσκηση της νομής. Για πρώτη φορά προέβαλε δικαιώματα κυριότητας επί του επιδίκου αγροτεμαχίου κατά τη διάρκεια κτηματογράφησης της περιοχής στην οποία βρίσκεται το επίδικο, με την καταχώρηση αυτού ως δημοσίου κτήματος καθώς και με την συμπερίληψή του στους προσωρινούς Δασικούς Χάρτες.

Σημειώνεται ότι οι ενάγοντες έχουν υποβάλλει τις 5927/13-3-2017 αντιρρήσεις κατά του περιεχομένου των Δασικών Χαρτών. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Θ. Γ. του Π. και της Ακριβής ήταν αποκλειστικός κύριος του επιδίκου ακινήτου των 4.358,05 τ.μ., τμήμα του οποίου αποτελεί το ανωτέρω απεικονιζόμενο στο προαναφερθέν τοπογραφικό διάγραμμα με αριθμό 3 τμήμα εμβαδού 1068,77 τ.μ., την κυριότητα του οποίου απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία καθόσον νεμήθηκε αυτό με διάνοια κυρίου ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις νομής με καλή πίστη συνεχώς από το έτος 1870 κατά τα προαναφερθέντα.

Ενόψει αυτού συντρέχει νόμιμη περίπτωση κατ'ουσίαν να αναγνωριστεί ότι κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του Κτηματολογίου στην περιοχή των Πατρών στις 30-3-2004, ο Θ. Γ. του Π. και της Α. ήταν πλήρης και αποκλειστικός κύριος κατά ποσοστό 100% του ανωτέρω αγροτεμαχίου, εκτάσεως 4.358,05 τ.μ., να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής του ανωτέρω αγροτεμαχίου με ΚΑΕΚ ... ..., Α) κατά τέτοιο τρόπο ώστε κατόπιν γεωμετρικής μεταβολής αυτού, αφενός να συμπεριληφθεί σε αυτό (στο εν λόγω ΚΑΕΚ) το τμήμα που φαίνεται με τον αριθμό 3 το τμήμα με αριθμό 3 στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 43, 44, 45, 9, εκτάσεως 1068,77 τ.μ., που έχει συμπεριληφθεί στο ακίνητο με αριθμό ΚΑΕΚ ...

με φερόμενο ιδιοκτήτη το δεύτερο εναγόμενο, αφετέρου να απαλειφθούν από αυτό α) το τμήμα που φαίνεται με τον αριθμό 1 στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία 1, 39, 40, 41, 5, 4, 3, 2, 1, εκτάσεως 61,58 τ.μ., που ανήκει, στην ιδιοκτησία με ΚΑΕΚ ..., με ιδιοκτήτρια τη μη διάδικο πρώτη εναγομένη και β) το τμήμα που εμφαίνεται με τον αριθμό 2 στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία 41, 42, 9, 8, 7, 6, 5, 41εμβαδού 176,26 τ.μ.

που ανήκει στην ιδιοκτησία με ΚΑΕΚ ... με ιδιοκτήτη το εναγόμενο. Β) μετά την ανωτέρω γεωμετρική μεταβολή να μεταβληθεί το εμβαδόν του εν λόγω ακινήτου από 3.527,00 τ.μ. σε 4.358, 05 τ.μ., οριζόμενο με τα περιμετρικά στοιχεία 1, 2, 3, 4,5,6,7,8,9,10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24, 25, 26, 27, 28, 29, 30, 31, 32, 33, 34, 35, 36, 37, 38, 1 στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα και Γ) μετά την ανωτέρω γεωμετρική μεταβολή να αναγραφεί ότι κατά το χρόνο έναρξης του Κτηματολογίου στην περιοχή των Πατρών που συνέβη στις 30-3-2004 η παραπάνω ιδιοκτησία με ΚΑΕΚ ... ..., ανήκε κατά πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 100% στον Θ.

Γ. του Π. και της Α., με τίτλο κτήσης την έκτακτη χρησικτησία, αντί στου εσφαλμένου "αγνώστου ιδιοκτήτη" . Με τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Εφετείο Πατρών συμπληρώνοντας τις αιτιολογίες της επικύρωσε την 315/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία είχαν γίνει δεκτά τα ίδια ως άνω περιστατικά.

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή λόγω ποσοτικής αοριστίας της, στηρίζοντας τον αναιρετικό αυτό λόγο στο άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ. Προς τούτο επικαλείται, ότι η αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των αναιρεσιβλήτων είναι αόριστη, διότι δεν εκτίθενται σε αυτήν συγκεκριμένες διακατοχικές πράξεις (των αμέσως και απωτέρων) δικαιοπαρόχων τους μέχρι πρωτοτύπου κτήσεως της κυριότητος και δη υπό τις προϋποθέσεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου συμπληρωμένες μέχρι την 11.9.1915, δεδομένου μάλιστα του προβαλλόμενου πρωτοδίκως και επαναφερομένου με τις ενώπιον του Εφετείου κατατεθειμένες προτάσεις του, ότι το επίδικο ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα.

Αιτιάται ειδικότερα το αναιρεσείον, ως προς την υποστήριξη της αοριστίας της αγωγής, ότι εφόσον το ίδιο προέβαλε τον ισχυρισμό ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί δημόσιο κτήμα, οι ενάγοντες έπρεπε να συμπληρώσουν με τις προτάσεις τους με ποιο συγκεκριμένο τρόπο, ήτοι εμφανείς υλικές πράξεις νομής οι δικαιοπάροχοι τους είχαν νεμηθεί το επίδικο επί τριάντα χρόνια πριν από την 11.9.1915 με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Όμως, ο λόγος αυτός, εκ του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι το αναιρεσείον, το οποίο με την αίτηση αναιρέσεώς του προσβάλλει απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ως εκκαλούν, το οποίο είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, δεν αναφέρει σε αυτήν για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης, ως έδει, κατά τα όσα εκτέθηκαν στην οικία νομική σκέψη, ότι ο περί αοριστίας ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από το ίδιο στο Εφετείο με λόγο έφεσής του, χωρίς να αρκεί η επίκληση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επιλαμβάνεται αυτεπαγγέλτως του ζητήματος του ορισμένου της αγωγής, αφού ο περί αοριστίας αυτής ισχυρισμός δεν ανήκει σε εκείνους, οι οποίοι κατ'εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, έστω και αν δεν είχαν προταθεί στο Δικαστήριο της ουσίας.

Επί πλέον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης το αναιρεσείον ουδόλως είχε παραπονεθεί με λόγο έφεσης για την αοριστία της αγωγής, και σε ποιο στοιχείο συνίσταται αυτή, αλλά για το ότι εσφαλμένα η πρωτόδικη απόφαση δέχθηκε τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι απέκτησαν την κυριότητα της επίδικης έκτασης με έκτακτη χρησικτησία, απορρίπτοντας τους δικούς του ισχυρισμούς περί αποκτήσεως της κυριότητας του επιδίκου με τους ως άνω τρόπους, ήτοι κατά διαδοχή του Τουρκικού δημοσίου δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος από 3.2, 4/16.6 και 19-6/1.7.1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 26.6/9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, ως δάσος, βάσει των άρθρων 1,2 και 3 του β.δ. 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών", επικαλούμενος την αοριστία της αγωγής για πρώτη φορά με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου.

Τα παραπάνω ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι και αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το επίδικο ακίνητο, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, αποτελούσε δημόσιο κτήμα, ήτοι δάσος, για το οποίο, όπως εκτέθηκε, υφίσταται το μαχητό υπέρ του Δημοσίου τεκμήριο, οπότε ο ενάγων όφειλε να επικαλεσθεί σε αυτήν συμπλήρωση του τριακονταετούς χρόνου χρησικτησίας έως και την 11η .9.1915, ενώ με την ένδικη αγωγή, όπως ήδη αναφέρθηκε, οι ενάγοντες δεν επικαλούνται τέτοια ιδιότητα για το επίδικο ακίνητο αλλά ενάγουν το Δημόσιο επειδή τους αμφισβητεί την κυριότητά τους επί αυτού, το οποίο, λόγω της φύσης του ως καλλιεργήσιμου αγρού αποτελούσε καθαρή γαία, εξουσιαζόμενη ανέκαθεν από ιδιώτη, οπότε αρκούσε να επικαλούνται συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας στο πρόσωπο τους ή του δικαιοπαρόχου τους έως την άσκηση της αγωγής, όπως δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση.

Περαιτέρω με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενο, κατά την εκτίμησή τους, ότι αυτή με το να αναγνωρίσει τους αναιρεσίβλητους κυρίους του επιδίκου ακινήτου, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και να προβεί σε διόρθωση της εγγραφής τούτου ώστε στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Πατρών να εγγραφεί ως ανήκον στους ίδιους, ενώ είχε εγγραφεί ως περιλαμβανόμενο σε ακίνητο δικής του ιδιοκτησίας, ως αποτελούν δασική έκταση, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1, 2 και 3 του β.δ.

της 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών", τις διατάξεις του ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν 9 παρ. 1 Πανδ. (50, 14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν.6 Πανδ. (44.3), ν.76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν.7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου περί κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, που ισχύουν κατ'άθρο 51 Εισ.ΝΑΚ για τον προ της ενάρξεως ισχύος του Α.Κ.

χρόνο, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837, "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, του άρθρου 21 του ν.δ. της 22- 4/18-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", και ακόμη τις διατάξεις του άρθρου 62 παρ. 1 εδ.

β' του Ν. 998/1979 "Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας" με τις οποίες καθιερώθηκε τεκμήριο υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου στις μεταξύ αυτού και οποιοδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου δίκες, σύμφωνα με το οποίο, εφόσον τα πρόσωπα αυτά αξιώνουν οιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματο ή μη, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων ή των εις το άρθρο 74 του ίδιου νόμου αναφερομένων εδαφών, οφείλουν να αποδείξουν την επί των εδαφών αυτών ύπαρξη του δικαιώματος τους.

Με βάση αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Μονομελές Εφετείο Πατρών, ορθά ερμήνευσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που αφορούν την διαδοχή του Οθωμανικού Κράτους από το Ελληνικό Δημόσιο, τη δασική νομοθεσία, την προστασία των δημοσίων κτημάτων, το τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί των δασών και των δασικών εκτάσεων, τις διατάξεις του Β.Δ/τος, της 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών" και ακόμη τις ως άνω διατάξεις του προϊσχύσαντος του ΑΚ, βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως με τη μη εφαρμογή τους, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του σχετικά με το ότι η επίδικη έκταση ήταν ανέκαθεν ιδιωτική και ουδέποτε δημόσια δασική, αλλά ούτε και ιδιωτικό δάσος, ώστε σύμφωνα με το Β.Δ.

της 16.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών εις τα απελευθερωθέντα από τους Τούρκους εδάφη" να ισχύει στην περίπτωση αυτή το τεκμήριο κυριότητας, που θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου επί των δασών και των δασικών εκτάσεων και συνεπώς δεν συνέτρεξε περίπτωση συνδρομής των ως άνω διατάξεων που αφορούν σε δημόσια κτήματα, οι οποίες δεν αποτέλεσαν ούτε χρειάζονταν να αποτελέσουν και περιεχόμενο της αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής των αναιρεσιβλήτων και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.

Επί πλέον το Εφετείο ορθά έκρινε με αυτά που δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο, έχοντας το χαρακτήρα ιδιωτικής έκτασης, μεταβιβάσθηκε στους αναιρεσίβλητους με παράγωγο τρόπο, ήτοι με κληρονομική διαδοχή, από τον κληρονομούμενο τους, ο οποίος ήταν κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, όπως και οι απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοι τους.

Εξάλλου το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω διατάξεις, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διαλαμβάνοντας στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και δικαιολογούν την μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, καθόσον με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου σχετικά με το ότι η επίδικη έκταση ήταν ανέκαθεν ιδιωτική και ουδέποτε δημόσια δασική, αλλά ούτε και ιδιωτικό δάσος.

Ειδικότερα, διαλαμβάνεται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης : α) ότι το επίδικο ακίνητο και συγκεκριμένα το ανωτέρω με αριθμό 3 στο προαναφερθέν τοπογραφικό διάγραμμα τμήμα εμβαδού 1.068,77 τ.μ., ήταν ανέκαθεν ιδιωτικό, είχε τη μορφή αγροτεμαχίου, αποτελούσε τμήμα του μείζονος ακινήτου των 4.358,05 τ.μ.

εντός του οποίου υπάρχουν ελαιόδενδρα ηλικίας τουλάχιστον 100 ετών, β) ότι όλο το μείζον ακίνητο, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, ανήκε στην αποκλειστική κυριότητα του άμεσου δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, του οποίου οι ίδιοι είναι εκ διαθήκης κληρονόμοι, γ) ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων είχε αποκτήσει την κυριότητα του εν λόγω ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατέχοντας τούτο με διάνοια κυρίου με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με τη κτήση και την άσκηση της νομής επί αυτού δεν προσβάλλει κατ'ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις, ήτοι τον καθαρισμό, την επίβλεψη και την καλλιέργεια του με αμπέλι και ελαιόδενδρα, συνεχώς από το έτος 1952, οπότε του το παραχώρησε με άτυπη δωρεά ο πατέρας του, που ασκούσε τις ίδιες πράξεις νομής και του παρέδωσε τη νομή, συνεχώς μέχρι το θάνατο του στις 19.8.2013, ενώ τις ίδιες πράξεις νομής και με τα ίδια προσόντα ασκούσαν και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των ανωτέρω, από την πατρική γραμμή, στους οποίους μεταβιβάζονταν το ακίνητο άτυπα και παραδίδονταν η νομή, συνεχώς τουλάχιστον από το έτος 1870, δ) ότι το επίδικο ακίνητο ουδέποτε κατά τον κρίσιμο χρόνο πριν από την ισχύ του Β Δ.

της 17.11/1.12.1836 "περί ιδιωτικών δασών", αλλά και μεταγενέστερα αποτέλεσε δάσος ή δασική έκταση, καθώς δεν αποδείχθηκε η βασιμότητα του σχετικού ισχυρισμού του Ελληνικού Δημοσίου, από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο, οπότε μετά την έκδοση του ανωτέρω ΒΔ/τος οι απώτατοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων δεν είχαν υποχρέωση να τηρήσουν τη επιβαλλόμενη από αυτό ετήσια προθεσμία από τη δημοσίευσή του για να προσκομίσουν στη γραμματεία των οικονομικών τους τυχόν οθωμανικούς τίτλους ιδιοκτησίας τους ή νόμιμης εξουσιάσεως στο κτήμα τους, αφού δεν αποτελούσε δάσος ώστε συνεπεία της παράλειψης αυτής, δεν δημιουργήθηκε τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επ'αυτού ως δασοκτήματος, ούτε έπρεπε να συμπληρωθεί έκτακτη χρησικτησία μέχρι και τις 11.09.1915, ούτε αποτελούσε δημόσια γαία ανήκουσα στο Οθωμανικό Κράτος ώστε να περιέλθει σε αυτό (Ελληνικό Δημόσιο) με τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, δ) ότι το αναιρεσείον ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής στο επίδικο ούτε όχλησε καθοιονδήποτε τρόπο τους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων στην άσκηση της νομής τους, αλλά προέβαλε δικαιώματα κυριότητας επί του επιδίκου αγροτεμαχίου, για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια κτηματογράφησης της περιοχής στην οποία βρίσκεται το επίδικο, με την καταχώρηση αυτού ως δημοσίου κτήματος καθώς και με την συμπερίληψή του στους προσωρινούς Δασικούς Χάρτες.

Επομένως, είναι αβάσιμοι οι ως άνω πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι οποίοι στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο αποτελούσε δημόσια γαία, ήτοι δασική έκταση, ανήκουσα κατ' αρχήν στο Οθωμανικό Κράτος και μετέπειτα στο αναιρεσείον, ως διάδοχο του, ενώ με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης κρίθηκε ότι το επίδικο ακίνητο ουδέποτε είχε το χαρακτήρα δημόσιας έκτασης, αλλά ήταν ανέκαθεν ιδιωτική.

Συνακόλουθα με τα παραπάνω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 5.4.2021 αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 268/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένη όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της 134423/28.12.1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'/11/20.1.1993), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5.4.2021 αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 268/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Σεπτεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ