Legislator Case Law & Legislation
1780/2018 AI generated

1780/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1780/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονυσία Μπιτζούνη, Βασιλική Ηλιοπούλου, Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη και Ζωή Κωστόγιαννη - Καλούση, Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1780/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των άνω εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μήνα, εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951, που κυρώθηκε με τον ν. 2113/1952, οι εισφορές πρέπει να καταβληθούν από τον υπόχρεο μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το χρόνο, ο οποίος έχει κατά τα άνω ορισθεί.

Keywords

AI generated
motor vehicle liability insurance fraudulent insurance claim financing of accident insurance commercial general liability insurance statutory insurance obligation main establishment in accident insurance
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1780 / 2018 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1780/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονυσία Μπιτζούνη, Βασιλική Ηλιοπούλου, Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη και Ζωή Κωστόγιαννη - Καλούση, Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 21 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Θεοδώρου, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ. Δ. του Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αναγνωστόπουλο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 43448/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8.5.2018 αίτησή της, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 653/2018.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 8.5.2018 δήλωση της Χ. Δ. του Τ. και Μ. για αναίρεση της υπ' αρ. 43448/2015 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία καταχωρίστηκε στο κατά το άρθρο 473 παρ. 3 εδ. α' του ΚΠΔ Βιβλίο στις 19.4.2018 και επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 8.5.2018, με την οποία η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη για την πράξη της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) έτη, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατά το άρθρο 473 παρ. 1 και 3 Κ.Π.Δ. Είναι συνεπώς τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.

Ι. Κατά την παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 86/1967, όπως ισχύει, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών), οι οποίες υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας, οποιασδήποτε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλει εντός μηνός από τότε που κατέστησαν απαιτητές προς τους ως άνω Οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών.

Κατά δε την παρ. 2 του άνω άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σε αυτόν, που υπερβαίνουν το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, προκειμένου να τις αποδώσει στους πιο πάνω οργανισμούς και δεν καταβάλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω Οργανισμούς εντός μηνός, από τότε που έγιναν απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των άνω εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μήνα, εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951, που κυρώθηκε με τον ν. 2113/1952, οι εισφορές πρέπει να καταβληθούν από τον υπόχρεο μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το χρόνο, ο οποίος έχει κατά τα άνω ορισθεί.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι τα εγκλήματα της μη καταβολής των εισφορών αυτών (εργοδοτικών-εργατικών) συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των εισφορών μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα που παρασχέθηκε η εργασία. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1, 5 του Α.Ν. 1846/1951, όπως έχει τροποποιηθεί, προκύπτει ότι για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, που παρέχουν εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους.

Ως εργοδότης, κατά τις ως άνω διατάξεις και το άρθρο 8 παρ. 5 του ιδίου Α.Ν. 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων προσφέρουν την εργασία τους τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα, με τη δε παράγραφο 4 του άρθρου 4 του Ν. 2556/1997, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 69 παρ. 2 Ν. 2676/1999, οι διατάξεις του άρθρου 115 του Ν. 2238/1994, όπως ισχύουν κάθε φορά, που αναφέρονται στην ευθύνη των διοικούντων νομικά πρόσωπα για την καταβολή των φόρων που οφείλουν στο Δημόσιο τα πρόσωπα αυτά, εφαρμόζονται κατ' αναλογίαν και για την καταβολή των οφειλομένων στο Ι.Κ.Α ασφαλιστικών εισφορών.

Σημειωτέον ότι ήδη, με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 4075/2012, προστέθηκε παράγραφος 7 στο άρθρο 1 του Α.Ν. 86/1967, στην οποία ορίζεται ότι "Για εργοδότες μη φυσικά πρόσωπα, που δεν καταβάλουν ασφαλιστικές εισφορές υπέρ του Ι.Κ.Α-ΕΤΑΜ ή των φορέων ή των φορέων ή κλάδων ή λογαριασμών των οργανισμών των οποίων τις εισφορές εισπράττει ή συνεισπράττει το Ι.Κ.Α-ΕΤΑΜ, ως αυτουργοί των αδικημάτων του παρόντος άρθρου θεωρούνται στις ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες:

α) οι πρόεδροι των Δ.Σ., οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές ή διευθυντές και γενικά κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών και β) αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, ως αυτουργοί θεωρούνται τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι: α) για ασφαλιστικές εισφορές που έχουν γεννηθεί μέχρι τις 11-4-2012, οπότε θεσπίσθηκε η ανωτέρω διάταξη της παρ. 7 του ΑΝ 86/1967, και οφείλονται από ημεδαπή ανώνυμη εταιρεία, υπόχρεος για την καταβολή τους είναι μόνον ο διευθύνων σύμβουλος αυτής και β) για ασφαλιστικές εισφορές που έχουν γεννηθεί μετά τις 11/4/2012, και οφείλονται από ημεδαπή ανώνυμη εταιρεία, αρχικά και κυρίως υπόχρεοι για την καταβολή τους είναι τα πρόσωπα που ορίζονται στην παρ. 7 του ΑΝ 86/1967, ήτοι (οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων, οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές και γενικά κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από τον νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση της Α.Ε.), ενώ τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων (αντιπρόεδροι και σύμβουλοι) ευθύνονται μόνον εάν λείπουν όλα τα αμέσως προαναφερθέντα πρόσωπα και εφόσον αυτά (μέλη Δ.Σ.) ασκούν πραγματικά, διαρκώς ή προσωρινά, τα καθήκοντα των αρχικών και κυρίως υπόχρεων, δηλαδή η ευθύνη τους είναι επικουρική (ΑΠ 45/2018).

ΙΙ. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Όσον αφορά στο δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του ΠΚ για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ΠΚ, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν είναι αναγκαία η παράθεση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή (ΟλΑΠ 1/2005 - ΑΠ 20/2017).

Κατ' ακολουθίαν τούτων, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής απόφασης για παράβαση του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, εγκλημάτων τα οποία είναι γνήσια παραλείψεως, συντελούμενα με την παράλειψη από τον εργοδότη της εμπρόθεσμης καταβολής των εισφορών μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μηνός που παρεσχέθη η εργασία, πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν τα κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων, που είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, του ασφαλισμένου στους ως άνω Οργανισμούς προσωπικού και τα χρηματικά ποσά, τα οποία, με βάση τις τακτικές αποδοχές του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον Ασφαλιστικό Οργανισμό ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (Ολ.ΑΠ 1/1996 -ΑΠ 45/2018 - ΑΠ 1102/2017), ως και αναφορά, επί φυσικού προσώπου, φερόμενου ως εργοδότη από την άσκηση επιχείρησης, των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει η θέση τούτου στην επιχείρηση αυτή, καθώς και, αν πρόκειται για προσωπική ή εταιρική επιχείρηση, και ποία η νομική μορφή της τελευταίας και η θέση του κατηγορουμένου σ' αυτήν, ώστε να ανακύπτει υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού του ως εργοδότη ή ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχείρησης (ΑΠ 20/2017 - ΑΠ 473/2015), καθόσον έτσι δημιουργείται ασάφεια ως προς τη νομική υποχρέωση τούτου (ήτοι του αναφερόμενου απλώς ως εργοδότη) για καταβολή των εισφορών και δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 220/2018, ΑΠ 45/2018). Ο χρόνος απασχόλησης και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού που συμπλέκεται αμέσως με τον χρόνο τέλεσης των δύο άνω αξιοποίνων πράξεων, είναι κρίσιμος, όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξάλειψης του αξιοποίνου των πράξεων αυτών, λόγω παραγραφής (ΑΠ 338/2016).

III. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη σχετική διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει. Εσφαλμένη δε εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται με πλάγιο τρόπο, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, το οποίο περιέχεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία θεμελίωσης και στην ταυτότητα του σχετικού εγκλήματος, υπάρχουν ελλείψεις, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 1102/2017).

ΙV. Στην προκείμενη περίπτωση, το δικάσαν ως Εφετείο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την αναιρεσιβαλλόμενη με αριθμό 43448/2015 απόφασή του, όπως από την παραδεκτή επισκόπηση αυτής προκύπτει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής: Από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν στο ακροατήριο, ήτοι τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, αποδεικνύεται ότι η εκκαλούσα Χ.

Δ. είχε ορισθεί με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας "..." της 16ης Μαρτίου 2009 αρχικά και στη συνέχεια της 16ης Ιουνίου 2009 πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος της εταιρείας με πλήρεις εξουσίες συναφείς τόσο με την ιδιότητα του προέδρου που κατείχε όσο και διαχειριστικές εξουσίες συναφείς με την ιδιότητα της διευθύνουσας συμβούλου της ανώνυμης εταιρείας.

Στα φύλλα της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας που προσκομίστηκαν από το συνήγορο υπερασπίσεώς της και αναγνώστηκαν (Φ.Ε.Κ. 3611/20.5.2009 και 9308/29.7.2009 του Τεύχους Ανωνύμων Εταιρειών και Εταιρειών Περιορισμένης Ευθύνης) αναφέρονται τόσο οι εξουσίες της με βάση την ιδιότητά της ως προέδρου του διοικητικού συμβουλίου όσο και οι εξουσίες με βάση την ιδιότητά της της διευθύνουσας συμβούλου.

Ειδικότερα, αναφέρεται ότι ως διευθύνουσα σύμβουλος η εκκαλούσα "δύναται να ασκεί όλες τις εξουσίες του Δ.Σ. που προβλέπονται από τον νόμο και τα άρθρα του καταστατικού, δυνάμενη να εκπροσωπεί και δεσμεύει την εταιρεία επί παντός θέματος, υπογράφοντας μόνη της, χωρίς τη σύμπραξη άλλου μέλους, υπό την εταιρική επωνυμία, εκτός των περιπτώσεων κατά τις οποίες από το νόμο ή το καταστατικό απαιτείται συλλογική ενέργεια του Δ.Σ.".

Ως διευθύνουσα σύμβουλος όφειλε, επομένως, να αποδώσει στο Ι.Κ.Α. τα ποσά των εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών που αναφέρονται στο διατακτικό, προκειμένου κατά τον τρόπο αυτό η εργοδότρια ανώνυμη εταιρεία να εκπληρώσει την υποχρέωσή της για την παρεχόμενη σ' αυτή εργασία κατά την χρονική περίοδο των μηνών Ιουλίου - Αυγούστου 2010 και να απαλλαγεί έναντι του Ι.Κ.Α..

Είχε την αρμοδιότητα η εκκαλούσα να καταβάλει και παρέλειψε με πρόθεση να το πράξει, οπότε ευθύνεται ποινικώς και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη, να αναγνωριστεί ωστόσο ότι τέλεσε τις πράξεις από μη ταπεινά ελατήρια, ευρισκόμενη συγκεκριμένα υπό την επίδραση του Α. Μ., με τον οποίο διατηρούσε ερωτικό δεσμό.

Ο Α. Μ., παλαιός έμπορος στον κλάδο της εμπορίας αυτοκινήτων, ήταν γνώστης του χώρου και της εμπορικής δραστηριότητας της εταιρείας, ήταν ο άνθρωπος που γνώριζε τα εταιρικά πράγματα και ο χρηματοδότης της εταιρείας. Ήταν ο άνθρωπος που αποφάσιζε για τις εταιρικές υποθέσεις, αλλά που υλοποιούσε τις αποφάσεις του μέσω της εκκαλούσας, η οποία υπέγραφε και εκτελούσε όλες τις υλικές ενέργειες με την ιδιότητα της διευθύνουσας συμβούλου, με την ίδια δε ιδιότητα παρέλειπε να ενεργήσει πράξεις διαχείρισης και υλικές ενέργειες καθ' υπόδειξη του Α.

Μ.. Η κατάσταση αυτή δεν απαλλάσσει την εκκαλούσα από τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται και έχει κηρυχθεί ένοχη πρωτοδίκως, καθώς και για την τέλεση των αδικημάτων είχε την ιδιότητα που ο ποινικός νόμος απαιτεί για την κατάφαση της ποινικής ευθύνης. Ελαφρύνει όμως τη θέση της, χωρίς να καθιστά υπαίτιο ή συνυπαίτιο τον Α.

Μ.. Διότι αυτός, όση επίδραση και αν ασκούσε μέσω της εκκαλούσας στα εταιρικά πράγματα, δεν είχε την ιδιαίτερη ιδιότητα που ο ποινικός νόμος απαιτεί για την ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή και απόδοση στο Ι.Κ.Α. των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών που η εταιρεία όφειλε ως εργοδότρια. Μπορεί να έχει ποινική ευθύνη για την συμπεριφορά του έναντι της εταιρείας και του διοικητικού της συμβουλίου, που μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ηθική αυτουργία στη μη καταβολή και απόδοση των ασφαλιστικών εισφορών, αυτουργός όμως των πλημμελημάτων αυτών δεν θα μπορούσε να είναι ο ίδιος, διότι δεν συνέτρεχε στο πρόσωπό του η τυπική ιδιαίτερη ιδιότητα του διοικητή της εργοδότριας εταιρείας, που ο ποινικός νόμος απαιτεί για την ποινική ευθύνη".

Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα, κατά πλειοψηφία, του ότι "στην … την 13.2.2012 τυγχάνοντας διευθύνουσα σύμβουλος της εργοδότριας εταιρείας υπό την επωνυμία "... ΑΕ", είδος επιχείρησης ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΙΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ και έχοντας απασχολήσει η εταιρεία, κατά τη χρονική περίοδο 07/2010 - 08/2010 προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλλει στο Ι.Κ.Α.

τις κατωτέρω εισφορές ποσού 84.790,03 ευρώ μέχρι το τέλος του επομένου μήνα, μέσα στον οποίον είχε παρασχεθεί η εργασία, υπέπεσε στις κατωτέρω αξιόποινες πράξεις:

Α) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών την ίδια (εργοδοτικών ) ασφαλιστικών εισφορών, ποσού 56.526,69 ευρώ, δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά το οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές, δια της κατηγορουμένης.

Β) Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην ίδια (εργατικές), ποσού 28.263,34 ευρώ με σκοπό να τις αποδώσει στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν, μέσα στο μήνα κατά τον οποίον έγιναν απαιτητές, κατέστη γι' αυτές τιμωρητέα για υπεξαίρεση, με την ιδιότητα της διευθύνουσας συμβούλου της εργοδότριας .

Για την μη καταβολή των εισφορών συντάχθηκε η με αριθμό Χ 29806/10 Π.Ε.Ε.

Στη συνέχεια, αφού αναγνωρίσθηκε η συνδρομή στο πρόσωπο της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας της ελαφρυντικής περίστασης των μη ταπεινών αιτίων του άρθρου 84 παρ. 2β' του ΠΚ (κατά παραδοχή του προβληθέντος συναφούς αυτοτελούς ισχυρισμού αυτής δια του συνηγόρου της), της επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών.

Με βάση αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη 43448/2015 απόφασή του, διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αδικημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 18, 26 §1α, 27 §1, 94 παρ. 1 ΠΚ, και των διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 1, 2 και 3 του ΑΝ 86/1967 σε συνδυασμό με το άρθρο 375 §1 του ΠΚ, του άρθρου 31 ν.δ. 1160/1972, 1 του Ν. 362/76 και 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951, που κυρώθηκε από τον Ν. 2113/1952, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, αναφέρεται, στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτός των άλλων, το ύψος των εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών, η επιχείρηση που απασχόλησε τους μισθωτούς της με σχέση εξηρτημένης εργασίας, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο απασχολήθηκαν οι μισθωτοί αυτοί, (εκ του οποίου χρόνου απασχόλησης προκύπτει και ο χρόνος τέλεσης των ανωτέρω πράξεων), ο Οργανισμός Κοινωνικής Ασφάλισης που υπήγετο στο Υπουργείο Εργασίας και συγκεκριμένα το ΙΚΑ, στο οποίο ήταν ασφαλισμένοι οι μισθωτοί και η ιδιότητα της αναιρεσείουσας ως Πρόεδρος και Διευθύνουσα Σύμβουλος της εταιρείας υπό την επωνυμία "...", με πλήρεις εξουσίες συναφείς τόσο με την ιδιότητα της Προέδρου που κατείχε όσο και διαχειριστικές εξουσίες συναφείς με την ιδιότητα της διευθύνουσας συμβούλου της ανώνυμης εταιρείας, δυνάμενη να εκπροσωπεί και δεσμεύει την εταιρεία επί παντός θέματος, υπογράφοντας μόνη της, χωρίς τη σύμπραξη άλλου μέλους, υπό την εταιρική επωνυμία, μνημονεύονται δε και τα σχετικά φύλλα της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, καθώς και ότι ως διευθύνουσα σύμβουλος όφειλε να αποδώσει στο Ι.Κ.Α.

τα ποσά των εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών, προκειμένου η εργοδότρια ανώνυμη εταιρεία να εκπληρώσει την υποχρέωσή της για την παρεχόμενη σ' αυτή εργασία κατά την χρονική περίοδο των μηνών Ιουλίου - Αυγούστου 2010 και ότι παρέλειψε με πρόθεση να το πράξει ευθυνόμενη ποινικώς. Ως εκ τούτου η περί του αντιθέτου αιτίαση της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμη και απορριπτέα.

Αβάσιμες, όμως, και απορριπτέες κρίνονται και οι προβαλλόμενες με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως αιτιάσεις, για αντιφατική αιτιολογία σε σχέση με τον ισχυρισμό αυτής (αναιρεσείουσας) ότι ήταν τυπικά και μόνο Διευθύνουσα Σύμβουλος της ως άνω ανωνύμου εταιρίας, διότι περιλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η δέουσα αιτιολογία, παρά το γεγονός ότι πρόκειται περί αρνητικού της κατηγορίας ισχυρισμού, δεχόμενη ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν απαλλάσσει την αναιρεσείουσα από τις ως άνω αξιόποινες πράξεις, αξιολόγησε δε τα επικαλούμενα για την θεμελίωση του ως άνω ισχυρισμού της και βάσει αυτών αναγνώρισε ότι συντρέχουν στο πρόσωπο αυτής οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2β'του ΠΚ, κατά παραδοχή του προβληθέντος από αυτήν δια του συνηγόρου της συναφούς αυτοτελούς ισχυρισμού.

Επομένως, επειδή από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων είναι αβάσιμοι, θα πρέπει να απορριφθεί, η υπό κρίση, αίτηση αναίρεσης κατ` ουσία και καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8.5.2018 αίτηση της Χ. Δ. του Τ. και Μ. για αναίρεση της 43448/2015 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Οκτωβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ